Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ ΕΛΕΟΥ του Θανάση Βαλτινού

  ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ ΕΛΕΟΥ
        του Θανάση Βαλτινού
            (εκδ. ΕΣΤΙΑ)
   

Ο πολυβραβευμένος πεζογράφος Θανάσης Βαλτινός γεννήθηκε το 1932 στο Καστρί Κυνουρίας. Από το 2008 είναι μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει γράψει διηγήματα, μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο. Έχει μεταφράσει αρχαίους τραγικούς: Τρωάδες, Ορέστεια, Μήδεια. Το 2012 βραβεύτηκε με το μεγάλο κρατικό βραβείο λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του.
Βιβλία του:
·         Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη 1972
·         Η κάθοδος των εννιά 1978
·         Τρία ελληνικά μονόπρακτα, 1978
·         Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, 1985
·         Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60, 1989
·         Φτερά μπεκάτσας, 1992
·         Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν, 1992
·         Ορθοκωστά, 1994
·         Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη, Βιβλίο Β΄, 2000
·         Σχισμή Φωτός, 2001
·         Ημερολόγιο 1836-2011, 2001
·         Εθισμός στη νικοτίνη, 2003
·         Άνθη της Αβύσσου, 2008
·         Κρασί και Νύμφες, 2009
·         Ημερολόγιο της Αλοννήσου, 2010
·         Επείγουσα ανάγκη ελέου (Εκδόσεις Εστία 2015 συλλογή διηγημάτων)
.-.-.-.-.-.-.-
Είκοσι ένα διηγήματα μπονσάι (μικρής φόρμας), στον τίτλο ηθελημένα μια λέξη ανορθόγραφη. Λέξη κλειδί για το θέμα του ομότιτλου διηγήματος που έχει να κάνει με τη σωτηρία ανθρώπων φυλετικά κυνηγημένων. Και σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων ο συγγραφέας, ως χαρακτήρας αφηγητή-παρατηρητή, αναφέρεται στην νεώτερη ελληνική ιστορία, των δεκαετιών του ’20 του ’40, τον εμφύλιο, και μέσα σ’ αυτήν μικρές ιστορίες λαϊκών ανθρώπων, με τα τοπικά ήθη και έθιμά τους. Ο συγγραφέας παραθέτει τα γεγονότα ρεαλιστικά (ωμά θα έλεγα), χωρίς επεξηγήσεις, χωρίς συναισθηματισμούς,  αφού προηγουμένως έχει διερευνήσει την ψυχοσύνθεση των ηρώων του. Έτσι, μέσα από τις επιλεκτικά διαλεγμένες λέξεις, ψάχνει ο αναγνώστης και βρίσκει σαν από μαγική εικόνα αυτό που υπονοεί ο συγγραφέας και εκλαμβάνει τα γεγονότα με οργή, πάθος, έρωτα και γέλιο. Παρακάτω συγκεφαλαιώνω μερικά από τα διηγήματά του:
** Φουραντάν
Σκοτώνει  με δηλητήριο  η μάνα το κορίτσι της, που έμεινε έγκυος και θα ρεζιλεύονταν στο χωριό. Η ντροπή ξεπλένεται με αίμα. Η μάνα,  χήρα γυναίκα με γιο κι άλλες τρεις κόρες. Ξέρει και τον φταίχτη, είναι ο κουνιάδος της και δεν προνόησε να τον ξαποστείλει αν και φαίνονταν τα μηνύματα από τη συμπεριφορά της παθούσης.
** Αυτή η Γαλλίδα
Ο θείος Ζαχαρίας λιγομίλητος και οστεώδης, με κομμένο από τον αγκώνα το δεξί του χέρι και χαλασμένο το δεξί, επίσης, μάτι του. Ο θείος Ζαχαρίας έριχνε φουρνέλα. Το ατύχημα έγινε όταν μια φορά άναψε το φυτίλι με την καύτρα του τσιγάρου του. Φώναξε «βάρδα φουρνέλο», για τους άλλους και έτρεξε να καλυφτεί και εκείνος, όμως έμεινε σύξυλος σαν είδε μια ολόγυμνη γαλλίδα να στεγνώνει, κουνώντας πέρα δώθε τα μαλλιά της, στην μικρή ακτή.  Cherchez la femme, μας κλείνει το μάτι ο συγγραφέας.
** Η μνήμη των σωμάτων
 Την συνάντησε μετά από είκοσι πέντε χρόνια και τον ρώτησε για τις ροδιές. Πάντα την ήθελε, αλλά εκείνη δεν ενέδιδε. Μια φορά πήγε στο σπίτι του κάθισαν στο μπαλκόνι, όπου οι γλάστρες με τα ρόδια. Έκαναν έρωτα στο άβολο τσιμέντο του μπαλκονιού. Αυτό θα είχε στο μυαλό της, όταν τον ρώτησε για τις ροδιές.
** Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
  Ο πανδαμάτορας χρόνος η αιτία,  για τις ρυτίδες, τις πανάδες, τα προβλήματα οργασμού,  την ανημποριά, την ασκήμια των γερατειών, που έκανε την γερμανίδα Χάνα να  στειρωθεί από τα σαράντα της.  Έτσι γιατί δεν μπορούσε να παραβλέψει την προδοσία του σώματός της. Τη βιολογική της απαξίωση. Χωρισμένη με ένα γιό και μια σειρά εραστές, μεταξύ των οποίων και ο αφηγητής. Τελευταίος δυνατός έρωτας  στα εξήντα της ένας ιπτάμενος, σμήναρχος της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας. Ίσως αυτός ο άγνωστος που ήρθε στην κηδεία της να ήταν ο σμηναγός, ποιος ξέρει, αναρωτήθηκε ο αφηγητής αφήνοντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στον τάφο της ογδονταεφτάχρονης φίλης του.
** Γαμήλια πτήση
Τριαντάρης ο ιδιοκτήτης, ετοιμαζόταν για γάμο  κι έσκαβαν οι εργάτες για να φτιαχτεί ένα κουζινάκι.   ο εργολάβος ανήσυχος βλαστήμησε σαν χτύπησαν σε κάτι στέρεο κι ήταν έτοιμος να σκεπάσει τον λάκκο. Τον φώναξε να δει κι ο ίδιος το μωσαϊκό και ενώ ο εργολάβος θυμωμένα έλεγε, τι θα κάνεις;  Θα σου το πάρουν, εκείνος μαγεμένος κοιτούσε το αστραφτερό μωσαϊκό -που απεικόνιζε τον Δία-ταύρο να έχει στην πλάτη του την αισθησιακή Ευρώπη- και  κούνησε το χέρι αδιάφορα στον εργολάβο.  
 ** Οικογενειακή ιστορία
Καταχωνιασμένο σε μια κασέλα ένα ταγάρι, που το κρατούσε για τσάντα η μάνα στα φοιτητικά της χρόνια. Όταν πήγε στο χωριό το έδειξα στη γιαγιά, το είχε η ίδια υφάνει στον αργαλειό. Ήταν μέρος της προίκας της και σχολίασε «πράγματα για μια ζωή». Στο σπίτι η γιαγιά είχε θερμοσίφωνο και τηλεόραση. Είχε ανοίξει την τηλεόραση για τις ειδήσεις, όταν της πρότεινε να πάει να μείνει μαζί τους στην Αθήνα και εκείνη είπε «γιατί τι θα έχω παραπάνω εκεί;»  
** Σκεύος αργίλου
Στο αρχαιολογικό μουσείο, όπου είχε δει μια συλλογή αγγείων. Τον είχε γοητεύσει ένα, όχι μόνο για τη φόρμα, για τις καμπύλες  και την κοιλότητά του, όσο μια δαχτυλιά, όπως το ίχνος του παράμεσου, που σύρθηκε επάνω του. Μια δαχτυλιά στο υπογάστριο γυναίκας.  

** Η μεγάλη Μάρθα
Η γιαγιά Μάρθα, χήρα στα τριάντα της, βρήκε ένα έκθετο κοριτσάκι στην πόρτα της. Το μεγάλωσε, το σπούδασε, το  πάντρεψε. Στα ογδόντα της με άνοια χανόταν, την έβρισκαν, την έχαναν, την έβρισκαν, την αγαπούσαν στην οικογένεια,  η κόρη, ο άντρας της  και  η εγγονή της. Πέθανε. Μετά την κηδεία, το σπίτι τούς φαινόταν άδειο, η κόρη αναστέναζε, ο άντρας της είπε «ήταν καλή γυναίκα» και η εγγονή «μου λείπει» είπε, και ξέσπασε σε κλάματα. Ναι, η γιαγιά Μάρθα δεν ήταν αίμα τους.
** Ειδύλλιο
Να σε παίρνει από πίσω ένα αδέσποτο, να σε φερμάρει αμίλητο με υγρά μάτια, να σ’ ακολουθεί μέχρι το σπίτι σου.  την κοιτάζεις και υποφέρεις, έχεις μόνο ένα μεγάλο μπαλκόνι, εκείνη μένει ακίνητη, αξιοπρεπής και σε παρακολουθεί που την κλείνεις έξω.

** Λιγνή μακρυπόδαρη Έβελυν
Το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι χτισμένο από χέρια μαστόρων Τζουμερικιωτών. Έχεις την αίσθηση ότι λικνίζεσαι ανεπαίσθητα μέσα στη διαύγεια του φωτός. Ασυζητητί η ωραιότερη καμάρα –μετά από εκείνη της λιγνής μακρυπόδαρης Έβελυν όταν παραλογισμένη από την αναμονή της έκρηξης γύριζε στα γόνατα, κρύβοντας τα μπράτσα και το κεφάλι της-και τους βόγγους της-στα μαξιλάρια του κρεβατιού. Τότε.
** Κάσια  Φράγκου
 Η Κάσια Φράγκου ήθελε να μπει στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, όμως πλησίαζε τα τριάντα, ηλικία απαγορευτική για τέτοιες σπουδές. Ο αφηγητής δίδασκε τότε ιστορία της λογοτεχνίας. Ήθελε να την αποθαρρύνει τις έδωσε κείμενο έντεκα σελίδων να αποστηθίσει, με σκοπό να την αποτρέψει. Τον επισκέφτηκε, αρνήθηκε να την ακούσει. Του έστειλε μια κασέτα, την άκουσε…. ο σπαραγμός αλλοίωνε το κείμενο εντελώς, το μετέτρεπε σε κάτι αποκλειστικά δικό της. Χάθηκε, μέχρι που έπεσε στα χέρια του ένα παλιό φύλλο εφημερίδας, όπου στα κοινωνικά αναφερόταν η κηδεία της.
**
Αφήνει την τσάντα της στον άντρα της, εκείνος δεν θέλει να ανέβει επάνω ασθμαίνει ήδη. Τον άφησε.  Έτσι, εκείνη και ο άλλος, μόνοι, έρποντας, φτάνουν στον μικρό θάλαμο της κορυφής. Στη μέση ένας χτιστός πέτρινος πάγκος, εκεί όπου θα είχαν ακουμπήσει τη λάρνακα με τον βαλσαμωμένο Φαραώ. Γονατίζει μπροστά της,  της φιλάει του μηρούς, την σηκώνει στα μπράτσα του πάνω στον πέτρινο πάγκο. Τα πόδια της ανοιχτά το αιδοίο της σε πλήρη θέα.. στο τσακ πρόλαβαν, όταν ακούστηκαν λαχανιάσματα και ανάσες κάποιων  που ανέβαιναν.
** MV Myrina, Cargo Ship
Το γράμμα του λοστρόμου στη μάνα του, που ταξιδεύει δώδεκα μήνες τώρα με το φορτηγό πλοίο MV MYRINA και του φαίνεται αιώνας, δύσκολη η ζωή του ναυτικού ουρανός και θάλασσα,  να μην στεναχωριέται της γράφει προσέχει πολύ και να μην τρέμει η ψυχή για κείνον, εξ άλλου ο χρόνος περνάει γρήγορα μένουν τέσσερις μήνες μέχρι τον Μάρτη και τον Απρίλη θα πρέπει να παρουσιαστεί στον Σκαραμαγκά. Το κάργκο Μύρινα με φορτίο χάλυβα, απέπλευσε από το λιμάνι της Ν. Υόρκης για Νεάπολη Ιταλίας. Δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του.  Είχε πλήρωμα είκοσι ενός ανδρών.
** Κώστας και Μαρίνα
Έμαθε ότι κηδευόταν ο πατέρας του, κατέβηκε από το βουνό με δυο συντρόφους, πήγε στην εκκλησία την ώρα που έψελνε ο μπάρμπα- Φράγκος τον Απόστολο. Περιζωμένος με δυο χειροβομβίδες και ένα στεν. Ο παπάς τρόμαξε. Τον αναγνώρισε. Εκείνος προσκύνησε το λείψανο και φίλησε τη μάνα του που δεν τον αναγνώρισε, μόνο από τη μυρουδιά του τον κατάλαβε.  Το ’52 ήταν, ρώτησε τον παπά αν παντρεύονται τα δεύτερα ξαδέρφια και του ‘πε πως παντρεύονται, τότε εκείνος, , παντρεύτηκε τη δεύτερη ξαδέλφη του. Έκαναν έξι παιδιά, μετανάστευσε στην Αμερική να ζήσει την οικογένεια. Τα κατάφερε αφού δούλεψε σκληρά στην Αμερική, σαράντα ήταν. Γύρισε μετά είκοσι πέντε χρόνια. Έφτιασε μια μικρή πολυκατοικία-τρεις όροφοι, για τα παιδιά. Αλλιώς τα βρήκε στην Ελλάδα. Άλλες συμπεριφορές τα παιδιά του. Ο γιος του φωτογράφος, κλεισμένος στον εαυτό του. Τότε που ‘χε πάει να βρέξει τα μπετά, ήταν εκεί, μάλλον τον είδε. Ο γιος του αδιαφορώντας είπε στην νεαρή αρχιτεκτόνισσα του κτίσματος να ξεγυμνωθεί και την φωτογράφιζε στις σκαλωσιές.. Έφυγε τοίχο τοίχο σκαστός ντρεπόταν. Η μεγάλη κόρη γιατρός, παντρεύτηκε γιατρό. Δεν θέλουν παιδιά. Η δεύτερη αρραβωνιασμένη. Οι σημερινοί αρραβώνες, δικηγόρος κι εκείνος όμως δεν δουλεύει, του τη δίνει. Κοιτάζει τον κόσμο από κει πάνω. Η Μαρίνα έχει φαρδύνει λίγο.  Και κάτι σαν πίκρα έχει καθίσει στα χείλη της. Της φορτώνεται καμιά φορά, τον διώχνει. Εκείνη η φλόγα πάει. Μια μέρα έκλαψε. Χτες ήταν ακόμα που όργωνε τα βουνά.
** Επείγουσα ανάγκη ελέου
Μέλη εβραίων οικογενειών κάνουν ένα χριστιανικό μνημόσυνο, ανάβουν κεριά, δεν κάνουν το σταυρό τους. Στη μνήμη Γιώργου Μητζελιώτη. Μια γιαγιά ρωτάει την Νίνα, είσαι το κουνούπι; Ναι ήταν εκείνο το τρίχρονο κοριτσάκι, πριν από πενήντα δυο χρόνια, με τα λιγνά ποδαράκια, σκορπισμένοι οι εβραίοι σε μικρές καλύβες. Κάποιοι τους έφερναν φαγητό τις νύχτες. Η Βασιλική τότε νεαρή σβέλτη γυναίκα, την έπαιρνε αγκαλιά την πέταγε ψηλά.. Βασιλική είπε η Νίνα και αγκάλιασε τη γριά. Το 1943 έφτασε ένα τηλεγράφημα, προς Σωτήρη Μητζελιώτη που έγραφε «Επείγουα ανάγκη ελέου». Με έψιλον.  Πρέπει να είναι για σένα Γιώργο, είπε ο ταχυδρόμος. Ο Γιώργος μοναδικός Μητζελιώτης στο νησί. Το υπέγραφε ο Ζακ Λεών. Ο Ζακ που έβγαλε το άστρο και  το ‘σκασε από το γκέτο, έγραψε το τηλεγράφημα σε παλιό καλό συνεργάτη εμπορίου λαδιών, σαπουνιών. Ο Γιώργος δεν κατάλαβε το «ελέου» όμως το Σωτήρης ναι. Γι’ αυτό ναύλωσε μικρό καϊκι για Χαλκιδική και μετά οδικώς στην θεσ/νίκη. Γερός και δυνατός και θαρραλέος στην καρδιά ο Γιώργος ένιωσε το κάλεσμα για το σώσιμο ενός ανθρώπου.








Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

19η Μαϊου, Ημέρα Μνήμης

Προχθές (Τετάρτη 17 Μαϊου) στην κατάμεστη αίθουσα του πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου Διονύσου, ο  Ποντιακής καταγωγής, γιατρός, κ. Γεώργιος Πολυχρονίδης,  (σεβαστός και αγαπημένος γιατρός της γειτονιάς μας) μίλησε για την  γενοκτονία των χριστιανών της Μικράς Ασίας.
Η ομιλία του χωρίς στόμφο, χωρίς παραφορά, μας ταξίδεψε στις αιματοβαμμένες σελίδες της γενοκτονίας των Ποντίων και του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας από το 1914-1922, αρχικά από τους νεότουρκους και μετά από τον Κεμάλ Ατατούρκ. Δεν σβήνουν από την μνήμη μας, τόνισε, οι κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα, η δίψα, οι πορείες θανάτου στην έρημο, το κάψιμο των χωριών. Η γενοκτονία που υπέστησαν οι Έλληνες του Πόντου στοίχισε τη ζωή 353.000 Ελλήνων. Διεξοδικός και εκφαντικός ο ομιλητής, ιστόρησε τα γεγονότα από τον 19 αιώνα μέχρι τις  μέρες μας.
Ο κ. Πολυχρονίδης ανέφερε επίσης την γενοκτονία των Αρμενίων, Εβραίων, Ασσυρίων , Χαλδαίων και άλλων της Μ. Ασίας.
 Παρότι η Τουρκία αρνείται πεισματικά την γενοκτονία, η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει επίσημα τη Γενοκτονία των Ποντίων και του Ελληνισμού της Μ. Ασίας και καθιερώσει την 19η Μαϊου ως ημέρα μνήμης.
Την εκδήλωση παρουσίασε  το πολιτιστικό σωματείο «Χορωδία Διονύσου Σεμέλη», με την υποστήριξη της Δ.Ε. Δήμου Διονύσου. Σημειώνω ότι η Χορωδία είναι εξαιρετική και με πλούσιο ρεπερτόριο αγαπημένων τραγουδιών και μελωδιών του τόπου μας.

Επί τη ευκαιρία, θα αναφερθώ στην καταγωγή μου που είναι Ασσυριακή  και την Γενοκτονία που υπέστησαν οι πρόγονοί μου από τους Τούρκους. Ο λαός των Ασσυρίων γεννήθηκε στη Μεσοποταμία πριν από 6766 χρόνια. Οι Ασσύριοι εκχριστιανίστηκαν τον πρώτο αιώνα μ.Χ. η γλώσσα τους είναι η Αραμαϊκή, η γλώσσα πού μιλούσε ο Χριστός, καθώς και η Ελληνική. Ο λαός  των Ασσυρίων συναντήθηκε με τους Έλληνες, όταν οι αρχαίοι φιλόσοφοι επισκέφτηκαν την Μεσοποταμία. Έπειτα ήρθαν σε γάμου κοινωνία με τους αξιωματικούς του Μ. Αλεξάνδρου.
Τώρα, η αιτία που εγκατέλειψαν τα πάτρια εδάφη τους και βρέθηκαν πρόσφυγες ήταν η γενοκτονία που υπέστησαν κι άρχισε το 1884, επί σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ, κορυφώθηκε το 1915 με του Νεότουρκους του Μουσταφά Κεμάλ και ολοκληρώθηκε το 1923, την ίδια περίοδο που υπέστη γενοκτονία και ο Ελληνισμός του Πόντου και της Μ. Ασίας. Θύματά τους 253.000 ψυχές. Ημέρα μνήμης η 19η Μαϊου , την οποία τιμώ.
Ευγενία Μακαριάδη



Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

ΠΡΙΝ ΕΚΕΙΝΗ ΜΕ ΓΝΩΡΙΣΕΙ, του Τζούλιαν Μπαρνς

ΠΡΙΝ ΕΚΕΙΝΗ ΜΕ ΓΝΩΡΙΣΕΙ

 του Τζούλιαν Μπαρνς (γεν.1946 Λέστερ Μεγάλης Βρετανίας)

(εκδόσεις Μεταίχμιο)



Ο Τζούλιαν Μπαρνς, ένας από τους σημαντικότερους βρετανούς συγγραφείς με διεθνή αναγνώριση, γεννήθηκε το 1946 στο Λέστερ της Μεγάλης Βρετανίας. Σπούδασε νομικά και γαλλική φιλολογία στην Οξφόρδη. Το πρώτο του μυθιστόρημα, το Metroland, εκδόθηκε το 1980. Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ απέσπασε λογοτεχνικά βραβεία στην Αγγλία, την Ιταλία και τη Γαλλία. Το 1986 η Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων των ΗΠΑ τού απένειμε το βραβείο Ε.Μ. Φόρστερ. Το 1988 χρίστηκε ιππότης του Γαλλικού Τάγματος Τεχνών και Γραμμάτων. Το μυθιστόρημά του Άρθουρ & Τζoρτζ ήταν υποψήφιο για το βραβείο Booker 2005, όπως επίσης και Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ το 1984 και το England, England το 1998. Στην τέταρτη υποψηφιότητά του για το ίδιο βραβείο, αναδείχθηκε νικητής για το μυθιστόρημά του με τίτλο Ένα κάποιο τέλος (2011).


Ο Τζούλιαν Μπαρνς, είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας με διεθνή αναγνώριση. Το βιβλίο του αυτό, αν και δραματικό, είναι γραμμένο με χιουμοριστική διάθεση και με λεπτομερείς, προκλητικές (θα έλεγα)  σεξουαλικές περιγραφές.
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα καταπιάνεται όχι απλά με τη ζήλια, αλλά με την εμμονική ερωτική ζήλια∙ ένα συναίσθημα που στην ιστορία αυτή καταλύει τη σημασία της λογικής, της διακριτικότητας, φέρνει τα πάνω  κάτω και στην περίπτωσή του ήρωα, Γκράχαμ, το ερωτικό παρελθόν της νέας του συζύγου, της Ανν, γίνεται το μαρτύριό του, για το σήμερα.

 Ας δούμε από την αρχή τι συμβαίνει στο μυαλό του άντρα, του ανθρώπου, θα έλεγα, που υποφέρει από ζήλια. Ένα συναίσθημα, που βιώνουν οι περισσότεροι άνθρωποι και είναι τουλάχιστον ενοχλητικό, για να μην πω απεχθές γι αυτόν που υφίσταται την ανάκριση- αμφισβήτηση του παθολογικά ζηλιάρη.  Ο αφηγητής, παρακολουθεί τον ήρωα Γκράχαμ  κατά  πόδας, μας λέει την ιστορία της έγγαμης ζωής του, που είναι πολύ συνηθισμένη και καθημερινή. Ο Γκράχαμ τυπικός πανεπιστημιακός καθηγητής ιστορίας,  (βαρετός, ως ο αφηγητής μάς τον παρουσιάζει) είδε σε ταινία τη δεύτερη σύζυγό του, να διαπράττει μοιχεία και κρυφογέλασε∙ δηλαδή μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είδε με τα  μάτια της μετέπειτα  σκέψης του κάτι τόσο απρεπές, αφού δεν του πέρασε από το μυαλό να κλείσει με την παλάμη του τα μάτια της ανήλικης κόρης του.

Ο Γκράχαμ χώρισε την γυναίκα του Μπάρμπαρα, γιατί ερωτεύτηκε την 30χρονη Ανν, πρώην ηθοποιό και νυν στέλεχος μόδας, που γνώρισε σ’ ένα πάρτι.  Την ερωτεύεται και αποφασίζει να εγκαταλείψει σύζυγο και κόρη και κατ’ επέκταση την βαρετή ζωή του μες την οικογένεια. Παντρεύεται την Ανν με την  οποία όχι μόνο ξανανιώνει αλλά και παρακινείται σε νέες  ερωτικές εμπειρίες. Ο Γκράχαμ  ζει ευτυχισμένος,  μέχρι που ανακαλύπτει τον παρελθόν της Ανν∙  κι αυτό άρχισε όταν η Μπάρμπαρα, υποβολιμαία σκεπτόμενη, τον προέτρεψε να συνοδεύσει την  κόρη τους σε ταινία, όπου εμφανιζόταν, σε μικρό ρόλο, η Ανν σε σεξουαλικές σκηνές∙  τότε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για τον Γκράχαμ. Παρακολουθεί όλες τις παλιές ταινίες της Ανν καθώς και των συμπρωταγωνιστών της. Ψάχνει με περισσή περιέργεια και μαθαίνει τις ζωές των πρώην εραστών της πραγματικών και  κινηματογραφικών. Ενδιαφέρεται τόσο πολύ να μαθαίνει τρόπους της σεξουαλικής ζωής τής Ανν, καθώς και των εραστών της, που παρανοϊκά σκεπτόμενος καταφεύγει σε πορνό περιοδικά και αυτοϊκανοποιείται. Τον ενδιαφέρει επίσης πολύ η ερωτική ιστορία του παρελθόντος της Ανν και των φίλων της, που πλάθει ιστορίες σεξουαλικές γι αυτούς με το μυαλό του. Έτσι, δεν αργεί να χάσει την επαφή με την πραγματικότητα και να παρουσιάσει μια έντονη ψυχοπαθολογική διαταραχή.

Στο τέλος μπροστά στα μάτια της Ανν σκοτώνει τον φίλο τους τον Τζάκ, αφού του καρφώθηκε στο  κεφάλι η υποψία ότι είχε ερωτικές σχέσεις μαζί του, και αυτοκτονεί.  

Έχοντας στο νου τα βιβλία του Τζ. Μπαρνς ο παπαγάλος του Φλωμπέρ, ένα κάποιο τέλος κ.α., λέω πως το βιβλίο αυτό δεν είναι ισάξιό τους.





Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Γραφικός χαρακτήρας του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Γραφικός χαρακτήρας 
                 του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε το 1963 στην Αθήνα. Σπούδασε τεχνολόγος μηχανικός, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αλλά από το 1991 στράφηκε στο σενάριο και στην πεζογραφία.
Βιβλία του:
-Η ενοχή των υλικών (1997, βραβείο Μ. Ράλλη)
και τα μυθιστορήματα
-Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν (1998),
-Το γονίδιο της αμφιβολίας (1999)
-Αγιογραφία (2003
-Τα παιδιά του Κάιν (2011, βραβείο Ιδρύματος Π.Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών.     

Εξήντα εφτά διηγήματα, που όπως αναφέρει στον επίλογό του ο συγγραφέας οι ιστορίες τους είναι αυτοβιογραφικές και  πέρα για πέρα αληθινές.   Τώρα είναι δεν είναι αληθινές,  καλέ μου συγγραφέα,  δεν είναι εκείνο που θα με κάνει να αλλάξω γνώμη γι αυτά τα «μπονσάι» διηγήματα, που είναι όλα σαν να έχεις στην τσέπη σου ένα μπουκαλάκι παλιού αγαπημένου αρώματος που ναι μεν τελείωσε, αλλά κρατάει γερά η μυρουδιά του. Ευκολοδιάβαστο βιβλίο, η γλώσσα ρέει καθώς και οι ιστορίες,  που όπως πολύ καλά επισημαίνει ο συγγραφέας «είναι ιστορίες μιας ανάσας οι περισσότερες από τις οποίες θα μπορούσαν να διαβαστούν άνετα ακόμα κι ανάμεσα σε δυο σταθμούς του αθηναϊκού μετρό».  Οι γειτονιές της Αθήνας εδώ και πενήντα χρόνια. Οι οικογένειες, οι γονείς, τ’ αδέλφια, οι θείες, οι θείοι, ο νονός, το καφενείο, η ταβέρνα, το κουρείο, το τηλέφωνο, που για να το ‘χεις στο σπίτι σου περίμενες δυο και τρία χρόνια να σου το συνδέσει ο ΟΤΕ, οι αδελφικοί τσακωμοί, τα παιδικάτα, το ξύλο που έπεφτε από τη μάνα και πού και πού από τον πατέρα, η εφηβεία, ο καυγάς με τον πατέρα νεαρός πλέον το μεγάλο παιδί που θυμώνει και δεν μιλιέται μαζί του, αλλά ευτυχώς πάντοτε μια μάνα βρίσκει τη χρυσή τομή, έστω και μ’ ένα ‘’αληθινό’’  ψέμα, η συνειδητοποίηση όταν γονιός είναι στην εντατική και  «πως δεν ενηλικιώνεσαι οριστικά παρά τη στιγμή που, θες δεν θες, είτε είσαι έτοιμος είτε όχι, αναλαμβάνεις τη φροντίδα των γονιών σου».
Η ανάμνηση των σπασμένων δοντιών πού πάνω στο παιχνίδι έσπρωξε ο ξάδελφος την πόρτα και η μπετούγια σου καρφώθηκε στο στόμα,  ο φόβος για τον οδοντογιατρό που σε κατάφερε να ανοίξεις το στόμα και να τραβήξει το ένατο δόντι που κρεμόταν από ένα ματωμένο νηματάκι.   οι κυνόδοντες, ένα κενό και το σφύριγμα πότε πότε στο σίγμα, μέχρι σήμερα..
Το δώρο του πατέρα στο γιο ενός κουρδιστού ρολογιού venus, και ο γιος στον δικό του γιο αργότερα, «μια απτή υπενθύμιση της διαδοχής των γενεών, της υλικής υπόστασης του ξοδεμένου χρόνου».
Ο οδηγός του σχολικού να παίρνει το μέρος της μάνας που δεν ήπιες το γάλα σου και  τη αδεία του να μπαίνεις με την κούπα στο αυτοκίνητο, το γάλα να χύνεται πάνω σου από τα τραντάγματα του αυτοκινήτου στις λακκούβες του δρόμου, να γίνεσαι το επίκεντρο της χλεύης των συμμαθητών σου και συ, για την αξιοπρέπεια και μόνο να σηκώνεις το φουστάνι της Αννούλας, να φανεί το βρακί της με τα κόκκινα λουλουδάκια, και τέλος η τιμωρία  που δεν απέφυγες, αλλά και το «μαμμόθρεφτο» που γλίτωσες. Καταράστηκες τον οδηγό,   την επόμενη χρονιά έπαθε συμφόρηση και ‘συ να υποφέρεις κρυφά ότι η κατάρα έπιασε.
Να πετάς τα βραστά αυγά, που σου ‘βαζε η μάνα για το διάλειμμα, στο σωρό της χλόης δίπλα στην εξώπορτα,  να σε παίρνει το μάτι του γείτονα μπακάλη, να σε καρφώνει στη μάνα και συ να τον καταριέσαι. Για χρόνια να μην τον πιάνει η κατάρα, να ποδηλατοδρομεί σφυρίζοντας  μελωδίες μέχρι που έγινε το πρώτο σούπερ μάρκετ στη γειτονιά και του κόπηκε το σφύριγμα.
Να καταριέσαι τον μπακάλη που ‘χε δίπλα στο μαγαζί του δωματιάκι, όπου μαζεύονταν οι φανατικοί της ρετσίνας μαζί τους ο πατέρας και με τσιμπολογήματα στη σαρδέλα, στο τυρί, στην ελιά και στο μπόλικο ψωμί, να μιλάνε με τη γλώσσα του κρασιού, να βρίζουν να τσακώνονται και το χειρότερο να σου δίνουν τις σοφές δήθεν συμβουλές τους. Και μετά να παρακαλάς τον Θεό να μην πιάσει η κατάρα που τους έδινες για τον πατέρα.
Το πρώτο σου βιβλίο δώρο του πατέρα, όχι δεν είχε κάνει εκείνος την επιλογή, μήπως ήξερε να επιλέξει; Μάλλον ο δοσάς των βιβλίων τον καθοδήγησε, όμως εσύ διαβάζοντας τον κάπτεν Νέμο και τις είκοσι χιλ. λεύγες υπό την θάλασσα του Ιουλίου Βερν, σε έκαναν να  αφηγείσαι ιστορίες, έτσι ευγνωμονείς τον πατέρα και τον βιβλιοπώλη όταν πέφτοντας στον ωκεανό της πραγματικότητας, σου έστειλαν τον Νέμο με τον ναυτίλο του να σε σώσει.
Να παίζεις πόλεμο στο ρέμα για ώρες, μακριά από το σπίτι σου, να σε περιμένουν οι γονείς αλαφιασμένοι, να σε χτυπάει με το καλώδιο του σίδερου ο πατέρας και παρόλο που πόνεσες πολύ δεν κράτησες κακία, ίσως γιατί πίσω από τον θυμό αναγνώρισες έναν ανείπωτο φόβο.
Να τσακώνεσαι με τον μικρό  αδελφό για ένα μοτεράκι από ένα αυτοκινητάκι που ξεκοιλιάσατε, δεν του το έδινες, σου πέταξε πιρούνι σου καρφώθηκε  ψηλά στο μάγουλο κάτω από το μάτι.  έφαγε πολλές τα μπούτια του κοκκίνισαν και πρήστηκαν από τις ξυλιές, μέχρι κι εσύ τον λυπήθηκες.
Να κλαις κι ο μικρός μαζί, για το κούρεμα με την ψιλή και μια τούφα να πετάει πάνω από το κούτελό σας, αλλά τι να κάνεις ο κουρέας ήταν αδελφός της μάνας σου.
Να σου ρίχνει, ο μικρός ντε, ακρίδες στην πλάτη, ήξερε πόσο τις φοβόσουν κι εσύ να τον κυνηγάς με ένα σκουριασμένο κάγκελο, του ‘ριξες κάνα δυο μέχρι να σας πάρει είδηση η μάνα∙  από τα πιο ωραία παιχνίδια ήταν που όλο και βρίσκατε .
Μια παλιά κιτρινισμένη απόδειξη εγγραφής σε καλό σχολείο, που είχε κρύψει ο πατέρας στα λιγοστά του χαρτιά και ανακάλυψες πριν πεθάνει, εσύ όμως είχες περάσει σε καλό δημόσιο σχολείο… είπαμε ο πατέρας φύλαγε τα ρούχα του για να έχει στην κυριολεξία τα μισά.
Το στήθος της Μαριάν του Ντελακρουά, οι οδαλίσκες  μισόγυμνες του Ασσουρμπανιπάλ.. τα πιο αισθησιακά θεάματα των παιδικάτων σου.
Στην οικοδομή όπου ο μικρός αδελφός κάπνιζε κρυφά μαζί με ένα μικρότερο ξάδελφο, τους έπιασες στα πράσα όμως έκανες  τον άντρα,  δήθεν ότι είχες ξανακαπνίσει και πνίγηκες από την ξινίλα του πρώτου σου Καρέλια.
Να χαλάνε τα δόντια του πατέρα, να φαφουτιάζει, να ασκημαίνει, να χαίρεται που επιτέλους φόρεσε μασέλα και να σκέπτεσαι ότι τώρα χειρότερα άσκημος κι από φαφούτης, αν και ήξερες ότι κατά βάθος η ζωή τον είχε ξεδοντιάσει.
«Τους αληθινά μεγάλους  φόβους δεν τους μοιράζεσαι… τους μεγάλους φόβους τους έχουμε ανάγκη , κατά κάποιον τρόπο μας θυμίζουν  πως είμαστε ζωντανοί».  Η φωτογραφία που σε τρόμαζε αναρτημένη στην ταβέρνα του μπάρμπα Γιάννη και όχι άδικα, κάποτε έμαθες ότι  αυτός και ο μεγάλος του γιος βασανιστές ενός στρατιώτη τα χρόνια της χούντας.

Ο πατέρας σου που σου ιστορούσε για το γουρουνόπουλο που ο δικός του πατέρας δεν ήθελε να τον υστερήσει έναντι το άλλων συγχωριανών και του ‘δωσε μαχαίρι να το σφάξει και πώς εκείνο στρίγκλισε, τσίνησε και ξέφυγε πληγωμένο.
Ο πόνος της γιαγιάς που ποτέ δεν μολογούσε μπας και μείνει πίσω η δουλειά της.
Ο σεισμός της Αθήνας και ο φόβος του παππού, που το ‘σκασε από το νοσοκομείο με τις πυτζάμες του κρατώντας το σταντ με τον ορρό.
Τον χώρο του ιδρύματος που παίζατε μπάλα μαζί με τα παιδιά του ιδρύματος, τα περισσότερα παιδιά ήταν λιγομίλητα, εκτός ενός κοντόσωμου μαυριδερού, που τον λέγατε ο βραζιλιάνος και κοκορευόταν ότι στα δέκα οχτώ του θα πάει στον πλούσιο πατέρα του στη Βραζιλία με βίλα, πισίνα, κήπο, με εξωτικά φρούτα και παπαγάλους. Τον περιγελούσατε αν κι εσύ προσευχόσουν για χάρη του στον θεό των παραμυθάδων
Ο πλούσιος γείτονας που δώρισε μια κόκκινη ΒΜW στο μοναχογιό του που πέρασε στην οδοντιατρική, ο γιος του πέθανε από ανακοπή καθώς κολυμπούσε. Μετά την κηδεία ο γείτονας έβαλε το πιστόλι κάτω από το σαγόνι. Η σφαίρα του τρύπησε τον ουρανίσκο.
Η κυρία Πίτσα "η γαλλικού", που αφού είδε και απόειδε ότι δεν θα μαθαίνατε με τίποτα τα γαλλικά, σας σύστησε τον Καμύ, τον Μπρασενς, τον Ζενέ, την Μποβουάρ, τον Σαρτρ.,  όταν στις πανελλήνιες της είπε ότι δεν έγραψες μαθηματικά σε αγκάλιασε και σου δώρισε ένα βιβλίο «η ζωή είναι αλλού» του Κούντερα, χρόνια αργότερα της χάρισες το βιβλίο σου μεταφρασμένο στα γαλλικά, το ήξερα σου είπε, δακρύζοντας.
Ήθελες να σκοτώσεις τον πατέρα σου που έσπασε την κιθάρα σου γιατί πήρες κακούς βαθμούς στις εξετάσεις.
Διεκδικητικός σαν ο πιο καλός μαθητής να κρατήσεις εσύ τη σημαία και όχι ο συμμαθητής σου που είχε μάνα δασκάλα και θείο επιθεωρητή, ο δάσκαλος σε χαστούκισε , αλλά όμως το τέλος ήταν να μαθευτεί, έτσι κρατήσατε τέσσερις, από τις τέσσερις γωνίες,  τη σημαία,  διορθώθηκε η αδικία και διεσώθη το κύρος του δασκάλου.
Η μάνα φύλαγε τις ζωγραφιές σου του νηπιαγωγείου και συ αναρωτιέσαι αν ανταποδίδεις με το να φυλάς τη στεφανιογραφία της στο ράφι με τα ντιβιντί.
Καθάριζε ο εργάτης με τα κίτρινα γάντια τα οστά του πατέρα σου, όταν κράτησε χαμογελώντας κάτι στη χούφτα του,  σας το  έδειξε, δουλεύει ακόμα, είπε και το απόθεσε σε  μια γωνιά με σεβασμό. Τι είπε ρώτησε η μάνα σου, την έσφιξες πάνω σου χωρίς να απαντήσεις σκεπτόμενος ότι  χρυσό είχε πληρώσει το ταμείο τον βηματοδότη, προφανώς άξιζε τα λεφτά του.
Ο γραφικός χαρακτήρας του πατέρα σου που έχεις την εντύπωση ότι στη ζωή  σου  πάντα προσπαθούσες να γράψεις τόσο ωραία όσο εκείνος, που δεν είχε καταφέρει να τελειώσει το σχολείο.

Νομίζω ότι έγραψα πιο πολλά απ’ ό, τι είχα σκεφτεί να γράψω στην εισήγησή μου, λίγα διηγήματα άφησα απέξω γιατί σκεφτόμουνα ότι αξίζουν οι εκπλήξεις.  Το βιβλίο θυμίζει 
τα παιδικά χρόνια των περισσοτέρων παιδιών του τόπου μας, τις γειτονιές μας, την νοοτροπία των γονιών, των γιαγιάδων και παππούδων μας.   Είμαι σίγουρη ότι θα τυλίγει μια γλυκιά νοσταλγία  τον κάθε αναγνώστη για τα παλιά, που έζησε ή άκουσε   καθώς και νέους και παιδιά, που αγαπούν να μαθαίνουν  παλιές ιστορίες  αγαπημένων συγγενών και φίλων,  να γελούν  με τις  παιδικές σκανταλιές  τους,  που εδώ που τα λέμε δεν διαφέρουν πολύ από τις  δικές τους.
                                    ----------














                                                                                                                                                                      



Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

JOSEPH ROTH - ΙΩΒ

               ΙΩΒ,  του Joseph Rot
Ο Γιόζεφ Ροτ ήταν Αυστριακός συγγραφέας και δημοσιογράφος εβραϊκής καταγωγής
Γεννήθηκε στις  2 Σεπτεμβρίου 1894,  στο Μπρόντι, Ανατολική  Γαλικία,  σημερινή Ουκρανία.        Πέθανε στις 27 Μαΐου 1939, Παρίσι, Γαλλία.

Έργα του:
·          «Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Ο ιστός της αράχνης» (εκδόσεις Κριτική, μετάφραση Τούλα Σιετή)
·          «Το συναξάρι του αγίου πότη» - εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Τούλα Σιετή)
·         «Ο θρύλος του Αγίου Πότη» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Ιώβ η ιστορία ενός απλού ανθρώπου» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Η κρύπτη των Καπουτσίνων» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Νίκος Δελιβοριάς, επιμέλεια Τούλα Σιετή)
·         «Ο βουβός προφήτης» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς)
·         «Φυγή χωρίς τέλος» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς, επιμέλεια Τούλα Σιετή)
·         «Hotel Savoy» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Η εξέγερση» (εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Δέσποινα Μάρκου)
·         «Στον εκδότη Γκούσταβ Κιπενχώυερ για τα γενέθλια των πενήντα του χρόνων» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Δεξιά κι αριστερά» (εκδόσεις Ροές, μετάφραση Πελαγία Τσινάρη)
·         «Χίλιες και δύο νύχτες« (εκδόσεις Ολκός, μετάφραση Γιώργος Δεπάστας)
·         Der Leviathan, («Ο Λεβιάθαν», εκδόσεις Ροές, μετάφραση Πελαγία Τσινάρη)
·         «Η ομολογία ενός δολοφόνου μέσα σε μια νύχτα» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)


Ο συγγραφέας Γιόσεφ Ροτ, εβραϊκής καταγωγής, με γραφή ποιητική, τραγικά συναισθηματική,  μας ζωντανεύει μέσα από την ιστορία του ευσεβούς ιεροδιδασκάλου Μέντελ Σίνγκερ και της οικογένειάς του, στα γκέτο του Τσούχνοβο της Ρωσικής αυτοκρατορίας, την ιστορία των εβραίων χωρίς πατρίδα, τον εξοστρακισμό τους από τον τόπο που γεννιούνται, που ανδρώνονται, την οικογενειακή εστία  που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν και τα βάσανα του ήρωα της ιστορίας, ως η παραβολή του πολύπαθου Ιώβ της παλαιάς διαθήκης. Τον  Μέντελ Σίνγκερ βαραίνουν οι ατυχίες, οι θάνατοι, οι αρρώστιες, η φτώχεια, οι ενοχές όμως πιστεύει στον Θεό και περιμένει το θαύμα του μέρα τη μέρα ώρα την ώρα, μέχρι που τα χρόνια έσπρωχναν το θαύμα μακριά τόσο που χανόταν, και ‘κείνος στα εξήντα του χρόνια χάνει την πίστη, θέλει να τα κάψει όλα και φωνάζει:
 «Δεν θέλω να κάψω ένα μόνο σπίτι, δεν θέλω να κάψω έναν μόνον άνθρωπο. Θα τα χάσετε, αν σας πω τι είχα κατά νου να κάψω. Θα τα χάσετε και θα πείτε: τρελάθηκε κι ο Μέντελ, σαν την κόρη του. Αλλά σας βεβαιώνω: δεν είμαι τρελός. Τρελός ήμουν. Πάνω από εξήντα χρόνια ήμουν τρελός, σήμερα δε είμαι». –Πες μας λοιπόν, τι θέλεις να κάψεις! -  «Τον Θεό! Θέλω να κάψω τον Θεό!»
Η οικογένεια του Μέντελ απαρτίζεται από πέντε άτομα: τη γυναίκα του τη Δεβώρα πληγωμένη από τα δεινά της οικογένειας, τον Γιόναν, πρώτος γιος, που είναι δυνατός σαν αρκούδα και παρά της πατρικές παραινέσεις να μην στρατευτεί,  πηγαίνει στον πόλεμο, για την πατρίδα όπως λέει, και χάνεται ή αγνοείται όπως τους πληροφορούν, για την πατρίδα. Δεύτερος γιος ο Σεμάργια ο πονηρός, που τα καταφέρνει να φύγει στην Αμερική, γιατί καλύτερα λιποτάκτης παρά στον πόλεμο με τα στρατεύματα της τσαρικής Ρωσίας. Η κόρη η Μύριαμ, επιπόλαιη, και με πρόωρη ερωτική συμπεριφορά, που θλίβει τους γονείς , και τέλος το στερνοπαίδι τους, ο Μενουχίμ, Χ  που γεννήθηκε άλαλο, σακάτικο και ίσα που προφέρει μια και μοναδική λέξη, τη λέξη «μαμά». Το σακάτικο παιδί που το χλευάζουν τα παιδιά στη γειτονιά και τα αδέλφια ντρέπονται∙  η ντελικάτη Μύριαμ με την καρδιά της σφιγμένη από φρίκη και μίσος κοντά στον γελοίο αδελφό της. Όσο για τ’ αγόρια τον άρπαξαν μια μέρα από τα στραβά του πόδια και  έχωναν το κεφάλι ξανά και ξανά, σε ένα βαρέλι με βρόχινο νερό, γεμάτο σκουλήκια και σκουπίδια με την ελπίδα  ότι θα πεθάνει. Ο Μενουχίμ επέζησε. Γερός σακάτης. Η Δεβώρα ζούσε με την ελπίδα του θαύματος, γιατί όπως της είχε πει ο ραβίνος, το παιδί θα γίνει καλά και θα διαπρέψει. Τα χρόνια περνούν τα παιδιά μεγαλώνουν, οι γονείς γερνούν και στην περίπτωση του Μέντελ και της Δεβώρα γερνούν από λύπη.
Ο Μενουχίμ ήταν ο τελευταίος, κακοφορμισμένος καρπός του κορμιού της. Ήταν λες και η κοιλιά της αρνιόταν να γεννήσει κι άλλη δυστυχία…… τα στήθια της μαράθηκαν…. Τα μεριά της βάρυναν, τα πόδια της δυσκολεύονταν να κουνηθούν, λες κι ήταν από μολύβι….. ένας τοίχος από κρύο γυαλί τη χώριζε από τον άντρα της.
Η πρόσκληση του Σαμ, έτσι λένε τώρα τον Σερμάγια στην Ν. Υόρκη, να πάνε στην Αμερική, δεν είναι μόνο ότι η Αμερική είναι ευλογημένη χώρα, δεν υπάρχει καλύτερη για τους εβραίους όπως οι γείτονες τον συμβουλεύουν, αλλά και να ξεφύγει η κόρη τους από το να πλαγιάζει με κοζάκους.
Φεύγουν οι τρεις τους, αφήνουν πίσω τον Μενουχίμ, σε μια φιλική οικογένεια που της παραχωρούν το σπίτι μαζί και το παιδί∙ δεν μπορεί να ταξιδέψει λένε.  Αποχαιρετούν τους γείτονες, το κάρο τους περιμένει. Η Δεβώρα παίρνει άλλη μια φορά τον Μενουχίμ αγκαλιά, τον καθίζει απαλά στο κατώφλι του σπιτιού. Ο γιος της θα μείνει πίσω το θαύμα δεν έγινε. Με το που ξεκινούν τα’ άλογα, εκείνη ουρλιάζει. Το κάρο σταματάει, πηδάει έξω, σωριάζεται δίπλα στον Μενουχίμ και δεν σαλεύει. Φωνάζει, χτυπιέται δέρνεται, στο τέλος παραδίνεται. 
Για τον Μέντελ η Αμερική δεν είναι πατρίδα, νιώθει διωγμένος και μόνος στους σκληρούς και απρόσωπους δρόμους της Ν. Υόρκης. Ο Σαμ στρατολογείται και σκοτώνεται για την πατρίδα, την Αμερική. Η Δεβώρα πεθαίνει ακούγοντας το κακό μαντάτο. Η Μύριαμ είναι στο ψυχιατρείο. Ο γέρος Μέντελ έχει χάσει την πίστη του, θέλει να κάψει τον Θεό. Ο Μακ φίλος του Σαμ, τον βεβαιώνει πως θα φέρει το Μενουχίμ στην Αμερική και θα τον γιατρέψουν. Ο Μέντελ κλείνει τα μάτια ήσυχα και αναπαύεται γαλήνιος.  Το παλιρροϊκό κύμα της δυστυχίας κατέπεσε και το θαύμα έγινε.

Σελ. 97. Η άνοιξη  δεν υπήρχε πια, ούτε το καλοκαίρι. Χειμώνα  έλεγε η Δεβώρα όλες τις εποχές του χρόνου. Μόνο η ελπίδα  δεν εννοούσε να πεθάνει . «θα μείνει σακάτης» έλεγαν οι γείτονες . γιατί οι γείτονες δεν είχαν πάθε κακό. Κι όποιος δεν έχει πάθει κακό, δεν πιστεύει στα θαύματα.

Σελ. 105. Φώναζε όλο και πιο συχνά τη μάνα του∙ τη μοναδικη λέξη που εδώ και χρόνια κατάφερνε να βγάζει από το στόμα του, την επαναλάμβανε ξανά και ξανά, ακόμα κι όταν η Δεβώρα δεν ήταν κοντά του. Ήταν ηλίθιος ο Μενουχίμ! Ηλίθιος! Τι εύκολα που το λέει κανείς. Αλλά ποιος ξέρει σε τι τρικυμία από φόβους κι αγωνίες παράδειρε εκείνες τις μέρες η ψυχή του Μενουχίμ – η ψυχή που ο Θεός είχε κρύψει πίσω από το αδιαπέραστο παραπέτασμα της ηλιθιότητας.  'Α, ναι ο σακάτης ο Μενουχίμ φοβόταν.