Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

ΠΡΙΝ ΕΚΕΙΝΗ ΜΕ ΓΝΩΡΙΣΕΙ, του Τζούλιαν Μπαρνς

ΠΡΙΝ ΕΚΕΙΝΗ ΜΕ ΓΝΩΡΙΣΕΙ

 του Τζούλιαν Μπαρνς (γεν.1946 Λέστερ Μεγάλης Βρετανίας)

(εκδόσεις Μεταίχμιο)



Ο Τζούλιαν Μπαρνς, ένας από τους σημαντικότερους βρετανούς συγγραφείς με διεθνή αναγνώριση, γεννήθηκε το 1946 στο Λέστερ της Μεγάλης Βρετανίας. Σπούδασε νομικά και γαλλική φιλολογία στην Οξφόρδη. Το πρώτο του μυθιστόρημα, το Metroland, εκδόθηκε το 1980. Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ απέσπασε λογοτεχνικά βραβεία στην Αγγλία, την Ιταλία και τη Γαλλία. Το 1986 η Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων των ΗΠΑ τού απένειμε το βραβείο Ε.Μ. Φόρστερ. Το 1988 χρίστηκε ιππότης του Γαλλικού Τάγματος Τεχνών και Γραμμάτων. Το μυθιστόρημά του Άρθουρ & Τζoρτζ ήταν υποψήφιο για το βραβείο Booker 2005, όπως επίσης και Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ το 1984 και το England, England το 1998. Στην τέταρτη υποψηφιότητά του για το ίδιο βραβείο, αναδείχθηκε νικητής για το μυθιστόρημά του με τίτλο Ένα κάποιο τέλος (2011).


Ο Τζούλιαν Μπαρνς, είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας με διεθνή αναγνώριση. Το βιβλίο του αυτό, αν και δραματικό, είναι γραμμένο με χιουμοριστική διάθεση και με λεπτομερείς, προκλητικές (θα έλεγα)  σεξουαλικές περιγραφές.
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα καταπιάνεται όχι απλά με τη ζήλια, αλλά με την εμμονική ερωτική ζήλια∙ ένα συναίσθημα που στην ιστορία αυτή καταλύει τη σημασία της λογικής, της διακριτικότητας, φέρνει τα πάνω  κάτω και στην περίπτωσή του ήρωα, Γκράχαμ, το ερωτικό παρελθόν της νέας του συζύγου, της Ανν, γίνεται το μαρτύριό του, για το σήμερα.

 Ας δούμε από την αρχή τι συμβαίνει στο μυαλό του άντρα, του ανθρώπου, θα έλεγα, που υποφέρει από ζήλια. Ένα συναίσθημα, που βιώνουν οι περισσότεροι άνθρωποι και είναι τουλάχιστον ενοχλητικό, για να μην πω απεχθές γι αυτόν που υφίσταται την ανάκριση- αμφισβήτηση του παθολογικά ζηλιάρη.  Ο αφηγητής, παρακολουθεί τον ήρωα Γκράχαμ  κατά  πόδας, μας λέει την ιστορία της έγγαμης ζωής του, που είναι πολύ συνηθισμένη και καθημερινή. Ο Γκράχαμ τυπικός πανεπιστημιακός καθηγητής ιστορίας,  (βαρετός, ως ο αφηγητής μάς τον παρουσιάζει) είδε σε ταινία τη δεύτερη σύζυγό του, να διαπράττει μοιχεία και κρυφογέλασε∙ δηλαδή μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είδε με τα  μάτια της μετέπειτα  σκέψης του κάτι τόσο απρεπές, αφού δεν του πέρασε από το μυαλό να κλείσει με την παλάμη του τα μάτια της ανήλικης κόρης του.

Ο Γκράχαμ χώρισε την γυναίκα του Μπάρμπαρα, γιατί ερωτεύτηκε την 30χρονη Ανν, πρώην ηθοποιό και νυν στέλεχος μόδας, που γνώρισε σ’ ένα πάρτι.  Την ερωτεύεται και αποφασίζει να εγκαταλείψει σύζυγο και κόρη και κατ’ επέκταση την βαρετή ζωή του μες την οικογένεια. Παντρεύεται την Ανν με την  οποία όχι μόνο ξανανιώνει αλλά και παρακινείται σε νέες  ερωτικές εμπειρίες. Ο Γκράχαμ  ζει ευτυχισμένος,  μέχρι που ανακαλύπτει τον παρελθόν της Ανν∙  κι αυτό άρχισε όταν η Μπάρμπαρα, υποβολιμαία σκεπτόμενη, τον προέτρεψε να συνοδεύσει την  κόρη τους σε ταινία, όπου εμφανιζόταν, σε μικρό ρόλο, η Ανν σε σεξουαλικές σκηνές∙  τότε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για τον Γκράχαμ. Παρακολουθεί όλες τις παλιές ταινίες της Ανν καθώς και των συμπρωταγωνιστών της. Ψάχνει με περισσή περιέργεια και μαθαίνει τις ζωές των πρώην εραστών της πραγματικών και  κινηματογραφικών. Ενδιαφέρεται τόσο πολύ να μαθαίνει τρόπους της σεξουαλικής ζωής τής Ανν, καθώς και των εραστών της, που παρανοϊκά σκεπτόμενος καταφεύγει σε πορνό περιοδικά και αυτοϊκανοποιείται. Τον ενδιαφέρει επίσης πολύ η ερωτική ιστορία του παρελθόντος της Ανν και των φίλων της, που πλάθει ιστορίες σεξουαλικές γι αυτούς με το μυαλό του. Έτσι, δεν αργεί να χάσει την επαφή με την πραγματικότητα και να παρουσιάσει μια έντονη ψυχοπαθολογική διαταραχή.

Στο τέλος μπροστά στα μάτια της Ανν σκοτώνει τον φίλο τους τον Τζάκ, αφού του καρφώθηκε στο  κεφάλι η υποψία ότι είχε ερωτικές σχέσεις μαζί του, και αυτοκτονεί.  

Έχοντας στο νου τα βιβλία του Τζ. Μπαρνς ο παπαγάλος του Φλωμπέρ, ένα κάποιο τέλος κ.α., λέω πως το βιβλίο αυτό δεν είναι ισάξιό τους.





Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Γραφικός χαρακτήρας του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Γραφικός χαρακτήρας 
                 του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε το 1963 στην Αθήνα. Σπούδασε τεχνολόγος μηχανικός, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αλλά από το 1991 στράφηκε στο σενάριο και στην πεζογραφία.
Βιβλία του:
-Η ενοχή των υλικών (1997, βραβείο Μ. Ράλλη)
και τα μυθιστορήματα
-Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν (1998),
-Το γονίδιο της αμφιβολίας (1999)
-Αγιογραφία (2003
-Τα παιδιά του Κάιν (2011, βραβείο Ιδρύματος Π.Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών.     

Εξήντα εφτά διηγήματα, που όπως αναφέρει στον επίλογό του ο συγγραφέας οι ιστορίες τους είναι αυτοβιογραφικές και  πέρα για πέρα αληθινές.   Τώρα είναι δεν είναι αληθινές,  καλέ μου συγγραφέα,  δεν είναι εκείνο που θα με κάνει να αλλάξω γνώμη γι αυτά τα «μπονσάι» διηγήματα, που είναι όλα σαν να έχεις στην τσέπη σου ένα μπουκαλάκι παλιού αγαπημένου αρώματος που ναι μεν τελείωσε, αλλά κρατάει γερά η μυρουδιά του. Ευκολοδιάβαστο βιβλίο, η γλώσσα ρέει καθώς και οι ιστορίες,  που όπως πολύ καλά επισημαίνει ο συγγραφέας «είναι ιστορίες μιας ανάσας οι περισσότερες από τις οποίες θα μπορούσαν να διαβαστούν άνετα ακόμα κι ανάμεσα σε δυο σταθμούς του αθηναϊκού μετρό».  Οι γειτονιές της Αθήνας εδώ και πενήντα χρόνια. Οι οικογένειες, οι γονείς, τ’ αδέλφια, οι θείες, οι θείοι, ο νονός, το καφενείο, η ταβέρνα, το κουρείο, το τηλέφωνο, που για να το ‘χεις στο σπίτι σου περίμενες δυο και τρία χρόνια να σου το συνδέσει ο ΟΤΕ, οι αδελφικοί τσακωμοί, τα παιδικάτα, το ξύλο που έπεφτε από τη μάνα και πού και πού από τον πατέρα, η εφηβεία, ο καυγάς με τον πατέρα νεαρός πλέον το μεγάλο παιδί που θυμώνει και δεν μιλιέται μαζί του, αλλά ευτυχώς πάντοτε μια μάνα βρίσκει τη χρυσή τομή, έστω και μ’ ένα ‘’αληθινό’’  ψέμα, η συνειδητοποίηση όταν γονιός είναι στην εντατική και  «πως δεν ενηλικιώνεσαι οριστικά παρά τη στιγμή που, θες δεν θες, είτε είσαι έτοιμος είτε όχι, αναλαμβάνεις τη φροντίδα των γονιών σου».
Η ανάμνηση των σπασμένων δοντιών πού πάνω στο παιχνίδι έσπρωξε ο ξάδελφος την πόρτα και η μπετούγια σου καρφώθηκε στο στόμα,  ο φόβος για τον οδοντογιατρό που σε κατάφερε να ανοίξεις το στόμα και να τραβήξει το ένατο δόντι που κρεμόταν από ένα ματωμένο νηματάκι.   οι κυνόδοντες, ένα κενό και το σφύριγμα πότε πότε στο σίγμα, μέχρι σήμερα..
Το δώρο του πατέρα στο γιο ενός κουρδιστού ρολογιού venus, και ο γιος στον δικό του γιο αργότερα, «μια απτή υπενθύμιση της διαδοχής των γενεών, της υλικής υπόστασης του ξοδεμένου χρόνου».
Ο οδηγός του σχολικού να παίρνει το μέρος της μάνας που δεν ήπιες το γάλα σου και  τη αδεία του να μπαίνεις με την κούπα στο αυτοκίνητο, το γάλα να χύνεται πάνω σου από τα τραντάγματα του αυτοκινήτου στις λακκούβες του δρόμου, να γίνεσαι το επίκεντρο της χλεύης των συμμαθητών σου και συ, για την αξιοπρέπεια και μόνο να σηκώνεις το φουστάνι της Αννούλας, να φανεί το βρακί της με τα κόκκινα λουλουδάκια, και τέλος η τιμωρία  που δεν απέφυγες, αλλά και το «μαμμόθρεφτο» που γλίτωσες. Καταράστηκες τον οδηγό,   την επόμενη χρονιά έπαθε συμφόρηση και ‘συ να υποφέρεις κρυφά ότι η κατάρα έπιασε.
Να πετάς τα βραστά αυγά, που σου ‘βαζε η μάνα για το διάλειμμα, στο σωρό της χλόης δίπλα στην εξώπορτα,  να σε παίρνει το μάτι του γείτονα μπακάλη, να σε καρφώνει στη μάνα και συ να τον καταριέσαι. Για χρόνια να μην τον πιάνει η κατάρα, να ποδηλατοδρομεί σφυρίζοντας  μελωδίες μέχρι που έγινε το πρώτο σούπερ μάρκετ στη γειτονιά και του κόπηκε το σφύριγμα.
Να καταριέσαι τον μπακάλη που ‘χε δίπλα στο μαγαζί του δωματιάκι, όπου μαζεύονταν οι φανατικοί της ρετσίνας μαζί τους ο πατέρας και με τσιμπολογήματα στη σαρδέλα, στο τυρί, στην ελιά και στο μπόλικο ψωμί, να μιλάνε με τη γλώσσα του κρασιού, να βρίζουν να τσακώνονται και το χειρότερο να σου δίνουν τις σοφές δήθεν συμβουλές τους. Και μετά να παρακαλάς τον Θεό να μην πιάσει η κατάρα που τους έδινες για τον πατέρα.
Το πρώτο σου βιβλίο δώρο του πατέρα, όχι δεν είχε κάνει εκείνος την επιλογή, μήπως ήξερε να επιλέξει; Μάλλον ο δοσάς των βιβλίων τον καθοδήγησε, όμως εσύ διαβάζοντας τον κάπτεν Νέμο και τις είκοσι χιλ. λεύγες υπό την θάλασσα του Ιουλίου Βερν, σε έκαναν να  αφηγείσαι ιστορίες, έτσι ευγνωμονείς τον πατέρα και τον βιβλιοπώλη όταν πέφτοντας στον ωκεανό της πραγματικότητας, σου έστειλαν τον Νέμο με τον ναυτίλο του να σε σώσει.
Να παίζεις πόλεμο στο ρέμα για ώρες, μακριά από το σπίτι σου, να σε περιμένουν οι γονείς αλαφιασμένοι, να σε χτυπάει με το καλώδιο του σίδερου ο πατέρας και παρόλο που πόνεσες πολύ δεν κράτησες κακία, ίσως γιατί πίσω από τον θυμό αναγνώρισες έναν ανείπωτο φόβο.
Να τσακώνεσαι με τον μικρό  αδελφό για ένα μοτεράκι από ένα αυτοκινητάκι που ξεκοιλιάσατε, δεν του το έδινες, σου πέταξε πιρούνι σου καρφώθηκε  ψηλά στο μάγουλο κάτω από το μάτι.  έφαγε πολλές τα μπούτια του κοκκίνισαν και πρήστηκαν από τις ξυλιές, μέχρι κι εσύ τον λυπήθηκες.
Να κλαις κι ο μικρός μαζί, για το κούρεμα με την ψιλή και μια τούφα να πετάει πάνω από το κούτελό σας, αλλά τι να κάνεις ο κουρέας ήταν αδελφός της μάνας σου.
Να σου ρίχνει, ο μικρός ντε, ακρίδες στην πλάτη, ήξερε πόσο τις φοβόσουν κι εσύ να τον κυνηγάς με ένα σκουριασμένο κάγκελο, του ‘ριξες κάνα δυο μέχρι να σας πάρει είδηση η μάνα∙  από τα πιο ωραία παιχνίδια ήταν που όλο και βρίσκατε .
Μια παλιά κιτρινισμένη απόδειξη εγγραφής σε καλό σχολείο, που είχε κρύψει ο πατέρας στα λιγοστά του χαρτιά και ανακάλυψες πριν πεθάνει, εσύ όμως είχες περάσει σε καλό δημόσιο σχολείο… είπαμε ο πατέρας φύλαγε τα ρούχα του για να έχει στην κυριολεξία τα μισά.
Το στήθος της Μαριάν του Ντελακρουά, οι οδαλίσκες  μισόγυμνες του Ασσουρμπανιπάλ.. τα πιο αισθησιακά θεάματα των παιδικάτων σου.
Στην οικοδομή όπου ο μικρός αδελφός κάπνιζε κρυφά μαζί με ένα μικρότερο ξάδελφο, τους έπιασες στα πράσα όμως έκανες  τον άντρα,  δήθεν ότι είχες ξανακαπνίσει και πνίγηκες από την ξινίλα του πρώτου σου Καρέλια.
Να χαλάνε τα δόντια του πατέρα, να φαφουτιάζει, να ασκημαίνει, να χαίρεται που επιτέλους φόρεσε μασέλα και να σκέπτεσαι ότι τώρα χειρότερα άσκημος κι από φαφούτης, αν και ήξερες ότι κατά βάθος η ζωή τον είχε ξεδοντιάσει.
«Τους αληθινά μεγάλους  φόβους δεν τους μοιράζεσαι… τους μεγάλους φόβους τους έχουμε ανάγκη , κατά κάποιον τρόπο μας θυμίζουν  πως είμαστε ζωντανοί».  Η φωτογραφία που σε τρόμαζε αναρτημένη στην ταβέρνα του μπάρμπα Γιάννη και όχι άδικα, κάποτε έμαθες ότι  αυτός και ο μεγάλος του γιος βασανιστές ενός στρατιώτη τα χρόνια της χούντας.

Ο πατέρας σου που σου ιστορούσε για το γουρουνόπουλο που ο δικός του πατέρας δεν ήθελε να τον υστερήσει έναντι το άλλων συγχωριανών και του ‘δωσε μαχαίρι να το σφάξει και πώς εκείνο στρίγκλισε, τσίνησε και ξέφυγε πληγωμένο.
Ο πόνος της γιαγιάς που ποτέ δεν μολογούσε μπας και μείνει πίσω η δουλειά της.
Ο σεισμός της Αθήνας και ο φόβος του παππού, που το ‘σκασε από το νοσοκομείο με τις πυτζάμες του κρατώντας το σταντ με τον ορρό.
Τον χώρο του ιδρύματος που παίζατε μπάλα μαζί με τα παιδιά του ιδρύματος, τα περισσότερα παιδιά ήταν λιγομίλητα, εκτός ενός κοντόσωμου μαυριδερού, που τον λέγατε ο βραζιλιάνος και κοκορευόταν ότι στα δέκα οχτώ του θα πάει στον πλούσιο πατέρα του στη Βραζιλία με βίλα, πισίνα, κήπο, με εξωτικά φρούτα και παπαγάλους. Τον περιγελούσατε αν κι εσύ προσευχόσουν για χάρη του στον θεό των παραμυθάδων
Ο πλούσιος γείτονας που δώρισε μια κόκκινη ΒΜW στο μοναχογιό του που πέρασε στην οδοντιατρική, ο γιος του πέθανε από ανακοπή καθώς κολυμπούσε. Μετά την κηδεία ο γείτονας έβαλε το πιστόλι κάτω από το σαγόνι. Η σφαίρα του τρύπησε τον ουρανίσκο.
Η κυρία Πίτσα "η γαλλικού", που αφού είδε και απόειδε ότι δεν θα μαθαίνατε με τίποτα τα γαλλικά, σας σύστησε τον Καμύ, τον Μπρασενς, τον Ζενέ, την Μποβουάρ, τον Σαρτρ.,  όταν στις πανελλήνιες της είπε ότι δεν έγραψες μαθηματικά σε αγκάλιασε και σου δώρισε ένα βιβλίο «η ζωή είναι αλλού» του Κούντερα, χρόνια αργότερα της χάρισες το βιβλίο σου μεταφρασμένο στα γαλλικά, το ήξερα σου είπε, δακρύζοντας.
Ήθελες να σκοτώσεις τον πατέρα σου που έσπασε την κιθάρα σου γιατί πήρες κακούς βαθμούς στις εξετάσεις.
Διεκδικητικός σαν ο πιο καλός μαθητής να κρατήσεις εσύ τη σημαία και όχι ο συμμαθητής σου που είχε μάνα δασκάλα και θείο επιθεωρητή, ο δάσκαλος σε χαστούκισε , αλλά όμως το τέλος ήταν να μαθευτεί, έτσι κρατήσατε τέσσερις, από τις τέσσερις γωνίες,  τη σημαία,  διορθώθηκε η αδικία και διεσώθη το κύρος του δασκάλου.
Η μάνα φύλαγε τις ζωγραφιές σου του νηπιαγωγείου και συ αναρωτιέσαι αν ανταποδίδεις με το να φυλάς τη στεφανιογραφία της στο ράφι με τα ντιβιντί.
Καθάριζε ο εργάτης με τα κίτρινα γάντια τα οστά του πατέρα σου, όταν κράτησε χαμογελώντας κάτι στη χούφτα του,  σας το  έδειξε, δουλεύει ακόμα, είπε και το απόθεσε σε  μια γωνιά με σεβασμό. Τι είπε ρώτησε η μάνα σου, την έσφιξες πάνω σου χωρίς να απαντήσεις σκεπτόμενος ότι  χρυσό είχε πληρώσει το ταμείο τον βηματοδότη, προφανώς άξιζε τα λεφτά του.
Ο γραφικός χαρακτήρας του πατέρα σου που έχεις την εντύπωση ότι στη ζωή  σου  πάντα προσπαθούσες να γράψεις τόσο ωραία όσο εκείνος, που δεν είχε καταφέρει να τελειώσει το σχολείο.

Νομίζω ότι έγραψα πιο πολλά απ’ ό, τι είχα σκεφτεί να γράψω στην εισήγησή μου, λίγα διηγήματα άφησα απέξω γιατί σκεφτόμουνα ότι αξίζουν οι εκπλήξεις.  Το βιβλίο θυμίζει 
τα παιδικά χρόνια των περισσοτέρων παιδιών του τόπου μας, τις γειτονιές μας, την νοοτροπία των γονιών, των γιαγιάδων και παππούδων μας.   Είμαι σίγουρη ότι θα τυλίγει μια γλυκιά νοσταλγία  τον κάθε αναγνώστη για τα παλιά, που έζησε ή άκουσε   καθώς και νέους και παιδιά, που αγαπούν να μαθαίνουν  παλιές ιστορίες  αγαπημένων συγγενών και φίλων,  να γελούν  με τις  παιδικές σκανταλιές  τους,  που εδώ που τα λέμε δεν διαφέρουν πολύ από τις  δικές τους.
                                    ----------














                                                                                                                                                                      



Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

JOSEPH ROTH - ΙΩΒ

               ΙΩΒ,  του Joseph Rot
Ο Γιόζεφ Ροτ ήταν Αυστριακός συγγραφέας και δημοσιογράφος εβραϊκής καταγωγής
Γεννήθηκε στις  2 Σεπτεμβρίου 1894,  στο Μπρόντι, Ανατολική  Γαλικία,  σημερινή Ουκρανία.        Πέθανε στις 27 Μαΐου 1939, Παρίσι, Γαλλία.

Έργα του:
·          «Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Ο ιστός της αράχνης» (εκδόσεις Κριτική, μετάφραση Τούλα Σιετή)
·          «Το συναξάρι του αγίου πότη» - εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Τούλα Σιετή)
·         «Ο θρύλος του Αγίου Πότη» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Ιώβ η ιστορία ενός απλού ανθρώπου» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Η κρύπτη των Καπουτσίνων» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Νίκος Δελιβοριάς, επιμέλεια Τούλα Σιετή)
·         «Ο βουβός προφήτης» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς)
·         «Φυγή χωρίς τέλος» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς, επιμέλεια Τούλα Σιετή)
·         «Hotel Savoy» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Η εξέγερση» (εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Δέσποινα Μάρκου)
·         «Στον εκδότη Γκούσταβ Κιπενχώυερ για τα γενέθλια των πενήντα του χρόνων» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Δεξιά κι αριστερά» (εκδόσεις Ροές, μετάφραση Πελαγία Τσινάρη)
·         «Χίλιες και δύο νύχτες« (εκδόσεις Ολκός, μετάφραση Γιώργος Δεπάστας)
·         Der Leviathan, («Ο Λεβιάθαν», εκδόσεις Ροές, μετάφραση Πελαγία Τσινάρη)
·         «Η ομολογία ενός δολοφόνου μέσα σε μια νύχτα» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)


Ο συγγραφέας Γιόσεφ Ροτ, εβραϊκής καταγωγής, με γραφή ποιητική, τραγικά συναισθηματική,  μας ζωντανεύει μέσα από την ιστορία του ευσεβούς ιεροδιδασκάλου Μέντελ Σίνγκερ και της οικογένειάς του, στα γκέτο του Τσούχνοβο της Ρωσικής αυτοκρατορίας, την ιστορία των εβραίων χωρίς πατρίδα, τον εξοστρακισμό τους από τον τόπο που γεννιούνται, που ανδρώνονται, την οικογενειακή εστία  που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν και τα βάσανα του ήρωα της ιστορίας, ως η παραβολή του πολύπαθου Ιώβ της παλαιάς διαθήκης. Τον  Μέντελ Σίνγκερ βαραίνουν οι ατυχίες, οι θάνατοι, οι αρρώστιες, η φτώχεια, οι ενοχές όμως πιστεύει στον Θεό και περιμένει το θαύμα του μέρα τη μέρα ώρα την ώρα, μέχρι που τα χρόνια έσπρωχναν το θαύμα μακριά τόσο που χανόταν, και ‘κείνος στα εξήντα του χρόνια χάνει την πίστη, θέλει να τα κάψει όλα και φωνάζει:
 «Δεν θέλω να κάψω ένα μόνο σπίτι, δεν θέλω να κάψω έναν μόνον άνθρωπο. Θα τα χάσετε, αν σας πω τι είχα κατά νου να κάψω. Θα τα χάσετε και θα πείτε: τρελάθηκε κι ο Μέντελ, σαν την κόρη του. Αλλά σας βεβαιώνω: δεν είμαι τρελός. Τρελός ήμουν. Πάνω από εξήντα χρόνια ήμουν τρελός, σήμερα δε είμαι». –Πες μας λοιπόν, τι θέλεις να κάψεις! -  «Τον Θεό! Θέλω να κάψω τον Θεό!»
Η οικογένεια του Μέντελ απαρτίζεται από πέντε άτομα: τη γυναίκα του τη Δεβώρα πληγωμένη από τα δεινά της οικογένειας, τον Γιόναν, πρώτος γιος, που είναι δυνατός σαν αρκούδα και παρά της πατρικές παραινέσεις να μην στρατευτεί,  πηγαίνει στον πόλεμο, για την πατρίδα όπως λέει, και χάνεται ή αγνοείται όπως τους πληροφορούν, για την πατρίδα. Δεύτερος γιος ο Σεμάργια ο πονηρός, που τα καταφέρνει να φύγει στην Αμερική, γιατί καλύτερα λιποτάκτης παρά στον πόλεμο με τα στρατεύματα της τσαρικής Ρωσίας. Η κόρη η Μύριαμ, επιπόλαιη, και με πρόωρη ερωτική συμπεριφορά, που θλίβει τους γονείς , και τέλος το στερνοπαίδι τους, ο Μενουχίμ, Χ  που γεννήθηκε άλαλο, σακάτικο και ίσα που προφέρει μια και μοναδική λέξη, τη λέξη «μαμά». Το σακάτικο παιδί που το χλευάζουν τα παιδιά στη γειτονιά και τα αδέλφια ντρέπονται∙  η ντελικάτη Μύριαμ με την καρδιά της σφιγμένη από φρίκη και μίσος κοντά στον γελοίο αδελφό της. Όσο για τ’ αγόρια τον άρπαξαν μια μέρα από τα στραβά του πόδια και  έχωναν το κεφάλι ξανά και ξανά, σε ένα βαρέλι με βρόχινο νερό, γεμάτο σκουλήκια και σκουπίδια με την ελπίδα  ότι θα πεθάνει. Ο Μενουχίμ επέζησε. Γερός σακάτης. Η Δεβώρα ζούσε με την ελπίδα του θαύματος, γιατί όπως της είχε πει ο ραβίνος, το παιδί θα γίνει καλά και θα διαπρέψει. Τα χρόνια περνούν τα παιδιά μεγαλώνουν, οι γονείς γερνούν και στην περίπτωση του Μέντελ και της Δεβώρα γερνούν από λύπη.
Ο Μενουχίμ ήταν ο τελευταίος, κακοφορμισμένος καρπός του κορμιού της. Ήταν λες και η κοιλιά της αρνιόταν να γεννήσει κι άλλη δυστυχία…… τα στήθια της μαράθηκαν…. Τα μεριά της βάρυναν, τα πόδια της δυσκολεύονταν να κουνηθούν, λες κι ήταν από μολύβι….. ένας τοίχος από κρύο γυαλί τη χώριζε από τον άντρα της.
Η πρόσκληση του Σαμ, έτσι λένε τώρα τον Σερμάγια στην Ν. Υόρκη, να πάνε στην Αμερική, δεν είναι μόνο ότι η Αμερική είναι ευλογημένη χώρα, δεν υπάρχει καλύτερη για τους εβραίους όπως οι γείτονες τον συμβουλεύουν, αλλά και να ξεφύγει η κόρη τους από το να πλαγιάζει με κοζάκους.
Φεύγουν οι τρεις τους, αφήνουν πίσω τον Μενουχίμ, σε μια φιλική οικογένεια που της παραχωρούν το σπίτι μαζί και το παιδί∙ δεν μπορεί να ταξιδέψει λένε.  Αποχαιρετούν τους γείτονες, το κάρο τους περιμένει. Η Δεβώρα παίρνει άλλη μια φορά τον Μενουχίμ αγκαλιά, τον καθίζει απαλά στο κατώφλι του σπιτιού. Ο γιος της θα μείνει πίσω το θαύμα δεν έγινε. Με το που ξεκινούν τα’ άλογα, εκείνη ουρλιάζει. Το κάρο σταματάει, πηδάει έξω, σωριάζεται δίπλα στον Μενουχίμ και δεν σαλεύει. Φωνάζει, χτυπιέται δέρνεται, στο τέλος παραδίνεται. 
Για τον Μέντελ η Αμερική δεν είναι πατρίδα, νιώθει διωγμένος και μόνος στους σκληρούς και απρόσωπους δρόμους της Ν. Υόρκης. Ο Σαμ στρατολογείται και σκοτώνεται για την πατρίδα, την Αμερική. Η Δεβώρα πεθαίνει ακούγοντας το κακό μαντάτο. Η Μύριαμ είναι στο ψυχιατρείο. Ο γέρος Μέντελ έχει χάσει την πίστη του, θέλει να κάψει τον Θεό. Ο Μακ φίλος του Σαμ, τον βεβαιώνει πως θα φέρει το Μενουχίμ στην Αμερική και θα τον γιατρέψουν. Ο Μέντελ κλείνει τα μάτια ήσυχα και αναπαύεται γαλήνιος.  Το παλιρροϊκό κύμα της δυστυχίας κατέπεσε και το θαύμα έγινε.

Σελ. 97. Η άνοιξη  δεν υπήρχε πια, ούτε το καλοκαίρι. Χειμώνα  έλεγε η Δεβώρα όλες τις εποχές του χρόνου. Μόνο η ελπίδα  δεν εννοούσε να πεθάνει . «θα μείνει σακάτης» έλεγαν οι γείτονες . γιατί οι γείτονες δεν είχαν πάθε κακό. Κι όποιος δεν έχει πάθει κακό, δεν πιστεύει στα θαύματα.

Σελ. 105. Φώναζε όλο και πιο συχνά τη μάνα του∙ τη μοναδικη λέξη που εδώ και χρόνια κατάφερνε να βγάζει από το στόμα του, την επαναλάμβανε ξανά και ξανά, ακόμα κι όταν η Δεβώρα δεν ήταν κοντά του. Ήταν ηλίθιος ο Μενουχίμ! Ηλίθιος! Τι εύκολα που το λέει κανείς. Αλλά ποιος ξέρει σε τι τρικυμία από φόβους κι αγωνίες παράδειρε εκείνες τις μέρες η ψυχή του Μενουχίμ – η ψυχή που ο Θεός είχε κρύψει πίσω από το αδιαπέραστο παραπέτασμα της ηλιθιότητας.  'Α, ναι ο σακάτης ο Μενουχίμ φοβόταν.


                   



Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Νοέμβριος - Γιώργος Σκαμπαρδώνης

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης (Θεσσαλονίκη, 1953) είναι πεζογράφος, δημοσιογράφος της Θεσσαλονίκης και σεναριογράφος.
Έργα του.
·         Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό, Ιανός 1989
·         Η ψίχα της μεταλαβιάς. Ακριανή λωρίδα, Καστανιώτης 1990
·         Η στενωπός των υφασμάτων, Καστανιώτης 1992
·         Πάλι κεντάει ο στρατηγός, Καστανιώτης 1996
·         Γερνάω επιτυχώς, Κέδρος 2000
·         Ουζερί Τσιτσάνης, Κέδρος 2001
·         Επί ψύλλου κρεμάμενος, Κέδρος 2003
·         Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου, Κέδρος 2006
·         Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας, Ελληνικά Γράμματα 2008
·         Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος, Ελληνικά Γράμματα 2009
·         Περιπολών περί πολλών τυρβάζω, Πατάκης 2011
·         Ουζερί Τσιτσάνης, Πατάκης 2013
·         Νοέμβριος, Πατάκης 2014
               κ.α.
Αγαπημένος συγγραφέας, παραδοσιακός και μοντέρνος, μαγικός και πραγματικός, συγκινητικός όσο και σαρκαστικός, ποιητικός, νοσταλγικός τόσο που σε παρασύρει και ζεις και αγαπάς, τους ήρωές του, τους  γενέθλιους τόπους τους, τα πράγματα, τα ζώα, που μπορεί , ως πορευτικός, να έζησε, να αγάπησε, ή να μελέτησε άλλους που έζησαν, άφησαν ανεξίτηλα ίχνη και ο συγγραφέας μας παρακινεί να τα’ ακολουθήσουμε με την υπέροχη αφηγηματική, Σκαμπαρδωνική του γλώσσα. Σκέψεις μου για το βιβλίο του «Νοέμβριος», που διάβασα πριν από δυο χρόνια και το ξεφυλλίζω τώρα ώστε να το ερμηνεύσουμε αύριο με την ομάδα βιβλιόφιλων Διονύσου.
Τριάντα τρία διηγήματα μικρής φόρμας, ως η επονομασία των μικρών διηγημάτων, που όπως φωνάζει το βιβλίο αρέσει πολύ στον συγγραφέα.

Για τον τίτλο του βιβλίου ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης δηλώνει:
 «Από άποψη ηλικίας είμαι λίγο πριν τον Δεκέμβριο. Αλλά «Νοέμβριος» είναι και μια αίσθηση, τωρινά και παλαιά ρίγη, αναστοχασμός, εγκλεισμός, καταβύθιση. Η ψυχή μου είχε γίνει κουβάρι κι ήθελα να λυτρωθώ. Να μιλήσω τραυλά, αποσπασματικά, σταυρωτά, για τους μεγάλους δασκάλους, τον Μανουήλ Πανσέληνο, τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Τάκη Κανελλόπουλο και άλλους. Για εκείνους που μ’ έμαθαν γράμματα στο δημοτικό. Για τους χριστιανούς και τους εβραίους, για τα επιφανή καταστήματα της μνήμης, όπως το βιβλιοπωλείο Μόλχο και το Ντορέ. Για τα μυθικά φαρμακεία της Θεσσαλονίκης. Για τη γυναίκα και το αίνιγμά της. Να υμνήσω δουλοπρεπώς τα σκυλιά, τους σκαντζόχοιρους, τα τρυγόνια κι άλλα ζώα που σέβομαι. Να μιλήσω, μεθυσμένος, για τους φίλους και τους συγγενείς».
Αυτόλυκος:  χαρακτήρας η φύση, το ζώο, ο άνθρωπος, η ελευθερία  άλλά και ο απειλητικός τρόμος της μοναξιάς.
«Τα λυκόσκυλα, φύτρα του και δωσίλογοi, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι. Το ‘χει  δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσοπάνη».
Θαμπό φανάρι: Αηδόνια, γουρούνια, άνθρωπος ο εκτελεστής των γουρουνιών. Απάνθρωπη η εκτέλεση, ο τρόμος του θανάτου ίσως αν τα γουρούνια είχαν φτερά να ‘χαν ξεφύγει όπως τα αηδόνια, που πετούν τραγουδώντας. 
«Τα ζώα σκλήριζαν, γρύλιζαν, χτυπιόντουσαν, άφριζαν, έκλαιγαν, παγιδευμένα στη μοίρα τους…..  μαζί με τα μουγκρητά των γουρουνιών ακούγονταν να τραγουδούν ευτυχισμένα αηδόνια, πολλά αηδόνια, συνέχεια, ακατάπαυτα».
Το ελάχιστο: «Διάβαζα ένα τεράστιο μυθιστόρημα που δεν διαβάζεται. Κουράστηκα. Μπάφιασα. Πόθησα την απόλαυση του συμπυκνωμένου ελάχιστου –θυμήθηκα τον παππού μου τον Θόδωρο, που στην Αρετσού της Πόλης, κάποτε, επί ώρες έπινε μιαν ολόκληρη νταμιτζάνα ούζο χωρίς ψωμί, χωρίς μεζέ, χωρίς τίποτε, παρά γλείφοντας μόνο το κεφάλι ενός παστωμένου τσίρου»

Στη σκάλα του Μόχλο:  Νοσταλγία για αγαπημένους και άξιους, θύμησες για Ναζί και καταδότες…
 Το βιβλιοπωλείο του Μόχλο, δυο χρόνια κλειστό και γκρίζο, το παλιό βιβλιοπωλείο, των εκατόν είκοσι πέντε χρόνων, όπου αποφεύγει ο αφηγητής μας να περνάει απ’ εκεί γιατί καίγεται η καρδιά του. Το βιβλιοπωλείο του Μόχλο με το θρυλικό πατάρι. Και ξάφνου να ‘το φωτισμένο, κόσμος πολύς. Τα ράφια γεμάτα βιβλία. Στην υποδοχή ο κατοχικός ραβίνος Κόρετζ, μέσα γνωστοί Θεσσαλονικείς Εβραίοι, άλλοι κοκαλιασμένοι, άλλοι ημιθανείς, ντυμένοι με τις ριγέ στολές στρατοπέδων. Να και ο μηχανικός  Σαμ Προφέτα του κιν/φου Ολύμπια, ο συγγραφέας Nehama, οι αδελφοί Κοέν …. Μερικά πρόσωπα χαρούμενα, άλλα αποτρόπαια…. Η σαπισμένη σκάλα γκρεμίζεται, ο κόσμος καταρρέει μαζί της…. Σηκώνεται σκόνη απ’ το δάπεδο, αρχαία σκόνη, γκρίζα.

Στο ΑΤΜ που δίνει ποιήματα: το μηχάνημα που περιέχει ένα εκατομμύριο ποιήματα, γνωστών και αγνώστων ποιητών. Πατάει ο αφηγητής μας στα πλήκτρα ΑΓΝΩΣΤΟΥ, βγάζει  η μηχανή, τυπωμένο σε χαρτί,  ποίημα, είκοσι στροφών του άγνωστου ποιητή με τίτλο:
 Ία MADRE PERLA.
Αφιερωμένο στην Ία την αγαπημένη του ποιητή, του κάθε ερωτευμένου ποιητή θα πρόσθετα.

Επιλέγω  τρεις στροφές:
 Γυαλιστερό κοχύλι της Ερυθράς Θαλάσσης / MADRE PERLA-Μαργαριτομήτωρ

Είσαι ζεστή σαν την κοιλιά μικρής δικαοχτούρας/
Θηλαρχή έφηβης/
κι άνθος αραβοσίτου

Κανείς δεν φτιάχνει σαν κι εσένα /
τις  τηγανητές πατάτες – με γνή σιο ελαιόλαδο

Ο κύριος Cricket ίπταται:  Ορατή η αγάπη του συγγραφέα για τα ζώα και σ’ αυτό το διήγημα για το έντομο το τριζόνι, τον βάζει σε κλουβί ευρύχωρο, τον έχει σαν ραδιόφωνο μόνο που τραγουδάει συνέχεια το ίδιο μοτίβο, ένας δυνατός θόρυβος το σταματάει, μα ξαναρχίζει το ίδιο και το ίδιο, σταματάει απότομα με τη ροκ μουσική και τους “Crickets”  και ξαναρχίζει το τραγούδι με μελωδίες ή όπερες και ιδιαίτερα με την όπερα «Ξέρξης» του Χέντελ. Ναι στο τέλος ο καλός μας αφηγητής αφήνει τον κύριο Cricket σ’ ένα κλαδί δαμασκηνιάς. Το τριζόνι απογειώνεται και
«ύστερα από τρεις μήνες αιχμαλωσία και σχεδόν ακινησία, πρώτα έρχεται η πτήση, η ελευθερία, και μετά το τραγούδι και οι γυναίκες. Πετάει συνέχεια».

Ο  καστανάς της Β’ Δημοτικού:  Ο αφηγητής μας λέει ότι βλέπει τον καστανά, ίδιος ως της εικόνας του αναγνωστικού της Β’ Δημοτικού, ζωγραφισμένη από τον Γιώργο Μανουσάκη. Αγοράζει παραξενεμένος κάστανα και ενώ τα τρώει ξεφυσώντας βλέπει να έρχεται ο διευθυντής του δημοτικού σχολείου, ο κ. Παπαστρατηγόπουλος, βλοσυρός με τον χάρακα στα χέρια, και του φωνάζει: -Σκαμπαρδώνη, πως λέμε τα κάστανα στα αρχαία;-  «Άρχισαν να τρέμουν τα πόδια μου. Βουβάθηκα. Ξεροκατάπια. Με κοιτάζει επιτιμητικά και συνεχίζει: «Διός κάρυα. Πενήντα χρόνια πέρασαν κι ακόμα δεν το ‘μαθες;»
                   ……

Ο Κυρ Μανουήλ Πανσέληνος δεσπόζει:             
Συνεχίζει ο Γιώργος Σκαμαρδώνης με τον γέροντα του Αγ. Όρους που τους ξεναγεί σε έναν υπόγειο ναΐσκο όπου βρίσκεται η ωραιότατη εικόνα του Χριστού-Παντοκράτορος και τους λέει .  «Είναι έργο του κυρ Μανουήλ Πανσέληνου»……………. Δεκαεφτά  χρόνια φυλάω αυτήν την υπόγεια εκκλησιά……  και θαυμάζω τον Παντοκράτορα στον τρούλο. Σκέφτομαι πως αμαρτάνω: πως, πιο πολύ κι από τον ίδιο τον Χριστό, αγαπώ πλέον τον κυρ Μανουήλ Πανσέληνο.


 Και συνεχίζει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης :

-Με έναν μοναχικό λατερνατζή που εγκλωβισμένος στο ασανσέρ, γλυκαίνει καρδιές με τα τραγούδια της λατέρνας του.

-Με τις νευρώσεις του πατέρα του Δημήτρη Μόσιαλου, που έχει ψύχωση με την τάξη και βασάνιζε όλους στην οικογένεια.

-Το χαλάζι που πέφτει ρουκετηδόν καταπάνω στον μοτοσικλετιστή σαν κατάλευκα διαμαντικά…. Μέχρι που βγάζει το μπουφάν για να τον βρει το χαλάζι κατάσαρκα και θυμάται κάτι που έγραψε ο Θανάσης Τζούλης: «Είμαι ένας καντηλανάφτης που γδύνεται μες στο  ποίημα».

-Η εικόνα του Αγ. Γιώργη με φουστανέλα.

-Το κέικ του θείου σε σχήμα  σκαντζόχοιρου.

-Ο βιοτέχνης των κοκάλων παπουτσιών.

-Ο Γιάννη, Ψύλλος το παρατσούκλι του, που είχε μανία με τα γυναικεία στήθη. Και τι είδε κάτω από το σουτιέν της εκρηκτικής, για τους διάσημους μαστούς της, τραγουδίστριας.
- Οι νυχτερίδες που ανεβοκατέβαιναν στον αέρα διαγράφοντας νευρικές τεθλασμένες πορείες..
-το πανέμορφο φαρμακείο του Λαοκόωντα Σαπουτζή, το βάμμα ηλιοτροπίου, η σόδα, η μεταμόρφωση σ’ ένα κρυστάλλινο, πρωσικό μπλε βαθύ ουλτραμαρίνο.
-Άρης – Πάοκ, με γερμανό διαιτητή και τι κρύβεται κάτω από το γήπεδο..
-Το παιδί που βγάζει βόλτα ένα σκύλο με λαιμαριά σκύλου, χωρίς σκύλο.
-τα αυγά σουπιάς και η δολοφονία του αμερικάνου Τζωρτζ Πολκ.
-Ένας γύφτος κλαριντζής.
-Η μακεδονική στολή του τσολιά, του παππού του Στέργιου Τσιούμα.
-ώσπερ πελεκάν, ο θρηνικός ύμνος.
-ο σκηνοθέτης Τάκης Κανελλόπουλος στο «Ντορέ»
-Ο γέρος που ταϊζει μυρμήγκια.
-Το ιαματικό νερό της Ν.Απολλωνίας.
-Ο συνταξιούχος και τα ποτηράκια από ασημόχαρτο στο ταβάνι.
-Ο Σπύρος ο κορνιζάς και η αιτία για την αγάπη του σε μια αφίσσα.
-Ο Σμυρναίος διακοσμητής όπλων και ο Τούρκος τσαούσης.
-στην καταπράσινη πλαγιά τα φωτοβολταϊκά πάνελ.
-το φαρμακείο Πεντζίκη και το Αλγκόν.
-Οι μεθυσμένοι και τα στεφάνια του Ηρώου των Πεσόντων.
-Ο παπάς που ψαρεύει παρέα με τα δελφίνια.

Ένα βιβλίο εκατόν πενήντα περίπου σελίδων που αξίζει να διαβαστεί.