Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Η ΚΡΥΦΗ ΠΟΡΤΑ του Αλέξη Πανσέληνου Εκδόσεις Μεταίχμι



   Η ΚΡΥΦΗ ΠΟΡΤΑ
του Αλέξη Πανσέληνου
   Εκδόσεις Μεταίχμιο


Ο Αλέξης Πανσέληνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943. Ο πατέρας και η μητέρα του είναι γνωστοί συγγραφείς της Γενιάς του 30. Σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος με ειδίκευση το ναυτιλιακό δίκαιο. Δημοσίευσε σχετικά αργά το πρώτο του βιβλίο, το 1982 ("Ιστορίες με σκύλους", διηγήματα, Κέδρος). Ως σήμερα έχουν εκδοθεί άλλος ένας τόμος με διηγήματα ("Τέσσερις ελληνικοί φόνοι"), τέσσερα μυθιστορήματα, ένας τόμος με δοκίμια και άρθρα και ένας τόμος με προσωπικές σκέψεις σχετικά με το βιβλίο και την ανάγνωση. Έχει αρθρογραφήσει σε μεγάλες εφημερίδες γύρω από θέματα τόσο της τέχνης όσο και της πολιτικής και έχει γράψει λογοτεχνική κριτική για σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το μυθιστόρημά του "Η μεγάλη πομπή" τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 1986. Το μυθιστόρημά του "Σκοτεινές επιγραφές" τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού "Διαβάζω" 2012. Από τα βιβλία του, "Η μεγάλη πομπή" έχει μεταφραστεί, μέχρι σήμερα, στα γαλλικά (Griot) και τα ιταλικά (Crocetti), και το "Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια" στα γαλλικά (Gallimard), τα ιταλικά (Crocetti) και τα γερμανικά (Berlin Verlag). Παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, μοιράζει τον χρόνο του, από το 1996 και μετά, μεταξύ Αθήνας και του νησιού της Πάρου, όπου συχνά αποσύρεται για να γράψει. Έχει μεταφράσει βιβλία από τα αγγλικά και τα γερμανικά. Το 1997 ήταν η ελληνική υποψηφιότητα για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Εκτός από τη λογοτεχνία οι ασχολίες του περιλαμβάνουν και μια ιδιαίτερα μεγάλη συλλογή δίσκων κλασικής μουσικής, με την οποία έχει πολύ ιδιαίτερη σχέση, αφού άλλωστε η αρχική του φιλοδοξία ήταν να γίνει μουσικός. Η μουσική κατέχει σημαντική θέση στα λογοτεχνικά του έργα.
.Έργα του:
Βραδιές μπαλέτου, (μυθιστόρημα) 1991
Δοκιμαστικές πτήσεις, (δοκίμια & άρθρα) 1993
Ιστορίες με σκύλους 1993
Ζαΐδα, Η καμήλα στα χιόνια, (μυθιστόρημα) 1996
Betsy Lost 1996
Ο Κουτσός άγγελος, (μυθιστόρημα) 2002
Τέσσερις Ελληνικοί Φόνοι, (διηγήματα) 2004
Μια λέξη, χίλιες εικόνες, (δοκίμιο) 2004
Σκοτεινές επιγραφές, (μυθιστόρημα) 2011
Η μεγάλη πομπή 2013
Η κρυφή πόρτα, (νουβέλα) 2016
Σεμινάρια δημιουργικής γραφής 2017
Ελαφρά ελληνικά τραγούδια, (μυθιστόρημα) 2018
               κ.α..

«Η κρυφή πόρτα» είναι μια ερωτική ιστορία, που εκτυλίσσεται στη σημερινή, εν παρακμή, χώρα μας.
Τα έργα του Αλέξη Πανσέληνου τ’ ακούς, Eίναι ήχοι μουσικοί, Είναι ήχοι της πόλης που ζούμε, ήχοι του σπιτιού μας, της καθημερινότητας, των δρόμων, των αυτοκινήτων, των ανθρώπων που περπατούν συζητούν, μονολογούν, παραμιλούν. Ήχοι που συνηθίζεις σαν αεράκι που δεν σου παίρνει το καπέλο. Ήχοι γειτονιάς, κουτσομπολιού, φτώχιας.  Ρημαγμένα-παρηκμασμένα μαγαζιά, σπίτια προσβάσιμα σε απορρίμματα και άστεγους ανθρώπους. Λεηλασίες, αστυνομικές κλούβες, ΜΑΤ, μπαχαλάκηδες, ρύποι.  Το αλισβερίσι  εκδοτών με λογοτέχνες. Η παρακμή στο αποκορύφωμά της. Ήχοι ανθρώπων που σωπαίνουν και παρατηρούν, οι τελευταίοι ως ο συγγραφέας.  Όσο προχωράς οι ήχοι βήμα το βήμα δυναμώνουν, σε ξαφνιάζουν σαν κεραυνοί σε ξάστερο ουρανό και σε οδηγούν στο παρελθόν και στα μυστηριώδη μονοπάτια του. Το αναπάντεχο του τέλους.
Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο εξηντάρης Ευγένιος, μικρο-συνταξιούχος του δημοσίου, μεταφραστής και πεζογράφος. Είναι χωρισμένος και ζει μόνος στο μεγάλο διαμέρισμα της μακαρίτισσας μητέρας του.  Αποφασίζει να νοικιάσει για ένα επιπλέον εισόδημα μέρος του σπιτιού. Το χωρίζει και βγάζει στο νοίκι ένα κομμάτι του, διατηρώντας άχτιστη την ενδιάμεση πόρτα ανάμεσα στα δυο τμήματα. Το νοικιάζει μια όμορφη νεαρή, η οποία επικρμάται ως απειλή στην καθημερινότητα της ζωής του ηλικιωμένου Ευγένιου. Η πόρτα δεν χτίζεται ούτε όμως μπαίνει και κάποιο βαρύ έπιπλο, όπως συμφωνήθηκε, ώστε να καθορίζει τα δυο διαμερίσματα. Προσβάσιμο με λίγα λόγια στην περιέργεια του ιδιοκτήτη και μάλιστα απόταν παρατήρησε ότι την επισκέπτονταν διάφοροι άντρες. Ο Ευγένιος ποθεί την Μαρία την νοικάρισσά του, που δεν είναι σχεδιάστρια ιστοσελίδων, ως δήλωσε στην αρχή, αλλά cover girl, όπως στη συνέχεια παραδέχτηκε∙  την ερωτεύεται και εκείνη δείχνει να ανταποκρίνεται.
Ο πόθος του ηλικιωμένου για την νεαρή, συνηθισμένος θα μου πείτε, όμως από την ανοιχτή πόρτα εισέβαλαν λάθη περασμένα, με έντονη διάθεση εκδικητικότητας.
 
«Μέρα τη μέρα η μετάφραση έμπαινε στην άκρη. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν την είχε παραγγείλει. Μπορούσε να σταματήσει αν δεν του έκανε κέφι ή έβρισκε κάτι άλλο να κάνει. Κάτι άλλο δεν είχε, τουλάχιστον όχι που να τον απασχολεί με την αφοσίωση με την οποία θα δούλευε ένα βιβλίο. Σιγά σιγά όμως είχε αρχίσει να τον στοιχειώνει η νοικάρισσα. Σχεδόν κάθε παράγραφος που μετέφραζε  του προκαλούσε  σκέψεις που, χωρίς κάποια λογική σχέση μαζί της, σε εκείνη γύριζαν. Το χέρι του σταματούσε, το μυαλό του κάλπαζε. Σούρουπο δεν  πέρασε να μην σκύψει από τα κάγκελα του μπαλκονιού, προσπαθώντας να διακρίνει το φως της κάμαράς της και να αφουγκραστεί –σπάνια- τις ομιλίες από την ανοιχτή τζαμόπορτα στο σαλόνι.»

«Η κρυφή πόρτα, που παλιότερα δεν την έβλεπε καν, τώρα ξεχώριζε οδυνηρά στον μεσότοιχο, σαν να είχε αποκτήσει πλαίσιο από φλόγες».




Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ του JULIAN BARNES


Julian Barnes, Η μοναδική ιστορία
   (εκδόσεις Μεταίχμιο)

Ο ΤΖΟΥΛΙΑΝ ΜΠΑΡΝΣ γεννήθηκε το 1946 στο Λέστερ της Μεγάλης Βρετανίας. Σπούδασε νομικά και γαλλική φιλολογία στην Οξφόρδη και εργάστηκε ως λεξικογράφος για το Oxford English Dictionary, κριτικός λογοτεχνίας στους Times και τηλεκριτικός στον Observer. Ζει στο Λονδίνο. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως πεζογράφος το 1980 με το μυθιστόρημα METROLAND. Ακολούθησαν άλλα πέντε μυθιστορήματα που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους γνωστότερους και καλύτερους εκπροσώπους της νεότερης αγγλικής λογοτεχνίας. Από αυτά, Ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ ΤΟΥ ΦΛΩΜΠΕΡ (1984) του χάρισε διεθνή φήμη και λογοτεχνικά βραβεία στην Αγγλία, Ιταλία και Γαλλία. Το 1986 η Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων των ΗΠΑ του απένειμε το Βραβείο Ε.Μ.Forster. Το 1988 χρίστηκε ιππότης του γαλλικού Τάγματος Τεχνών και Γραμμάτων. Επίσης, ο Τζούλιαν Μπαρνς έχει εκδώσει και αστυνομικά μυθιστορήματα με το ψευδώνυμο Dan Kavanagh.
Άλλα βιβλία: Ένα κάποιο τέλος 2011 και Ο Αχός της εποχής 2016 (θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα του 21ου αιώνα)

Μια ερωτική ιστορία, σκέφτεσαι, διαβάζοντας το βιβλίο και όπως ο ίδιος ο συγγραφέας το επισημαίνει, αρχίζει το έργο του  με τις εξής διλημματικές φράσεις:
«ΘΑ ΠΡΟΤΙΜΟΥΣΕΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ και να υποφέρεις πολύ ή να αγαπάς λίγο και να υποφέρεις λίγο; Νομίζω πως αυτό είναι, τελικά, το μόνο ουσιαστικό ερώτημα».

Όμως σ’ όλο αυτό που μας λέει ο συγγραφέας υπάρχει και ένα αλλά. Ποιός άραγε μπορεί να ελέγξει το συναίσθημά του, όταν ερωτεύεται;

«Έρως ανίκατε μάχαν… Ο έρωτας είναι ανίκητος στη μάχη, ξενυχτά στα τρυφερά μάγουλα των κοριτσιών, πετάει πάνω απ’ τη θάλασσα και τρυπώνει στους κήπους, και κανένας δεν του ξεφεύγει, ούτε θεός, ούτε θνητός κι ο ερωτευμένος είναι τρελός, τραγουδά ο χορός», αυτά γράφει ο αρχαίος τραγικός μας ποιητής Σοφοκλής, στην «Αντιγόνη» και υμνεί την παντοδυναμία του Έρωτα. Θα επιμείνω λίγο ακόμα με τα λόγια της Σαπφώς «Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη, σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει. Ήρθε, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα, δρόσισες την ψυχούλα, που έκαιγε ο πόθος».  

Τώρα γιατί αναφέρομαι στους αρχαίους μας; Όχι για να κοντράρω βέβαια τον σπουδαίο Barnes και την περίφημη φράση του βιβλίου, που προανέφερα, ίσως για να υμνήσω τον έρωτα, όσο είναι στο αποκορύφωμα, όσο είναι μαγικός, γιατί πολύ γρήγορα ή αν θέλετε με τα χρόνια πέφτει στο κατώτατο σημείο, χάνεται, απομαγεύεται. Επομένως εκείνο που μας λέει ο συγγραφέας δεν είναι κάτι άλλο από τον έρωτα και την απομάγευσή του. 

Μετά την παραπάνω εισαγωγή ας γνωρίσουμε τους ήρωες του έργου που δεν έχουν να κάνουν με πρόσωπα σπουδαία και ιστορικά, αλλά με απλούς καθημερινούς ανθρώπους, που ο έρωτάς τους είναι τροφή για κακόβουλους σχολιασμούς των συνανθρώπων τους, που συνήθως  διαβιώνουν σε χωριό ή μικρό προάστιο (όπως οι ήρωες του βιβλίου) και πολύ περισσότερο όταν η γυναίκα είναι μεγαλύτερη του άντρα, που μέχρι τις μέρες μας δεν «καταπίνεται» εύκολα, όσο όταν συμβαίνει το αντίθετο. Έχουμε μια σχέση ενός νεαρού με μια γυναίκα σαν την μητέρα του ηλικιακά, με λίγα λόγια μια οιδιπόδεια σχέση. Η ματιά του ηλικιωμένου πλέον ήρωα του βιβλίου, ανασύρει στη μνήμη μακρινές αναμνήσεις, ενός μεγάλου έρωτα στα νεανικά του χρόνια μέχρι  που …  Αλλά ας αφήσουμε την ιστορία να εξελιχθεί.

Δεκαετία του ’60,  σ’ ένα μικρό προάστιο του Λονδίνου ο δεκεννιάχρονος φοιτητής Πολ, ενθουσιάζεται από την γνωριμία της σαρανταοκτάχρονης Σούζαν, σε μια λέσχη του τένις. Η Σούζαν είναι παντρεμένη και έχει δυο κόρες. Δεν αργούν να ερωτευθούν και να γίνουν εραστές. Προξενούν αναστάτωση στους οικείους τους και στον συντηρητικό περίγυρό τους, για τον οποίο ο νεαρός δείχνει αν μη τι άλλο παρά την αποστροφή του. Εκείνη διαλύει έναν αδιάφορο γάμο, αφήνει τον βίαιο σύζυγο της και τις δυο κόρες της, μεγαλύτερες μάλιστα από τον Πολ και συζεί μαζί του. Ο Πολ ξεπερνά τα εσκαμμένα, είναι ευτυχής και υπερήφανος, έχοντας καταπατήσει τις κοινωνικές συμβάσεις∙ αν και τι άλλο θα μπορούσε να σκεφτεί τότε στα δεκαεννιά του χρόνια. Φτάνοντας σε ώριμη ηλικία, οι απαιτήσεις και  οι μελλοντικές δυσχέρειες  αυτής της ερωτικής σχέσης τον ξεπερνούν, (όπως ο αλκοολισμός της Σούζαν) δεν τις είχε προβλέψει. Ο Πολ θα παρατήσει τη Σούζαν στα χέρια της κόρης της. Στο τέλος η Σούζαν θα πεθάνει σε κλινική. Στην ωριμότητά του ο Πολ κοιτάζει φιλύποπτα τον έρωτα, που τόσο εκθείαζε στα νιάτα του.
Ο Julian Barnes μας αφηγείται πώς ανθίζει ένας μεγάλος έρωτας, πώς ατονεί και τι μένει στο τέλος.  Ο συγγραφέας φτάνει στον πυρήνα της ψυχικής οδύνης και παρότι δράμα έχει πινελιές χιούμορ.

πλώνει τα μπράτσα της προς το μέρος μου, με τα δάχτυλά της σφιγμένα σε γροθιά και λέει, «Κράτα του καρπούς μου Πολ». Τους τυλίγω και τους δυο και πιέζω όσο πιο δυνατά μπορώ. Η σημασία αυτής της κίνησης δεν περιγράφεται με λόγια. Ήταν μια χειρονομία που σκοπό είχε να την ηρεμήσει, να περάσει σ’ εκείνην κάτι από μένα. Μια εμφύσηση θάρρους, μια μετάγγιση δύναμης. Και έρωτα.

*Μια νοσοκόμα της είχε χτενίσει τα μαλλιά….  Σχεδόν ενστικτωδώς άπλωσα το χέρι, θέλοντας να ξεσκεπάσω για μια τελευταία φορά ένα από κομψά της αυτάκια. Όμως το χέρι μου σταμάτησε , θαρρείς αοπό δική του θέληση. Το τράβηξα, δίχως να κατανοώ αν το κίνητρό μου ήταν σεβασμός για την κατάστασή της ή σιχασιά…

*Κοίταξα το προφίλ της και ανέτρεξα σε μερικές στιγμές από το δικό μου ιδιωτικό σινεμά. Η Σούζαν με τη στολή του τένις να υψώνει τη ρακέτα της. Η Σούζαν να χαμογελάει σε μια άδεια παραλία. Όμως ύστερα από λίγα λεπτά αναδρομών, το μυαλό μου άρχισε να περιπλανιέται. Δεν μπορούσα να το κρατήσω εστιασμένο στον έρωτα και στην απώλεια, στην απόλαυση και τη θλίψη. Έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται πόση βενζίνη είχε μείνει στο αυτοκίνητο και πόσο κοντά μπορεί να βρισκόταν κάποιο βενζινάδικο…




Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

"Μια χαρά" του Χρίστου Κυθρεώτη


Μια χαρά
του Χρίστου Κυθρεώτη

Ο Χρίστος Κυθρεώτης γεννήθηκε το 1979 στη Λευκωσία και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά, ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Έχει κερδίσει το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό διηγήματος των εκδόσεων Πατάκη για νέους συγγραφείς (2007), καθώς και στον αντίστοιχο διαγωνισμό του Βρετανικού Συμβουλίου (2009). Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και στα λογοτεχνικά περιοδικά "(δε)κατά", "Εντευκτήριο" και "The Books' Journal", ενώ βιβλιοκριτικές του έχουν δημοσιευτεί στην "Εφημερίδα των Συντακτών" και στο "The Books' Journal". Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων "Μια χαρά", για την οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2015 (εξ ημισείας με την Μαρία Φίλη).
*
Έξι διηγήματα, με τον τίτλο «Μια χαρά». Μια χαρά με τόση αλήθεια, όσο όταν την λέμε πικρή.  «Το ψέμα είναι συχνά η έκφραση της αγωνίας ότι θα μπορούσε κανείς να συνθλιβεί από την αλήθεια» ( λέει ο Κάφκα) .  Η αλήθεια και των έξι διηγημάτων κάτω από το πικρόγελο βλέμμα του συγγραφέα. Αφήγηση διαφορετικής θερμοκρασίας φωνής και ύφους. Γραφή ώριμου συγγραφέα, αν και  είναι το πρώτο βιβλίο του Κυθρεώτη. Ψυχογραφεί μέσα από την κάθε ιστορία του, τον χουλιγκανισμό, την οικογένεια, το φόβο της μοναξιάς, το sex, τον φόβο της δέσμευσης, την λύτρωση από δεσμεύσεις επαγγελματικές και ερωτικές, τα ολέθρια λάθη των γονιών έναντι παιδιών με περιορισμένη νοημοσύνη. Εν ολίγοις θέματα καθημερινά, θέματα που μας απασχολούν και τίθενται επί τάπητος.

Το μυστικό του  χούλιγκαν Μιχάλη, θανάσιμο για ‘κείνον από τους συντρόφους του. Η μανία των οπαδών-χουλιγκάνων, των ποδοσφαιρικών ομάδων. Η γλώσσα και τα μέσα που χρησιμοποιούν. Οι αντιμαχόμενοι μέχρι θανάτου. Η κιμωλία, η σκόνη της κιμωλίας η μόνη θύμηση της πατρίδας. Και τέλος ο θάνατος. Ο θάνατος του Μιχάλη από χέρι χούλιγκαν, σαν το δικό του, σαν το χέρι των δικών του, σαν το χέρι των  εχθρών του.
**Τέλος πάντων η ουσία είναι ότι στην τελετή πήγα μόνος μου. Δεν  πά’ να γινόταν της πουτάνας. Εγώ ήμουνα μόνος μου. Με τον Μιχάλη. Σε ίση απόσταση απ’ τους δικούς του κι απ’ τους μαλάκες του κλαμπ. Εκεί που θα καθόταν κι ο ίδιος δηλαδή, αν ζούσε. Κι όταν κατέβηκε το φέρετρο και ούρλιαζε η μάνα του Μιχάλη και πετάγαν οι μαλάκες τα κασκόλ και οι διάφοροι άσχετοι λουλούδια, εγώ το μόνο που τράβηξα απ’ την τσέπη μου για να ρίξω μέσα ήταν η κιμωλία. Την κράτησα για λίγο και την έσφιγγα με τόση δύναμη, που όταν την έβγαλα απ’ το νάιλον είχε γίνει σκόνη. Δεν πειράζει. Πέταξα τη σκόνη…»

Πόσο ρόλο παίζει η ασχήμια ενός έξυπνου αγοριού και  ο κρυφός έρωτάς του για την ωραία συμφοιτήτριά του; Τι μπορεί να κάνει στο πρώτο ραντεβού, ο  βαθιά ερωτευμένος ήρωάς μας, για να της αρέσει; Ίσως μια κίνηση απροσεξίας που μόλις σκέφτηκε για την προστασία της ασχήμιας του.
**«Το έχω μάθει πολύ καλά αυτό, περνώντας τη μισή μου εφηβεία μπροστά σε καθρέφτες, παρατηρώντας το πρόσωπό μου και προσπαθώντας να επιβάλω μια κάποια πειθαρχία στα ακανόνιστα εξογκώματα και στις στραβές του γραμμές. Τι εννοεί δηλαδή όταν λέει ότι τα περιγράμματα γίνονται πιο σκληρά. Λες και δεν είναι ήδη αρκετά σκληρά. Οι γωνίες βγαίνουν προς τα έξω; Η μύτη μου, δηλαδή που είναι ήδη μεγάλη σαν το τακούνι της, και το πιγούνι μου και τα αυτιά μου- μα πόσο έξω μπορεί να βγει μια γωνία;…..»

Τι ζητάει ένα κορίτσι από του χωρισμένους γονείς;  Τι μπορεί να συλλάβει ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι, μειωμένης αντίληψης,  με νευρικές κρίσεις  εξ αιτίας όλων αυτών που υποκρίνονται οι γονείς; Μπορεί άραγε με ένα δώρο, ένα κόκκινο φουστάνι στη μάνα, να την δεχτεί την πρωτοχρονιά στο σπίτι της; Γιατί άραγε δεν την δέχεται η μάνα τι προφασίζεται στο απονήρευτο παιδί της;
**¨ Ήθελε να πάει στο ΙΕΚ και να κάνει φασαρία οπότε κι εγώ σκέφτηκα πως αν του έλεγα πως το λυκάκι είναι παντρεμένο, ίσως και να μην πήγαινε για να μην καταστρέψει μια οικογένεια. Μόλις όμως το έμαθε κι αυτό, ο πατέρας μου λίγο έλειψε να πάθει εγκεφαλικό. Είπε  πως θα έπαιρνε τηλέφωνο τη μητέρα μου για να αποφασίσουν μαζί τι θα έκαναν. Άρχισα να τον παρακαλάω να μην το κάνει, παρόλο που δεν μπορούσα να του πω  ακριβώς το λόγο που δεν ήθελα να μάθει τίποτα η μητέρα μου…… όμως ο πατέρας μου τηλεφώνησε. Τα είπε όλα στη μητέρα μου και μετά απ’ αυτό εγώ έπαθε πάλι νευρική κρίση».

Μπορεί, άραγε, ένας τριαντάρης  να παρατήσει τόσο εύκολα την πετυχημένη δουλειά του, να διαλύσει τον επικείμενο γάμο του, να εναντιωθεί στο κοινωνικοοικονομικό και θρησκευτικό σύστημα,  περίκλειστος στον εαυτό του και να εκτονώνεται μόνος σεξουαλικά; 
** Σε ένα ταξίδι μου στη Γερμανία επισκέφτηκα ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου μια επιζώσα του ολοκαυτώματος έδινε ομιλία. Ήταν δεκαπέντε χρονών όταν τελείωσε ο πόλεμος και, όπως μας είπε, είχε ζήσε έκτοτε μια βαρετή ζωή. Όταν όμως κάποιος απ’ το κοινό τη ρώτησε αν της είχε ποτέ να νοσταλγήσει εκείνη την εποχή, μας κοίταξε όλους λες και ήμασταν από άλλον πλανήτη. Είπε πως κάποτε είχε διαβάσει μια φράση που της έκανε τόση εντύπωση ώστε είχε ζητήσει να τη χαράξουν στον τάφο της. Την αποτελούσαν δυο φαινομενικά αντιφατικές προτάσεις, που όμως ίσχυαν ταυτόχρονα. Οι προτάσεις  ήταν οι εξής. –είναι θλιβερό όταν δεν συμβαίνει τίποτα. / Το τίποτα είναι το καλύτερο που μπορεί να συμβεί».

Πώς μια χειραφετημένη ελεύθερη γυναίκα, ασυμβίβαστη με την κοινή ζωή του γάμου, της οικογένειας, της δέσμευσης, των μικροαστικών συνηθειών αλλάζει κατά την κλιμακτήριό της; Και στο τέλος θέλει οπωσδήποτε να μείνει μέσα σε μια μέτρια ερωτική σχέση; Γιατί μόλις αντιλαμβάνεται ότι την έχει πλησιάσει επικίνδυνα ο πανδαμάτωρ χρόνος, η μοναχικότητα, η φθορά του σώματός της και το χειρότερο η αλλαγή της προσωπικότητάς της.
**Να περιμένω κάποιον, ενώ το ξέρω πως δεν θα ‘ρθει κανείς. Να περιμένω ξαπλωμένη. Να μετράω το χρόνο. Με ένα σύστημα που δεν μπορεί να τον μετρήσει. Μπορεί μόνο να τον ανακατέψει και να τον ξαναμοιράσει σαν τράπουλα. Μπορεί μόνο να μου φέρει εικόνες μέσα στις οποίες βλέπω τον εαυτό όλο και μεγαλύτερο. Με όλο και μεγαλύτερο μίσος.»

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Ταξίδια με τον Επίκουρο Του Ντάνιελ Κλάιν


Ταξίδια με τον Επίκουρο
  Του Ντάνιελ Κλάιν
           (γεν. 1939 στο Wilmington Delaware)


Ο Ντάνιελ Κλάιν είναι αμερικανός συγγραφέας, απόφοιτος του Τμήματος Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Έχει συγγράψει μαζί με τον Τόμας Κάθκαρτ το διεθνές μπεστ σέλερ Plato and Platypur Walk into a Bar και το Heidegger and a Hippo Walk Through These Pearly Gates. Έχει επίσης συγγράψει ή συν-γγραψει άλλα τριάντα βιβλία, μεταξύ των οποίων το The Half-Jewish Book, μια σειρά μυστηρίου με τον ΄Ελβις Πρίσλεϋ (Kill Me Tender, Blue Suede Clues) και το βραβευμένο μυθιστόρημα The History of Now.

Αρχίζω με το «αυτί» του οπισθόφυλλου του βιβλίου, όπου ο/η  αναγνώστης/ρια, θα διαπιστώσει την αλήθεια της ζωής, βασισμένη στη φιλοσοφία όχι μόνο του Επίκουρο (και άλλων φιλοσόφων που αναφέρονται στο βιβλίο) αλλά και του συγγραφέα που με χιούμορ και στοργή μας αφηγείται τρόπους να σκεφτόμαστε με διαύγεια γύρω από τον κόσμο και το πώς να ζήσουμε  σ’ αυτόν.

            Κάνοντας τη βόλτα του στην Ύδρα, ένας ελληνοαμερικανός  που βρίσκεται σε διακοπές συναντά έναν ηλικιωμένο Έλληνα που κάθεται σε έναν βράχο και αργοπίνει το ουζάκι του, ατενίζοντας ράθυμα τον ήλιο που δύει στη θάλασσα. Ο Αμερικανός παρατηρεί ότι στους λόφους πίσω από τον γέροντα υπάρχουν αφρόντιστα ελαιόδεντρα, με τις ελιές τους απλώς να πέφτουν και να κείτονται εδώ κι εκεί στο έδαφος. Τον ρωτάει σε ποιον ανήκουν τα δέντρα. «Δικά μου είναι» απαντάει ο Έλληνας.
«Δε μαζεύεις τις ελιές;» ρωτάει ο Αμερικανός.
«Κόβω καμιά σαν τη χρειαστώ» λέει ο γέροντας.
«Μα δεν καταλαβαίνεις ότι, αν κλαδεύεις τα δέντρα και μαζεύεις τις ελιές στην ώρα τους, θα μπορείς να τις πουλάς; Στην Αμερική όλοι τρελαίνονται για παρθένο ελαιόλαδο και θα πλήρωναν ακριβά για να το έχουν».
«Τι να τα κάνω τα λεφτά;» ρωτάει ο γέρος Έλληνας.
«Ε’ θα μπορούσες ν’ αγοράσεις ένα μεγάλο σπίτι και να προσλάβεις υπηρέτες να σου κάνουν όλες τις δουλειές».
«Και μετά τι θα έκανα;»
«Θα μπορούσες να κάνεις ό,τι θέλεις!»
«Δηλαδή να κάθομαι έξω και να πίνω ούζο στο ηλιοβασίλεμα;»

Διαβάζοντας το βιβλίο γέλασα, αλλά και μια γλυκιά μελαγχολία με συνεπήρε με την αλήθεια του,  συλλογιζόμενη τα γηρατειά με τις ανημποριές και το πλησίασμά τους με τον θάνατο.
Ο ογδοηκοντούτις συγγραφέας μας αφηγείται ότι, όταν ο οδοντογιατρός του τον συμβούλεψε, αντί μασέλας, παλιομοδίτικης και γεροντίστικης, να βάλει οδοντικά εμφυτεύματα, τότε εκείνος αντί να μπει σ’ αυτήν την δαπανηρή διαδικασία ταξίδεψε στην Ελλάδα. Είχε στη σκέψη τον αγαπημένο του, μεταξύ άλλων, σοφό Επίκουρο και τη διδασκαλία του γύρω από τις απολαύσεις της τρίτης ηλικίας. Όμως ο Επίκουρος δεν πίστευε στη μετά θάνατον ζωή, έτσι  εκείνο που απομένει στον ήρωά μας είναι να μάθει όχι μόνο τις απολαύσεις της τρίτης ηλικίας, αλλά και εκείνες που τον εμποδίζουν να ευτυχήσει.
Στην Αργολίδα και το νησί Ύδρα ο τελικός προορισμός. Το φυσικό σκηνικό πάνω από το λιμάνι, σαν αρχαίο θέατρο, όπου στην ταβέρνα του Δημήτρη μαζεύονται φίλοι να πιουν, να σχολιάσουν και να ρεμβάσουν απέναντι το ηλιοβασίλεμα της Πελοποννήσου. Στην παρέα, τέσσερις συνταξιούχοι. Ένας ψαράς, ένας σερβιτόρος, ένας δάσκαλος, ένας δικαστής, κάπου χωράει και ο ήρωάς μας, ζουν με Επικούρειο τρόπο, όπως  στον κήπο του Επίκουρου μαζεύονταν όχι μόνο μαθητές, αλλά δούλοι, γυναίκες, εταίρες και άλλοι, προς αναζήτηση της μάθησης ζωής και θανάτου. Έτσι και στην παρέα της ταβέρνας∙  διαφορές δεν υπάρχουν μεταξύ τους, παίζουν πρέφα, συζητούν, γελούν, σκέφτονται, τρώγουν τα ντολμαδάκια, τις ελιές, το τζατζίκι, παραγγέλνουν κι άλλη κανάτα ρετσίνα κι άλλους μεζέδες στον ταβερνιάρη και ο ήρωάς μας αναρωτιέται αν αξίζει ο κόπος να διατηρηθεί κανείς νέος όταν βρίσκεται στην όγδοη δεκαετία της ζωής του. Αρχέτυπες οι συνήθειές τους, οι αρχαίοι πρόγονοι φιλόσοφοι τους μεταλαμπάδευσαν φως, πνεύμα και γνώση.
Συμπυκνωμένα φιλοσοφικά νοήματα γραμμένα με χιούμορ και στοργή, θα έλεγα, για την τρίτη ηλικία, για τη φιλία, την κοινωνική τάξη, το εμπόριο, την πολιτική, την απελευθέρωση από το άγχος της καθημερινότητας, της ανίας, την απόλαυση της μουσικής, του περιπάτου, της κουβέντας, της ταβέρνας, της διασκέδασης του παιχνιδιού, των αναμνήσεων, της αλλαγής μας, το να είμαστε υγιείς, το σήμερα,  το τώρα, και όλα με βάση τη χαλαρότητα που προσφέρει ο χρόνος των γηρατειών.

-Όσα εγχειρίδια διοίκησης προσωπικού και αν προτείνουν τη δημιουργία αυθεντικών ανθρώπινων σχέσεων ανάμεσα σε προϊστάμενους και υφιστάμενους, δεν αλλάζει το γεγονός ότι μια εμπορική συνθήκη είναι πάντα  εγγενώς πολιτική…. Ο Επίκουρος μας προειδοποιούσε για τους κινδύνους του εμπορίου και της πολιτικής…. ανοίγονται μοναδικές δυνατότητες για τη φιλία όταν έχουμε αφήσει πίσω μας την πολιτική και το εμπόριο.
-Η καλή παρέα ήταν για τον Επίκουρο η κορυφαία απόλαυση της ζωής.
-Στο δοκίμιό της για τον χρόνο η Χόφμαν  αντιπαραβάλλει τον βραδύ «βιωμένο χρόνο» με την πρώτη εμπειρία της από τον αμερικανικό χρόνο, όταν μετανάστευσε στις ΗΠΑ. «ο χρόνος δεν κινούνταν απλώς ταχύτερα στην Αμερική, πίεζε προς τα εμπρός με περισσότερο αγχωτικούς τρόπους…. Οι πάντες υπέφεραν από άγχος ότι δεν έκαναν αρκετά ή ότι ίσως μπορούσαν να κάνουν περισσότερα, ή τουλάχιστον από το άγχος να νιώθουν καλά ή άσχημα με τον εαυτό τους αναφορικά με αυτό».
-Λαρς Σβέντσεν: Μια κοινωνία που λειτουργεί καλά ενισχύει την ικανότητα του ανθρώπου να βρίσκει νόημα στον κόσμο. Μια κοινωνία που λειτουργεί άσκημα δεν το κάνει.
-Στίβεν Ράιτ: Η σκληρή δουλειά αποδίδει στο μέλλον. Η τεμπελιά αποδίδει τώρα.
-Ζαν Πολ Σαρτρ: Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένο να είναι ελεύθερος, γιατί από τη στιγμή που ρίχτηκε μέσα στον κόσμο  είναι υπεύθυνος για το κάθε τι που κάνει.
- … Όταν, ας πούμε, έχω πείσει τον εαυτό μου ότι είμαι ουσιαστικά ένας άνθρωπος που αδιαφορεί για τα συναισθήματα των άλλων και δεν μπορεί να γίνει τίποτα γι’ αυτό, δε νιώθω απλώς ηττημένος, νιώθω ότι με το να αρνιούμαι την ικανότητά μου να αλλάζω σύμφωνα με την προσωπική μου βούληση έχω πάψει να ζω αληθινά. Ταυτόχρονα όμως θα ήταν γελοίο να μην αποδέχομαι ό,τι βρίσκεται πέρα από τον έλεγχό μου όσο είναι θέμα επιλογής μου το να είμαι ψηλός και γαλανομάτης άλλο τόσο είναι και το να είμαι νέος.
- Όσο για μένα, υποθέτω πως ο καλύτερος τρόπος για να αποτρέψω την πρόωρη απελπισία για τα επικείμενα βαθιά γηρατειά είναι να αφομοιώσω το μάθημα που πήρα από τους Στωικούς, ότι το να ανησυχώ  για τα βάσανα των βαθιών γηρατειών προτού φτάσω σε αυτά αποτελεί χάσιμο πολύτιμου χρόνου… θα προτιμούσα απλώς να προσπαθήσω να ανακαλύψω πώς μπορώ να περάσω αυτόν τον χρόνο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
…………-------……..
                                   

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Αναμνήσεις δι’ αλληλογραφίας της Έμμα Ρέγιες

                             Αναμνήσεις δι’ αλληλογραφίας
                                  της Έμμα Ρέγιες (1919-2003)
                                       εκδόσεις Ίκαρος
Η Emma Reyes  γεννήθηκε στην Μπογκοτά της Κολομβίας το 1919. Ήταν καλλιτέχνις και διακρίθηκε ως ζωγράφος και σκιτσογράφος. Έζησε στο Μπουένος Άιρες, στο Μοντεβιδέο, στην Ιερουσαλήμ, στην Ουάσιγκτον και στη Ρώμη, πριν εγκατασταθεί στο Παρίσι το 1960. Το 2003, τη χρονιά που πέθανε, η Γαλλική κυβέρνηση την τίμησε με τα διάσημα του Ιππότη του Τάγματος Γραμμάτων και Τεχνών. Σπουδαία έργα της βρίσκονται στην Ισπανία, Κολομβία, Γαλλία. Εργάστηκε πλάι στον Ντιέγκο Ριβέρα και την Φρίντα Κάλο.
Στο «Αναμνήσεις δι’ αλληλογραφίας», αναφέρονται είκοσι τρεις επιστολές, που έστειλε η  διάσημη ζωγράφος Έμμα Ρέγιες,  στον διανοούμενο  φίλο της  Χερμάν Αρσινιέγας. Οι επιστολές της Ρέγιες είναι αυτοβιογραφικές  της παιδικής ηλικίας της.


Το διάβασα μέσα σ’ ένα απόγευμα. Καθώς το διάβαζα, είχα την εικόνα του εαυτού μου μαθήτρια στο δημοτικό να διαβάζει με μανία ιστορίες του Ντίκενς, στα κλασικά εικονογραφημένα. Με βλέπω να πνίγομαι στο κλάμα και στην αγανάκτηση με τον Όλιβερ Τουίστ, με τον Πιπ στις Μεγάλες προσδοκίες και με τη δίψα που είχα, να ρουφώ (αυτή η λέξη στην κυριολεξία μου πηγαίνει) μέχρι τέλους  τα έργα.
Η αυτοβιογραφία των παιδικών χρόνων της Έμμα Ρέγιες, σε γεμίζει αγανάκτηση, συγκίνηση και προπάντων αισιοδοξία.
Αυτό που κεντρίζει το ενδιαφέρον μου είναι πώς κατορθώνει ένα παιδί που ποτέ δεν είδε, δεν έζησε και δεν ξέρει τι θα πει κόσμος, αφού είναι κλεισμένο σ’ ένα μοναστήρι-φυλακή, να απελευθερωθεί και να εξελιχθεί σε σπουδαία καλλιτέχνιδα και άνθρωπο με ανώτερη σκέψη. Η ρήση του Καζαντζάκη «Σε κάθε είδους σκλαβιά απαντάμε με ελευθερία», ήταν, ως φαίνεται, γραμμένη στο γενετικό της κύτταρο.


            Ας δούμε την ιστορία της πεντάχρονης ΄Εμμα.  Ζούσε με την λίγο μεγαλύτερη αδελφή της, ένα μικρό αγόρι και μια πολύ νέα κυρία, τη Μαρία. Τα μαύρα μαλλιά της κυρίας Μαρίας την κάλυπταν ολόκληρη, κι όταν τ’ άφηνε ελεύθερα ήταν σαν ένας θάμνος που την αγρίευε και η Έμμα κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι τρομαγμένη. Το πολύ μικρό σπίτι τους, είχε ένα μόνο δωμάτιο χωρίς παράθυρα και μια πόρτα που έβγαζε στο δρόμο. Δεν είχε ηλεκτρικό ούτε τουαλέτα. Άδειαζε καθημερινά σε ένα σκουπιδότοπο το ουροδοχείο τους και το σκούπιζε με παλιόχαρτα. Εκεί παίζανε με τα παιδιά της γειτονιάς. Μέσα στον σκουπιδότοπο περνούσε η ζωή τους. Μια μέρα πήρε το μικρό αγόρι κι έφυγε η κυρία Μαρία, αφού κλείδωσε τα κοριτσάκια στη μικρή κάμαρα για μέρες, βρόμικα, πεινασμένα, να κλαίνε και να περπατούν στα αποπατήματά τους. Από τα κακά στα χειρότερα όταν την έκλεισαν με την αδελφή της σε μοναστήρι, σχεδόν για δεκαπέντε χρόνια. Να εργάζεται σκληρά, κάθε μέρα, όχι σαν εργάτης, αλλά σαν δούλος, για ένα πιάτο χυλό. Παιδιά θύματα θρησκευτικών μηχανορραφιών, εργασιακής εκμετάλλευσης, εξουσίας και απανθρωπιάς  από την ιεραρχία των καλογριών του μοναστηριού της Παναγίας της Βοήθειας.

Μέχρι που το σκάει. Έτσι απλά το σκάει. Είναι περίπου δέκα οχτώ χρονών, ξέρει λίγα γράμματα, καλό κέντημα, έχει άδειες τσέπες και προχωράει. Θέλει να γνωρίσει τον κόσμο, τις φωνές των ανθρώπων, τα γράμματα, τα λουλούδια, τα χρώματα, όλα αυτά που σαν όνειρο επαναλαμβανόμενο την σπρώχνουν στην ελευθερία και η ελευθερία αφήνει να ξεχυθούν τα φυσικά της χαρίσματα στα μάτια του παγκόσμιου θαυμασμού της ζωγραφικής και πεζογραφίας.
---------……………….-----------


Δεν υπήρχε μέρα που να μην ήταν το δοχείο γεμάτο ως επάνω και οι μυρωδιές που έβγαιναν απ’ αυτό το δοχείο ήταν τόσο εμετικές που πολλές φορές εγώ ξερνούσα από πάνω….. Η μεταφορά του ξέχειλου δοχείου από το σπίτι στο σκουπιδότοπο ήταν η πιο πικρή στιγμή της ημέρας. Έπρεπε να περπατήσω χωρίς να παίρνω ανάσα σχεδόν με το βλέμμα καρφωμένο  στα κακά, ακολουθώντας το ρυθμό της κίνησής τους, κυριευμένη απ’ τον τρόμο μη μου χυθούν πριν φτάσω, πράγμα που σήμαινε φοβερή  τιμωρία.

Φοβόμασταν ότι θα μας εγκατέλειπαν γιατί είχαμε πέσει σε αμαρτία. Τι είναι η αμαρτία; Και ο διάβολος που παίρνει τα αμαρτωλά κορίτσια, ποιος να είναι αυτό ο διάβολος;
Να κάνουμε πιπί ήταν ένα tour de force. Όταν μας άνοιγαν τις πόρτες των κοιτώνων , βγαίναμε σαν αληθινές φοράδες, ολοταχώς για να φτάσουμε πρώτες στις μοναδικές πέντε τουαλέτες που υπήρχαν…. Ήταν σχεδόν κωμικό να βλέπεις ν’ αναπηδούν στο ένα πόδι , να κάνουν κουτσό, όπως λέγαμε για να συγκρατήσουν την ανάγκη τους … ασφαλώς εγώ δεν μπορούσα να περιμένω και κατέληγα να κάνω πιπί στο πάτωμα. Μ’ έλεγαν βρομιάρα, γουρούνα, πρωτόγονη Ινδιάνα.
 Ο ιερέας στεκόταν όρθιος… ξαφνικά ένιωσα το χέρι του ν’ αγκαλιάζει τη μέση μου και με το άλλο να σπρώχνει το κεφάλι πίσω και να μου δίνει ένα φιλί στο στόμα κι ύστερα κατέβασε τα χέρια του και μου ζούληξε τα στήθη…. Δεν ξέρω πως σκέφτηκα  να τραβήξω με το ένα μου πόδι το πόδι του τραπεζιού κι έριξα όλο το πρωινό στο πάτωμα. Ο θόρυβος που έκανε ο δίσκος, ήταν τόσο  δυνατός που τρόμαξε ακόμη κι ο ιερέας κι αφάγωτος έφυγε τρέχοντας αλλά πριν φύγει μου έδωσε μια σπρωξιά τόσο δυνατή που πήγα κι έσκασα με το κεφάλι πάνω στον Σαν Κριστόμπαλ.
Όταν έκλεισα πίσω μου τη χοντρή, βαριά πόρτα, ανάσανα έναν αέρα που δεν μύριζε μοναστήρι κι ο κρύος άνεμος μου έδωσε την εντύπωση πως είχε βγει πίσω από την πόρτα για να με τρομάξει, αλλά τώρα πια ήταν αργά για όλα. Ο δρόμος ήταν μακρύς κι ανηφορικός. Στο βάθος είδα ένα κομματάκι του καμπαναριού μιας εκκλησίας. Πριν ξεκινήσω για τον κόσμο, κατάλαβα πως είχε περάσει πια πολύς καιρός από τότε που ήμουνα κοριτσάκι. Στο δρόμο δεν υπήρχε  κανένας, μόνο δυο κοκαλιάρικα σκυλιά που μύριζαν το ένα τον κώλο του άλλου.