Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

JOSEPH ROTH - ΙΩΒ

               ΙΩΒ,  του Joseph Rot
Ο Γιόζεφ Ροτ ήταν Αυστριακός συγγραφέας και δημοσιογράφος εβραϊκής καταγωγής
Γεννήθηκε στις  2 Σεπτεμβρίου 1894,  στο Μπρόντι, Ανατολική  Γαλικία,  σημερινή Ουκρανία.        Πέθανε στις 27 Μαΐου 1939, Παρίσι, Γαλλία.

Έργα του:
·          «Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Ο ιστός της αράχνης» (εκδόσεις Κριτική, μετάφραση Τούλα Σιετή)
·          «Το συναξάρι του αγίου πότη» - εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Τούλα Σιετή)
·         «Ο θρύλος του Αγίου Πότη» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Ιώβ η ιστορία ενός απλού ανθρώπου» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Η κρύπτη των Καπουτσίνων» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Νίκος Δελιβοριάς, επιμέλεια Τούλα Σιετή)
·         «Ο βουβός προφήτης» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς)
·         «Φυγή χωρίς τέλος» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς, επιμέλεια Τούλα Σιετή)
·         «Hotel Savoy» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Η εξέγερση» (εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Δέσποινα Μάρκου)
·         «Στον εκδότη Γκούσταβ Κιπενχώυερ για τα γενέθλια των πενήντα του χρόνων» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Δεξιά κι αριστερά» (εκδόσεις Ροές, μετάφραση Πελαγία Τσινάρη)
·         «Χίλιες και δύο νύχτες« (εκδόσεις Ολκός, μετάφραση Γιώργος Δεπάστας)
·         Der Leviathan, («Ο Λεβιάθαν», εκδόσεις Ροές, μετάφραση Πελαγία Τσινάρη)
·         «Η ομολογία ενός δολοφόνου μέσα σε μια νύχτα» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)


Ο συγγραφέας Γιόσεφ Ροτ, εβραϊκής καταγωγής, με γραφή ποιητική, τραγικά συναισθηματική,  μας ζωντανεύει μέσα από την ιστορία του ευσεβούς ιεροδιδασκάλου Μέντελ Σίνγκερ και της οικογένειάς του, στα γκέτο του Τσούχνοβο της Ρωσικής αυτοκρατορίας, την ιστορία των εβραίων χωρίς πατρίδα, τον εξοστρακισμό τους από τον τόπο που γεννιούνται, που ανδρώνονται, την οικογενειακή εστία  που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν και τα βάσανα του ήρωα της ιστορίας, ως η παραβολή του πολύπαθου Ιώβ της παλαιάς διαθήκης. Τον  Μέντελ Σίνγκερ βαραίνουν οι ατυχίες, οι θάνατοι, οι αρρώστιες, η φτώχεια, οι ενοχές όμως πιστεύει στον Θεό και περιμένει το θαύμα του μέρα τη μέρα ώρα την ώρα, μέχρι που τα χρόνια έσπρωχναν το θαύμα μακριά τόσο που χανόταν, και ‘κείνος στα εξήντα του χρόνια χάνει την πίστη, θέλει να τα κάψει όλα και φωνάζει:
 «Δεν θέλω να κάψω ένα μόνο σπίτι, δεν θέλω να κάψω έναν μόνον άνθρωπο. Θα τα χάσετε, αν σας πω τι είχα κατά νου να κάψω. Θα τα χάσετε και θα πείτε: τρελάθηκε κι ο Μέντελ, σαν την κόρη του. Αλλά σας βεβαιώνω: δεν είμαι τρελός. Τρελός ήμουν. Πάνω από εξήντα χρόνια ήμουν τρελός, σήμερα δε είμαι». –Πες μας λοιπόν, τι θέλεις να κάψεις! -  «Τον Θεό! Θέλω να κάψω τον Θεό!»
Η οικογένεια του Μέντελ απαρτίζεται από πέντε άτομα: τη γυναίκα του τη Δεβώρα πληγωμένη από τα δεινά της οικογένειας, τον Γιόναν, πρώτος γιος, που είναι δυνατός σαν αρκούδα και παρά της πατρικές παραινέσεις να μην στρατευτεί,  πηγαίνει στον πόλεμο, για την πατρίδα όπως λέει, και χάνεται ή αγνοείται όπως τους πληροφορούν, για την πατρίδα. Δεύτερος γιος ο Σεμάργια ο πονηρός, που τα καταφέρνει να φύγει στην Αμερική, γιατί καλύτερα λιποτάκτης παρά στον πόλεμο με τα στρατεύματα της τσαρικής Ρωσίας. Η κόρη η Μύριαμ, επιπόλαιη, και με πρόωρη ερωτική συμπεριφορά, που θλίβει τους γονείς , και τέλος το στερνοπαίδι τους, ο Μενουχίμ, Χ  που γεννήθηκε άλαλο, σακάτικο και ίσα που προφέρει μια και μοναδική λέξη, τη λέξη «μαμά». Το σακάτικο παιδί που το χλευάζουν τα παιδιά στη γειτονιά και τα αδέλφια ντρέπονται∙  η ντελικάτη Μύριαμ με την καρδιά της σφιγμένη από φρίκη και μίσος κοντά στον γελοίο αδελφό της. Όσο για τ’ αγόρια τον άρπαξαν μια μέρα από τα στραβά του πόδια και  έχωναν το κεφάλι ξανά και ξανά, σε ένα βαρέλι με βρόχινο νερό, γεμάτο σκουλήκια και σκουπίδια με την ελπίδα  ότι θα πεθάνει. Ο Μενουχίμ επέζησε. Γερός σακάτης. Η Δεβώρα ζούσε με την ελπίδα του θαύματος, γιατί όπως της είχε πει ο ραβίνος, το παιδί θα γίνει καλά και θα διαπρέψει. Τα χρόνια περνούν τα παιδιά μεγαλώνουν, οι γονείς γερνούν και στην περίπτωση του Μέντελ και της Δεβώρα γερνούν από λύπη.
Ο Μενουχίμ ήταν ο τελευταίος, κακοφορμισμένος καρπός του κορμιού της. Ήταν λες και η κοιλιά της αρνιόταν να γεννήσει κι άλλη δυστυχία…… τα στήθια της μαράθηκαν…. Τα μεριά της βάρυναν, τα πόδια της δυσκολεύονταν να κουνηθούν, λες κι ήταν από μολύβι….. ένας τοίχος από κρύο γυαλί τη χώριζε από τον άντρα της.
Η πρόσκληση του Σαμ, έτσι λένε τώρα τον Σερμάγια στην Ν. Υόρκη, να πάνε στην Αμερική, δεν είναι μόνο ότι η Αμερική είναι ευλογημένη χώρα, δεν υπάρχει καλύτερη για τους εβραίους όπως οι γείτονες τον συμβουλεύουν, αλλά και να ξεφύγει η κόρη τους από το να πλαγιάζει με κοζάκους.
Φεύγουν οι τρεις τους, αφήνουν πίσω τον Μενουχίμ, σε μια φιλική οικογένεια που της παραχωρούν το σπίτι μαζί και το παιδί∙ δεν μπορεί να ταξιδέψει λένε.  Αποχαιρετούν τους γείτονες, το κάρο τους περιμένει. Η Δεβώρα παίρνει άλλη μια φορά τον Μενουχίμ αγκαλιά, τον καθίζει απαλά στο κατώφλι του σπιτιού. Ο γιος της θα μείνει πίσω το θαύμα δεν έγινε. Με το που ξεκινούν τα’ άλογα, εκείνη ουρλιάζει. Το κάρο σταματάει, πηδάει έξω, σωριάζεται δίπλα στον Μενουχίμ και δεν σαλεύει. Φωνάζει, χτυπιέται δέρνεται, στο τέλος παραδίνεται. 
Για τον Μέντελ η Αμερική δεν είναι πατρίδα, νιώθει διωγμένος και μόνος στους σκληρούς και απρόσωπους δρόμους της Ν. Υόρκης. Ο Σαμ στρατολογείται και σκοτώνεται για την πατρίδα, την Αμερική. Η Δεβώρα πεθαίνει ακούγοντας το κακό μαντάτο. Η Μύριαμ είναι στο ψυχιατρείο. Ο γέρος Μέντελ έχει χάσει την πίστη του, θέλει να κάψει τον Θεό. Ο Μακ φίλος του Σαμ, τον βεβαιώνει πως θα φέρει το Μενουχίμ στην Αμερική και θα τον γιατρέψουν. Ο Μέντελ κλείνει τα μάτια ήσυχα και αναπαύεται γαλήνιος.  Το παλιρροϊκό κύμα της δυστυχίας κατέπεσε και το θαύμα έγινε.

Σελ. 97. Η άνοιξη  δεν υπήρχε πια, ούτε το καλοκαίρι. Χειμώνα  έλεγε η Δεβώρα όλες τις εποχές του χρόνου. Μόνο η ελπίδα  δεν εννοούσε να πεθάνει . «θα μείνει σακάτης» έλεγαν οι γείτονες . γιατί οι γείτονες δεν είχαν πάθε κακό. Κι όποιος δεν έχει πάθει κακό, δεν πιστεύει στα θαύματα.

Σελ. 105. Φώναζε όλο και πιο συχνά τη μάνα του∙ τη μοναδικη λέξη που εδώ και χρόνια κατάφερνε να βγάζει από το στόμα του, την επαναλάμβανε ξανά και ξανά, ακόμα κι όταν η Δεβώρα δεν ήταν κοντά του. Ήταν ηλίθιος ο Μενουχίμ! Ηλίθιος! Τι εύκολα που το λέει κανείς. Αλλά ποιος ξέρει σε τι τρικυμία από φόβους κι αγωνίες παράδειρε εκείνες τις μέρες η ψυχή του Μενουχίμ – η ψυχή που ο Θεός είχε κρύψει πίσω από το αδιαπέραστο παραπέτασμα της ηλιθιότητας.  'Α, ναι ο σακάτης ο Μενουχίμ φοβόταν.


                   



Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Νοέμβριος - Γιώργος Σκαμπαρδώνης

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης (Θεσσαλονίκη, 1953) είναι πεζογράφος, δημοσιογράφος της Θεσσαλονίκης και σεναριογράφος.
Έργα του.
·         Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό, Ιανός 1989
·         Η ψίχα της μεταλαβιάς. Ακριανή λωρίδα, Καστανιώτης 1990
·         Η στενωπός των υφασμάτων, Καστανιώτης 1992
·         Πάλι κεντάει ο στρατηγός, Καστανιώτης 1996
·         Γερνάω επιτυχώς, Κέδρος 2000
·         Ουζερί Τσιτσάνης, Κέδρος 2001
·         Επί ψύλλου κρεμάμενος, Κέδρος 2003
·         Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου, Κέδρος 2006
·         Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας, Ελληνικά Γράμματα 2008
·         Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος, Ελληνικά Γράμματα 2009
·         Περιπολών περί πολλών τυρβάζω, Πατάκης 2011
·         Ουζερί Τσιτσάνης, Πατάκης 2013
·         Νοέμβριος, Πατάκης 2014
               κ.α.
Αγαπημένος συγγραφέας, παραδοσιακός και μοντέρνος, μαγικός και πραγματικός, συγκινητικός όσο και σαρκαστικός, ποιητικός, νοσταλγικός τόσο που σε παρασύρει και ζεις και αγαπάς, τους ήρωές του, τους  γενέθλιους τόπους τους, τα πράγματα, τα ζώα, που μπορεί , ως πορευτικός, να έζησε, να αγάπησε, ή να μελέτησε άλλους που έζησαν, άφησαν ανεξίτηλα ίχνη και ο συγγραφέας μας παρακινεί να τα’ ακολουθήσουμε με την υπέροχη αφηγηματική, Σκαμπαρδωνική του γλώσσα. Σκέψεις μου για το βιβλίο του «Νοέμβριος», που διάβασα πριν από δυο χρόνια και το ξεφυλλίζω τώρα ώστε να το ερμηνεύσουμε αύριο με την ομάδα βιβλιόφιλων Διονύσου.
Τριάντα τρία διηγήματα μικρής φόρμας, ως η επονομασία των μικρών διηγημάτων, που όπως φωνάζει το βιβλίο αρέσει πολύ στον συγγραφέα.

Για τον τίτλο του βιβλίου ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης δηλώνει:
 «Από άποψη ηλικίας είμαι λίγο πριν τον Δεκέμβριο. Αλλά «Νοέμβριος» είναι και μια αίσθηση, τωρινά και παλαιά ρίγη, αναστοχασμός, εγκλεισμός, καταβύθιση. Η ψυχή μου είχε γίνει κουβάρι κι ήθελα να λυτρωθώ. Να μιλήσω τραυλά, αποσπασματικά, σταυρωτά, για τους μεγάλους δασκάλους, τον Μανουήλ Πανσέληνο, τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Τάκη Κανελλόπουλο και άλλους. Για εκείνους που μ’ έμαθαν γράμματα στο δημοτικό. Για τους χριστιανούς και τους εβραίους, για τα επιφανή καταστήματα της μνήμης, όπως το βιβλιοπωλείο Μόλχο και το Ντορέ. Για τα μυθικά φαρμακεία της Θεσσαλονίκης. Για τη γυναίκα και το αίνιγμά της. Να υμνήσω δουλοπρεπώς τα σκυλιά, τους σκαντζόχοιρους, τα τρυγόνια κι άλλα ζώα που σέβομαι. Να μιλήσω, μεθυσμένος, για τους φίλους και τους συγγενείς».
Αυτόλυκος:  χαρακτήρας η φύση, το ζώο, ο άνθρωπος, η ελευθερία  άλλά και ο απειλητικός τρόμος της μοναξιάς.
«Τα λυκόσκυλα, φύτρα του και δωσίλογοi, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι. Το ‘χει  δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσοπάνη».
Θαμπό φανάρι: Αηδόνια, γουρούνια, άνθρωπος ο εκτελεστής των γουρουνιών. Απάνθρωπη η εκτέλεση, ο τρόμος του θανάτου ίσως αν τα γουρούνια είχαν φτερά να ‘χαν ξεφύγει όπως τα αηδόνια, που πετούν τραγουδώντας. 
«Τα ζώα σκλήριζαν, γρύλιζαν, χτυπιόντουσαν, άφριζαν, έκλαιγαν, παγιδευμένα στη μοίρα τους…..  μαζί με τα μουγκρητά των γουρουνιών ακούγονταν να τραγουδούν ευτυχισμένα αηδόνια, πολλά αηδόνια, συνέχεια, ακατάπαυτα».
Το ελάχιστο: «Διάβαζα ένα τεράστιο μυθιστόρημα που δεν διαβάζεται. Κουράστηκα. Μπάφιασα. Πόθησα την απόλαυση του συμπυκνωμένου ελάχιστου –θυμήθηκα τον παππού μου τον Θόδωρο, που στην Αρετσού της Πόλης, κάποτε, επί ώρες έπινε μιαν ολόκληρη νταμιτζάνα ούζο χωρίς ψωμί, χωρίς μεζέ, χωρίς τίποτε, παρά γλείφοντας μόνο το κεφάλι ενός παστωμένου τσίρου»

Στη σκάλα του Μόχλο:  Νοσταλγία για αγαπημένους και άξιους, θύμησες για Ναζί και καταδότες…
 Το βιβλιοπωλείο του Μόχλο, δυο χρόνια κλειστό και γκρίζο, το παλιό βιβλιοπωλείο, των εκατόν είκοσι πέντε χρόνων, όπου αποφεύγει ο αφηγητής μας να περνάει απ’ εκεί γιατί καίγεται η καρδιά του. Το βιβλιοπωλείο του Μόχλο με το θρυλικό πατάρι. Και ξάφνου να ‘το φωτισμένο, κόσμος πολύς. Τα ράφια γεμάτα βιβλία. Στην υποδοχή ο κατοχικός ραβίνος Κόρετζ, μέσα γνωστοί Θεσσαλονικείς Εβραίοι, άλλοι κοκαλιασμένοι, άλλοι ημιθανείς, ντυμένοι με τις ριγέ στολές στρατοπέδων. Να και ο μηχανικός  Σαμ Προφέτα του κιν/φου Ολύμπια, ο συγγραφέας Nehama, οι αδελφοί Κοέν …. Μερικά πρόσωπα χαρούμενα, άλλα αποτρόπαια…. Η σαπισμένη σκάλα γκρεμίζεται, ο κόσμος καταρρέει μαζί της…. Σηκώνεται σκόνη απ’ το δάπεδο, αρχαία σκόνη, γκρίζα.

Στο ΑΤΜ που δίνει ποιήματα: το μηχάνημα που περιέχει ένα εκατομμύριο ποιήματα, γνωστών και αγνώστων ποιητών. Πατάει ο αφηγητής μας στα πλήκτρα ΑΓΝΩΣΤΟΥ, βγάζει  η μηχανή, τυπωμένο σε χαρτί,  ποίημα, είκοσι στροφών του άγνωστου ποιητή με τίτλο:
 Ία MADRE PERLA.
Αφιερωμένο στην Ία την αγαπημένη του ποιητή, του κάθε ερωτευμένου ποιητή θα πρόσθετα.

Επιλέγω  τρεις στροφές:
 Γυαλιστερό κοχύλι της Ερυθράς Θαλάσσης / MADRE PERLA-Μαργαριτομήτωρ

Είσαι ζεστή σαν την κοιλιά μικρής δικαοχτούρας/
Θηλαρχή έφηβης/
κι άνθος αραβοσίτου

Κανείς δεν φτιάχνει σαν κι εσένα /
τις  τηγανητές πατάτες – με γνή σιο ελαιόλαδο

Ο κύριος Cricket ίπταται:  Ορατή η αγάπη του συγγραφέα για τα ζώα και σ’ αυτό το διήγημα για το έντομο το τριζόνι, τον βάζει σε κλουβί ευρύχωρο, τον έχει σαν ραδιόφωνο μόνο που τραγουδάει συνέχεια το ίδιο μοτίβο, ένας δυνατός θόρυβος το σταματάει, μα ξαναρχίζει το ίδιο και το ίδιο, σταματάει απότομα με τη ροκ μουσική και τους “Crickets”  και ξαναρχίζει το τραγούδι με μελωδίες ή όπερες και ιδιαίτερα με την όπερα «Ξέρξης» του Χέντελ. Ναι στο τέλος ο καλός μας αφηγητής αφήνει τον κύριο Cricket σ’ ένα κλαδί δαμασκηνιάς. Το τριζόνι απογειώνεται και
«ύστερα από τρεις μήνες αιχμαλωσία και σχεδόν ακινησία, πρώτα έρχεται η πτήση, η ελευθερία, και μετά το τραγούδι και οι γυναίκες. Πετάει συνέχεια».

Ο  καστανάς της Β’ Δημοτικού:  Ο αφηγητής μας λέει ότι βλέπει τον καστανά, ίδιος ως της εικόνας του αναγνωστικού της Β’ Δημοτικού, ζωγραφισμένη από τον Γιώργο Μανουσάκη. Αγοράζει παραξενεμένος κάστανα και ενώ τα τρώει ξεφυσώντας βλέπει να έρχεται ο διευθυντής του δημοτικού σχολείου, ο κ. Παπαστρατηγόπουλος, βλοσυρός με τον χάρακα στα χέρια, και του φωνάζει: -Σκαμπαρδώνη, πως λέμε τα κάστανα στα αρχαία;-  «Άρχισαν να τρέμουν τα πόδια μου. Βουβάθηκα. Ξεροκατάπια. Με κοιτάζει επιτιμητικά και συνεχίζει: «Διός κάρυα. Πενήντα χρόνια πέρασαν κι ακόμα δεν το ‘μαθες;»
                   ……

Ο Κυρ Μανουήλ Πανσέληνος δεσπόζει:             
Συνεχίζει ο Γιώργος Σκαμαρδώνης με τον γέροντα του Αγ. Όρους που τους ξεναγεί σε έναν υπόγειο ναΐσκο όπου βρίσκεται η ωραιότατη εικόνα του Χριστού-Παντοκράτορος και τους λέει .  «Είναι έργο του κυρ Μανουήλ Πανσέληνου»……………. Δεκαεφτά  χρόνια φυλάω αυτήν την υπόγεια εκκλησιά……  και θαυμάζω τον Παντοκράτορα στον τρούλο. Σκέφτομαι πως αμαρτάνω: πως, πιο πολύ κι από τον ίδιο τον Χριστό, αγαπώ πλέον τον κυρ Μανουήλ Πανσέληνο.


 Και συνεχίζει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης :

-Με έναν μοναχικό λατερνατζή που εγκλωβισμένος στο ασανσέρ, γλυκαίνει καρδιές με τα τραγούδια της λατέρνας του.

-Με τις νευρώσεις του πατέρα του Δημήτρη Μόσιαλου, που έχει ψύχωση με την τάξη και βασάνιζε όλους στην οικογένεια.

-Το χαλάζι που πέφτει ρουκετηδόν καταπάνω στον μοτοσικλετιστή σαν κατάλευκα διαμαντικά…. Μέχρι που βγάζει το μπουφάν για να τον βρει το χαλάζι κατάσαρκα και θυμάται κάτι που έγραψε ο Θανάσης Τζούλης: «Είμαι ένας καντηλανάφτης που γδύνεται μες στο  ποίημα».

-Η εικόνα του Αγ. Γιώργη με φουστανέλα.

-Το κέικ του θείου σε σχήμα  σκαντζόχοιρου.

-Ο βιοτέχνης των κοκάλων παπουτσιών.

-Ο Γιάννη, Ψύλλος το παρατσούκλι του, που είχε μανία με τα γυναικεία στήθη. Και τι είδε κάτω από το σουτιέν της εκρηκτικής, για τους διάσημους μαστούς της, τραγουδίστριας.
- Οι νυχτερίδες που ανεβοκατέβαιναν στον αέρα διαγράφοντας νευρικές τεθλασμένες πορείες..
-το πανέμορφο φαρμακείο του Λαοκόωντα Σαπουτζή, το βάμμα ηλιοτροπίου, η σόδα, η μεταμόρφωση σ’ ένα κρυστάλλινο, πρωσικό μπλε βαθύ ουλτραμαρίνο.
-Άρης – Πάοκ, με γερμανό διαιτητή και τι κρύβεται κάτω από το γήπεδο..
-Το παιδί που βγάζει βόλτα ένα σκύλο με λαιμαριά σκύλου, χωρίς σκύλο.
-τα αυγά σουπιάς και η δολοφονία του αμερικάνου Τζωρτζ Πολκ.
-Ένας γύφτος κλαριντζής.
-Η μακεδονική στολή του τσολιά, του παππού του Στέργιου Τσιούμα.
-ώσπερ πελεκάν, ο θρηνικός ύμνος.
-ο σκηνοθέτης Τάκης Κανελλόπουλος στο «Ντορέ»
-Ο γέρος που ταϊζει μυρμήγκια.
-Το ιαματικό νερό της Ν.Απολλωνίας.
-Ο συνταξιούχος και τα ποτηράκια από ασημόχαρτο στο ταβάνι.
-Ο Σπύρος ο κορνιζάς και η αιτία για την αγάπη του σε μια αφίσσα.
-Ο Σμυρναίος διακοσμητής όπλων και ο Τούρκος τσαούσης.
-στην καταπράσινη πλαγιά τα φωτοβολταϊκά πάνελ.
-το φαρμακείο Πεντζίκη και το Αλγκόν.
-Οι μεθυσμένοι και τα στεφάνια του Ηρώου των Πεσόντων.
-Ο παπάς που ψαρεύει παρέα με τα δελφίνια.

Ένα βιβλίο εκατόν πενήντα περίπου σελίδων που αξίζει να διαβαστεί.




Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Πατρική κληρονομιά του Φίλιπ Ροθ γεν. 1933 Νιούαρκ, Τζέρσεϊ Η.Π.Α.

Πατρική κληρονομιά
                      του Φίλιπ Ροθ
              γεν. 1933 Νιούαρκ, Τζέρσεϊ Η.Π.Α.

                                                                          εκδόσεις ΠΟΛΙΣ

Φίλιπ Ροθ: συγγραφέας, καθηγητής Πανεπιστημίου, σεναριογράφος, συγγραφέας έργων επιστημονικής φαντασίας, κ.α.

Βιβλία του:
-Αντίο Κολόμπους (διηγήματα). Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβείο Η.Π.Α.
-Ζούγκερμαν Δεσμώτης (τριλογία και επίλογος).
-Το σύνδρομο Πορτνόι.
-Αγανάκτηση.
-Φεύγει το φάντασμα.
-Το θέατρο του Σάμπαθ.  2ο Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβείο Η.Π.Α.
-Αμερικανικό ειδύλλιο.  Βραβείο Πούλιτζερ.

Τιμήθηκε: με το Εθνικό Παράσημο Τεχνών, με την υψηλότερη διάκριση της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών, με το Man Booker International Prize κ.α..

                                                          --..—

Ένα βιβλίο όπου η φωτογραφία στο εξώφυλλό του απεικονίζει τον 36εξάχρονο πατέρα Χέρμαν Ροθ, των εννιάχρονο γιο του Σάντι Ροθ, και τον τετράχρονο Φίλιπ Ροθ, συγγραφέα και αφηγητή της αληθινής αυτής ιστορίας-αυτοβιογραφίας. Χρονικό ιστορικών γεγονότων της οικογένειας και μνήμες που περιστρέφονται στη σκέψη σαν κινηματογραφική ταινία και την παρακολουθείς νοσταλγικά  με γέλιο, αγανάκτηση, δάκρυ,  ανείπωτα συναισθήματα πόνου για την απώλεια αγαπημένου προσώπου και μάλιστα γονιού.
Στο βιβλίο έχουμε το χρονικό βαριάς αρρώστιας και θανάτου του πατέρα ετών 86  γιατί όπως λέει ο συγγραφέας «ο αριθμός ογδόντα έξι επανερχόταν διαρκώς σαν πένθιμη καμπάνα…. Παραδεχόμουν πως καταλάβαινα πια ότι δεν μπορείς να έχεις πατέρα για πάντα».
Διαβάζοντας δεν κρίνεις τα έντονα συγκινησιακά συναισθήματα του συγγραφέα λογοτεχνικά, γιατί η πένα του δεν σ’ αφήνει παρά να τα νιώθεις δικά σου.
Άραγε τι μπορεί να κάνει, να δώσει να ανταποδώσει καλύτερα ένας γιος στον πατέρα, που τον ξέρει χρόνια γερό, όμορφο, ζωηρό, κεφάτο, εργατικό, ερωτικό, πεισματάρη, δοτικό στην οικογένεια, στους φίλους, όταν ο καρκίνος στον εγκέφαλο τον συρρικνώνει, τον μεταμορφώνει αλύπητα σε έναν αξιολύπητο γέροντα, έναν γέροντα που θυμίζει ελάχιστα τον εύρωστο άντρα που ήταν και τώρα μόνο  στις φωτογραφίες και στη μνήμη του παιδιού του θα υπάρχει και όπως μας λέει ο αφηγητής: .. «τον είδα καθισμένο σαν άδειο σακί στην άκρη του καναπέ».  
Ανταπόδοση λοιπόν, για τα λίγα χρόνια που του απομένουν, με στοργή, αφοσίωση κοντά του, κοντά του στα νοσοκομεία, στους γιατρούς, στους φίλους, στους περιπάτους, στήριγμα στο παραπάτημά του, παρηγοριά όταν έκλαψε που δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και αποπάτησε και βρόμισε με σκατά  τα ρούχα του και  ολόγυρα το μπάνιο. Δύναμη να τον ξεσκατίζεις, να τον πλένεις, και ο αφηγητής να επισημαίνει: «άπαξ και παρακάμψεις την αηδία και αγνοήσεις την αναγούλα και υπερπηδήσεις όλες εκείνες τις φοβίες που έχουν γιγαντωθεί σαν ταμπού, ανακαλύπτεις ένα ολόκληρο απόθεμα ζωής  που μπορείς να αγαπήσεις». Να βγάζει τη μασέλα του γιατί δεν μπορεί να στηριχτεί σωστά από το πεσμένο, από πάρεση, μισό του μούτρο, και ο αφηγητής να λέει: «παίρνοντας στο χέρι μου τη μασέλα του, έτσι όπως ήταν, με τα σάλια να στάζουν, και βάζοντάς τη στην τσέπη μου, είχα υπερπηδήσει, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, το χάσμα της σωματικής αποξένωσης που, πολύ φυσιολογικά, είχε δημιουργηθεί ανάμεσά μας από τότε που έπαψα να είμαι παιδί».
Και ο λόγος του πατέρα «Να μην ξεχνάς τίποτα» ως η καταληκτική πρόταση του βιβλίου συνάμα και οι ενοχές του συγγραφέα καθότι έγραφε το βιβλίο αυτό ενόσω ο πατέρας του άρρωστος και ετοιμοθάνατος, ας δούμε πως το εκφράζει ο ίδιος ο αφηγητής μετά που ονειρεύτηκε τον πεθαμένο πατέρα του: «..συνειδητοποίησα πως υπονοούσε αυτό εδώ το βιβλίο, το οποίο εγώ, σε απόλυτη εναρμόνιση με την απρέπεια του επαγγέλματός μου, έγραφα όσο εκείνος πέθαινε. Το όνειρό μου έλεγε πως, αν όχι στα βιβλία ή στη ζωή μου, πάντως σίγουρα στα όνειρά μου, θα έμενα για πάντα ο μικρός του γιος με τη συνείδηση του μικρού γιου, όπως ακριβώς κι εκείνος θα παρέμενε εκεί για πάντα όχι απλώς ως πατέρας μου αλλά ως πατέρας, κριτής σε ό,τι κι αν κάνω.
Να μην ξεχνάς τίποτα».

Σελ:106: .. η παρόρμηση να απεμπολήσω τα  κληρονομικά μου δικαιώματα και πώς  ήταν δυνατό αυτό το πράγμα να είχε καταπνίξει τόσο εύκολα τις προσδοκίες που με τόση καθυστέρηση ανακάλυπτα τώρα πως ‘δικαιούνταν’ να έχει ένα γιος; Αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που μου συνέβαινε κάτι τέτοιο: να αρνούμαι , δηλαδή, ένα επιτρέψω στη συμβατικότητα να υπαγορεύσει  τη συμπεριφορά μου, για να ανακαλύψω εν συνεχεία, κι αφού έχω ακολουθήσει τον δικό μου δρόμο, πως τα θεμελιώδη αισθήματά μου είναι καμιά φορά πιο συμβατικά από τις αντιλήψεις μου περί απαράβατων ηθικών επιταγών».

Σελ. 131: όχι πως δεν είχα καταλάβει ότι η σχέση μου μαζί του ήταν περίπλοκη και βαθιά - εκείνο που δεν ήξερα όμως ήταν πόσο βαθύ μπορεί να είναι το βάθος.

Σελ. 233: … όσο καιρό ήμουν στο νοσοκομείο… προσευχόμουν κατ’ ευθείαν σ’ αυτόν «μην πεθάνεις πριν ξαναβρώ τις δυνάμεις μου. Μην πεθάνεις πριν να είμαι στη θέση να τα κάνω όλα σωστά. Μην πεθάνεις όσο είμαι ανήμπορος».
                                                       …---…





Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

ΓΚΙΑΚ του Δημοσθένη Παπαμάρκου

                                                        ΓΚΙΑΚ
                του Δημοσθένη Παπαμάρκου γεν. 1983 Μαλεσσίνα Λοκρίδας
                                         εκδ. Αντίποδες
Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα σε ηλικία μόλις 15 χρονών ενώ το δεύτερο κυκλοφόρησε από τον Κέδρο όταν ήταν ακόμη μαθητής λυκείου.
Μλυθιστορήματά του:                                                                                                                                                   
Η αδελφότητα του Πυριτίου (Αρμός 1998),
Ο Τέταρτος Ιππότης (Κέδρος 2001),
ΜεταΠοίηση- συλλογή διηγημάτων (Κέδρος 2012).
Υποψηφιότητες: Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας.
Είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Είχα πολλά χρόνια να πιάσω στα χέρια μου βιβλίο σε ρέουσα ντοπιολαλιά, είχα διαβάσει παλιά τα πολύ καλά βιβλία, των Σωτήρη Δημητρίου (Θεσπρωτία) «Να ακούω καλά τ’ όνομά σου»,  και «Ορθοκωστά» του Θανάση Βαλτινού (Κυνουρία).
Τώρα ο Παπαμάρκος, με την ζωντανή αρβανίτικη διάλεκτο της Λοκρίδας μας μεταφέρει πίσω στην εποχή του πολέμου (1919-1922) της Mικρασιατικής εκστρατείας, την καταστροφική ήττα του Ελληνικού στρατού και το οριστικό αντίο της Μεγάλης Ιδέας. Έχουμε, την μεταβολή της Ελλάδας σε ένα νέο κράτος που περιορίζεται στα κατά συνθήκη σύνορα και που δέχεται τεράστιο πλήθος μικρασιατικών προσφύγων.
Το βιβλίο περιέχει εννέα διηγήματα που όλα συνδέονται με τις άγριες μάχες των αρβανιτών της Λοκρίδας εναντίον των τούρκων στον Μικρασιατικό πόλεμο. Οι αγριότητες του πολέμου, τα φρικαλέα εγκλήματα, οι έρωτες, οι φιλίες, η πίστη, η μπέσα, η αντεκδίκηση, τα ήθη και έθιμα μιας αρβανίτικης κοινωνίας, το χιούμορ, η ομοφυλοφιλία, και ακόμα η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, γοητεύουν τον αναγνώστη.
Τις ιστορίες αφηγούνται οι στρατιώτες - ήρωες του βιβλίου όπου τα ίχνη του άγριου αιμοσταγούς πολέμου, κατέστρεψαν τις ζωές τους, ενώ ματώνουν ψυχικά τον σημερινό αναγνώστη.
Γκιάκ,  μας εξηγεί στην 8η σελίδα, σημαίνει το αίμα, ο δεσμός συγγένειας που προκύπτει από κοινή καταγωγή, συγγένεια εξ αίματος, συγγενής εξ αίματος (αντιθ. εξ αγχιστείας), φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης, εκδίκηση, αντεκδίκηση, και φυλή.
Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε, εδέ τ’ ροβίτ γκα σκίνεζιτ 
«Θα σου κόψω τις κοτσίδες και θα τις πετάξω στα σκίνα». Ο τίτλος είναι παρμένος από τραγούδι ερωτικό όπως επεξηγεί με τη Σημείωση σελ. 121 ο συγγραφέας.
Ο Τάκης ιστορεί τα γεγονότα του φόνου της πολυαγαπημένης του αδελφής, της Σύρμω, που τον μεγάλωσε σα μάνα και την αγαπούσε πιότερο από τη μάνα του, στον μέλλοντα πεθερό του, τον Αντώνη, πριν ζητήσει το χέρι της θυγατέρας του, γιατί εννοεί ότι καλό θα είναι να τα ξέρει από πρώτο χέρι αυτά που συνέβησαν τότε που ήταν στον πόλεμο και όχι μόνο, και μετά  ας πάρει την απόφαση να του δώσει  ή όχι την κόρη του.
Γκιάκ:  Ίσον αντεκδίκηση σ’ αυτό το διήγημα.
Σελ. 20: Άσε με μου λέει, κι ορκίζομαι να σ’ το πληρώσω για ένα. Τα λεφτά χαλούνε στα χέρια, τα σπίτια γίνονται χώμα, του είπα, πο γκιάκου, γκιάκου βέτετ νιε βίτρα, αλλά το αίμα, το αίμα μένει για πάντα.
Σελ. 21: Μ’ όσα γίνανε μετά, ούτε που πια θυμόντανε ποιος είχε σκοτωθεί πού. Αγνοούμενος στους αγνοούμενους. Φύλλο στο δάσος.
Τα μπουκουμπάρδια
Διηγείται ο μεγάλος στο νεαρό παλικάρι τη λίμα που είχε σαν παιδί για μπουκουμπάρδια, και τον συμβουλεύει να μαζεύει τα μικρά, τα μαύρα, που είναι γλυκύτερα από τα μεγάλα σύκα∙  και συνεχίζει να του λέει πώς όταν ήταν στον στρατό και τους πήγαν σε ένα αρχαίο θέατρο και ο λοχαγός τους ξεναγούσε αυτός πήγε παραπέρα βρήκε μια συκιά κι έκανε τσιμπούσι τα συκαλάκια, όμως του βγήκε ξινό όταν τον δάγκωσε μια δεντρογαλιά….
Η αλλαγή της εποχής, λοιπόν,  από τα σύκα ή τα μούρα ή τα τζίτζιφα που μαζεύαμε μικροί μέχρι να μας πιάσει τσίρλα και τώρα τα περιφρονούμε…. Η φτώχεια του τότε, η φτώχεια του σήμερα.
 Σελ. 23. Όταν ήμασταν μικροί εμείς, όλο αυτά κυνηγάγαμε. Άμα είχε καμιά συκιά αδέσποτη, τη γυρνούσαμε γύρω γύρω όλο το καλοκαίρι πότε θα γινώσουνε τα σύκα να πάμε να κόψουμε πρώτοι. Γινόταν χαμός. Μην κοιτάς τώρα που τα ‘χετε όλα πλούσια τα ελέη. Τότες δεν ήταν όπως τώρα. που λες θέλω να φάω γλυκό και πας και παίρνεις μια πάστα. Εμείς αυτά είχαμε για γλυκό. Και δεν τα ‘βρισκες κιόλας. Άμα είχες συκιά τη φύλαες, γιατί μετά δεν είχε. Τώρα φορτωμένα είναι και τ’ αφήνουνε και σαπίζουνε…
Ο αρραβώνας
Τιμωρία, Νέμεση το Γκιάκ σ’ αυτό το διήγημα. Ήθη και έθιμα δεκαετιών πριν και μετά τον Μικρασιατικό πόλεμο και βεντέτες προς απόδοση δικαιοσύνης σύμφωνα με τους άγραφους παραδοσιακούς κανόνες της.
Ο Γιαννάκης ιστορεί στον ιερέα του χωριού του, την αγάπη που ‘χε στο φίλο του τον Βασίλη και το ξάφνιασμά του σαν του είπε ότι αρνείται να πάει για εκπαίδευση σε στρατιωτική μονάδα και μετά για Μικρασία. Κι’ όλα αυτά για ένα κοκόρι, γιατί ο θείος της αρραβωνιαστικιάς του τον είπε κλέφτη ότι δήθεν έκλεψε έναν κόκορα και έγινε ρεζίλι στο χωριό.  Έτσι εκείνος αποφάσισε να βγει στο κλαρί ληστής. Δηλαδή και λιποτάκτης και ληστής. Έτσι, που με λόγια δεν κατάφερε ο Γιαννάκης να τον μεταπείσει, ο Βασίλης πήρε τα βουνά. Όταν γύρισε από τον πόλεμο ο Γιαννάκης βρήκε τον πατέρα του βαριά άρρωστο, τον αδελφό του κυνηγημένο από τη χωροφυλακή και τον αγαπημένο φίλο του, τον Βασίλη, σκοτωμένο. Τα ‘βαλε σε τάξη τα γεγονότα ρωτώντας όλες τις πλευρές ο Γιαννάκης, μέχρι που αποφάσισε να πάρει το δίκιο στα χέρια του, και συνάμα να αποκαταστήσει την τιμή της Τούλας, αρραβωνιαστικιάς του σκοτωμένου Βασίλη, με γάμο, επειδή ο Βασίλης την είχε χαλάσει και θα έμενε γεροντοκόρη, κάτι που ο μακαρίτης δεν θα ανεχόταν επειδή πολύ την αγαπούσε..
Σελ. 34. Και να σου ‘κλιεψε,   για έναν κόκορα κάνεις έτσ’;  Τόσα και τόσα έχω κάνει κι εγώ κι εσύ. Θυμάσαι που παλιά ούτε γυναίκα δε μας δίνανε άμα δεν κλιέβαμε, και τώρα κάνεις ολόκληρο σαματά για το τίποτες;
Σελ. 46. Την κόρη σ’ δεν τη σεβάστηκες κι άφησες και τη χάλασε ο Βασίλης, για να μάθεις το λημέρι τ’. Κι έτσι που ‘ναι χαλασμένη κι αυτήνα την καταράστηκες να μείνει μοναχή γεροντοκόρη. Ο Βασίλης όμως την αγάπαγε πολύ……..  ξέρω όμως ότι θα στενοχωριόταν τώρα άμα το ‘ξερε που θα μαραζώσει ανύπαντρη.
Ταραραρούρα
Προαιώνια μέχρι τις μέρες μας, πολύ περισσότερο σε χωριά, τα φυλακτά, γητιές, μαγέματα,, ξορκισμοί, δαιμονολογίες, φυλακτάρια αποδίωξης κακών πνευμάτων, φίλτρα, ματόχαντρα, βασκανίες, αστρομαντείες, και χιλιάδες άλλα, για το καλό, κακό κι ανάποδο των ανθρώπων. Έτσι και στο διήγημα αυτό ο αφηγητής παραστατικά μας εκφράζει τον τρόμο του, όταν ξεκίνησε σούρουπο τον έπιασε νύχτα, έχασε το δρόμο και κάποιος παράξενος θόρυβος, νόμισε πως ήταν σκυλί μετά όμως άκουγε καθαρά μια φωνή να λέει ξανά και ξανά ταρατούρα, ταρατούρα, ταρατούρα, γέλια περίεργα, μια φάτσα σα σκυλί, με δόντια μεγάλα.
Σελ. 51. Σηκώνω τη γκλίτσα και χτυπάω κατά κει που άκουσα τη φωνή….. Μαύρος και στη φάτσα σαν το σκυλί, με κάτι κέρατα γελαδινά. Και γέλαε και φαινόντουσαν τα δόντια του..
Σελ. 53….στο Μικρασιατικό. Εγώ το’ χα δέσει κόμπο ότι θα πεθάνω, γιατί λένε ότι η τελευταία κουβέντα που σου λέει ο βροκόλακας είναι πάντα αλήθεια, κι έτσι δε μ’ ένοιαζε. Είπα να φυλαχτώ δεν μπορώ, άμα είναι ας πεθάνω στα πόδια μ’ . Κι έτσι ήμανε παντού ο πρώτος και μ’ είχανε για παλικάρι… έχασα την πίστη μ’  κείθε πέρα. Μπορεί κι αυτό. ‘Εκαμα κι είδα πράματα και κατάλαβα ότι οι χειρότεροι δαιμόνοι είναι οι αθρώποι.

Παραλογή
Ένα ποίημα ένα τραγούδι, θα έλεγα όπως οι παραλογές του τραγουδιού «του νεκρού αδελφού, ή «ο ερωτόκριτος» του Βιτζέντζου Κορνάρου.
Σελ. 55. Ο χάρος λογοκούρνιαζε κι όλο τα ξεσκαλούσε/  γι’ αυτό δεν κράταγαν ποτέ στη γης τους πεθαμένους/  μονάχα τους φανέρωναν το κάθε τρεις και λίγο.
Σελ. 57. Κοιτάζει ζερβά, κοιτάει δεξιά, κανέναν δεν εθώρει/  κοιτάει και μες στο χάραγμα, μέσα στο βύσσιο ρέμα/ και βλέπει κόρη νιούτσικη, μια πέρδικα μικρούλα/ που ‘χε σκουτιά κατάμαυρα, μαντίλα σαν την πίσσα/ και απίθωνε και γέμιζε από την κρύγια βρύση.

Ήρθε ο καιρός να φύγουμε
Στο διήγημα αυτό ένας μεγάλος, άτυχος και  ανεκπλήρωτος, έρωτας που η φωτιά του πολέμου το ’19, στη Σμύρνη, τον έκαψε και βρέθηκαν δυο νέοι λαβωμένοι και χαμένοι∙   όμως η αγάπη τους έμεινε ζωντανή μέχρι θανάτου.  Το διήγημα μας θυμίζει την εισροή στην Ελλάδα των προσφύγων της Σμύρνης και πως για μια μερίδα του λαού μας ήταν ανεπιθύμητοι. Ας παραδεχτούμε ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα..
Όταν η χήρα Ανθή έβαλε στην τσέπη του πεθαμένου Κυριάκου ένα πακέτο τσιγάρα την ώρα της κηδείας του, ο Γούσιας, ανεψιός του νεκρού, άρχισε να διηγείται στο φίλο του ότι η Ανθή δεν είναι του σογιού τους, αλλά ήταν αρραβωνιασμένη με τον θείο, όταν εκείνος ήταν στρατιώτης στο Μικρασιατικό πόλεμο.
Σαν σήκωσαν το τάγμα από Σμύρνη για φευγιό, υποσχέθηκε στην Ανθή ότι θα νικήσουν τους Τούρκους και θα γυρίσει να την πάρει. Εκείνη του έδωσε ένα πακέτο τούρκικα τσιγάρα, τα Τουρμάκ, που τόσο του άρεσαν, ώστε καπνίζοντας να την θυμάται. Έδωσε το λόγο του και στον αδελφό της πως με το τέλος του πολέμου θα αρραβωνιάζονταν και μάλιστα στο τελευταίο ραβασάκι που της έστειλε έγραψε, «φεύγουμε με τα καράβια. Θα γυρίσω πάλι. Άμα πάρεις το γράμμα μου, να ξέρεις θα σε περιμένω».
 Ήταν νοικοκύρης παντρεμένος πλέον στο χωριό ο μακαρίτης θείος Κυριακούλης, συνέχισε ο ανεψιός, όταν ήλθαν στο χωριό πρόσφυγες από Σμύρνη και τρέξαν οι ντόπιοι να τους διώξουν απ’ τον τόπο τους όπως τους μήνυσε ο Πρόεδρος του χωριού, για να μην τους πάρουν τα χωράφια.. Όμως ο θείος έγινε πυρ και μανία φωνάζοντας: «τους αναστατώσαμε, τους κάναμε ζημιά και τώρα που πέσανε στην ανάγκη μας τους κλωτσάμε σαν τα πατσαβούρια» Τους τραβάγανε τους πρόσφυγες και τους βρίζανε, όταν σαν δαρμένο παιδί τον πλησίασε ένα κορίσι και ψιθύρισε το όνομά του. Ήταν η Ανθή. Τα  έλεγε ο θειος μου κι έκλαιγε σα μικρό παιδί. Πρώτη φορά τον είδα να κλαίει. Και έλεγε με τιμώρησε ο Θεός Γούσια γιατί ο άντρας δεν κάνει να δίνει λόγο δυο φορές για το ίδιο πράμα.
Σελ. 72. Μια μέρα το χειμώνα του εικοσιτέσσερο, έκοβα πασσάλια για το φράχτη, θυμάμαι, κι έρχεται η Ρίνα, γκαστρωμένη στον Γιάννη, και μου λέει ήρθανε πρόσφυγες στο χωριό κι είπε ο πρόεδρος να μαζευτείτε οι άντρες όσοι μπορείτε να πάτε να τους διώξετε, γιατί άμα ‘ρθούνε δώθε θα μας πάρουνε τα κτήματα. Τ’ ακούω κι εγώ,    και γίνομαι πυρ. Πήγαμε κείθε και τους καταστρέψαμε, ρε Γούσια, το καταλαβαίνεις; Τόσο αγριεμένο δεν τον είχα ξαναδεί τον Κυριάκο. Πήγαμε κείθε, μου λέει, κι είχανε παλάτια και γυρνάγανε οι ανθρώποι με κουστούμια και φορέματα, κι άμα γυρίσαμε μεις πίσω στο χωριό, τα κορίτσα μας τα βρήκαμε ακόμα με τα σιγκούνια.

Σα βγαίνει ο χότζας στο τζαμί
Ιστορούν οι γεροντότεροι τα κατορθώματά τους στον πόλεμο και μάλιστα ο ένας παππούς, ο μπάρμπα Κώτσος, νέος τότε κι αυτά μικρά τον άκουγαν με περίσσιο ενδιαφέρον, γιατί πάντα είχε κάτι να τους φιλέψει , κάνα μαντολάτο, καμιά νάσκο. Ο παππούς του Γιωργάκη, του αφηγητή, στο πεζικό, ο μπάρμπα Κώτσος στο ιππικό. Όλα τα ιστορήματα του μπάρμπα Κώτσου, που καυχιόταν μάλιστα γι’ αυτά είχαν αγριάδα και μαύρο χιούμορ. Ήξερε λέει πολύ καλό σημάδι τόσο., που ενώ κοιμόντουσαν σ’ ένα χωριό κοντά στη Σμύρνη, πρωί αχάραγα τους ξυπνάει ο χότζας με την πρωινή προσευχή και όλο δυνάμωνε τη φωνή του και δεν έλεγε να σταματήσει. Οπότε πιάνει το όπλο του ρίχνει μια και τον σκότωσε.
Σελ. 78: Αλλά δώσ’ του ο πούστης κι όλο και δυνάμωνε «Ιμπί-αλά-μπιμπί-αλά-μπιμπί». Έτσι είσαι; λέω. Όπως ήμουν ξαπλωτός, γυρνάω, πιάνω το όπλο και μπαμ του ρίχνω μία. Και τον βλέπεις Γιωργάκη, πάρ’  τον κάτω σαν πουλάκι. Έτσι ε, δίχως να σηκωθώ, καλά, ήμουνα σκοπευτής από τους πρώτους.

Γυάλινο μάτι
Ερωτευμένος άντρας ιστορεί, σε γυναίκα που λόγω «ιερής» δουλειάς ξέρει και σέβεται μυστικά, τον συγχωριανό του που  αγάπησε στον πόλεμο της Μικρασίας.
Στο ζενίθ οι αγριότητες κάποιων ελλήνων, προς το παρόν, νικητών, ιδιαίτερα του φίλου του αφηγητή της ιστορίας του Θύμιου Ούνη, εναντίον κάποιων άμαχων τούρκων που του έμπαιναν στο ρουθούνι.  Ο Θύμιος γίνεται ο άγγελος προστάτης του, του σώζει τη ζωή, τον πηγαίνει σε μπαρ, τον πηγαίνει στα, χαμάμ, στα καφέ-αμάν,  όπου όταν άκουσε τον τούρκο μπουφετζή ότι θα φτύσει στους καφέδες των σκατοελλήνων, βάζει το πιστόλι στα αχαμνά του και διατάζει τον μπουφετζή να γλύψει το πιστόλι, εκείνος τρέμοντας το κάνει και εκλιπαρεί για τη ζωή του. Στο τέλος φεύγοντας τον πυροβολεί ξυστά στο κεφάλι.
Στο χαμάμ που τον πήγε, συνεχίζει ο αφηγητής, μίλησε στα τούρκικα με τους χαμαμτζήδες, και τότε ένας απ’ αυτούς έσκυψε κι άρχισε να του τρίβει το πέος στη συνέχεια του έκανε τσιμπούκι. Ο Θύμιος έπιασε τρυφερά το χέρι του φίλου του, του έκλεισε το μάτι, και εκείνος αν και πίστευε πως άντρας με άντρα δεν γίνεται, εντούτοις του άρεσε όλη η σκηνή και περισσότερο ο φίλος του ο Θύμιος που ‘ταν γεροδεμένος και όμορφος σαν άγαλμα. Ένας δυνατός έρωτας του αφηγητή με τον Θύμιο και ένα πάθος του Θύμιου γι αυτόν ήταν η αρχή μιας δυνατής σχέσης κάτω από την καυτή ανάσα του πολέμου, μέχρι που ο αφηγητής έχασε το μάτι του και γύρισε πίσω στην πατρίδα. Εκεί η αγωνία του αφηγητή μεγάλη μέχρι να γυρίσει ζωντανός από τον πόλεμο ο Θύμιος. Όμως τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα ποθούσε, στην πατρίδα αυτός ο έρωτας είναι  ανάποδος, αφορισμένος, ασυγχώρητος, τόσο που ο Θύμιος παντρεύτηκε κι έκανε οικογένεια και πού και πού και σπάνια σπλαχνιζόταν τον παραμορφωμένο και  ερωτόπληκτο φίλο και του χάριζε στιγμές έρωτα, που τόσο  ποθούσε.
Σελ. 84: Γέλαε κι ήταν όμορφος, έτσ’ αψηλός και δεμένος, με το μουστάκι το ξανθό, παχύ, σαν ένα στάρι στ’ απάν αχείλι.
Σελ. 96:  Τι τα θες. Σ’ τα’ και πάλι ανακούφιση δεν έλαβα. Ας’ τα. Έκτοτες άλλη χαρά δε μετάλαβα. Άιντε καμιά φορά που βρισκόμαστε κείθε  έξω στο λόγγο και κάνουμε τη δουλειά, αλλά δεν ειν’ σαν πρώτα. Τον βλέπω που πια δε μ’ αγαπάει σαν τα πριν. Από λύπησ’  με γαμάει. Μπορεί π’ ασκήμυνα,                                             μπορεί να βαρέθηκε κιόλας. Ούτε που ξέρω……….
Που να φύγω- δεν μπορώ , γιατί και στο καφενείο που τον βλέπω και τα λέμε είναι για μένα παρηγοριά μεγάλη για να συνεχίσω  τη ζωή. Αλλά αναγκάζομαι να ξεφτιλίζομαι κάθε τρεις και λίγο και να ‘ρχομαι δω σε σένα, για να μη μου βγάλουν τ’ όνομα ότι δε μ’ αρέσουν οι γυναίκες.

Νόκερ
Μεταναστεύουν οι νέοι της Ελλάδας την δεκαετία του ’50 για τον επιούσιο, για να σώσουν την πολυμελή οικογένεια και το όνειρο να γίνουν πλούσιοι, έτσι και ο αφηγητής μας από οικογένεια με πέντε παιδιά και δυο κορίτσια, όπως λέει, μετά το στρατό το ’51 έφυγε για κάνα δυο χρονάκια να μαζέψει κάνα φράγκο,  και να γυρίσει στην πατρίδα,  όμως όλοι έτσι σκέφτονται στην αρχή και μετά τους καταπίνει η ξενιτιά.  Στην Αμερική που πήγε δεν ήξερε κανέναν, μοναχά του ‘παν πως στο Σικάγο ήταν ένας Αργύρης από το χωριό τους, είχε πολλά χρόνια εκεί κι είχε κάνει καλό βραχιόλι,  και σκέφτηκε να πάει εκεί, να τον βοηθήσει στην αρχή μέχρι να σταθεί στα πόδια του. Όμως ο Αργύρης άγριος στην όψη σαν λυσσασμένο σκυλί, όχι μόνο αδιαφόρησε αλλά του ‘πε να φύγει και να τον αφήσει ήσυχο. Λόγο στο λόγο ο αφηγητής έμαθε πως ο Αργύρης είχε αρραβωνιαστεί τη μάνα του. Το θεώρησε ψέμα και ντροπή αυτόν τον λόγο για τη δική του μάνα, όμως ο Αργύρης δεν σήκωνε κουβέντα αμφισβήτησης στα λόγια του και με άγριες διαθέσεις τον άρπαξε από το λαιμό και κόντευε να τον πνίξει, μεσολάβησε ο καφετζής και κάπως ηρέμησαν τα πνεύματα. ήταν έτοιμος να φύγει τρομοκρατημένος από τη βίαιη συμπεριφορά όταν εκείνος του είπε με τραχιά φωνή να καθίσει. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς , γιατί όχι μόνο η συμπεριφορά του τον φόβισε αλλά και η μυρουδιά που ανέδινε και  ήταν σαν των χασάπηδων τον απωθούσε.
Ύστερα αφηγείται ο Αργύρης ότι είχε τιμηθεί με παράσημο, γιατί όχι μόνο πολέμησε στη Μικρασία, αλλά και στη Ρωσία και στους πρώτους πολέμους με τους Τούρκους και τους Βούλγαρους. Τον είχαν για «κίλερ» γιατί ήταν αμέτρητοι οι εχθροί που ‘χε σκοτώσει. Όμως όταν γύρισε στην πατρίδα και τον ρώτησαν οι συγχωριανοί για τον πόλεμο και κείνος τους είπε την αλήθεια όλοι τον είχαν για σφαγέα ανθρώπων ακόμη και ο πατέρας του κι αυτός αναγκάστηκε να ξενιτευτεί. Τώρα η δουλειά του είναι «νόκερ» και είναι ο καλύτερος, γιατί κανείς δεν σφάζει τόσο εύκολα και ακαριαία γουρούνια και μοσχάρια.
Ο αφηγητής μας σκέφτηκε πως σίγουρα στην Αμερική πήγε για να κρύψει τη μυρουδιά του και όχι για χαϊρι δικό του.
Σελ. 114:  Εγώ ήμανε άμαθος, μου λέει ο Αργύρης, δέκα χρόνια πόλιεμο, είχα ξεχάσει καλά καλά πώς μιλάνε με τον κόσμο. Κι έτσ’ δε μου πέρασε απ’ το μυαλό και κάθισα και τους τα είπα όλα. Με το νι και με το σίγμα….. πόσους είχα σκοτώσει, πως είναι αλλιώς με την ξιφολόγχη κι αλλιώς με το μαχαίρι, αλλιώς ο λαιμός του άντρα κι αλλιώς του παιδιού….. πώς κλωτσάει ο κρεμασμένος και πώς ο σφαγμένος, πώς ακόμα και τα μωρά τα μικρά που δεν καταλαβαίνουν κλιαίνε άμα μυρίσουν το αίμα και δουν το μαχαίρι, ακόμα ακόμα και για τον Τούρκο τους είπα, που σαν τον σκότωσα έσκυψα και του’ φαγα τη μύτη, γιατί μ’ είχε βαρέσει με μπαμπεσιά, και για το κορίτσ’ που ‘χα χαλάσει μπροστά στον πατέρα τ’ προτού τους πυροβολήσω και τους δυο…..
Σελ. 117:  Κρυφή η δουλειά που κάνω στο Γιούνιον, κρυφή κι αυτή που έκανα στον πόλεμο, απλά εδώ δε με λένε κίλλερ, εδώ με λένε νόκερ, κι έιν’  έτσ’ στ’  αυτιά πιο ωραίο.