Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Η μεταμόρφωση -του Φραντς Κάφκα

                  Η μεταμόρφωση
           του Φραντς Κάφκα (1883-1924)

O Φραντς Κάφκα ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς  μυθιστοριογράφους και διηγηματογράφους  του 20ού αιώνα. Γερμανόφωνος και εβραϊκής καταγωγής, έζησε στη σημερινή Τσεχία και έγραψε όλα τα βιβλία του στη γερμανική γλώσσα. Γεννήθηκε στην Πράγα και πέθανε (από φυματίωση) στην Αυστρία σε ηλικία σαράντα ενός ετών.
Έργα του: Η δίκη, Ταξικές σχέσεις, Ο Πύργος, Στην αποικία των τιμωρημένων, Αμερική, Η μεταμόρφωση, κ.α.

Πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα, γνωστό, αλληγορικό και τόσο αληθινό, που ο αναγνώστης μπορεί να βρει, στον χαρακτήρα του ήρωα Γκρέγκορ Σάμσα, τον εαυτό του κι αν όχι, μπορεί τα μέλη της οικογένειας του Γκρέγκορ να του θυμίσουν πρόσωπα οικεία που σε δύσκολες στιγμές, κοιτάζουν μόνο τον εαυτό τους, την επιβίωσή τους, το μέλλον τους. Έτσι, πολλές φορές όταν κάποιο μέλος της οικογένειας είναι ασήκωτο βάρος στην προκοπή ή στην επιβίωση των υπολοίπων, τότε η αποπομπή ή ο θάνατός του είναι η λύτρωσή τους. Είναι έτσι;

 Ας δούμε τι μας λέει η ιστορία του Γκρέγκορ Σάμσα.

Ο Γκρέγκορ εργάζεται σκληρά, ως πλασιέ,  σε μια επιχείρηση υφασμάτων, όπου ο αυταρχισμός των διοικούντων περισσεύει. Η δουλειά του τον φθείρει, τον εξαντλεί, διέξοδος δεν υπάρχει. Κουβαλάει στην πλάτη του τα βάρη της οικογένειας. Ο πατέρας του έχει σταματήσει να εργάζεται και εκείνος έχει αναλάβει να ξεπληρώσει τα χρέη του. Προσπαθεί με τη δουλειά  να εκπληρώσει, όσο γίνεται, τις προσδοκίες των γονιών  και της αδελφής του.  Σκέφτεται, μάλιστα, να πληρώσει τα δίδακτρα ενός καλού  ωδείου, ώστε να πάρει μαθήματα βιολιού η αδελφή του και να πραγματοποιηθεί το όνειρό της.  Νοιάζεται για ‘κείνη, που δείχνει  άβουλη, για τα  δεκαεφτά της χρόνια.

Ξυπνώντας ο Γκρέγκορ εκείνο το πρωί, από κακό όνειρο βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε τεράστιο έντομο. Αισθανόταν πολύ κουρασμένος και σκέφτηκε να κοιμηθεί λίγο ακόμα. Όμως η φουσκωτή κοιλιά και τα πολλά λεπτά ποδάρια του,  δεν του επέτρεπαν σχεδόν καμιά κίνηση. Έτσι, παρακολουθούμε τη ζωή του Γκρέγκορ-κατσαρίδα, όμως με λογική και συναίσθημα ανθρώπου.

Ο μοντερνιστής, για την εποχή του, Κάφκα, γελάει κάτω από τα μουστάκια του, γράφοντας μια αληθοφανή  ιστορία τρόμου, μια παράδοξη ιστορία, όπως εξ’ άλλου και σε άλλα του διηγήματα.

Αυτή η μεταμόρφωση βάζει τον αναγνώστη σε δίλημμα, τον αφορά. Η ευαισθησία του Γκρέγκορ, η ευγένειά του,  η φιλοπονία και η μέριμνα για την οικογένειά του, είναι ο ηθικός κανόνας του μέλους, εκείνου της οικογένειας, που συνήθως εκτιμούμε. Όμως όταν αναστατώνονται, και δεν μπορούν να λειτουργήσουν, να εξελιχθούν μέσα στην κοινωνία, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, κι ακόμη όταν τον βλέπουν όχι σαν ο άνθρωπος, που ήταν και αγάπησαν, αλλά ως κατσαρίδα που προκαλεί αποστροφή, τότε τι;
Ο εκλεπτυσμένος Γκρέγκορ θα δώσει κι αυτή τη φορά, δυνατότητες καλής διαβίωσης στα μέλη της οικογένειάς του, με την εξαφάνισή του.

κουγε τις φωνές πίσω του, αλλά δε ηχούσαν πια σαν τις φωνές ενός πατέρα∙ το πράγμα δεν ήταν καθόλου αστείο∙  ο Γκρέγκορ στριμώχτηκε στην πόρτα – ό,τι γίνει ας γίνει. Η μια πλευρά του σώματός του ανασηκώθηκε, βρέθηκε λοξός μέσα στο άνοιγμα, το ένα του πλευρό καταγδάρθηκε, η άσπρη πόρτα γέμισε με αηδιαστικούς λεκέδες∙  σε λίγο ο Γκρέγκορ είχε σφηνωθεί εντελώς και του ήταν αδύνατο να κινηθεί, τα ποδαράκια του από τη μια μεριά κλοτσούσαν στον αέρα μετέωρα, ενώ από την άλλη ήταν επώδυνα ζουληγμένα στο πάτωμα- και τότε ο πατέρας του έδωσε ένα γερό σπρώξιμο, πραγματικά λυτρωτικό που έστειλε τον Γκρέγκορ να προσγειωθεί αιμορραγώντας άσχημα μέσα στο δωμάτιο.

-Πρέπει να πάρει δρόμο, φώναξε η αδερφή του, δεν υπάρχει άλλη λύση, πατέρα. πρέπει απλώς να απαλλαγείς από την ψευδαίσθηση πως αυτό το πράγμα είναι ο Γκρέγκορ. Τόσο καιρό αυτό πιστεύαμε, να ποια είναι τελικά η δυστυχία μας. Από πού κι ως πού όμως να είναι τούτο δω ο Γκρέγκορ; αν ήταν πραγματικά αυτός, θα είχε από καιρό καταλάβει πως οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να συμβιώνουν με ένα τέτοιο θηρίο και θα ‘χε φύγει μόνος του.

-Στο χέρι της έτυχε να κρατά μια μακριά σκούπα. Την άπλωσε από την πόρτα προς τον Γκρέγκορ και προσπάθησε να τον γαργαλήσει, χωρίς επιτυχία όμως. Τότε θύμωσε και τον έσπρωξε λίγο με τη σκούπα. Έπειτα τον έσπρωξε πάλι και μόνο όταν είδε πως δεν της έφερνε καμιά αντίσταση κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Σύντομα συνειδητοποίησε ακριβώς τι συνέβαινε, γούρλωσε τα μάτια της, άρχισε να σφυρίζει αλλά δεν έμεινε με τα χέρια σταυρωμένα∙ άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και φώναξε μέσα στο σκοτάδι. –Ελάτε να δείτε, ετούτος ψόφησε. Είναι εκεί μέσα, έχει ψοφήσει για τα καλά σάς λέω.

.  




  


Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Μηδενική γωνία της Μαρίας Μαραγκουδάκη

       Μηδενική γωνία
  της Μαρίας Μαραγκουδάκη
        εκδόσεις Εύμαρος

Η Μαρία Μαραγκουδάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης.
Εργάστηκε στη δημόσια εκπαίδευση, ως μαθηματικός.
Διακρίθηκε στο διαγωνισμό Άσεμνες Ιστορίες του «Hotel Ένοικοι Γραφής» (Πατάκης 2014).
Ο θεατρικός της μονόλογος «Μαύρο γιασεμί» ανέβηκε στον Χώρο Τέχνης «Βρυσάκι» τον Φεβρουάριο του 2016.
Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Έστω ότι… (Οδός Πανός,  2010)
Κείμενά της δημοσιεύονται σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Ζει στην Αθήνα.

Εικοσιένα διηγήματα, άλλα ρεαλιστικά, άλλα βιωματικά και  άλλα παράδοξα.  Μικρά διαμάντια που τα ανακαλύπτεις μέσα σε ιστορίες αληθινές, γραμμένες σε καμβά μυθοπλασίας. Ένα ιδιαίτερο βιβλίο που διαβάζεται εκπληκτικά γρήγορα και νιώθεις ότι είσαι κι εσύ μες τις ιστορίες του. Μνήμες παιδικές, μνήμες της πόλης και του χωριού. Ιστορίες συνηθισμένων ανθρώπων και κάποιες γραμμένες στην τραγουδιστή ντοπιολαλιά της Κρήτης. Ιστορίες με χιούμορ και μελαγχολία, ιστορίες χωρίς τέλος, όπως η ζωή, ιστορίες αγαπημένων νεκρών που ζωντανεύουν στα όνειρά μας και όχι μόνο. Έρωτες εφηβικοί, έρωτες ανεκπλήρωτοι.
Ζωή και θάνατος ένα. Ο νεκρός ήρωας μιλάει, ο χάρος σιωπά. Ο νεκρός δεν είναι πεθαμένος, ζωντανεύει μέσα στη σκέψη και συνείδησή μας. Τα λόγια των νεκρών είναι η αλήθεια μας, είναι οι μνήμες, οι χαρές, οι ενοχές μας, που αντηχούν στη ζωή και στο όνειρό μας.
Οι αριθμοί είναι παρόντες σε πολλά διηγήματα (από τον τίτλο ακόμη, στα «έξι σημεία ασυνέχειας», στα «ερωτήματα για γάτες», στο «πάντα κόνις» ) με τη δική τους αισθητική και δυναμική. Στα τελευταία διηγήματα (ερωτήματα για γάτες, η πορτοκαλί κορδέλα, ημιπερατή μεμβράνη) διακρίνεται έντονα η αναζήτηση του υπερβατικού και του μεταφυσικού. 


Με λίγες γραμμές, κάποια από τα παρακάτω διηγήματά της, έχουν το λόγο.

-Πηγάδι άπατο, της κουζουλής Κατίγκως το μαύρο μαράζι. Η ίδια παίγνιο, περισσότερο φόβου παρά γέλιου, της πιτσιρικαρίας του χωριού να την προγκάει και κείνη σαν λυσσασμένο σκυλί να τα κυνηγά με τις πέτρες και να δείχνει εκείνο το μαύρο, το άπατό της, “εκεί που θα τα έχει”, έτσι και τα πιάσει.

-Η τσάκιση: Τσακισμένο κάθετα το χαρτί, από τη μια μεριά να γράφεις «Υπέρ αναπαύσεως» και με ένα σταυρό από κάτω, όπως ακριβώς το υπαγορεύει η μάνα σε σένα, που ξέρεις γράμματα, και στην άλλη μεριά «Υπέρ υγείας» Και τώρα όλοι αυτοί που αγάπησες, με ένα σάλτο πέρασαν την τσάκιση από την υγεία στην ανάπαυση.

-Δώδεκα λεπτά: Αλήθεια, όταν στο πόλεμο λουφάζεις πίσω από ένα μεγάλο σκίνο, να μην σου πάρει κάνα βλήμα το κεφάλι,  και  έρχεσαι αντικριστά με έναν γαλανομάτη γερμανό, που κρυμμένος τρέμει από φόβο, τι κάνεις; Ορμάς και τον σφάζεις με το μαχαίρι πριν σε σφάξει εκείνος;

-Στη βορινή λοτζέτα: Η ηρωίδα επαναφέρει στη μνήμη της, τώρα που ανήκει στην δικαιοδοσία του θανάτου, όλη τη ζωή της, με τα παράπονά που ποτέ δεν εξέφρασε, τις αδικίες, τους έρωτες, τις συμφορές, τις αχαριστίες, τα φονικά που μόνο τα θηλυκά έκαναν, λες και η Φραγκογιαννού τους άφησε διαθήκη.

-Ο μεσημεράς ήταν ο φόβος και τρόμος των παιδιών που δεν μαζεύονταν στο σπίτι να κοιμηθούν, το μεσημέρι.  ίσως τα τσουβάλιαζε και κείνα αναστατωμένα του δάγκωναν το δάχτυλο. Όπως αυτός εδώ στο πλοίο, που θυμίζει στην ηρωίδα μας  τον μεσημερά, όταν παρατήρησε το μεσαίο δάχτυλό του τυλιγμένο με γάζα. Όμως δεν άργησε να αναγνωρίσει εκείνον που στο μεταίχμιο της παιδικότητας και της εφηβείας της, συγγενής βλέπεις εξ αγχιστείας, της χάιδεψε τ’ απόκρυφα, όπου την συνεπήρε μια πρωτόγνωρη γλυκιά διέγερση.

-Μηδενική γωνία: Πάντα κουστουμαρισμένος με γκρι μαύρες γραβάτες, και πουκάμισα άσπρα ή σιέλ. Οι κινήσεις του αργές, προσεκτικές. Η συμπεριφορά του μεγαλοπρεπής. Στο εστιατόριο, που σύχναζε, πήγαινε την ίδια ώρα και το τραπέζι του ήταν πάντα ρεζερβέ. Τα γκαρσόνια τον υποδέχονταν και τον χαιρετούσαν με ελαφριά υπόκλιση. Μέχρι παραδόθηκε ολόγυμνος και αφύλακτος στον θάνατό του. Με υπολογισμένες κινήσεις λύγισε τα γόνατά του έτσι που οι μηροί και οι κνήμες σχημάτισαν μηδενική γωνία.

Απανθίσματα:

-Σκέφτηκα να βγάλω το μαχαίρι. Δε μου πήγαινε. Μηδέ τα ματοτσίνορά μας δεν κουνιότανε…..
Κι αν με προλάβει; Αν μου ρίξει πρώτος; Έσυρα τη δεξά χέρα μου σιγά σιγά, μην το καταλάβει, να πιάσω το μαχαίρι…… 
Για μια στιγμή μου φάνηκε πως χαμογελάσανε τα ξεπλυμένα μάθια…….
Τα ξεπλυμένα μάθια χαμογελάσανε φοβισμένα…………..
Μόνο τα μάθια του θυμούμαι. Μπλάβα ξεπλυμένα. Όλα τ’ άλλα είναι θολά.

-Βγήκα έξω. Φυσούσε. Μια παγωνιά και μια ερημιά κι ένα γαμημένο φεγγάρι να με κοροϊδεύει. Ήθελα να το πυροβολήσω. Να πυροβολήσω το φεγγάρι, τα φώτα, τις βιτρίνες, τις μπούκλες της, τους αριθμούς, τα κολλητά τζιν, όλα τα κρικάκια στους αφαλούς, το περίπτερο με την περιπτερού μαζί, τα μουνιά, τις Άννες όλου του κόσμου, τα κάγκελα, τις φούστες, τις φουστίτσες, τα αυτοκίνητα, τη μουριά, ξανά τους αριθμούς, τα γαλάζια λουλουδάκια, το κεφάλι μου, να γεμίσω τρύπες τα ουράνια και επουράνια, να λουστώ στο αίμα, γαμώ τη φάρα μου, γαμώ, να είμαι σαράντα δύο χρονών, ως τα μπούνια ερωτευμένος, γαμώ τη φάρα μου γαμώ.

- Με καρφιτσώνει με τα μάτια και ρωτά επίμονα, με φωνή τόσο διαπεραστική που μου τρυπάει τα τύμπανα και τόσο διαυγή που θυμίζει ήχο κρυστάλλων, «από τα δικά μας αποκαΐδια τι;».

-Ήταν Μάρτης, ο τελευταίος Μάρτης της προηγούμενης δεκαετίας, ημέρα Παρασκευή, ώρα 20.05 και στο κινητό ήρθε το μήνυμα: «18.05 ώρα Ελλάδας ο αδερφός σου πνίγηκε σε κανάλι». Αντί για αριθμό στη θέση του αποστολέα ήταν ευκρινέστατη η φωτογραφία του θείου που είχα τραβήξει το προηγούμενο βράδυ στο όνειρο. Φαινόταν ολοκάθαρα η εφημερίδα στη μασχάλη και εκείνο το μισό περιπαιχτικό του χαμόγελο.  Η  τελευταία παράγραφος στην ημιπερατή μεμβράνη.



Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Νέα φινλανδική γραμματική, του Diego Marani


Νέα φινλανδική γραμματική,
Μυθιστόρημα του Ντιέγκο Μαράνι,
     Εκδ. Αιώρα
Ο Ντιέγκο Μαράνι γεννήθηκε το 1959 στη Φερράρα της Ιταλίας.εργάζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις Βρυξέλες, όπου ασχολείται με την προώθηση της πολυγλωσσίας. Επινόησε την Europanto, μια γλώσσα-παιχνίδι (ένα κράμα λέξεων από ευρωπαϊκές γλώσσες) στην οποία έγραψε μια συλλογή διηγημάτων και πολλά άρθρα για ευρωπαϊκές εφημερίδες.
Έχει διακριθεί με το Βραβείο Grinzane Cavour 2001, το Βραβείο Ostia Mare 2001, το Βραβείο Guiseppe Desi 2001 και ήταν υποψήφιο για το Independent Foreign Fiction Prize 2012.
«Μπορούμε άραγε να ορίσουμε τους εαυτούς μας παραμερίζοντας τη γλώσσα μας; Μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας χωρίς αυτή τη γλώσσα; Η γλώσσα είναι αναμφισβήτητα ένα πολύτιμο εργαλείο ταυτότητας και θεματοφύλακας του πολιτισμού μας. Μήπως, όμως, αποτελεί κι ένα όριο που αναχαιτίζει την επαφή μας με τους άλλους και εμποδίζει τη γέννηση ενός ευρωπαϊκού «δήμου»; Με το να φανταστώ την εμπειρία ενός ανθρώπου που έχει μείνει χωρίς γλώσσα, προσπαθώ να εξερευνήσω πιθανές οδούς προς έναν νέο κοσμοπολιτισμό, ο οποίος, ίσως, συνιστά τη σύγχρονη απάντηση στο ζήτημα του ανήκειν».
Diego Marani
Το μυθιστόρημα του Diego Marani διαβάζεται σαν θρίλερ, στοχαστικό, πολιτικό, πολιτισμικό και αντιπολεμικό. Το θέμα του η απώλεια της μνήμης  και όχι μόνο, αλλά κάτι ακόμα πιο οδυνηρό όπως η απώλεια της γλώσσας κι όταν η γλώσσα είναι το απαραίτητο μέσο, η βάση,  θα έλεγα, για τη συμβίωσή μας, όταν η γλώσσα είναι η πατρίδα μας, η κοινωνία που γεννηθήκαμε, που  ζούμε, τα ήθη, τα έθιμά, ο πολιτισμός μας, τότε τι; Yφιστάμεθα; Η γλώσσα που τη μαθαίνουμε από γεννησιμιού μας, από τα χείλη του ανθρώπου που μας μεγαλώνει, η αγαπημένη σιγαλή μουσική λόγων, τραγουδιών, αγάπης, μάθησης, τα πρώτα βήματα για μια λέξη, μια φράση, ένα νόημα μετά τους βρεφικούς ήχους. Σαν την χάσουμε, υφιστάμεθα; Ας δούμε την υπόθεση του έργου, η οποία εξελίσσεται το 1944, ενόσω μαίνεται ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. 
 Στην προβλήτα της Τεργέστης στρατιώτες του γερμανικού πλοίου «Τίμπιγκεν» περισυλλέγουν έναν αναίσθητο, τραυματισμένο άνδρα. Όταν ο άντρας αυτός συνέλθει συνειδητοποιεί ότι έχει χάσει τελείως τη μνήμη του. Το μόνο στοιχείο που ο γιατρός του πλοίου, Πέτρι Φρίαρι, βρίσκει και προσπαθεί να βοηθήσει τον τραυματία, είναι το αμπέχονό του όπου αναγράφεται το ονοματεπώνυμο Σάμπο Κάργιαλαϊνεν, καθώς και ένα μαντίλι με τα αρχικά Σ.Κ.  Ο Γιατρός, φινλανδικής καταγωγής, μετά τις πρώτες βοήθειες,  πιστεύει ότι ο Σάμπο πρέπει να είναι φινλανδός και με φιλότιμες και επίμοχθες προσπάθειες τον εκπαιδεύει στη φινλανδική γλώσσα, μια γλώσσα δύσκολη και πολύπλοκη. Στη συνέχεια αποφασίζει  να τον στείλει στο Ελσίνκι με ταυτότητα που φέρει τ’ όνομα αυτό του αμπέχονου,  όπου στο τέλος αποδεικνύεται ότι δεν του ανήκει.   Εκεί στεγάζεται σε στρατιωτικό ξενώνα, γνωρίζεται με τον πάστορα Κόσκελα, με τον οποίο συνεχίζονται τα μαθήματα φινλανδικής, μαθαίνει επίσης θρησκευτικούς ύμνους, εμβατήρια, ιστορία πολιτισμού και  μυθολογίας της χώρας. Η μοναξιά του μέρα τη μέρα αυξάνεται καθόσον τίποτε δεν του θυμίζει κάτι ως πρόσωπο, ως λέξη, ως τόπος, η μελαγχολία βαραίνει την ψυχή του, και ακόμη δεν του λέει κάτι η έντονη συμπάθεια που του δείχνει μια νοσοκόμα που τον κουράρει. Με τις λέξεις και τα νοήματά τους παλεύει καθημερινά και τα καταγράφει ημερολογιακά, ξεκινώντας από τον γιατρό Φρίαρι που όχι μόνο τον γιάτρεψε σώζοντας του  τη ζωή, αλλά και για τις άοκνες προσπάθειές του να του μάθει βασικές λέξεις στα φινλανδικά, ίσα για να μπορεί να συνεννοείται, όσο γίνεται, στην Φινλανδία, τη χώρα, που προσπαθούσε να πιστέψει ότι ήταν η δική του. Ο πάστορας Κόσκελα συνεχίζει το έργο του γιατρού Φρίαρι, μαθαίνοντάς τον ύμνους θρησκευτικούς, το ιερό βιβλίο, η Βίβλος, που την αποκαλούν «γραμματική», καθώς επίσης και παραμύθια, των δασών και νερών, που δεν είναι άλλα από την Φινλανδική μυθολογία.
                                                *******
Γιατρός Φρίαρι: Μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να σώσει αυτόν τον άντρα και η δεσποινίς Ίλμα σχεδόν τα είχε καταφέρει. Είχα δίκιο. Η διάγνωσή μου ήταν άριστη∙ η θεραπεία, η σωστή, όμως ο ασθενής άλλος.
Σάμπο Κάργιαλαϊνεν  -Όμως αυτοί οι άγνωστοι ήχοι αντηχούσαν άδειοι στο στόμα και στο κεφάλι μου, χωρίς ν’ αφήνουν το παραμικρό μέσα μου , σαν μια ηχώ που αργοσβήνει.
-Το βλέμμα μου τρυπούσε τον ορίζοντα  αναζητώντας απεγνωσμένα μια αφορμή, μια θύμηση, μια εικόνα που θα μπορούσε ως δια μαγείας να ξαναζωντανέψει το κομμάτι του εαυτού μου που είχε πεθάνει.
-... ένιωσα να συσσωρεύεται πάνω μου όλη η σιωπή, όλη η μοναξιά που τόσο σκληρά είχα παλέψει να διώξω στη διάρκεια του ταξιδιού από την Τεργέστη στο Ελσίνκι.
-…το άγχος  να μην ξέρω ποιος ήμουν θέριευε μέσα μου, πνίγοντας σιγά σιγά τις δυνάμεις μου…. Γιατί ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς μνήμη.
-.. το γέλιο της ήταν σαν σπίρτο μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο της μνήμης.
                                                                *******




Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ ΕΛΕΟΥ του Θανάση Βαλτινού

  ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ ΕΛΕΟΥ
        του Θανάση Βαλτινού
            (εκδ. ΕΣΤΙΑ)
   

Ο πολυβραβευμένος πεζογράφος Θανάσης Βαλτινός γεννήθηκε το 1932 στο Καστρί Κυνουρίας. Από το 2008 είναι μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει γράψει διηγήματα, μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο. Έχει μεταφράσει αρχαίους τραγικούς: Τρωάδες, Ορέστεια, Μήδεια. Το 2012 βραβεύτηκε με το μεγάλο κρατικό βραβείο λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του.
Βιβλία του:
·         Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη 1972
·         Η κάθοδος των εννιά 1978
·         Τρία ελληνικά μονόπρακτα, 1978
·         Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, 1985
·         Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60, 1989
·         Φτερά μπεκάτσας, 1992
·         Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν, 1992
·         Ορθοκωστά, 1994
·         Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη, Βιβλίο Β΄, 2000
·         Σχισμή Φωτός, 2001
·         Ημερολόγιο 1836-2011, 2001
·         Εθισμός στη νικοτίνη, 2003
·         Άνθη της Αβύσσου, 2008
·         Κρασί και Νύμφες, 2009
·         Ημερολόγιο της Αλοννήσου, 2010
·         Επείγουσα ανάγκη ελέου (Εκδόσεις Εστία 2015 συλλογή διηγημάτων)
.-.-.-.-.-.-.-
Είκοσι ένα διηγήματα μπονσάι (μικρής φόρμας), στον τίτλο ηθελημένα μια λέξη ανορθόγραφη. Λέξη κλειδί για το θέμα του ομότιτλου διηγήματος που έχει να κάνει με τη σωτηρία ανθρώπων φυλετικά κυνηγημένων. Και σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων ο συγγραφέας, ως χαρακτήρας αφηγητή-παρατηρητή, αναφέρεται στην νεώτερη ελληνική ιστορία, των δεκαετιών του ’20 του ’40, τον εμφύλιο, και μέσα σ’ αυτήν μικρές ιστορίες λαϊκών ανθρώπων, με τα τοπικά ήθη και έθιμά τους. Ο συγγραφέας παραθέτει τα γεγονότα ρεαλιστικά (ωμά θα έλεγα), χωρίς επεξηγήσεις, χωρίς συναισθηματισμούς,  αφού προηγουμένως έχει διερευνήσει την ψυχοσύνθεση των ηρώων του. Έτσι, μέσα από τις επιλεκτικά διαλεγμένες λέξεις, ψάχνει ο αναγνώστης και βρίσκει σαν από μαγική εικόνα αυτό που υπονοεί ο συγγραφέας και εκλαμβάνει τα γεγονότα με οργή, πάθος, έρωτα και γέλιο. Παρακάτω συγκεφαλαιώνω μερικά από τα διηγήματά του:
** Φουραντάν
Σκοτώνει  με δηλητήριο  η μάνα το κορίτσι της, που έμεινε έγκυος και θα ρεζιλεύονταν στο χωριό. Η ντροπή ξεπλένεται με αίμα. Η μάνα,  χήρα γυναίκα με γιο κι άλλες τρεις κόρες. Ξέρει και τον φταίχτη, είναι ο κουνιάδος της και δεν προνόησε να τον ξαποστείλει αν και φαίνονταν τα μηνύματα από τη συμπεριφορά της παθούσης.
** Αυτή η Γαλλίδα
Ο θείος Ζαχαρίας λιγομίλητος και οστεώδης, με κομμένο από τον αγκώνα το δεξί του χέρι και χαλασμένο το δεξί, επίσης, μάτι του. Ο θείος Ζαχαρίας έριχνε φουρνέλα. Το ατύχημα έγινε όταν μια φορά άναψε το φυτίλι με την καύτρα του τσιγάρου του. Φώναξε «βάρδα φουρνέλο», για τους άλλους και έτρεξε να καλυφτεί και εκείνος, όμως έμεινε σύξυλος σαν είδε μια ολόγυμνη γαλλίδα να στεγνώνει, κουνώντας πέρα δώθε τα μαλλιά της, στην μικρή ακτή.  Cherchez la femme, μας κλείνει το μάτι ο συγγραφέας.
** Η μνήμη των σωμάτων
 Την συνάντησε μετά από είκοσι πέντε χρόνια και τον ρώτησε για τις ροδιές. Πάντα την ήθελε, αλλά εκείνη δεν ενέδιδε. Μια φορά πήγε στο σπίτι του κάθισαν στο μπαλκόνι, όπου οι γλάστρες με τα ρόδια. Έκαναν έρωτα στο άβολο τσιμέντο του μπαλκονιού. Αυτό θα είχε στο μυαλό της, όταν τον ρώτησε για τις ροδιές.
** Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
  Ο πανδαμάτορας χρόνος η αιτία,  για τις ρυτίδες, τις πανάδες, τα προβλήματα οργασμού,  την ανημποριά, την ασκήμια των γερατειών, που έκανε την γερμανίδα Χάνα να  στειρωθεί από τα σαράντα της.  Έτσι γιατί δεν μπορούσε να παραβλέψει την προδοσία του σώματός της. Τη βιολογική της απαξίωση. Χωρισμένη με ένα γιό και μια σειρά εραστές, μεταξύ των οποίων και ο αφηγητής. Τελευταίος δυνατός έρωτας  στα εξήντα της ένας ιπτάμενος, σμήναρχος της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας. Ίσως αυτός ο άγνωστος που ήρθε στην κηδεία της να ήταν ο σμηναγός, ποιος ξέρει, αναρωτήθηκε ο αφηγητής αφήνοντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στον τάφο της ογδονταεφτάχρονης φίλης του.
** Γαμήλια πτήση
Τριαντάρης ο ιδιοκτήτης, ετοιμαζόταν για γάμο  κι έσκαβαν οι εργάτες για να φτιαχτεί ένα κουζινάκι.   ο εργολάβος ανήσυχος βλαστήμησε σαν χτύπησαν σε κάτι στέρεο κι ήταν έτοιμος να σκεπάσει τον λάκκο. Τον φώναξε να δει κι ο ίδιος το μωσαϊκό και ενώ ο εργολάβος θυμωμένα έλεγε, τι θα κάνεις;  Θα σου το πάρουν, εκείνος μαγεμένος κοιτούσε το αστραφτερό μωσαϊκό -που απεικόνιζε τον Δία-ταύρο να έχει στην πλάτη του την αισθησιακή Ευρώπη- και  κούνησε το χέρι αδιάφορα στον εργολάβο.  
 ** Οικογενειακή ιστορία
Καταχωνιασμένο σε μια κασέλα ένα ταγάρι, που το κρατούσε για τσάντα η μάνα στα φοιτητικά της χρόνια. Όταν πήγε στο χωριό το έδειξα στη γιαγιά, το είχε η ίδια υφάνει στον αργαλειό. Ήταν μέρος της προίκας της και σχολίασε «πράγματα για μια ζωή». Στο σπίτι η γιαγιά είχε θερμοσίφωνο και τηλεόραση. Είχε ανοίξει την τηλεόραση για τις ειδήσεις, όταν της πρότεινε να πάει να μείνει μαζί τους στην Αθήνα και εκείνη είπε «γιατί τι θα έχω παραπάνω εκεί;»  
** Σκεύος αργίλου
Στο αρχαιολογικό μουσείο, όπου είχε δει μια συλλογή αγγείων. Τον είχε γοητεύσει ένα, όχι μόνο για τη φόρμα, για τις καμπύλες  και την κοιλότητά του, όσο μια δαχτυλιά, όπως το ίχνος του παράμεσου, που σύρθηκε επάνω του. Μια δαχτυλιά στο υπογάστριο γυναίκας.  

** Η μεγάλη Μάρθα
Η γιαγιά Μάρθα, χήρα στα τριάντα της, βρήκε ένα έκθετο κοριτσάκι στην πόρτα της. Το μεγάλωσε, το σπούδασε, το  πάντρεψε. Στα ογδόντα της με άνοια χανόταν, την έβρισκαν, την έχαναν, την έβρισκαν, την αγαπούσαν στην οικογένεια,  η κόρη, ο άντρας της  και  η εγγονή της. Πέθανε. Μετά την κηδεία, το σπίτι τούς φαινόταν άδειο, η κόρη αναστέναζε, ο άντρας της είπε «ήταν καλή γυναίκα» και η εγγονή «μου λείπει» είπε, και ξέσπασε σε κλάματα. Ναι, η γιαγιά Μάρθα δεν ήταν αίμα τους.
** Ειδύλλιο
Να σε παίρνει από πίσω ένα αδέσποτο, να σε φερμάρει αμίλητο με υγρά μάτια, να σ’ ακολουθεί μέχρι το σπίτι σου.  την κοιτάζεις και υποφέρεις, έχεις μόνο ένα μεγάλο μπαλκόνι, εκείνη μένει ακίνητη, αξιοπρεπής και σε παρακολουθεί που την κλείνεις έξω.

** Λιγνή μακρυπόδαρη Έβελυν
Το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι χτισμένο από χέρια μαστόρων Τζουμερικιωτών. Έχεις την αίσθηση ότι λικνίζεσαι ανεπαίσθητα μέσα στη διαύγεια του φωτός. Ασυζητητί η ωραιότερη καμάρα –μετά από εκείνη της λιγνής μακρυπόδαρης Έβελυν όταν παραλογισμένη από την αναμονή της έκρηξης γύριζε στα γόνατα, κρύβοντας τα μπράτσα και το κεφάλι της-και τους βόγγους της-στα μαξιλάρια του κρεβατιού. Τότε.
** Κάσια  Φράγκου
 Η Κάσια Φράγκου ήθελε να μπει στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, όμως πλησίαζε τα τριάντα, ηλικία απαγορευτική για τέτοιες σπουδές. Ο αφηγητής δίδασκε τότε ιστορία της λογοτεχνίας. Ήθελε να την αποθαρρύνει τις έδωσε κείμενο έντεκα σελίδων να αποστηθίσει, με σκοπό να την αποτρέψει. Τον επισκέφτηκε, αρνήθηκε να την ακούσει. Του έστειλε μια κασέτα, την άκουσε…. ο σπαραγμός αλλοίωνε το κείμενο εντελώς, το μετέτρεπε σε κάτι αποκλειστικά δικό της. Χάθηκε, μέχρι που έπεσε στα χέρια του ένα παλιό φύλλο εφημερίδας, όπου στα κοινωνικά αναφερόταν η κηδεία της.
**
Αφήνει την τσάντα της στον άντρα της, εκείνος δεν θέλει να ανέβει επάνω ασθμαίνει ήδη. Τον άφησε.  Έτσι, εκείνη και ο άλλος, μόνοι, έρποντας, φτάνουν στον μικρό θάλαμο της κορυφής. Στη μέση ένας χτιστός πέτρινος πάγκος, εκεί όπου θα είχαν ακουμπήσει τη λάρνακα με τον βαλσαμωμένο Φαραώ. Γονατίζει μπροστά της,  της φιλάει του μηρούς, την σηκώνει στα μπράτσα του πάνω στον πέτρινο πάγκο. Τα πόδια της ανοιχτά το αιδοίο της σε πλήρη θέα.. στο τσακ πρόλαβαν, όταν ακούστηκαν λαχανιάσματα και ανάσες κάποιων  που ανέβαιναν.
** MV Myrina, Cargo Ship
Το γράμμα του λοστρόμου στη μάνα του, που ταξιδεύει δώδεκα μήνες τώρα με το φορτηγό πλοίο MV MYRINA και του φαίνεται αιώνας, δύσκολη η ζωή του ναυτικού ουρανός και θάλασσα,  να μην στεναχωριέται της γράφει προσέχει πολύ και να μην τρέμει η ψυχή για κείνον, εξ άλλου ο χρόνος περνάει γρήγορα μένουν τέσσερις μήνες μέχρι τον Μάρτη και τον Απρίλη θα πρέπει να παρουσιαστεί στον Σκαραμαγκά. Το κάργκο Μύρινα με φορτίο χάλυβα, απέπλευσε από το λιμάνι της Ν. Υόρκης για Νεάπολη Ιταλίας. Δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του.  Είχε πλήρωμα είκοσι ενός ανδρών.
** Κώστας και Μαρίνα
Έμαθε ότι κηδευόταν ο πατέρας του, κατέβηκε από το βουνό με δυο συντρόφους, πήγε στην εκκλησία την ώρα που έψελνε ο μπάρμπα- Φράγκος τον Απόστολο. Περιζωμένος με δυο χειροβομβίδες και ένα στεν. Ο παπάς τρόμαξε. Τον αναγνώρισε. Εκείνος προσκύνησε το λείψανο και φίλησε τη μάνα του που δεν τον αναγνώρισε, μόνο από τη μυρουδιά του τον κατάλαβε.  Το ’52 ήταν, ρώτησε τον παπά αν παντρεύονται τα δεύτερα ξαδέρφια και του ‘πε πως παντρεύονται, τότε εκείνος, , παντρεύτηκε τη δεύτερη ξαδέλφη του. Έκαναν έξι παιδιά, μετανάστευσε στην Αμερική να ζήσει την οικογένεια. Τα κατάφερε αφού δούλεψε σκληρά στην Αμερική, σαράντα ήταν. Γύρισε μετά είκοσι πέντε χρόνια. Έφτιασε μια μικρή πολυκατοικία-τρεις όροφοι, για τα παιδιά. Αλλιώς τα βρήκε στην Ελλάδα. Άλλες συμπεριφορές τα παιδιά του. Ο γιος του φωτογράφος, κλεισμένος στον εαυτό του. Τότε που ‘χε πάει να βρέξει τα μπετά, ήταν εκεί, μάλλον τον είδε. Ο γιος του αδιαφορώντας είπε στην νεαρή αρχιτεκτόνισσα του κτίσματος να ξεγυμνωθεί και την φωτογράφιζε στις σκαλωσιές.. Έφυγε τοίχο τοίχο σκαστός ντρεπόταν. Η μεγάλη κόρη γιατρός, παντρεύτηκε γιατρό. Δεν θέλουν παιδιά. Η δεύτερη αρραβωνιασμένη. Οι σημερινοί αρραβώνες, δικηγόρος κι εκείνος όμως δεν δουλεύει, του τη δίνει. Κοιτάζει τον κόσμο από κει πάνω. Η Μαρίνα έχει φαρδύνει λίγο.  Και κάτι σαν πίκρα έχει καθίσει στα χείλη της. Της φορτώνεται καμιά φορά, τον διώχνει. Εκείνη η φλόγα πάει. Μια μέρα έκλαψε. Χτες ήταν ακόμα που όργωνε τα βουνά.
** Επείγουσα ανάγκη ελέου
Μέλη εβραίων οικογενειών κάνουν ένα χριστιανικό μνημόσυνο, ανάβουν κεριά, δεν κάνουν το σταυρό τους. Στη μνήμη Γιώργου Μητζελιώτη. Μια γιαγιά ρωτάει την Νίνα, είσαι το κουνούπι; Ναι ήταν εκείνο το τρίχρονο κοριτσάκι, πριν από πενήντα δυο χρόνια, με τα λιγνά ποδαράκια, σκορπισμένοι οι εβραίοι σε μικρές καλύβες. Κάποιοι τους έφερναν φαγητό τις νύχτες. Η Βασιλική τότε νεαρή σβέλτη γυναίκα, την έπαιρνε αγκαλιά την πέταγε ψηλά.. Βασιλική είπε η Νίνα και αγκάλιασε τη γριά. Το 1943 έφτασε ένα τηλεγράφημα, προς Σωτήρη Μητζελιώτη που έγραφε «Επείγουα ανάγκη ελέου». Με έψιλον.  Πρέπει να είναι για σένα Γιώργο, είπε ο ταχυδρόμος. Ο Γιώργος μοναδικός Μητζελιώτης στο νησί. Το υπέγραφε ο Ζακ Λεών. Ο Ζακ που έβγαλε το άστρο και  το ‘σκασε από το γκέτο, έγραψε το τηλεγράφημα σε παλιό καλό συνεργάτη εμπορίου λαδιών, σαπουνιών. Ο Γιώργος δεν κατάλαβε το «ελέου» όμως το Σωτήρης ναι. Γι’ αυτό ναύλωσε μικρό καϊκι για Χαλκιδική και μετά οδικώς στην θεσ/νίκη. Γερός και δυνατός και θαρραλέος στην καρδιά ο Γιώργος ένιωσε το κάλεσμα για το σώσιμο ενός ανθρώπου.








Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

19η Μαϊου, Ημέρα Μνήμης

Προχθές (Τετάρτη 17 Μαϊου) στην κατάμεστη αίθουσα του πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου Διονύσου, ο  Ποντιακής καταγωγής, γιατρός, κ. Γεώργιος Πολυχρονίδης,  (σεβαστός και αγαπημένος γιατρός της γειτονιάς μας) μίλησε για την  γενοκτονία των χριστιανών της Μικράς Ασίας.
Η ομιλία του χωρίς στόμφο, χωρίς παραφορά, μας ταξίδεψε στις αιματοβαμμένες σελίδες της γενοκτονίας των Ποντίων και του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας από το 1914-1922, αρχικά από τους νεότουρκους και μετά από τον Κεμάλ Ατατούρκ. Δεν σβήνουν από την μνήμη μας, τόνισε, οι κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα, η δίψα, οι πορείες θανάτου στην έρημο, το κάψιμο των χωριών. Η γενοκτονία που υπέστησαν οι Έλληνες του Πόντου στοίχισε τη ζωή 353.000 Ελλήνων. Διεξοδικός και εκφαντικός ο ομιλητής, ιστόρησε τα γεγονότα από τον 19 αιώνα μέχρι τις  μέρες μας.
Ο κ. Πολυχρονίδης ανέφερε επίσης την γενοκτονία των Αρμενίων, Εβραίων, Ασσυρίων , Χαλδαίων και άλλων της Μ. Ασίας.
 Παρότι η Τουρκία αρνείται πεισματικά την γενοκτονία, η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει επίσημα τη Γενοκτονία των Ποντίων και του Ελληνισμού της Μ. Ασίας και καθιερώσει την 19η Μαϊου ως ημέρα μνήμης.
Την εκδήλωση παρουσίασε  το πολιτιστικό σωματείο «Χορωδία Διονύσου Σεμέλη», με την υποστήριξη της Δ.Ε. Δήμου Διονύσου. Σημειώνω ότι η Χορωδία είναι εξαιρετική και με πλούσιο ρεπερτόριο αγαπημένων τραγουδιών και μελωδιών του τόπου μας.

Επί τη ευκαιρία, θα αναφερθώ στην καταγωγή μου που είναι Ασσυριακή  και την Γενοκτονία που υπέστησαν οι πρόγονοί μου από τους Τούρκους. Ο λαός των Ασσυρίων γεννήθηκε στη Μεσοποταμία πριν από 6766 χρόνια. Οι Ασσύριοι εκχριστιανίστηκαν τον πρώτο αιώνα μ.Χ. η γλώσσα τους είναι η Αραμαϊκή, η γλώσσα πού μιλούσε ο Χριστός, καθώς και η Ελληνική. Ο λαός  των Ασσυρίων συναντήθηκε με τους Έλληνες, όταν οι αρχαίοι φιλόσοφοι επισκέφτηκαν την Μεσοποταμία. Έπειτα ήρθαν σε γάμου κοινωνία με τους αξιωματικούς του Μ. Αλεξάνδρου.
Τώρα, η αιτία που εγκατέλειψαν τα πάτρια εδάφη τους και βρέθηκαν πρόσφυγες ήταν η γενοκτονία που υπέστησαν κι άρχισε το 1884, επί σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ, κορυφώθηκε το 1915 με του Νεότουρκους του Μουσταφά Κεμάλ και ολοκληρώθηκε το 1923, την ίδια περίοδο που υπέστη γενοκτονία και ο Ελληνισμός του Πόντου και της Μ. Ασίας. Θύματά τους 253.000 ψυχές. Ημέρα μνήμης η 19η Μαϊου , την οποία τιμώ.
Ευγενία Μακαριάδη