Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Η ΛΕΣΒΙΑ (Νουβέλα)


“Ξαπλώστε εδώ, χαλαρώστε, μια ελαφρά κλίση προς τα δεξιά το σώμα, χαλαρώστε, μη μιλάτε σας παρακαλώ, ελεύθερα τα πόδια, μη σφίγγετε τα χέρια, οι παλάμες προς τα πάνω, λυγίστε λίγο τα γόνατα, χαλαρώστε το πρόσωπό σας, μην τρίζετε τα δόντια, προσπαθήστε, προσπαθήστε λίγο ακόμα, πάρτε βαθιές ανάσες, ξανά, ξανά, έτσι μπράβο... έτσι μπράβο... μην κλείνετε τα μάτια, μόνο διαλέξτε ένα σημείο του δωματίου να κοιτάζετε ή να παρακολουθείτε εμένα... έτσι μπράβο... έτσι μπράβο...
Για σήμερα κυρία Αλκαίου τελειώσαμε σας περιμένω την επόμενη Τετάρτη στις πέντε τ’ απόγευμα.
- ευχαριστώ- ψιθύρισε μουδιασμένα κι έφυγε.

Το γιατρό, Αριστείδη Σφυρίου, της τον σύστησε η φίλη της, η Καλή. Τη διαβεβαίωσε ότι όλoυς αυτούς τούς πόνους που νιώθει στο σώμα της και δεν μπορούν τόσοι γιατροί να γειάνουν, θα τους θεραπεύσει ο Σφυρίου. “Είναι μάγος παιδί μου, πίστεψέ με, έχει σπουδάσει όλους τους κλάδους της ιατρικής, ξέρει τα πάντα, αλλά σε κάνει καλά με τα μάτια, με τα χέρια και ελάχιστα φάρμακα, να κάτι σα να βλέπει την αύρα σου, την ενέργειά σου, που βρίσκονται σε αταξία γι αυτό έχεις πόνους. Αυτός καταφέρνει και επαναφέρει την ισορροπία, θεραπεύει την πονεμένη σου ψυχή, σε κάνει περδίκι” κι άλλα πολλά της έλεγε, μέχρι που την έπεισε και πήγε στον Σφυρίου.
Μετά την επίσκεψη, ήταν σαν να την είχε μαγέψει· δεν ένιωθε κανένα πόνο ούτε στη μέση, ούτε σε πλάτη και πόδια και οι ημικρανίες είχαν εξαφανιστεί· τίποτε δεν την ενοχλούσε εκείνη την ημέρα, ένιωθε κορίτσι, ένιωθε πουλί έτοιμο να πετάξει, ένιωθε μια γλύκα κάπου εκεί στο υπογάστριο σαν να’ θελε έρωτα, που τόσα χρόνια είχε ξεχάσει.
Όμως την Πέμπτη, πάλι τα ίδια· φρικτά όνειρα, δυνατοί πόνοι στη μέση που της παρέλυαν τα πόδια, έντονος πονοκέφαλος, σα νά ’χε πέσει πάνω σε πέτρα και της είχε ανοίξει τον εγκέφαλο στα δυο· δεν μπορούσε να κάνει βήμα, καθόταν διπλωμένη στο κρεβάτι, τρομαγμένη, σα να την κυνηγάει ένας άντρας ψηλός, άγριος, σα να της φωνάζει “είσαι πεθαμένη, είσαι πεθαμένη, ανήκεις σε μένα στον Χαρώνειο, δεν θα ξεφύγεις ποτέ, η μέση σου είναι σμπαράλια, τα πόδια σου σπασμένα, σ’ έχω στην αγκαλιά μου, είσαι δική μου. Βάζει μια δυνατή φωνή, ξεσπάει σε λυγμούς.
Τηλεφώνησε στην Καλή, να ‘ρθει να τη σώσει..

Ο Σφυρίου την ρώτησε γιατί τον επισκέφτηκε νωρίτερα από το ραντεβού της Τετάρτης. Εκείνη με τρε-μουλιαστή φωνή, σιγοψιθύρισε κλαίγοντας. -Γιατρέ μου πονάω, πονάνε τα κόκαλα μου πρέπει να’ναι σπασμένα, τα πόδια, τα χέρια, το κεφάλι μου είναι ανοιγμένο στα δυο, είμαι χάλια.
“Ξαπλώστε εδώ, χαλαρώστε, πάρτε μια κλίση προς τα δεξιά, χαλαρώστε, μη μιλάτε σας παρακαλώ, ελεύθερα τα πόδια, μη σφίγγετε τα χέρια, οι παλάμες προς τα πάνω, λυγίστε λίγο τα γόνατα, χαλαρώ-στε το πρόσωπό σας, μη τρίζετε τα δόντια, προσπαθήστε, προσπαθήστε λίγο ακόμα, πάρτε βαθιές ανάσες, ξανά, ξανά, έτσι μπράβο, έτσι μπράβο, μην κλείνετε τα μάτια, μόνο διαλέξτε ένα σημείο του δωματίου να κοιτάζετε ή να παρακολουθείτε εμένα, έτσι μπράβο έτσι, όχι μην κλείνετε τα μάτια, έτσι μπράβο· τώρα μπορείτε, αν θέλετε, να μιλήσετε να πείτε οτιδήποτε.”
Πέρασαν σχεδόν πέντε λεπτά και δε μιλούσε· ο γιατρός καθόταν στο πλάι της, γαλήνιος και πρόσεχε κάθε της κίνηση. Εκείνη άρχισε να ψιθυρίζει κάτι που περισσότερο ακουγόταν σα να βογκούσε· το βλέμμα απλανές λες και βρισκόταν σε λήθαργο, το σώμα ακίνητο, μόνο το στόμα έκανε κάτι συσπά-σεις, που έπρεπε κανείς να σκύψει ακριβώς από πάνω για να καταλάβει τι λεει· αυτό ακριβώς έκανε κι ο Σφυρίου, έσπρωξε την καρέκλα του ακόμα πιο κοντά κι λύγισε ελαφρά το σώμα του προς το κρεβάτι.
‘’Είναι ο έρωτας, είναι η αγάπη, είναι το πάθος, η θάλασσα, ο βράχος, η ποταμιά, το φαράγγι με τις κοφτερές πέτρες, που γυαλίζουν στον ήλιο σαν ξυράφια, είναι εκείνη, μελαχρινή, αέρινη, με μαύρα μαλλιά, πιασμένα σε κότσο· φιλιούνται λουσμένοι στα χρώματα της αιγαιοπελαγίτικης λάμψης, και πέφτει, πέφτει σα μεγάλο πουλί λαβωμένο και τα μαλλιά της χύνονται, απλώνονται, σκεπάζουν τις πέτρες- ξυράφια. Είναι ο έρωτας, που τη σπρώχνει στην αγκαλιά του χάρου, που περιμένει κάτω στο φαράγγι των νεκρών τη νύφη του· είναι το κοριτσάκι που στριγκλίζει ψηλά στα σκαλοπάτια, είναι το ίδιο που στέκεται με δέος μπρος στο φέρετρο της ποιήτριας, της ζωγράφου, είναι ερωμένη, είναι μάνα.. Είμαι εγώ;’’
Ο Σφυρίου της μάλαξε τα μηνίγγια, το μέτωπο και τον αυχένα, ανασηκώνοντάς της ελαφρά το κεφάλι, συγχρόνως με σταθερή φωνή της είπε “καλώς κυρία Αλκαίου, σηκωθείτε παρα-καλώ, για σήμερα τελειώσαμε.”
Σηκώθηκε ακούγοντας τη φωνή σαν προσταγή· το μόνο που θυμόταν από κείνη την επίσκεψη ήταν η φωνή του γιατρού ότι η συνεδρία είχε τελειώσει και ότι η φαρμακευτική αγωγή, που της είχε δώσε θα’ πρεπε να συνεχιστεί.
*
Τα πέτρινα διώροφα σπίτια, στο συνοικισμό των προσφύγων, κοντά στα ανατολικά παράλια του νησιού, ήταν ψηλοτάβανα, έπαιρναν ανάσα γιατί ήταν σε απόσταση το ένα από το άλλο· μπροστά έβλεπαν θάλασσα και πίσω βουνά πευκόφυτα, ένας χείμαρρος γυρόφερνε τα σπίτια και σε πολλά απ’ αυτά περνούσε μέσα από τους κήπους· το χειμώνα κατέβαζε νερό και το περνούσαν με γαλότσες για να μπαίνουν στα σπιτικά τους· πολλές φορές τα ισόγεια πλημμύριζαν, όμως οι ένοικοι ήταν συνηθισμένοι και το χειμώνα μάζευαν τα πράγματα αξίας στον επάνω όροφο και έτσι οι ζημιές δεν τους βάραιναν.
Η Ρέα κοιμόταν στο μεγάλο δωμάτιο, εκείνο που το ’χαν για καλό και κοιμούνταν η μάνα με τον κύρη της, πριν εκείνος πεθάνει. Μετά η μάνα της κοιμόταν μόνη στο μικρό δωμάτιο, που ’χαν και την πλύστρα, απαραίτητη στα σπίτια για να μην ξεμυτούν το χειμώνα από τη θαλπωρή του τζακιού, μια και το κατώγι ήταν κρύο και υγρό από νερά του χείμαρρου και μόνο για το καλοκαίρι χρήσιμο.
Καθόταν με τις ώρες στην πέτρινη ποδιά του παράθυρου, που ’βλεπε στη θάλασσα και παραμιλούσε, “να το δικάταρτο έρχεται, είναι του καπετάν Ανέστη”, μα μόλις φαινόταν το μονοκάταρτο του καπετάν Νικόλα η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή από αγωνία, δεν ξεκολλούσε τα μάτια της μέχρι να πλευρίσει το καράβι να βγει έξω το πλήρωμα και να χαϊδέψει η ματιά της, το λοστρόμο, τον Σάββα, ήταν αδελφός του καπετάν Νικόλα και το δεύτερο αγόρι από τα τέσσερα της καλοκάγαθης γειτόνισσάς τους, της κυρά Λενιώς. Σαν έδεναν το πλοίο και πατούσαν γη, ξεκίναγαν για το σπιτικό τους· τότε η Ρέα τραβούσε τη φιλεδένια κουρτίνα, που στόλιζε το παράθυρο κι ήταν πλεγμένη από της μάνας της τα χέρια, με σχέδιο περίπλοκο, που δεν το ’βλεπες από κοντά, όμως απέξω φαινόταν καθαρά πως ήταν λουλούδι με φύλλα πολλά, μακρύ μίσχο, έμοιαζε με γαρύφαλλο. Καθόταν εκεί ήσυχη, που δε μπορούσε να την ξεχωρίσει κανείς πίσω από την κουρτίνα, μα κείνη έβλεπε το ερωτευμένο βλέμμα του Σάββα να καρφώνεται με αγωνία στο παράθυρο.
Ίσιωνε την κίτρινη, μεταξωτή κουβέρτα του μπρούτζινου κρεβατιού, τακτοποιούσε τα μαξιλάρια ντυμένα με μαξιλαροθήκες φιγούρας, κεντημένα με φιλντιρέ ανεβατό, που δε βαριόταν κάθε βράδυ να τ’ αλλάζει με τις μαλοφάδες του ύπνου. ΄Εβαζε στο κέντρο του βελούδινου, σε μπορντό χρώμα, τραπεζομάντιλου, που σκέπαζε το τετράγωνο τραπέζι, την κρυστάλλινη φρουτιέρα και κοιταζόταν στον καθρέφτη του σκρίνιου, ήταν τετράγωνος, ακριβώς στις διαστάσεις του επίπλου και ακουμπούσε στην επιφάνειά του, που ’ταν από άσπρο μάρμαρο. Δεξιά και αριστερά αντί για βάζα είχαν δυο γυαλιστερές μπόμπες, που φιλοξενούσαν ξανθά στάχυα και τσάμια. Απέναντι ήταν το καναπεδάκι με πλάτη στόφα, που ’χε ύφανση σε σχέδιο αχιβάδας και χρώμα “κοκ ντε ροζ”. Στο μικρό δωμάτιο είχαν το γυαλοντούλαπο, που τα πορτάκια των ντουλαπιών του ήταν τζαμένια ζωγραφιστά με πολύχρωμα λουλούδια· μέσα έβαζαν τα γλυκοδοχεία, έργα τέχνης, με σκαλιστό μεταλλικό σκέπασμα και βάση. Εκεί στη μέση είχαν το μακρόστενο τραπέζι στολισμένο με την ανθισμένη βαγιούδα.
Το ξύλινο μπαούλο ήταν ζωγραφισμένο από τη μακαρίτισσα τη γιαγιά της κι έδειχνε ένα καράβι, με τρία ιστία, να γέρνει κάτω από τη μανία της φουρτουνιασμένης θάλασσας. Το ’χαν στην άκρη δίπλα στο τζάκι, το τζάκι ήταν ψηλά κι από κάτω εντοιχισμένο το ντουλάπι για τα ξύλα.
Κοντά στην πλύστρα, ήταν η μικρή εταζερούλα με τον στρογγυλό καθρέφτη, γεμάτη από τσατσάρες και τσιμπιδάκια. Λίγο παραπέρα ομόρφαινε τον τοίχο “η καλημέρα” με λοξά γράμματα, μακρόστενη, στολισμένη ολόγυρα με φάσα από λαδί βελούδο, γαζωμένη στο στρίφωμα με χρυσό σιρίτι που τελεί-ωνε σε κρεμαστούς φιόγκους και στολισμένη με μπουμπουκοτριαντάφυλλα “απλικασιόν”, κεντημένα σε εκρού ύφασμα. Στην κουζίνα υπήρχε κι΄ άλλο συνεχόμενο, μικρότερο όμως δωμάτιο, βαμμένο με ώχρα, εκεί ήταν το μαγειριό. Σ’ ένα ράφι τα τσαγέττα με βούτυρο φρέσκο σκεπασμένο με νερό για να μη χαλάσει. Στο εντοιχισμένο ντουλάπι τα κατσαρόλια τους. Δυο κρεμαστές πιατοθήκες σε πράσινο χρώμα με δεκάδες πιάτα μικρά, μεγάλα, ρηχά και βαθιά, γέμιζαν τους τοίχους. Από βραδύς ρίχνανε
την αχλιά στο κοφίνι για την πρωινή μπουγάδα, που σαν την άπλωναν, σε στράβωναν οι λάμψεις των ασπρορούχων και του ήλιου. Ανέβαινες δέκα πέντε σκαλιά με μπαρμάκια ξύλινα για να φθάσεις στο “αντρέ”, που η πόρτα του ήταν τζαμένια και κει στόλιζαν το έλατο με μπαμπάκια, με γιρλάντες, με χρωματιστές κόλλες και ψιλοκομμένο το ασημόχαρτο των τσιγάρων για τη χριστουγεννιάτικη βροχή. Στένευαν τα σκαλοπάτια από τα λαγήνια γεμάτα κρύο νερό με πώμα τις γκουγκτζέλες. Γεμάτη η αυλή με τζιτζιφιές και κλήμα φορτωμένο, μέχρι τα Χριστούγεννα, με σταφύλι άρωμα, κόκκινο, γλυκό.
Ξεροτρόχαλος ο φράχτης κι όταν φύσαγε ο αγέρας και γέμιζαν οι πέτρες με ξερά φύλλα, η Ρέα τις γκρέμιζε, τις καθάριζε και τις ξανάχτιζε με μαστοριά περισσή.
Τρέχανε οι κοπελούδες στη βρυσάρα, που ’χε δυο μπουρμάδες και νερό κρύσταλλο, να γεμίσουν τα λαγήνια, να πλύνουν τις καρπέτες και τα τσόλια, να καταβρέξει η μια την άλλη κι αν το νερό λιγόστευε, πηγαίναν παρακάτω, στο Ντουπάκι, στη μικρή βρυσούλα, που το νερό δε σταματούσε ποτέ. Μετά βάζανε τα μπανιερά, φορούσαν το εξώπλατο χρωματιστό φουστάνι και με τα δυο χέρια κρατούσαν ψηλά από το κεφάλι και ανοιχτά, τεντωμένα, τα πολύχρωμα κεφαλομάντηλα, που να τις προφυλάσσει από τον καυτό ήλιο και ανέμιζαν αυτά από τον αέρα και η εικόνα τους ήταν όμορφη, μοναδική, σαν τις έβλεπες να’ρχονται, με γέλια, με τραγούδια, πολύχρωμες, οσμηρές από την ορμή των νιάτων τους και την αύρα του πελάγου.
Σα νύχτωνε, η χωμάτινη πλατεία, που τη στόλιζε, στο κέντρο της σχεδόν, ένας γυαλιστερός βράχος, γέμιζε κόσμο. Μικροί μεγάλοι, κορίτσια κι αγόρια, έπαιζαν και κρύβονταν πίσω από τον όγκο του και κει στα σκοτεινά έδιναν κι έπαιρναν στα κρυφά το πρώτο ερωτικό φιλί, που’ταν σα νέκταρ γλυκό κι έτσι και το δοκίμαζες παρακαλούσες ποτέ να μην τελειώσει.
Ονομαστή η ομορφιά και η προκοπή της Ρέας σ’ όλο το νησί, ακουστή για την εξυπνάδα της στα γράμματα, στη ζωγραφική, στη μουσική, στο θέατρο, ήταν το καμάρι του τόπου τους, ήταν το καμάρι των δασκάλων της· η αγαπημένη των φιλενάδων, που μαζεύονταν εκεί στο καλό δωμάτιο και ανακά-τευαν το νοικοκυριό με την τέχνη· έπαιζε η Ρέα με τα χρώματα πάνω στο τελάρο και απαθανάτιζε το μονοκάταρτο να ταξιδεύει ήρεμα στα νερά του πελάγου, τραγουδούσε η Καλλονή, έγραφε και απάγγελνε ποιήματα η Καλλιόπη, μέχρι που οι ματιές του Σάββα άγγιξαν τις δικές της, τις χάιδεψαν απαλά, θερμά και τα χάδια κινήθηκαν μαγικά, χορευτικά αγκάλιασαν το παρθένο σώμα, το τάραξαν συθέ-μελα και το κέντησαν με βελονιά ερωτική.
Ο Σάββας είπε του αδελφού του, του Νικόλα, “μια και δεν έχουμε πατέρα, έχω αποφασίσει να ζητή-σω τη Ρέα για γυναίκα, η μάνα δε βγαίνει από το σπίτι, οπότε δεν υπάρχει περίπτωση να έρθει, θέλω να΄ρθεις μαζί μου τι λες;” Ο Νικόλας σήκωσε τους ώμους, τον κοίταξε απορημένος και απάντησε ‘’είσαι σίγουρος, πως θα σ’ τη δώσει η μάνα της; Είσαι σίγουρος πώς θα πει αυτή το ‘’ναι’’; ή θα γίνουμε ρεντίκολο στο νησί; ‘’
Η μάνα τους, η κυρά Λενιώ, κυκλοφορούσε μόνο στο σπίτι και το καλοκαίρι στην αυλή της, πουθενά δεν ξεμυτούσε φοβόταν τον κόσμο, όπως έλεγε. Φορούσε τα σαλβάρια όπως τα συνήθιζαν στην πατρίδα της, από το Μαρμαρά της Μ.Ασίας ήταν, αγαθή γυναίκα. Σαν την ρώτησαν τα παιδιά της τη γνώμη της για τη Ρέα, αυτή έκανε ότι δεν άκουσε ότι τη θέλει ο Σάββας και απάντησε “είναι το καλλίτερο κορίτσι του νησιού, σου αξίζει Νικόλα μου”.
Μάταια προσπαθούσε η κυρά Νίκη να πείσει την κόρη της ότι ο γάμος αυτός είναι αταίριαστος “σύνελθε Ρέα μου, σύνελθε παιδί μου, δεν είναι ο Σάββας για σένα, να σε ζητούσε για τον εαυτό του ο καπετάν Νικόλας, μάλιστα, άντρας με τα όλα του, όχι όμως ο Σάββας, όχι, χίλιες φορές όχι.”
Η Ρέα με δάκρυα στα μάτια επαναλάμβανε, “αυτόν θέλω και κανέναν άλλο, νάσαι σίγουρη πως θα γίνει ο καλύτερος, θα τον κάνω νοικοκύρη σαν τον αδελφό του και καλύτερο, υποφέρω μάνα κατάλαβέ το, τον αγαπώ, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν.’’
Σαν πήγε στης πεθεράς της, σα μέλλουσα νύφη η Ρέα, η κυρά Λενιώ την αγκάλιασε, τη φίλησε και της ψιθύρισε, “τρεις γιους άξιους για σένα έχω κόρη μου, τον χειρότερό μου βρήκες να διαλέξεις;”
Όμως η Ρέα δεν άκουγε κανέναν και τίποτα, οι βραδινές καντάδες με την κιθάρα του κάτω από το παράθυρό της, τα αστεία, τα γέλια και κυρίως τα γλυκά φιλιά, τα χάδια, ο έρωτας, κατέλυαν κάθε αμφιβολία για τον αγαπημένο άντρα.
O Σάββας με το που παντρεύτηκε τη Ρέα αγόρασε δικό του καΐκι, με λεφτά από την προίκα της, βέβαια, τ’ονόμασε “Ρέα” και έγινε αφεντικό, δεν άντεχε να’χει τον αδελφό του καπετάνιο, όλο παρατηρήσεις και συμβουλές ήτανε κι αυτό δεν το ανεχόταν.
Ο Νικόλας παντρεύτηκε τη Μαριγώ, ψηλή, παχουλή, όμορφη, η καταγωγή της από τη Σμύρνη. Πήρε και τα μικρότερα αδέλφια του στη δούλεψή του και πρόκοβε μέρα τη μέρα.
Ανακαίνισε το πατρικό τους σπίτι, το μεγάλωσε με δυο κάμερες παραπάνω και κει έμεναν όλοι μαζί.
Η Μαριγώ φορούσε τα χρυσοκέντητα πασούμια της πεθεράς της, τις έξωμες ρόμπες και περνούσε τις ώρες της χαζεύοντας από το παραθύρι της κρεβατοκάμαρας· έτσι σκυμμένη φαίνονταν από τ’ άνοιγμα της ρόμπας το τροφαντό της στήθος, μαγνήτης των αντρικών βλεμμάτων, εκείνη όχι μόνο άλλαζε στάση, αλλά τεντωνόταν λάγνα κι εξέφραζε τους πόθους της τραγουδώντας σερενάτες.
Σχεδόν δυο πολλές φορές και τρεις τη βδομάδα, πίεζε την πεθερά της να φτιάχνει ντολμάδες και κείνη γέμιζε το σεφερτάσι και το πήγαινε, σεινάμενη -κουνάμενη, απέναντι στης Ρέας για τον Σάββα· όταν εκείνος έλειπε, πήγαινε στο λιμάνι εκεί πού’ χε το καΐκι του και του τό’δινε ναζιάρικα, λέγοντάς του. “Σάββα μου, εγώ κι η μάνα σου δεν ξεχνούμε πόσο σου αρέσουν οι ντολμάδες και μια που η Ρέα δεν τα καταφέρνει στο μαγείρεμα, τα μαγειρεύουμε εμείς για σένα και πάντα θά’ ρχουμε να σ’ τα φέρνω”. Φεύγοντας αντί για αντίο του ψιθύριζε: “ξέρεις ο Νικόλας και τα παιδιά θα κάνουν κάνα χρόνο νάρθουν στο νησί, τ’ άκουσες Σάββα, κάνα χρόνο, είχα γράμμα ψες”.
Η Ρέα είχε ήδη το πρώτο της παιδί, ήταν κορίτσι, όμορφο, στρουμπουλό, τ’ ονόμασαν Μαρία της Παναγιάς τ’ όνομα, όπως το ’χαν τάξει. Στενοχωριόταν που ο Σάββας περνούσε μήνες στο καΐκι κι από χαΐρι τίποτα, ζούσαν από τη σύνταξη της μάνας της, της κυρά Νίκης. Καταλάβαινε πως ο Σάββας πίνει, χαρτοπαίζει, παράβλεπε ότι γυρνούσε καθημερινά σχεδόν μεθυσμένος, όμως δεν πίστευε στις κακογλωσσιές του κόσμου ότι πηγαίνει μ’ άλλες γυναίκες. ΄Εδειχνε τόσο ερωτευμένος μαζί της και κείνη τα ξεχνούσε όλα σαν την αγκάλιαζε· δεν του παραπονιόταν, δεν έλεγε το παραμικρό, αρκεί που τη φιλούσε, αρκεί που τη σήκωνε στα χέρια, την ξάπλωνε στο κρεβάτι και της ψιθύριζε λόγια πάθους, λόγια έρωτα, που τα ρουφούσε σαν ξεραμένη γη το πρωτοβρόχι.
Το δεύτερο παιδί κι αυτό θηλυκό, της έμοιαζε πολύ, τ’ ονόμασε Ήριννα και το τρίτο κορίτσι της το ονόμασε Κρινιώ.
Η κυρά Νίκη στενοχωριόταν με τον αχαΐρευτο γαμπρό της, δε φτάνει που δεν έδινε φράγκο στο σπίτι, γκάστρωνε τη Ρέα και γέμισε το σπιτικό της θηλυκά, που θα απαιτούσαν προικιά σε λίγο, για να νοικοκυρευτούν με τη σειρά τους· σαν ερχόταν λοιπόν ο Σάββας στο σπίτι, εκείνη κλειδωνόταν στο δω-μάτιό της να μην τον βλέπει, να μην τον ακούει. Μόνο μια φορά που εκείνος γύρισε μεθυσμένος και γελώντας άρχισε να σπάει πράγματα, που εκείνη τα αγαπούσε και τα θαύμαζε, όπως τα δυο μπουρμάκια της σκάλας, το ένα λαγήνι που το κλότσησε κομματιάζοντάς το και πλημμύρισε ο τόπος νερά, την κρυστάλλινη φρουτιέρα που την πέταξε στον τοίχο, άσε που του τα’χε μαζεμένα γιατί τις προάλες είχε σπάσει την “καλημέρα” που τόσο ομόρφαινε τον τοίχο, κεντημένη από τη μακαρίτισσα τη μάνα της, οπότε δεν άντεξε σηκώθηκε άρπαξε τη σκούπα κι ‘άρχισε να τον χτυπάει αλύπητα βρίζοντάς τον, ακριβώς όπως οι χαμάληδες στο λιμάνι, εκείνος δεν αντέδρασε μόνο γελούσε κι αν δεν έμπαινε στη μέση η Ρέα, που την έπιασε από τους ώμους ικετεύοντάς την να πάει στο δωμάτιό της, μπορεί και να τον είχε τραυματίσει σοβαρά.
Το μεγάλωμα των παιδιών τ’ ανέλαβε η γιαγιά.
Η Ρέα μάζευε τις αγαπημένες φίλες στο σπίτι κι όπως όταν ήταν κορίτσια έτσι και τώρα, έγραφαν σονέτα, έπαιζαν μουσική, ζωγράφιζαν μέχρι αργά τη νύχτα.
Η Μαριγώ δεν το’χε σε τίποτα να κακολογεί τη Ρέα και κουνώντας το κεφάλι με υπονοούμενα έλεγε, “όταν δεν έχει κανείς άντρα, μαζεύει γυναίκες”.
Η σύνταξη της γιαγιάς δεν έφτανε για τόσα άτομα, έτσι το πρώτο κορίτσι τη Μαρία την πήγαν στη για-γιά Λενιώ να την ανατρέφει. Όμως η μικρή γυρνούσε κλαμένη στο σπίτι, λέγοντας πως η Μαριγώ τη διώχνει δεν τη θέλει στα πόδια της, πάλι όμως την πήγαιναν στη γιαγιά Λενιώ, που αμίλητη κουνούσε το κεφάλι χωρίς να λεει λέξη.
Είχε πολύ καιρό να ‘ρθει ο Σάββας στο σπίτι και η Ρέα τον λαχταρούσε.
Kαθόταν ώρες, μέρες, αιώνες, στήριζε με τις παλάμες στα σαγόνια το κεφάλι και περίμενε... δεν θα πήγαινε ποτέ στο καΐκι φοβόταν, φοβόταν αν ήταν εκεί, αν κοιμόταν με άλλη γυναίκα, όπως οι γνωστοί καταλαλούσαν... Όχι, εκατομμύρια φορές όχι.. θα τον περιμένει, γιατί ο άντρας είναι δικός της, καταδικός της, είναι εκείνος που της έδωσε τρία πανέμορφα παιδιά, είναι εκείνος που η ανάσα του καίει το κορμί της, είναι τα χείλη που αγγίζουν τ’αυτιά της και ριγεί σαν το στάχυ που προσκυνά καταγής τον έρωτα του ανέμου. Είναι η φωνή-μουσική που η γλύκα της την πνίγει· είναι η καρδιά που σπαράζει σαν τη σφίγγει το γυμνό του κορμί. Είναι τα ποιήματά που γράφει, οι ζωγραφιές που ζωγραφίζει.
Εκείνο το βράδυ κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του, όμως εκείνος δικαιολογήθηκε πως ήταν κουρασμένος, τον έσφιξε δυνατά, τον χάϊδεψε με τα χέρια, με το στόμα, του τραγούδησε να του γλυκάνει τον ύπνο.
Της φάνηκε πως το νησί της άλλαξε, το κρεβάτι της γκρεμός, ερείπια αρχαίου ναού, το ουρλιαχτό της άηχο, ουρλιαχτό απώλειας και εγκατάλειψης· άνοιξε τα μάτια, εκείνος έλειπε, άνοιξε το παράθυρο και τότε τον είδε να σκαρφαλώνει στο παραθύρι της Μαριγώς· έτρεξε αλαφιασμένη, φώναξε, έκλαψε, έβρισε, ένιωσε τα χέρια της Μαριγώς να της σφίγγουν το λαιμό, ένιωσε τις σάρκες της να κομματιάζονται σε μαύρα βράχια και η γλώσσα της γης να την καταπίνει.

Η ηλικιωμένη γυναίκα σκέπασε στοργικά τα τρία μικρά, έριξε ένα μάλλινο στη ράχη και προχώρησε προς τα κει που άκουσε το γδούπο, όμως πλησιάζοντας το “αντρέ”, έγινε κοσμοχαλασιά, αντάρα· το μονάκριβο παιδί της, η Ρέα της, κείτονταν κατάχαμα ματωμένο να ψελλίζει σε ακατάληπτη γλώσσα.
Φώναζε, στρίγκλιζε η άμοιρη ανοίγοντας πορτοπαράθυρα, “βοήθειααα... βοήθει ααα, το παιδί μου... το παιδί μου ου ... βοή θει αα... βοήθειααα”..
Και πού δεν την έτρεξε και πού δεν την πήγε, σε γιατρούς, σε νοσοκομεία, σε εκκλησιές, σε παπάδες, σε εξορκιστές, την πέρασε σε σαράντα κύματα, ταξίδι Μυτιλήνη - Πειραιά, πρώτη φορά στη ζωή της, για να λυθούν τα μάγια, που λέγανε πως της τα ’κανε η συννυφάδα της η Μαριγώ.
Τίποτα όμως η Ρέα έφυγε με συνοδεία ποιημάτων, τραγουδιών και με τη σοφία εκείνη που η γη των ανθρώπων δεν ανέχεται και καταδικάζει σε θάνατο “ως μη χρήσιμον”..
*
Η Ήριννα έσφιξε την πεντάχρονη Κρινιώ στη αγκαλιά της, την έλουσε κρύος ιδρώτας, κάτι κακό συνέβαινε, το ένιωθε, τράβηξε δυνατά το μανίκι της νυχτικιάς της Μαρίας, όμως εκείνη γύρισε από τ’ άλλο πλευρό. “Μαρία” φώναξε κλαίγοντας “κάτι κακό γίνεται .. ξύπνα.. ξύπνα”. Η Μαρία ήταν το παιδί του ύπνου, του χουζουριού, της καλοπέρασης, δεν τά’χε καλά με τα βάσανα, τις ταλαιπωρίες, τ’ απέφευγε ή τα φόρτωνε στους άλλους. Η ΄Ήριννα σηκώθηκε, άνοιξε λίγο την πόρτα, δεν ήταν κανείς. Βγήκε και πλησίασε στο “αντρέ”, τότε πάγωσε είδε τη μάνα της κατάχαμα, ματωμένη, με αφρούς στο στόμα να ψελλίζει λόγια ακατάληπτα και η γιαγιά της να ουρλιάζει, τραβώντας τα μαλλιά της.
Η εφτάχρονη ΄Ήριννα ξεφώνισε τρομαγμένη “μανούλα, μανούλα, γιαγιά μου”.
Φάνηκε ο Σάββας σήκωσε τη γυναίκα του στα χέρια και την έβαλε στο κρεβάτι, είπε στη γιαγιά να τρέξει για γιατρό και ο ίδιος χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο.
Μπήκε κόσμος πολύς στο σπίτι, η θειά Λευκή η γυναίκα του καπετάν Ανέστη, αγκάλιασε το μικρό κορίτσι και το πήρε στο σπίτι της, να το ηρεμήσει. “Θα το κρατήσω κοντά μου λίγες μέρες, μέχρι να δούμε τι θα γίνει” είπε στον Σάββα κι έφυγε.
Η καπετάνισσα έκανε ότι μπορούσε για να ηρεμήσει τη μικρή, που έτρεμε, την έτριψε δυνατά με κολόνια σ’ όλο της το κορμάκι, της έφτιασε ζεστή σοκολάτα και την κοίμισε στο κρεβάτι της.
Ο καπετάν Ανέστης θα’ ρχόταν σε λίγες μέρες, οπότε μπορούσε να μοιράζεται το κρεβάτι της με την ΄Ήριννα.

Εκείνο το βράδυ θα κοιμόταν στον καναπέ, έξω από την κάμαρα της Λευκής, γιατί ήρθε ο καπετάν Ανέστης και η θέση στο κρεβάτι δίπλα στη Λευκή και του ανήκε και τη λαχταρούσε.
Είχε προχωρήσει για τα καλά η νύχτα, η ΄Ήριννα στεκόταν όρθια στον καναπέ και μόνο ο ήχος των δακρύων της ακουγόταν. ΄Ηθελε να τρέξει, να φωνάξει “θειά Λευκή, καπετάν-Ανέστη τι έγινε; Ποιος πεθαίνει;” Άκουγε τα αγκομαχητά τους, φοβόταν και δεν πλησίαζε, έτρεμε μη και τους δει αποθαμέ-νους. ΄Ηταν μικρή και το τραγούδι του έρωτα δεν το ’χε ματακούσει.


Ο Γιατρός είπε στη γιαγιά ότι το νέο φάρμακο “τρομιξάλ”, το λέγαν, δεν κυκλοφορούσε ακόμα, ίσως βοηθούσε κάπως την παράλυτη Ρέα, έτσι κι αλλιώς ελπίδες πολλές δεν υπήρχαν, σε οχτώ το πολύ μέρες θα συνέβαινε το μοιραίο, αποφάνθηκε.
Η Κρινιώ κοιμόταν, ενώ η Ήριννα έκανε πως κοιμάται, σαν τις σκέπαζε η γιαγιά αναστενάζοντας, ξαγρυπνούσε, στριφογύριζε στο κρεβάτι, ψιθυρίζοντας “θεέ μου στείλε μας τρομιξάλ, στείλε μας θεούλη μου τρομιξάλ”. Ονειρευόταν νεράιδες που βαστούσαν καλάθια γεμάτα τρομιξάλ, να μπαίνουν χαμογελαστές στο σπιτικό τους, να σώσουν τη μάνα της.
Η γιαγιά θα πήγαινε να εισπράξει τη σύνταξή της, είπε στη Μαρία να προσέχει τη μαμά μέχρι να γυρί-σει, όμως η Μαρία έβαλε την ΄Ήριννα στη θέση της, γιατί η ίδια δεν άντεχε να βλέπει σ’ αυτήν την κατάσταση τη μαμά. Η ΄Ήριννα πήγε κοντά στη Ρέα, κοιτάζονταν οι δυο τους κατ’ ευθείαν στα μάτια.
Η Ρέα βογκούσε, ανάπνεε βαθιά και η ΄Ήριννα της μιλούσε. “ Μανούλα λίγο ακόμα, περίμενε και θάρθουν οι νεράιδες με τις καλαθούνες γεμάτες “τρομιξάλ”, το ξέρω.. το ξέρω,.. το είδα..” Η Ρέα αγκομαχούσε, ψέλλιζε “Σ..α..β.β.αα. και η ΄Ήριννα κλαψούριζε “μανούλα μην κάνεις έτσι φοβάμαι, φοβάμαι.. πες μου κάτι .. να σου φέρω νερό;” Με το νερό στα χέρια η μικρή ΄Ήριννα ήρθε κατάφατσα με το θάνατο, που χωρίς να τη λογαριάσει, χωρίς να τη λυπηθεί της άρπαξε την αγαπημένη της μάνα, μόλις τριάντα χρόνων και από τότε μόνο στα όνειρά της έρχεται σα μουσική, σα ζωγραφική, σαν ποίημα.
΄Ηταν η μέρα της κηδείας, το σπίτι γεμάτο κόσμο. ΄Εντυσαν τα τρία κορίτσια με σκούρο μπλε τσελβόλ φουστάνι και τα πήγαν στην εκκλησιά. Ο Σάββας δεν ήταν στην κηδεία, έλειπε και το καΐκι από το λι-μάνι, είπαν ότι θα έλυσε για ταξίδι.
Η μικρή Κρινιώ έχωνε τη μούρη της στο μπράτσο της ΄Ήριννας, εκείνη ένιωθε τα μέλη της βαριά, σαν πέτρα, σαν ένα κακό χέρι να βουτάει στα σωθικά της και να της τα ξεριζώνει.



Είχαν περάσει σχεδόν τρεις μήνες, όταν ένα πρωινό η Ήριννα άκουσε το γνωστό σφύριγμα του πατέρα της· βγήκε έξω με λαχτάρα και τον κοιτούσε από το κεφαλόσκαλο, “μπαμπάκα μου ου ουουυυυ..” Εκείνος γελώντας ανέβηκε την αγκάλιασε κι ενώ η μικρή λαχταρίζοντας του έλεγε “πέθανε η μανούλα μπαμπάκα μου, πέθανε”, εκείνος πηδούσε μπρος-πίσω και γελώντας τραγουδούσε “ Ω! Ω! η μικρή Ηριννούλα έχασε τη μανούλα” ήταν τόσο αστείος, τόσο καλός που η ΄Ήριννα γελούσε μαζί του. Της έπιασε τα χέρια και χοπ-χοπ - χοπ-χοπ τη γύριζε στον αέρα γύρω από τον εαυτό του και της τραγουδούσε “η μικρή Ηριννούλα που της πέθανε η μανούλα. χοπ,χοπ..”, όμως βγήκε έξω η γιαγιά, που μόλις τον είδε αγρίεψε· τράβηξε από τα χέρια του τη μικρή κι άρχισε να τσιρίζει και να τον σπρώχνει βίαια “δρόμο.. δρόμο.. αχαΐρευτε... μού ’φαγες το παιδί μου, μου το φάγατε κτήνη... δρόμο.. έξω από δω...”
Η Ήριννα έμεινε εκεί στο κεφαλόσκαλο να την τραβολογάει η γιαγιά, να βλέπει τον πατέρα της να κατρακυλά τις σκάλες, να πέφτει στο χείμαρρο, τραγουδώντας και γελώντας, “χοπ-χοπ η μικρή Ηριννούλα, η μικρή Ηριννούλα.. χοπ-χοπ” κάτω από τις στριγκλιές και τα κλάματα της Ήριννας “μη τον μπαμπά μου, μη...μη ηη”.
*
Η Μαρία έγινε ένα παχουλό παιδί, όμορφο και πρώτη μαθήτρια στο σχολείο, τέλειωσε το δημοτικό με άριστα και σαν έφτασε ο χρόνος να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο γυμνάσιο, η γιαγιά δεν την άφη-σε. “Δεν υπάρχουν τόσα λεφτά παιδί μου για γυμνάσια, καλλίτερα τό ’χω να τα δώκω να μάθεις ράφτρα, να μάθεις τέχνη να ζήσεις και να φτιάσεις τα προικιά σου, να νοικοκυρευτείς..”
Η ΄Ηριννα και η Κρινιώ την κορόιδευαν που άκουσε τη γιαγιά και δεν πήγε στο Γυμνάσιο, ενώ εκείνη τις κυνηγούσε να τις δείρει της τραγουδούσαν γελώντας, “όρθα.. όρθα.. κάτσ .. κατσ.. κρίμα την ομορφιά σου, κρίμα το μπόϊ σου”.
΄Εφτιασε πολλά κεντίδια και ένα σωρό προικιά, πίστευε πως αποτελούσαν εχέγγυα για να της χτυπή-σει ο γαμπρός την πόρτα· τη ραπτική την άφησε πολύ γρήγορα, της ήταν αδύνατο να ξυπνά από τις οχτώ το πρωί για να πάει στη σχολή, το χουζούρι δεν τα ’φηνε με τίποτα.
Ήταν κοπελίτσα, όταν κάποιος ναυτικός της ζήτησε ραντεβού στο λιμάνι, τούπε “ναι”, μα εκείνη προτίμησε να κοιμηθεί λίγο παραπάνω κι όταν πήγε, εκείνος δεν ήταν κει είχε φύγει και δεν τον ματαείδε· ό,τι βόλευε το χουζούρι της το δεχόταν μ’ ευχαρίστηση, έτσι και με το Γυμνάσιο της άρεσε να μην ξυ-πνά από τις εφτάμιση για το σχολείο, γι αυτό δέχτηκε χωρίς αντίρρηση της γιαγιάς τα σχέδια για το μέλλον της. Εξ’ άλλου το μέλλον τι άλλο ήταν από νοικοκυριό, μαγείρεμα, κεντίδια και παιδιά που στο κάτω-κάτω θα βοηθούσε κι η γιαγιά στο μεγάλωμά τους, όπως κάνουν οι γιαγιάδες του κόσμου αιώ-νες τώρα· πρωινό ξύπνημα λοιπόν στις έντεκα, όρεξη μεγάλη, τάση για πάχος, ραδιόφωνο και ‘’πικρή, μικρή μου αγάπη”, καλομαγειρέματα και πήγαινε-έλα τα πιάτα με νοστιμιές στη γειτονιά, χαμόγελα ικανοποίησης για τα μπράβο στο νοικοκυριό της, καφέδες και γύρισμα το κουπάκι και λόγια - λόγια μαγικά, λόγια απατηλά, λόγια που εξωραΐζουν το φόβο για το άγνωστο, το φόβο για το μέλλον, τον τρόμο για τίτλους αρχέτυπους της φιλήδονης Εύας, της πουτάνας, που η ζωή θάταν παράδεισος, όμως ο όφις τη γυναίκα διάλεξε για την αμαρτία, αμ πώς τον άντρα θα διάλεγε; Την χαρίεσσα που τύλιξε τον Αδάμ και συνεχίζει να τον τυλίγει· της δε γεροντοκόρης ‘’νάτο, νάτο.. έρχεται το παλικάρι , να ..να..νάτα τα στέφανα, πάνω σε τρία’’, όλα γραμμένα σ’ ένα κουπάκι του καφέ κι άντε να ζητήσεις εξηγήσεις γιατί λάθεψε.
Κεντίδια λοιπόν, υφαντά σεντόνια με κέντημα σε κοφτό, όπως μαξιλαροθήκες, νυχτικιές, σώβρακα του γαμπρού, που θε να ρθεί. Προίκα! που σαν τέτοια έμεινε για πάντα στο σεντούκι.

Ο χαιρέκακος χρόνος, που μόνο τα δικά του παιδιά θέλει αναλλοίωτα, αφήνει τις ώρες, τις μέρες, τους μήνες, τα χρόνια, τους αιώνες ίδιους, καταϊδιους κι απαράλλαχτους, όμως κιτρινίζει τις προίκες στα σεντούκια και χαρίζει χωρίς φειδώ ζαρούκλιασμα και καμπούριασμα στις άμοιρες, τις ανθρώπειες κόρες.

Μεγάλωνε η Μαρία, βάραινε η Μαρία και τι παράξενο την προίκα στο σεντούκι κανείς δεν την λογά-ριαζε, κι όλα τα απέδιδε στην κατάρα και πολλές φορές μονολογούσε, “μήπως η κατάρα; Μήπως η ΄Ηριννα; ”
Μέχρι και τα λεφτά που κατά καιρούς έκρυβε πίσω στις εικόνες, ξανεμίστηκαν, γιατί κι αυτά θέλουν την ετοιμότητά τους για να αυγατίσουν, κάτι που της έλειπε παντελώς.

Ζούσε σε κάποιο δωμάτιο αυλής, στις Τζιτζιφιές, με χαμηλό ενοίκιο, που κι αυτό της έλειπε τον τελευ-ταίο καιρό· τα λεφτά της ίσα που έφταναν για ένα φαϊ, που κι αυτό το μοίραζε στη σπιτονοικοκυρά και στη γειτονιά, “γιατί το φαϊ πρέπει να τρώγεται σαν κατεβαίνει το τσουκάλι απ’ τη φωτιά” όπως συνή-θιζε να λεει· μέχρι που κάποιος θεός του οίκτου τη θυμήθηκε στο πρόσωπο της σπιτονοικοκυράς της.
Η σπιτονοικοκυρά της είχε ένα μικρό μαγαζάκι “ΕΒΓΑ”, μεγάλη γυναίκα κι ο άντρας της ηλικιωμένος, ανήμπορος. Δεχόταν μ’ ευχαρίστηση ένα πιάτο ζεστό φαΐ από τη Μαρία, που πολλές φορές τους βοη-θούσε και στο μαγαζί. Είχε πάντα στο νου της τη Μαρία, τη λυπόταν, την καημένη τη γεροντοκόρη και είχε σχέδια γι αυτήν..
Της είπαν για κάποιον Χότζα στην Κωνσταντινούπολη ότι λεει τα πάντα για το μέλλον, και μάλιστα αν θα παντρευτεί κάποιος ακόμα και ημερομηνία του γάμου του, αυτό λοιπόν την ενδιέφερε πολύ· ήταν η τελευταία της ελπίδα έπρεπε να μάθει, ήδη κόντευε τα σαράντα, ναι τα σαράντα· υπάρχουν κάτι λίγα λεφτά ακόμα στο εικόνισμα το πήρε απόφαση θα πάει στην Τουρκία, εξ άλλου τι να κρύβει λεφτά; Αφού όταν παντρευτεί με το καλό θα τα ’χει όλα, Άντρα, Σπίτι, Γούνινο παλτό.
Το τουρκάκι ήξερε τσάτρα-πάτρα Ελληνικά και της έκανε το διερμηνέα, δεν ήταν η πρώτη φορά, ένα σωρό Ελληνίδες έρχονταν για να μάθουν από τον Χότζα τα μελλούμενα κι ο πιτσιρικάς κονόμαγε κάμποσες λίρες.
“Μάρια, ρωτάγει ο Χότζα τι όνειρα είδε εσύ στον ύπνο τελευταία;” Η Μαρία απάντησε “βλέπω πολύ συχνά ότι ασβεστώνω το σπίτι μου χρόνια, αλλά δεν τελειώνει και βλέπω κάποιον που δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν είναι γυναίκα ή άντρας να μου δείχνει μια αρμαθιά χρυσά κλειδιά, που θέλω να τα πάρω, αλλά δεν τα φτάνω” Ο Χότζας την κοίταξε σκεφτικός κι είπε του μικρού να της πει “να περάσει σαράντα κύματα και να σκορπίσει στη θάλασσα μια οκά ζάχαρη στις δώδεκα τα μεσάνυχτα και μετά μέσα στο μήνα το κακό ριζικό θα σκορπίσει..”
Όλα τα ’κανε η Μαρία και όχι μια οκά ζάχαρη, αλλά δέκα έριξε στη θάλασσα, εκεί στην παραλία στις τζιτζιφιές, πήγαινε τις νύχτες κρυφά να μην την πάρουν είδηση και ρεζιλευτεί· απ’ αυτά κι απ’ αυτά φράγκο δεν της έμεινε, όμως ο γαμπρός δεν έλεγε να φανεί κι είχαν περάσει πέντε μήνες.
Είχε πάει είκοσι του μήνα και δεν είχε μια για το νοίκι, κατακόκκινη από ντροπή πήγε με σκυμμένο κεφάλι, εκείνο το πρωί, στη σπιτονοικοκυρά της: “κυρά Όλγα μου, δυσκολεύομαι να σου δώσω το νοίκι, ούτε που μαγείρεψα σήμερα, αύριο, θα πάω να δανειστώ από την αδελφή μου, ξέρεις εκείνη με το γούνινο παλτό, η γυναίκα του διάσημου ζωγράφου, κάτι θα γίνει, γιατί ξέρεις το είδα στο φλιτζάνι σε οκτώ επάνω θα παντρευτώ, θα ’χω διαμέρισμα, θα ’χω γούνα, θα ’χω άντρα, θα ’μαι κυρία.
Η κυρία Όλγα την έπιασε από τους ώμους και ήσυχα της απάντησε, “δε θα πεθάνουμε από την πείνα, αν δεν μας δώκεις το νοίκι. Άντε τώρα πήγαινε στην κουζίνα μου, άνοιξε το ψυγείο και μ’ ό,τι βρεις φτιάσε κάνα φαϊ να φάμε όλοι μαζί.”

Λίγες μέρες αργότερα έλεγε στην κυρά ΄Ολγα: “ξέρεις ο άντρας της αδελφής μου δεν της δίνει φράγκο, μου πρότεινε να με στριμώξει σε ένα δωμάτιο του σπιτιού της και να μου δίνει ένα πιάτο φαΐ· εγώ όμως δε δέχτηκα, γιατί ο άντρας της όποτε με βλέπει, μόνο που δε με φτύνει, δεν καταδέχεται ούτε να με κοιτάξει, πώς να πάω σ’ ένα σπίτι που του ανήκει.”


Η κυρά Όλγα την κοιτούσε και σκεφτόταν “δυο ξερά κορμιά η αφεντιά μου κι ο άντρας μου, μ’ ένα ολόκληρο τετράγωνο με μαγαζιά και σπίτια όλα δικά μας, που σαν κλείσουμε τα μάτια μας θα πάνε όλα σε ξένους και σε κάποια ανίψια μας, που ούτε ξέρουν αν ζούμε ή πεθάναμε, γι’ αυτό, το γοργόν και χάριν έχει”. Της ζήτησε να καθίσει και να την ακούσει προσεκτικά. “Μαρία το πήρα απόφαση παιδί μου, από σήμερα θα με λες μάνα, κάτι που λαχταρούσα από τότε που παντρεύτηκα ν’ ακούσω, αλλά η μοίρα μου τ’ αρνήθηκε. Θα γράψω στο όνομά σου τη γκαρσονιέρα που μένεις και θα αναλάβεις το μαγαζί. Τώρα, εσύ θα μαγειρεύεις για σένα και τα γερόντια σου και όλα θα πάνε καλά, κανείς δε χάνεται.
Έσκυψε η Μαρία και φίλησε τα χέρια της κυρά-Όλγας, ψιθυρίζοντας και επαναλαμβάνοντας ευχαριστίες.
Έτσι έζησε η Μαρία κι έθαψε δυο ξένους για γονείς.
Το 1980, κόντευε να χάσει τη δουλειά της, το μαγαζάκι της κι έδωσε διακόσιες πενήντα χιλιάδες “αέρα” στους νέους ιδιοκτήτες για να μην της το πάρουν, τουλάχιστον μέχρι να βγάλει τη σύνταξή της, από τη δουλειά στο μαγαζί.
Σαν της λένε και τι έβγαλε που έτρεχε σε μάγισσες και σε χότζες; Εκείνη κουνώντας το κεφάλι μουρμουρίζει “ μπορεί και τίποτα... μπορεί και πολλά.. κάποτε γεμίζει και το πιο ξερό κεφάλι, αρκεί να μη του το κόψει ο αέρας, τόσο ξερό που είναι.”
**


Ήριννα και Κρινιώ, αδελφές, αδελφές ψυχές, λεπτές, σταράτες με μάτια υγρά, μαύρα, που ξεχείλιζαν από δύναμη ζωής και χείλη ρόδινα, καρδιοειδή, που ανάδιναν τη μυρωδιά των χυμών των νιάτων τους, κουβέντιαζαν σοβαρά και θυμωμένα το θέμα που απασχολούσε την Ήριννα και δεν ήταν άλλο από τις σπουδές, που η γιαγιά τους έστεκε εμπόδιο. “Ο κόσμος να χαλάσει δε θα της περάσει της γιαγιάς, στο γυμνάσιο θα πάω, θα πάω” επαναλάμβανε η ΄Ήριννα στην Κρινιώ και συνέχιζε “και σαν έλθει κι η δική σου σειρά πάλι τα ίδια, μέχρι που δε θα τρώμε, όμως δε θα της περάσει, στο γυμνάσιο θα πάμε· στο κάτω, κάτω έχουμε και πατέρα, δεν είμαστε τελείως ορφανά, όπως μας λεει, είσαστε ορφανά κι είσαστε ορφανά”
Μόλις τέλειωσε το δημοτικό η ΄Ήριννα πήγαινε στην υφάντρα τη Μαριάνθη, ακουστή σ’ όλο το νησί για τα θαυμαστά της έργα, όλες οι κοπελιές του νησιού σ’ αυτήν έδιναν παραγγελιές για τα προικιά τους. Βοηθούσε λοιπόν στη παράδοση των κεντημάτων, των σεντονιών, των κουβερτών και άλλων, έλεγε και “με τις υγείες σας και με τις χαρές σας”, όπως την είχε συμβουλέψει η Μαριάνθη να λέει κι έτσι μάζεψε τα λεφτά, ήταν εφτακόσιες δραχμές, που χρειάζονταν για τις εξετάσεις στο σχολείο.
Έτρεχε ευτυχισμένη στα σοκάκια του νησιού, φωνάζοντας “πέρασα... πέρασα!... πέρασα στο γυμνάσιο... γιαγιά...γιαγιάαααα..... πέρασα.. πέρασα με άριστα στο Γυμνάσιο.....” τρέχανε μαζί με την Κρινιώ πηδούσαν σαν κατσικάκια κι η γιαγιά δεν μπορούσε να πει τίποτα, αφού και τα λεφτά ακόμη, τά ’χε δουλέψει η ΄Ηριννα και δε θα στερούσε τίποτα τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Εξ άλλου δεν άντεχε να ακούει την ΄Ηριννα, όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, να κλαίει και να φωνάζει υστερικά “θέλω τη μανούλα μου, θέλω τη μανούλα μου...”
“Θα δεις Κρινιώ, όλα θα γίνουν, θα βρίσκουμε λεφτά και δε θα ζητάμε φράγκο από τη γιαγιά, για τα βιβλία, για το σχολείο· θα κάνω φροντιστήριο στα παιδιά της γειτονιάς, δηλαδή στα κούτσουρα, όπως στον Αντώνη της κυρά Θάλειας, στην Βαγγελίτσα του μπακάλη, που όλοι αυτοί με παρακαλάνε να βοηθάω τα παιδιά τους, επειδή ξέρουν ότι είμαι άριστη μαθήτρια· θα με πληρώνουν σου λεω, θα με πληρώνουν” επαναλάμβανε όλο ενθουσιασμό και πίστη για το μέλλον, που της έδινε η δύναμη των δώδεκα χρόνων της.

Αγκαλιασμένες κοιμόντουσαν ευχαριστημένες, επιτέλους θα γίνουν γυμνασιοκόριτσα, θα φορούν μαύρη ποδιά με άσπρο γιακά, με φουρό από κάτω και μαύρη δερμάτινη ζώνη στη μέση, άσπρα σοσονάκια τα πιο λεπτά, που πουλούσαν στα εμπορικά και κορδέλες μπλε γύρω στο κεφάλι .
Η ΄Ηριννα είχε τελειώσει τη δεύτερη Γυμνασίου, όταν έφτασε η σειρά της Κρινιώς να δώσει εξετάσεις για το Γυμνάσιο. Αυτή τη φορά ο λόγος της γιαγιάς δεν είχε καμιά βαρύτητα· η ΄Ηριννα αποφάσιζε για την αδελφή της και όσο για λεφτά, κάτι λίγα από το καΐκι, κάτι λίγα από μαθήματα σε παιδιά της γειτο-νιάς βοηθούσαν την κατάσταση. Μάλιστα περίσσεψαν και είκοσι δυο δραχμές από τα λεφτά για τις εισαγωγικές κι αγόρασαν άσπρα δαντελένια γιακαδάκια και χρωματιστά μαντηλάκια, που τάβαλαν σαν μανσέτες στα μανίκια του μπλε φουστανιού τους, που η γιαγιά δεν εννοούσε να τους πάρει άλλο χρώμα, γιατί χρόνια τώρα πενθούσαν τη μάνα· “είσαστε ορφανά, δεν κάνει να βάλετε χρωματιστά” έλεγε και ξανάλεγε.
Μπήκαν στο σπίτι γελώντας και φωνάζοντας και η Κρινιώ αγκάλιασε όσο πιο σφιχτά μπορούσε τη γιαγιά της, “γιαγιά μου πέρασα, πέρασα στο γυμνάσιο”. Η γιαγιά σαν να μην άκουσε τίποτα, την άρπαξε από τα μαλλιά φωνάζοντας ‘’βρε συ θα σε ξεμαλλιάσω, ντροπή σου με δαντέλες και χρώμα-τα ορφανό παιδί”, όμως μπήκε μπροστά η ΄Ηριννα έπιασε με δύναμη της γιαγιάς το χέρι και με σταθε-ρή φωνή είπε “μην τη χτυπήσεις, γιατί να ξέρεις εγώ τ’ αγόρασα από τα λεφτά μου και φτάνει πια τα μπλε φουστάνια, τα φοράμε έξι χρόνια σχεδόν και δεν είμαστε ορφανά, έχουμε πατέρα κι άμα τη χτυ-πήσεις θα την πάρω να φύγουμε, κάπου θα βρούμε να πάμε, μπορεί στο καΐκι, μπορεί στην καπετά-νισσα, κάπου σου λεω, δε θα χαθούμε.”
Η γιαγιά συμμαζεύτηκε, η φωνή της ΄Ηριννας έμοιαζε τόσο με της μακαρίτισσας της Ρέας, τόσο που συγκινήθηκε και χωρίς να το θέλει ψιθύρισε “καλά.. καλά, κάντε ότι νομίζετε, μόνο κόκκινο μη βάλετε ακόμα.”

Φεβρουάριος, κρύο, διαγωνισμοί κι η γιαγιά στο κρεβάτι με γρίπη. Ο γιατρός της έγραψε κάτι φάρμα-κα, τα παιδιά τής έφτιαναν ζεστό γάλα και τρέχανε στο καΐκι να τους δώσει ο μπαμπάς κάνα ψάρι να το μαγειρέψει η Μαρία. Η γιαγιά έβηχε πολύ εκείνη τη νύχτα, σχεδόν καμιά τους δεν κοιμόταν, την άκουγαν να μονολογεί “βαρέθηκα θεέ μου, πάρε με να πάω στο παιδί μου, βαρέθηκα, όμως τα ορ-φανά τι θα γίνουν τ’ άμοιρα;” ΄Έβηχε, έκλαιγε, τρανταζόταν ολόκληρη, είχαν πάει και οι τρεις κοντά της και την κοιτούσαν· η ΄Ήριννα γνώριζε καλά αυτό το παράξενο αγκομαχητό, αυτές τις ανατριχια-στικές ανάσες, πλησίασε τη γιαγιά, της χάιδεψε το μέτωπο και ψιθύρισε “γλυκιά μου γιαγιά, τό’χεις καταλάβει ότι σ’ αγαπώ πάρα πολύ;” Η γιαγιά ξεψύχησε χαϊδεύοντας το κεφάλι της ΄Ηριννας.
Η ΄Ηριννα ένιωθε υπεύθυνη για το σπιτικό τους, μετά το θάνατο της γιαγιάς, η Μαρία ζούσε στον κόσμο της, στον κόσμο της προίκας, του γάμου που θα της φέρει πλούτο και κοινωνική αποδοχή.
Η Κρινιώ υπέφερε πολύ, φοβόταν μετά το θάνατο της γιαγιάς, στηριζόταν στην ΄Ηριννα και κείνη την προστάτευε, την παρηγορούσε σα μάνα. Ο Σάββας εμφανιζόταν πού και πού, τις περισσότερες φο-ρές σκνίπα στο μεθύσι, ο κόσμος του, το σπιτικό του ήταν το καΐκι, η θάλασσα, το κρασί οι γυναίκες, ο τζόγος.
Τα κορίτσια ήταν άριστες μαθήτριες, το επεδίωκαν, για να σπουδάζουν με υποτροφία, λάτρευαν το σχολείο, τους καθηγητές, το όμορφο Γυμνάσιο στο Μπας Φανάρ, ωραίο επιβλητικό κτίριο, με μαρμά-ρινη σκάλα, δίπατο, που το στόλιζαν τρία πελώρια πεύκα· βρισκόταν μες στην αγορά και ήθελαν κάποιο χρόνο μέχρι να φτάσουν σπίτι· χάζευαν λοιπόν τις βιτρίνες των μαγαζιών, με ένα τσούρμο συμμαθήτριες, χάζευαν, γελούσαν, αστειεύονταν και ερωτοτροπούσαν με τα αγόρια. Ήταν ευτυχισμέ-νες· το επίκεντρο ήταν πάντα η ΄Ηριννα. H ΄Ηριννα με τη μουσική της, τις ζωγραφικές της, τα τραγού-δια της, τις καλλίτερες εκθέσεις του σχολείου, η πρώτη μαθήτρια στην τάξη και δυναμική. Ήταν εκείνη που ξεμπρόστιασε κάποιον νεοφερμένο καθηγητή , που κρατούσε στην τάξη μετά το σχόλασμα τις όμορφες μαθήτριες, μια για να φτιάξουν τη βιβλιοθήκη, μια για τη χορωδία, μια για τόνα μια για τ’ άλλο, αλλά η πραγματικότητα ήταν να της χαϊδολογάει και να αξιώνει να του πιάνουν τους ερωτικούς του αδένες.. Ήταν εκείνη που για τον παπά με τις πολλές ανιψιές και βαφτιστήρες σκάρωσε το στιχάκι
“άνοιξε κοπελιά το παράθυρο δεν είμαι λωποδύτης, είμαι ο Θεοφάνης Λέσβου Μητροπολίτης”.Το κορίτσι που θαύμαζαν όλοι και ήταν κρυφοερωτευμένα τα περισσότερα αγόρια του σχολείου.
Ξάφνου τα γέλια ξεμάκρυναν, άφησε το τσούρμο των παιδιών κι άρχισε να προχωρεί μόνη, ίσα που απάντησε στην Κρινιώ που τη φώναξε “΄Ηριννα που πας;” -Περίμενε, δεν θ’ αργήσω.
Λες και ήταν ένα αόρατο σχοινί που την τραβούσε πέρα σ’ ένα μαγαζί με μουσικά όργανα, εκεί την περίμενε ο έρωτας· την έπιασε από το χέρι σφιχτά και ανάμεσα σε μουσικές, σε κλειδοκύμβαλα και κιθαρίσματα, την οδήγησε στο δύσκολο μονοπάτι της αγάπης.
Ήταν ο Αλέκος κατσαρομάλλης, ψηλόλιγνος, γαλανός σα θάλασσα, μαγικός, λιγομίλητος, που μέσα του έρεε η μουσική και του τροφοδοτούσε ψυχή και σώμα· ήταν εκείνος που άνοιξε το πανωφόρι του και την έκλεισε για πάντα μέσα στο στήθος του, μέσα στην καρδιά του· ήταν ο καλλίφωνος κανταδόρος, που της τραγουδούσε τα βράδια “η ζωή μου σφιχτά στη ζωή σου δεμένη και κρατάς σκλαβωμένη για πάντα μια καρδιά”. Είναι η καντάδα που άκουγαν οι κοπελιές με γλύκα ερωτικού νανουρίσματος και η κάθε μια, για τον εαυτό της, ονειρευόταν τον άντρα, που ερωτοτροπεί αόρατος στο σκοτάδι τις ερωτόπληκτες παρθένες.
*


“Ξαπλώστε εδώ, χαλαρώστε, πάρτε μια κλίση προς τα δεξιά, χαλαρώστε, μη μιλάτε σας παρακαλώ, ελεύθερα τα πόδια, μη σφίγγετε τα χέρια, οι παλάμες προς τα πάνω, λυγίστε λίγο τα γόνατα, χαλαρώ-στε το πρόσωπό σας, μην τρίζετε τα δόντια, προσπαθήστε, προσπαθήστε λίγο ακόμα, πάρτε βαθιές ανάσες, ξανά, ξανά, έτσι μπράβο, έτσι μπράβο, μην κλείνετε τα μάτια, μόνο διαλέξτε ένα σημείο του δωματίου να κοιτάζετε ή να παρακολουθείτε εμένα, έτσι μπράβο, όχι μην κλείνετε τα μάτια, έτσι μπράβο.”
Ο Σφυρίου της άγγιζε απαλά τα πόδια και με ήρεμη φωνή της επαναλάμβανε τη λέξη ‘’χαλαρώστε’’. Επίσης της κρατούσε τους ώμους που έτρεμαν καθώς σφάδαζε στο κλάμα, δεν έδινε σημασία στο κλάμα της, στον πόνο της, στο βάσανό της και ξενάλεγε, “ήρεμα, έτσι μπράβο, πολύ καλά κυρία Αλκαίου” και παράλληλα με απαλές κινήσεις της πίεζε, το κεφάλι, το πρόσωπο, τα χέρια τα πόδια, την πλάτη, λέγοντας “πολύ καλά, μιλήστε μου αν θέλετε, όχι κλειστά τα μάτια.”

Εκείνη παραληρούσε, με ανοιχτά τα μάτια, που δεν έβλεπαν τίποτα. ’’Είναι το κορίτσι που κοιμάται, είναι το πεθαμένο κορίτσι, είναι στο βουνό και στριγκλίζει μες στ’ αυτιά μου, “μ’άφησες μόνη και πέθα-να και πέθανααααα”, είναι το πτώμα που αιωρείται πάνω από το κεφάλι μου, γιατρέ δεν ξέρω αν είμαι ζωντανή ή πεθαμένη, πονάω, φοβάμαι το χάρο, φοβάμαι τις πέτρες, που μου ξεσκίζουν τις σάρκες, φοβάμαι τη βροχή, το κρύο, το ψωμί που λείπει, το σπίτι που δεν υπάρχει., το παιδί που ζη-τάει για δώρο θανατηφόρο μαχαίρι, αυτά που βλέπω καθημερινά στους δρόμους και νομίζω πως θα τρελαθώ, αν δεν έχω τρελαθεί ακόμα. Βλέπω στρατιές σκελετών, που μου τρυπούν τ’ αυτιά όπως τρίζουν τα βήματά τους. Γιατί; Νά τους βλέπω έρχονται από Ιάσονος, Κεραμικού, Κολυκυνθούς, Γερανίου, φτάνουν αμέτρητοι στην Πειραιώς, στην Ομόνοια, χρατς χρατς τα κόκαλα τους, μόνο εγώ τους βλέπω θεέ μου, μόνο εγώ γιατί; Γιατί; Είναι σκεπασμένοι με πέπλο σκόνης, χρατς τα κόκαλα, παιδιών πεθαμένων. Χρατς, να και οι πάγκοι με απλωμένο εμπόρευμα ένα σωρό κορίτσια ολόγυμνα, μαύρα, άσπρα, κίτρινα, πάγκοι με κορίτσια, απλωμένοι πάγκοι με κορίτσια παντού “φρέσκααααα!! φωνάζει ο κράχτης, είκοσι και χωρίς περικαυλίδα, είκοσι μόνο, είκοσι χιλιάδες, τζάμπα πράμαααα.”

*
Λινή κλος φούστα, οργάντζα πουκαμίσα με φούσκα μανίκι, κολόνια γιασεμί, πρόσωπο κόκκινο, φωτεινό, με τη λάμψη του έρωτα και χορός στο “μπουρίνι” του ερασιτεχνικού-φιλοτεχνικού ομίλου, μαζί με τον Αλέκο και πίσω στα παρασκήνια για να μάθει χορό, τον πρώτο της χορό! Ένα - δύο - τρία και στροφή ΄Ηριννα και στροφή γλυκό μου κορίτσι, αγάπη μου, ένα - δυο - τρία και στροφή στην αγκαλιά του έρωτα, στη δίνη του ματιού της θάλασσας, που φθονεί την ξεμυαλίστρα που θα της δια-φθείρει το μοναχογιό της, απειλεί με θεούς και δαίμονες απειλεί με αυτοχειρία, αυτή που λες και δε γεννήθηκε ποτέ, παρά φτιάχτηκε για να γεννήσει το αρσενικό, που θα την αγαπάει, θα τη συντρέχει, θα τη χαϊδεύει, θάναι όλα γι αυτήν και μόνο γι αυτήν και πιστεύει η δόλια, πως αυτό είναι αγάπη και όχι το ζούζουλο της πλάνης, που αιώνες τώρα την εξουσιάζει.
*
Η Κρινιώ ξύπνησε μεσάνυχτα την ΄Ηριννα, ήταν κατακίτρινη διπλωμένη στα δυο, σφάδαζε στους πόνους· ξύπνησαν και τη Μαρία, όμως εκείνη φοβισμένη κούρνιασε κάτω από τα σκεπάσματα.
΄Η ΄Ηριννα την ησύχασε της έριξε μια κουβέρτα, την πήρε αγκαλιά και μες τη νύχτα κατάφερε να φτάσει στον Οίκο Ναύτου, εκεί στην αίθουσα αναμονής περίμεναν αρκετοί στη σειρά, η ΄Ηριννα τους πα-ρακάλεσε με δάκρυα στα μάτια να την αφήσουν να περάσει, της είπαν ότι ο γιατρός δεν έχει ανοίξει ακόμα την πόρτα, μόλις ανοίξει και φωνάξει να περάσει κάποιος, ας περάσει εκείνη με την Κρινιώ. Έβαλε την Κρινιώ να καθίσει στον πάγκο, χτύπησε την πόρτα όμως απάντηση δεν πήρε, την έσπρωξε να ανοίξει και τότε είδε τον γιατρό να χαϊδολογιέται μ’ ένα ναύτη.
΄Όταν εξέτασε ο γιατρός την Κρινιώ έσμιξε τα φρύδια του με απογοήτευση και είπε στην ΄Ηριννα, χρειάζεται νοσοκομείο η μικρή. Αύριο κιόλας να την πάνε οι γονείς σου, υποψιάζομαι ότι δεν είναι απλά ένας κολικός και της έγραψε ένα φάρμακο για τον πόνο.
Η ΄Ηριννα έβαλε την Κρινιώ κοιμισμένη στο κρεβάτι της, έτρεξε στο μισοσκόταδο του χαράματος στο λιμάνι. “Μπαμπά μου η Κρινιώ μας δεν είναι καλά χρειάζεται νοσοκομείο, σήκω κι έλα, πρέπει να τη συνοδέψεις εσύ. Εκείνος κούνησε το κεφάλι λέγοντας “δεν βλέπεις τα χάλια μου; Άσε που πρέπει να ξεμπαρκάρω”. Αυτό σήμαινε ότι ο Σάββας δεν είχε λεφτά, ως συνήθως· έφυγε απογοητευμένη, έφυγε παραμιλώντας ‘’το παιδί, η Κρινούλα, το παιδί μου, δεν έχω πατέρα, είμαι ορφανή, πεντάρφανη.
Έτρεξε στο γυμνάσιο και περίμενε απ’ έξω μέχρι που άνοιξε ο επιστάτης, όταν τη ρώτησε τι ήθελε πρωί-πρωί, εκείνη του απάντησε “το Διευθυντή, είναι επείγον.”
Ο Γυμνασιάρχης την αγαπούσε, την ξεχώριζε, την αποκαλούσε “πρωτοπαλίκαρο”, ήταν περήφανος για την πρώτη του μαθήτρια, της είπε να ησυχάσει και να πάει τη μικρή στην Κλινική Δαγκλή, στο κέντρο της πόλης, να πει του γιατρού ότι πάει εκ μέρους του κι όσο για λεφτά, “μην ανησυχείς ΄Ηριννα κάτι θα γίνει από το ταμείο του σχολείου, μπορεί να γίνει κι έρανος, δε θα αφήσουμε την Κρινιώ έτσι.”
Ο γιατρός Δαγκλή, είπε της ΄Ηριννας: “Ηρέμησε μικρή μου, ηρέμησε αύριο το πρωί θα καλέσω συμβούλιο γιατρών και θα σου πω τι πρέπει να γίνει”.
Ξενύχτησε δίπλα στην Κρινιώ, της σκούπιζε το ιδρωμένο της μέτωπο, της χαμογελούσε μόλις εκείνη άνοιγε τα μάτια, και δε σταματούσε να της μιλάει, να την παρηγορεί. “ Θα γίνεις καλά, νάσαι σίγουρη, θα γίνεις καλά αδελφούλα, σ’ αγαπώ αδελφούλα, κοίταξέ με, είμαι εδώ κοντά σου, ποτέ δε θα φύγω ποτέ δεν θα σ’ αφήσω τ’ ακούς;” Η Κρινιώ, πού και πού άνοιγε τα μάτια της έσφιγγε το χέρι παρακα-λώντας την “΄Ηριννα μη φύγεις, μη μ’ αφήσεις, πονάω”.
Το πρωί όλο αγωνία περίμενε τι θα της πουν οι γιατροί μετά το συμβούλιο. Πηγαινοερχόταν μεταξύ θαλάμου ασθενών και γραφείου γιατρών, όλο αγωνία· κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα οι γιατροί βγήκαν έξω χωρίς να της δώσουν ιδιαίτερη σημασία, εκείνη μπήκε μέσα και στάθηκε μπρος στον Δαγκλή “πες μου γιατρέ.. πες μου”
-Παιδί μου, ξέρεις το συκώτι της είναι διογκωμένο, έχει 3200 λευκά αιμοσφαίρια, υποψιαζόμαστε φλεγμονή· πρέπει να την πάτε στην Αθήνα, θα βοηθήσω όσο μπορώ παιδί μου, θα συνεννοηθώ με το φίλο μου, το Γυμνασιάρχη.
΄Άφησε την Κρινιώ να κοιμάται, είχε σκοτεινιάσει πήγε από τον επάνω δρόμο, περπατούσε στον ‘’ντοσεμέ’’, να μη βλέπουν τα χάλια της οι περαστικοί, τα παπούτσια της είχαν στις μύτες πέταλα για να μη λιώνει η σόλα, κλαπ.. κλαπ... κροτάλιζαν τα βήματά της πάνω στις κροκάλες ... κλαπ.. κλαπ... κάμα στην καρδιά... κλαπ... κλαπ...φωτιά στα στήθη, που φούντωνε από τα καυτά της δάκρυα.
Βρήκε στην κουζίνα την Μαρία να τηγανίζει τα ψάρια που της πήγε ο πατέρας και εκείνον να πίνει κρασί κατ’ ευθείαν από το μπουκάλι, ξεφώνισε σαν υστερικιά, πέταξε κατάχαμα το τηγάνι με τα ψάρια, άρπαξε το μπουκάλι με το κρασί και το εκσφενδόνισε στον τοίχο, “πεθαίνει το παιδί, πεθαίνει διάολοι, πεθαίνει και σεις τρώτε;;; τρώτεεεεε;; Πανάθεμά σας, πανάθεμά σας.”
Πλύθηκε κι άλλαξε ρούχα, έτρεξε στο σχολείο με ένα σακούλι στο λαιμό με ελάχιστα χρήματα και ένα εργόχειρο χειροποίητο της γιαγιάς, απ’ αυτά της προίκας, όταν ζήτησε από τη Μαρία να της δώσει δυο-τρία ακόμη, ώστε να τα δωρίσει στους γιατρούς αντί για χρήματα, η απάντηση ήταν “κι εγώ τι θα απογίνω; Γεροντοκόρη; Χωρίς προικιά ποιος θα με πάρει; Στο τρίστρατο πουτάνα θα γίνω;”
Τους έφτυσε κλείνοντας την πόρτα και φώναξε “καταραμένοι και οι δυο σας, κατάρα νάχεις Μαρία, την κατάρα του άδικου, χαμένη, ε’ χαμένη”.
Έφτασε στο σχολείο με σκυμμένο κεφάλι, δεν ήθελε να τη δει κανείς να παίρνει τα χρήματα του εράνου για το άρρωστο ορφανό, από το Γυμνασιάρχη.
Συνεννοήθηκε με τους γιατρούς για τη μεταφορά της άρρωστης στο πλοίο, τους είπε ότι θα πήγαινε στο Λιμεναρχείο να βγάλει τα εισιτήρια κι από κει θα τους ειδοποιούσε για να φέρουν την άρρωστη.
Με τη γλώσσα ξερή και χαμηλωμένα μάτια μια δεκαεξάχρονη ομορφούλα πλησίασε το Λιμενικό, που την κοιτούσε με ύφος ερωτιδέα και με ξεψυχισμένη φωνή παρακάλεσε για δυο εισιτήρια απορίας, για ταξίδι προς Αθήνα δυο κοριτσιών.
Είχε ξυλιάσει να περιμένει στην αποβάθρα να φτάσει το ασθενοφόρο με την Κρινιώ, αλλά τίποτε, το πλοίο σήκωνε σκάλα, ξεκόλλαγε και κείνη καθόταν το κοιτούσε κι έκλαιγε.
Έμεινε άφωνη και με λιποθυμικές τάσεις, όταν συνειδητοποίησε ότι συγχυσμένη όπως ήταν, δεν είχε ειδοποιήσει το νοσοκομείο, όμως το πλοίο είχε σαλπάρει. Η ΄Ηριννα τρανταζόταν στο κλάμα, όταν έφτασε το ασθενοφόρο με τη μικρή άρρωστη. Ευτυχώς οι γιατροί του νοσοκομείου έμαθαν την ώρα που θάφευγε το πλοίο και αποφάσισαν χωρίς την ειδοποίηση της ΄Ηριννας να πάνε στο λιμάνι· με την ντουντούκα στο στόμα ξεφώνιζε ο Λιμενάρχης στον καπετάνιο να γυρίσει πίσω για επείγον περιστατικό.
Στην καμπίνα στο ίδιο κρεβάτι δυο παιδιά με τα προσωπάκια τους κολλημένα στο φινιστρίνι κοιτούν τη θάλασσα όπως την όργωνε το πλοίο, σιωπούν αγκαλιασμένες πρώτη φορά σε πλοίο, πρώτη φορά ταξίδι για Αθήνα.
Σε Αθηναϊκό νοσοκομείο, κάπου στην οδό Μενάνδρου, σ’ ένα θάλαμο με τέσσερις άρρωστες και την ΄Ηριννα στο πλευρό της κατάχλωμης Κρινιώς, μπαίνουν τρεις γιατροί πλησιάζουν το κρεβάτι της Κρινιώς, την εξετάζουν, της παίρνουν αίμα και χαϊδεύοντας το κεφάλι της, λένε στην ΄Ηριννα, “σε λίγο θα την πάρουν οι νοσοκόμοι για ακτινογραφίες. Πες μας το ιστορικό της, τι αρρώστιες περάσατε στην οικογένεια, από τι πέθαναν οι γονείς σας;” κι άλλα πολλά τι ρωτούσαν κι έλεγε ό,τι θυμόταν ό,τι ήξερε. Της είπαν ότι σε τρεις μέρες θα χειρουργήσουν την άρρωστη κι όλα θα πάνε καλά.
Ήταν άγρυπνη μια βδομάδα και τώρα περίμενε έξω στο χειρουργείο, μόλις έφεραν τη χειρουργημένη Κρινιώ, η ΄Ηριννα λιποθύμησε, η Κρινιώ ήταν κατακίτρινη με σωληνάκια στη μύτη, με αίμα στο στόμα, κάτι της είπαν για ρήξη των αιμοφόρων αγγείων, ότι είχε δημιουργηθεί μια κάψα στο συκώτι από λάμ-βλιες, ότι η εγχείριση πέτυχε και τέτοια.
Είναι μεσάνυχτα, ώρα δυο, και κείνη εκεί όρθια να προσέχει τον ορό να μην τελειώσει, να προσέχει την Κρινιώ, να μην κάνει καμιά νευρική κίνηση και βγουν τα σωληνάκια, να την χαϊδεύει και να της ψιθυρίζει, “είμαι κοντά σου Κρινούλα, μ’ ακούς; είμαι εδώ, ποτέ δε θα σ’ αφήσω, θα γίνεις γρήγορα καλά, μου το λένε συνέχεια οι γιατροί, κάνε υπομονή, είμαι εδώ ποτέ δεν θα σ’ αφήσω, ποτέ. Κρινούλα μ’ ακούς;”
Είναι τρεις μεσάνυχτα η κυρία του διπλανού κρεβατιού, που έχει άρρωστη την ηλικιωμένη μάνα της, την πλησιάζει και της λεει “καλό μου κορίτσι κρίμα είσαι, τόσες μέρες άγρυπνη, πήγαινε στην άκρη στο άδειο κρεβάτι, γείρε λίγο και θα προσέχω εγώ τη μικρή σαν νάναι παιδί μου, θα σε ξυπνήσω αμέ-σως άμα χρειαστεί.”
ÿ
κρυώνει, τρέμει φοράει ένα ψιλό καλοκαιρινό φουστάνι κι είναι χειμώνας, είναι κει ψηλά στο σκοτεινό βουνό και ξεχωρίζει ένα άλλο βουνό που πηγαινοέρχεται σαν εκκρεμές απειλητικό, άγριο και πάνω του ένα κοριτσάκι, να ξεφωνίζει “΄Ηριννααα... ΄Ηριννααα, έλα πάρε με, πάρε μεεε, γιατί μ’ άφησες, γιατί; Γιατί πέθανα, Γιατί;” Προσπαθεί να πηδήξει από το ένα βουνό στ’ άλλο, προσπαθεί να τρέξει, απλώνει τα χέρια, όμως ένα άλογο, ένα ανθρωπόμορφο τέρας, καλπάζει και τη φυσάει μ’ αέρα παγωμένο, έχει πτερύγια στους ώμους και τα πόδια, τον λένε “Βορέα” και τη σπρώχνει και τη σπρώ-χνει, την παγώνει και πέφτει... πέφτει.. ÿ

Τρέμοντας ανοίγει τα μάτια, βλέπει μια νοσοκόμα, να της χαϊδεύει τα μαλλιά και τη γυναίκα που πρόσεχε την Κρινιώ να κλαίει σιωπηλά. Έχει έρθει και ένας συγγενής τους, μένει κάπου στον Πειραιά, μαζί με τη γυναίκα του, η ΄Ηριννα είχε δώσει ένα τηλέφωνο για ώρα ανάγκης στο νοσοκομείο κι από κει τους ειδοποίησαν.
Το βουνό απήγαγε την Κρινούλα και δεν μπορούσε κανείς να πλησιάσει, γιατί φύλακάς του ήταν ένας άγριος Βορέας, που όλα τα ρήμαζε, τ’αποτέφρωνε με τη φλόγινη ανάσα του.
Τι παράξενη κηδεία, τρία άτομα, ένα κορίτσι με άσπρα λουλούδια στα χέρια και ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που την ακολουθεί, θάβουν την δεκατετράχρονη παιδούλα.
Παίρνουν το τραίνο για τον Πειραιά θα τη φιλοξενήσει το συγγενικό ζευγάρι, οι επιβάτες μιλούν, γελούν και κείνη ουρλιάζει άηχα “μη γελάτε, πέθανε η Κρινούλα μου, πέθανε η αδελφή μου, πέθανε το παιδί μου, μη γελάτε μηηη”

*****
Κλείνει τα μάτια, έχει πυρετό, όμως το ραβασάκι το λεει καθαρά “έλα στις δώδεκα τη νύχτα θα σε περιμένω στο Μόλυβο, σ’αγαπώ.”
Αχ Αλέκο αχ, με πυρετό, με δάκρυα, μεσάνυχτα με τη νυχτικιά και το παλτό από πάνω, μες στην ασημένια παγωμένη νύχτα του Γενάρη, είπαμε αντίο, είπαμε σ’ αγαπώ, αλήθεια πώς δένουν αυτά τα δυο; “αντίο σ’ αγαπώ”, “αντίο σ’ αγαπώ Αλέκο και χαμός. Τώρα, αντίο σ’ αγαπώ Κρινούλα και θάνατος.


Πηγαίνει σε νυχτερινό γυμνάσιο· την ημέρα βοηθάει όσο μπορεί τη θειά της, που τη φιλοξενεί σε μια παλιά μονοκατοικία στον ΄Αγιο Βασίλη, στον Πειραιά. Επίσης κάνει και κάνα μεροκάματο στην απο-θήκη ξηρών καρπών, που βρίσκεται στη γειτονιά τους. Μαζεύονται πολλές γυναίκες και βοηθούν στη διαλογή και πληρώνονται, είναι κάτι, ένα βοήθημα για την οικογένειά τους. Η ΄Ηριννα σπάει καρύδια, προσπαθεί να βγάζει την ψίχα ολόκληρη όπως το απαιτούν, μετά τα ζυγίζουν κι ανάλογα το βάρος του καθαρού προϊόντος την πληρώνουν.
Τα παράπονα της θειάς της στον άντρα της, τις νύχτες, τρυπούν της ΄Ηριννας τ’ αυτιά και την ψυχή.
“Να φύγει να πάει στο νησί της, στον πατέρα της, δεν έχουμε καμιά υποχρέωση να την ταΐζουμε, φτωχοί άνθρωποι είμαστε και την ευθύνη πού τη βάζεις; Να της το πεις να φύγει, επιτέλους, δεν την θέλω στα πόδια μου, πώς το λένε”.
Μάζεψε τα ρούχα της σε μια πάνινη σακούλα, πήρε και την τσάντα του σχολείου και πήγε και στάθηκε στο παγκάκι της εκκλησιάς, άνοιξε βιβλία και τετράδια, μέχρι που σκοτείνιασε και έφτασε η ώρα να πάει σχολείο.
Η συμμαθήτριά της η Καλή, ένα ζωντανό παιδί, όλο δύναμη, τη ρωτάει ξανά και ξανά τι της συμβαίνει εκείνη δεν απαντάει μόνο την παρακαλάει να της μιλάει, να της λεει διάφορα ότι νάναι.
“Καλά, τότε θα σου πω δεσποινίς μου· λοιπόν, πρέπει να ξέρεις ότι είμαστε μια πολύ φτωχή, πολυ-μελής οικογένεια, αλλά έχουμε καλλιτεχνική φύση, είμαστε φτωχοί, γιατί ο πατέρας μου είναι μουσικός, παίζει ούτι είναι από το Μεγάλο Ρεύμα, συνοικία της Κωνσταντινούπολης, στο Βόσπορο. Αν πεις η μάνα μου; Δασκάλα στο Πέραν και χορεύτρια παιδί μου, τραγουδάει και χορεύει σαν κοπελούδα, χάρμα οφθαλμών σου λεω και μαμή, μάλιστα μαμή, μη γελάς, αλήθεια σου λεω, η γιαγιά μου ήταν μαμή από αυτήν έμαθε κι η μάνα μου· ξέρεις πόσες φορές έχει ξεγεννήσει η μαμά μου ετοιμόγεννες! Αφού τρέχω κι εγώ από κοντά, τουλάχιστον δυο φορές είδα να γεννάνε. Εμείς τα παιδιά, γράφουμε τραγούδια παίζουμε θέατρο, Καραγκιόζη κι’ άλλα πολλά, είμαστε διάσημοι στη γειτονιά μας, αλήθεια σου λεω μη γελάς, θα σε πάρω την Παρασκευή, που θά’χουμε παράσταση του Καραγκιόζη· τις φιγούρες τις φτιάχνουμε μόνοι μας, θα παίξουμε το έργο ‘’ο Καραγκιόζης γιατρός’’.
Αυτά είναι τα οικογενειακά και τα καλλιτεχνικά μας, τώρα θα αναφερθώ στην πολιτική, που είναι υποχρέωση κάθε πολίτη να ξέρει και να αγωνίζεται αν θέλει να ζει σε δημοκρατική χώρα.
Τη Δευτέρα θα πάμε όλοι μαζί στα προπύλαια του Πανεπιστημίου, θα πάμε στη διαδήλωση. Αμ τι σαν τις κότες θα κάτσουμε; Θα πάμε όλα τα παιδιά του σχολείου, σύνθημά μας; Το ένα-ένα-τέσσερα, φαντάζομαι να ξέρεις τι σημαίνει; Όχι; Δε θυμάσαι; Λοιπόν άκου: Είναι το τελευταίο άρθρο του Συντάγματος, που λεει ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και είναι υποχρεωμένοι με κάθε μέσο να αντιστέκονται κατά οιουδήποτε επιχειρεί τη βίαιη κατάλυσή του, θα σου έλεγα για παράδειγμα ότι οι ΄Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου, για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, ελεύθερη συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή και το απαραβίαστο της προσωπικής ελευθερίας, των δικαιωμάτων, του ανθρώπου.
Λοιπόν; Θαρθείς; Αγώνας παιδί μου, αγώνας όχι λόγια, κόκκινες θάλασσες το ελληνικό αίμα για την ελευθερία, έπνιξαν κάθε αντίσταση και έτσι είχαμε το πρώτο Σύνταγμα το 1821-22 στην αρχαία Επίδαυρο, θυμάσαι φαντάζομαι την ιστορία. Και μετά το ‘23 στο Άστρος και στην Τροιζήνα το 1827, ε λοιπόν γι’ αυτά και γι αυτά δε θα κάτσουμε σαν τις κότες; *1-1-4 και 15% παιδεία* θα βροντοφωνά-ξουμε και οι φωνές μας ή θα ξυπνήσουν μέσα τους τον Ρήγα Φεραίο, τον Κοραή, τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη και τόσους άλλους, ή θα τους πνίξουν.”
Αυτά είπε η Καλή τεντώνοντας το λιγνό της σώμα και υψώνοντας τη γροθιά της.
-Ναι, ναι, ξεθάρρεψε η ΄Ηριννα θαυμάζοντας τις γνώσεις της Καλής, ναι, ναι κι εγώ μαζί και εδώ που τα λέμε τι δουλειά έχουν οι Γλύξμπουργκ στην Ελλάδα; Τι δουλειά; Ο λαός μας τους έδιωξε το ‘23 μετά την επανάσταση του ‘22, γιατί μας ξανάρθαν το ‘35; Γιατί;
“Ω μπράβο΄Ηριννα· το ξέρεις ότι σε ξεχωρίζω; Από την αρχή σε πρόσεξα, για τις ζωγραφιές σου στα βιβλία, για τα ποιήματά σου στα τετράδια, νοιάζομαι για σένα να το θυμάσαι αυτό. Αλήθεια ΄Ηριννα τι έχεις; Είσαι κίτρινη, πολύ αδύνατη, θα πάθεις αδενοπάθεια το ξέρεις; Γιατί δεν τρως; Πες της θειάς σου να σε πάει σε γιατρό, τ’ ακούς;”
-Ξέρεις Καλή, πρέπει να φύγω για το νησί μου και δεν θέλω, πρέπει να πάω στην οικογένειά μου στον πατέρα μου, στην αδελφή μου και δε θέλω για πολλούς λόγους. Δεν θέλω να δω στα μάτια μου την αδελφή μου, τον πατέρα μου, δε θέλω τον τόπο αυτό, μου μυρίζει γρουσουζιά, θάνατο και απο-γοήτευση, δεν μπορώ να σου πω περισσότερα αυτή τη στιγμή, ίσως μια άλλη φορά, τώρα όμως η θειά μου μ’ έδιωξε, γιατί λεει δεν μπορεί να τρέφει ένα στόμα παραπάνω.
-Ήριννα θα σε πάρω στο σπίτι μου, θα δεις τι ωραία που είναι, βέβαια χώρος δεν υπάρχει, αλλά κάπου θα μας βολέψει η μάνα μου, θα δεις.
Ένα μικρό σπίτι στην περιοχή της Ανάστασης, κοντά στο νεκροταφείο, ήταν το σπίτι της Καλής.
Είχε ένα περιβολάκι φίσκα από σέσκουλα και χόρτα ιταλικά, ήταν μονόπατο, είχε δυο κάμαρες, μια κουζίνα και ένα καμπινέ στην αυλή. Ήταν σοβατισμένο μόνο από μέσα, απέξω είχε μείνει με τα τούβλα, το πάτωμα με γκρο μπετόν. Στο ένα δωμάτιο κοιμόταν το αντρόγυνο και στο άλλο τα τρία αδέλφια της Καλής μαζί με τη γιαγιά τους. Η Καλή κοιμόταν στρωματσάδα στην κουζίνα. Εκεί λοιπόν κάτω από το μεγάλο τραπέζι, στρωματσάδα μαζί με την Καλή χώρεσε και η ΄Ηριννα. Την δέχτηκαν με κατανόηση κι αγάπη στο σπιτικό τους και το καθημερινό φαγητό δεν ήταν τίποτε άλλο από βραστά σέσκουλα, ή βραστά χόρτα, με ή χωρίς αυγό βραστό και ελιές.
Όμως εμπλουτίστηκαν τα γεύματα με τυρί. Τα κορίτσια βρήκαν δουλειά σε ένα τυροκομείο και κάθε εβδομάδα τους έδιναν τυρί φέτα γύρω 200 γραμμάρια στην κάθε μια.
Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα, με τραγούδια, με χορούς, με παραστάσεις Καραγκιόζη και ακομπανιαμέντο το ούτι του κυρ Χρήστου, τα τραγούδια και τους χορούς της κυρά Στάσας.
Η ΄Ηριννα ζωγράφιζε, ζωγράφιζε παντού, τους τοίχους, τις ντουλάπες και όποιος άλλος χώρος υπήρχε στο σπίτι δε γλίτωνε από τις καλλιτεχνικές της δημιουργίες. Ο κυρ Χρήστος πάνω στις ζωγρα-φιές της ΄Ηριννας, στα ξύλινα ντουλάπια, έκανε ξυλογλυπτική, κάτι που ενθουσίασε την ΄Ηριννα και πολύ γρήγορα έμαθε την τέχνη.
Με γέλια και φωνές γυρνούσαν το βράδυ από το σχολείο και δε σταματούσαν να λένε στους υπόλοιπους της οικογένειας το τι συνέβαινε στην τάξη και πεινασμένες έπεφταν με τα μούτρα, στα ζεστά χόρτα, στις ελιές στο τυρί. Χόρτα άφθονα λοιπόν και οικονομία παντού, γιατί το σπίτι έπρεπε να σοβα-ντιστεί, να μπουν μωσαϊκά, να γίνουν βαψίματα, να μπουν κεραμίδια στη στέγη, πάνω στο “πανοτέξ”, που τόχαν σκεπάσει με ένα μεγάλο μουσαμά και από τις βροχές και τις υγρασίες είχε αρχίσει να φουσκώνει και τόσα άλλα.
Εκείνο το βράδυ μόλις μπήκαν στο σπίτι είδαν μ’ έκπληξη να περιμένει στην κουζίνα ο πατέρας της ΄Ηριννας. Της εξήγησε ότι έφυγαν από το νησί κι έχουν νοικιάσει σπίτι στο Μοσχάτο, κοντά στο σταθμό, πρέπει να πάει να ζήσει μαζί τους, με την οικογένειά της και δεν είναι σωστό να επιβαρύνει για περισσότερο χρόνο την οικογένεια της Καλής. ΄Η ΄Ηριννα ένιωσε τη γη να φεύγει από τα πόδια της, όμως καταλάβαινε καλά πως και η φιλοξενία έχει τα όριά της, όσο και να την αγαπούν και να τους αγαπάει δεν παύει να είναι ξένη. Έφυγε με δάκρυα και χαμόγελα, με φιλιά και πολλά ευχαριστώ, ενώ η Καλή της ψιθύριζε στ’ αυτί, “από μένα δε θα απαλλαγείς ποτέ, να το θυμάσαι”.


Στο σπίτι όλα λιγοστά και μίζερα και ιδιαίτερα τα λόγια. Τα χρήματα του Σάββα από το καΐκι και από τη σύνταξη, εξανεμίζονταν, στο κρασί, στο τζόγο, στα στέκια του Τσιτσάνη, του Παπαϊωάννου, της Σεβά Χανούμ, της ΄Αντζελας Γκρέκα, του Χρηστάκη, του Μικρού Τσιγγάνου και της Γκρέϋ. Τον μάζευαν σκνίπα στου Κουλουριώτη το κέντρο ή κοντά στην παραλία βρεμένο από κρασί και θάλασσα να φωνάζει “γε ι ά σ ο υ υ ρε Χρυσάφη, γειάσου Αννούλα... γειάσου Καναρίδη, γειάσου Ζααμπέταα, γειάσου ρε Ρ..Ρ..Ρε.π ά..νηηη με τα σκαλοπάτια σου, γεια χαραντάν”
Του Σάββα δεν του περίσσευε μιάμιση δραχμή την ημέρα για τα εισιτήρια της ΄Ηριννας για σπουδές στην Αθήνα. Έτσι εκείνη έφυγε και πήγε στον “Παντοκράτορα” ένα οικοτροφείο. Ο μισθός που έπαιρ-νε από το τυράδικο ήταν χίλιες δραχμές, όμως το οικοτροφείο ζητούσε χίλιες διακόσιες. Παρακάλεσε να κάνει υπερωρίες όπως κι έγινε, όμως δεν περίσσευε ούτε μια δραχμή, για μια κάλτσα κι έτσι απο-φάσισε να εγκαταλείψει το οικοτροφείο.
Όταν τελείωσε τις σπουδές της, βρήκε δουλειά στο λογιστήριο μιας εταιρείας με ανταλλακτικά αυτοκι-νήτων, της έδιναν χίλιες εκατό το μήνα και νοίκιασε με εξακόσιες δραχμές ένα υπόγειο σε μια παλιά πολυκατοικία, κοντά στην πλατεία του Εθνικού Θεάτρου.
Η Καλή πέτυχε στις εξετάσεις της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και τώρα σπουδάζει ηθοποιός. Είναι ευτυχισμένη με τις σπουδές της, ερωτευμένη με τον Νικόλα Σακκά, συμφοιτητή της στη σχολή.
Ξεφωνίζει από χαρά για την επιλογή της ΄Ηριννας να φύγει και να νοικιάσει το υπόγειο, της ζητάει να συγκατοικήσουν και να μοιράζονται τα έξοδα. Βρίσκουν καταπληκτική την ιδέα να μείνουν μαζί και το κάνουν. Είναι χαρούμενες, αγαπημένες. Η Καλή κουβάλησε ένα σωρό πράγματα από το σπίτι της, για να στολίσουν το υπόγειο, κουρελούδες, καραμελωτές κουβέρτες, παλιές πλεκτές κουρτίνες, φωτογραφίες του γάμου της γιαγιάς με τον παππού, ένα ξεβαμμένο κίτρινο τραπεζάκι και δυο ξύλινες καρέ-κλες με ξέπλεκη την ψάθινη βάση τους, τρία ράντζα κολλητά στον τοίχο, σκεπασμένα με κουβέρτες που έπεφταν μέχρι το πάτωμα και τα στόλιζαν μαξιλάρες με πολύχρωμες πλεχτές θήκες, χειροποίη-τες της κυρά Στάσας και μ’αυτά και μ’ αυτά, το υπόγειο έγινε ένας χώρος ονειρεμένος.
Οι τοίχοι ζωντάνεψαν με τη ζωγραφική της ΄Ηριννας, άγριες θάλασσες με βρατσέρες που αντιστέ-κονται, ήλιοι και σύννεφα, τα οπίσθια ολόγυμνων Βαβυλώνιων Αφροδιτών να κοιτάζουν με δέος το νερό που τις ανέδυε, χωράφια κίτρινα διανθισμένα με παπαρούνες, χρώματα ασκέρι παντού, το τραπέζι και οι καρέκλες βάφτηκαν στο χρώμα της θάλασσας. Φουλάρια, μαντήλια, μεταξωτά και μπαμπακερά γίνανε ένα, μπλέχτηκαν με την πλεχτή κουρτίνα και φορέθηκαν κολάρο στο μικρό φεγγίτη.
Ο Νικόλας έφερε μια γραφομηχανή olivetti, για να γράφει θεατρικά έργα και σενάρια· τη δύναμή της γεύτηκαν και τα κορίτσια για να γράφουν ποιήματα ή επιστολές διαμαρτυρίας και να τα στέλνουν στον Ψαθά, για να τα αναφέρει στη στήλη της εφημερίδας του· ενθουσιασμός όταν τα διάβαζαν. Παίζανε θέατρο και η ΄Ηριννα σκηνογραφούσε πάνω στο χαρτί.
Οι τρεις φίλοι είναι οι τρεις σωματοφύλακες της ηθικής, της αξιοπρέπειας, που ταράζουν τα ήσυχα νερά με τις επιστολές που στέλνουν στα περιοδικά, στις εφημερίδες για τη σαπίλα, για τη διαφθορά, για τις δωροδοκίες των πολιτικών, για την ανηθικότητα, για την προκλητική συσσώρευση πλούτου, για ανεξέλεγκτα εισοδήματα, για φοροκλοπές, για την κλοπή και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων από τους λίγους που η δύναμή τους είναι όπλα και χρήμα· για τα αιμάτινα εκατομμύρια από το πασάρισμα των ναρκωτικών, της πορνείας που γινόντουσαν στη γειτονιά τους μπροστά στα μάτια τους· πολλές φορές η Ήριννα δεν μπορούσε να κοιμηθεί τη νύχτα από τη θέα νέων παιδιών άρρωστων από ουσίες, που ξεπουλούσαν ότι είχαν και δεν είχαν για τη δόση τους μια που το κορμί τους ξεζουμισμένο δεν είχε πέραση.
Μαζί στην πορεία για την ανεξαρτησία της Κύπρου. Η ΄Ηριννα τα κατάφερε και ξέφυγε από την καταδίωξη των αστυνομικών· όμως πιάσανε τον Νικόλα και την Καλή, μείνανε μια βδομάδα στο κρατητήριο και τους σάπισαν στο ξύλο. Διεύθυνση στην αστυνομία ποτέ δε δώσανε, ότι έγραφε η ταυτότητα, την οδό του πατρικού τους σπιτιού· έτσι στο υπόγειο ζούσαν χωρίς το φόβο να μπουκάρει η αστυνομία, που πάντα εύρισκε κάποιο λόγο να τους οδηγεί στο αυτόφωρο.
Έτσι, ένιωσαν και χόρτασαν για πολλά χρόνια την εξουσία στη σκέψη, τη φυλακή στις ιδέες, την τροχοπέδη στα όνειρα, για ένα αλλιώτικο, ίσως καλύτερο κόσμο, που ποτέ δεν έγινε.
Παράλληλα με τις θεατρικές σπουδές, ο Νικόλας φοιτάει στη Νομική, πρέπει οπωσδήποτε να πάρει το πτυχίο, τόσος κόπος, τόσα έξοδα η οικογένεια. Ο Νικόλας συγκατοικεί με ένα φίλο του, στην οδό Παξών, στην Κυψέλη, μοιράζονται μια γκαρσονιέρα. Είναι από το Αλιβέρι εκεί βρίσκεται το πατρικό του στο όμορφο, φυσικό λιμανάκι του Κάραβο, μεγάλωσε.
Έτρεχε στην κορφή του λόφου, εκεί στην εκκλησιά του άι Γιώργη, Βασιλική με αναγεννησιακές τοιχογραφίες, δέος, θαυμασμός, σιγή, σεβασμός στο τότε, στην τέλεια δημιουργία, να και η εκκλησιά της Παναγίτσας με αρχαία μαρμάρινα γλυπτά και τοιχογραφίες, ξάπλα στην αγκαλιά της εκκλησιάς του Αγ. Δημήτρη, για την απόλαυση της μαγευτικής θέας του νησιού.
Κρυφτό και τρέξιμο στο Μηλάκι, στο Ριζόκαστρο το μεσαιωνικό κάστρο από τα πιο παλιά της φραγκοκρατίας, αίσθηση του τρόμου κοντά στον πύργο που τον λεν “κρεμάλα”, επειδή εκεί οι Τούρκοι σκότωναν τους Έλληνες.
Τότε που στο φυσικό λιμανάκι το πράσινο ανταγωνιζόταν το μπλε, τότε που η μοσκιά φυκιών, ψαριών και ιωδίου σου άλειφαν το σώμα, το μυαλό, την καρδιά, τότε που τα παιδιά έπαιζαν κρυφτό στο πέτρι-νο επιβλητικό Ενετικό κάστρο.
Τότε που άναβαν τα φώτα γύρω στο λιμάνι και γέμιζαν οι ταβέρνες κόσμο, τα πεζοδρόμια τραπεζάκια και μοσχομύριζε ο τόπος από τα χταπόδια και τις σαρδέλες στη φωτιά. Λαός που γελούσε, περπα-τούσε, μεθούσε από χώμα, θάλασσα, αλάτι, ζώα υδρόβια και γης.
Τότε που σαν σε ξυπνούσε η μάνα κι άνοιγε το παραθύρι γέμιζε η κάμαρα το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας. Τότε που μ’ ένα σφύριγμα της παρέας των πιτσιρικάδων, με μια δρασκελιά αγκάλιαζαν και λούζονταν τη θάλασσα, την αιώνια ερωμένη.
Τότε που το ούζο και το κρασί ήταν καθημερινή παρέα στις γειτονιές· τότε που ο κόσμος ονειρευόταν, κουβέντιαζε, γελούσε και χαιρόταν. Χαιρόταν με τις ερωτικές περατζάδες των κοριτσιών και αγοριών, μέχρι που ήρθε ο “γίγαντας” και έγινε η μεγάλη επανάσταση, η μεγάλη τεχνοοικονομική επανάσταση και γέμισε ο τόπος φουγάρα, μπετόν, τσιμέντο, που φυλάκισαν το κάστρο και ο φτωχός λιγνίτης αξιο-ποιήθηκε και σώθηκε η χώρα.. κι ο κόσμος του Κάραβο για να σωθεί από την κάπνα των φουγάρων αραίωνε, κι έμειναν οι γέροντες να περιμένουν μια φορά το χρόνο παιδιά κι εγγόνια για να τα δουν.
Οι ταβέρνες κλείσανε, τα τραπεζάκια έξω εξαφανίστηκαν, τα παιδικά σφυρίγματα σταμάτησαν. Μαύρισε το γαλάζιο της θάλασσας, κανένας δεν κολυμπάει στα μολυσμένα της νερά και στον ουρανό της, που πήρε το χρώμα του άνθρακα. Οι ερωτικές περατζάδες, το νυφοπάζαρο, γίναν ανάμνηση, τα παραθύρια ερμητικά κλειστά, αδιαπέραστα σε μυρωδιές τεχνοοικονομικής επανάστασης.
*
Η ΄Ηριννα παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής στη σχολή “Βακαλό”, υπάρχει χρόνος διότι στη δου-λειά της δεν έχει ωράριο, κρατάει λογιστικά βιβλία, πηγαίνει κατ’ αποκοπή, παίρνει δουλειά στο σπίτι και τα καταφέρνει μια χαρά.
Η Καλή είναι ενθουσιασμένη τη διάλεξαν να παίξει στο “χορό” σε αρχαία τραγωδία στο θέατρο της Επιδαύρου, κάνει πρόβες ώρες ατέλειωτες καθημερινά, πετάει στ’ άστρα γιατί θα πάνε επί τόπου την Κυριακή για την τελική πρόβα.


Η Καλή, μια σπουδαία ηθοποιός σε σημαντικούς ρόλους κι αρχή στο θέατρο του Πάρκου, στο ρόλο της Εμινέ, στο έργο του Καζαντζάκη “ο καπετάν Μιχάλης”, είναι ο ρόλος που την αντιπροσωπεύει, είναι η γυναίκα, η γυναίκα Τσερκέζα, που καβαλάει τ’ άλογα και λαχταράει αέρα, είναι η ερωτευμένη γυναίκα, που πολεμάει για το δικαίωμα να ορίζει την ερωτευμένη της καρδιά, το μυαλό, το σώμα, σ ένα κόσμο φτιαγμένο για πόλεμο, για καταστροφή για αφέντες και σκλάβους, ένα κόσμο για άντρες. Ο Νικόλας πήρε το ρόλο του Κοσμά του ανιψιού του Καπετάν Μιχάλη, του σπουδαγμένου νέου, που σκοτώνεται μαζί με τον Καπετάν Μιχάλη, για μια πατρίδα ελεύθερη.
Η Καλή κορυφαία χορού, αγαπημένη τραγωδός, με την ανεπανάληπτη ερμηνεία της στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, στη “Μήδεια” και στην “Εκάβη” του Ευριπίδη, στον “Προμηθέα Δεσμώτη” του Αισχύλου, στην Αριστοφανική “Λυσιστράτη” και σε τόσα άλλα.


Η ΄Ηριννα φόρεσε το κόκκινο πουλόβερ με το ναυτικό γιακά, τη μαύρη ζακέτα και το μαύρο παντελόνι. Χτένισε προσεκτικά τα καστανόξανθα μαλλιά της, υπογράμμισε με καφέ μολύβι τα σκούρα της μάτια, τόνισε με κραγιόνια μάγουλα και χείλια, αρωματίστηκε και τέλος στερέωσε με καρφίτσα, στον φελλένιο τους πίνακα, ένα σημείωμα για την Καλή. “Τρέχω στην “αίθουσα των χρωμάτων”, παρουσιάζει δουλειά του Μελέτη Aλκαίου, σήμερα είναι η τελευταία μέρα της έκθεσης, θα τα πούμε το βράδυ, σε φιλώ”.
Έργα με λάδια, με ακρυλικά, πίνακες με συνθέσεις πραγμάτων εσωτερικού χώρου, φιλοτεχνημένα με κλασικό τρόπο, έχουν ενθουσιάσει την ΄Ηριννα, κοιτάζει και μελετάει τους πίνακες έναν-έναν· ο κόσμος αραιώνει, όμως εκείνη εκεί κολλημένη δε λεει να φύγει· την πλησιάζει ένας άνδρας μετρίου ανα-στήματος, λιγνός, με κατσαρά ξανθά μαλλιά, πρασινομάτης, με μαύρο κασκόλ τυλιγμένο στο λαιμό, μαύρο παντελόνι και δερμάτινο σακάκι. Της συστήθηκε Μελέτης Αλκαίος, ζωγράφος, και ότι ήταν στη διάθεσή της να μιλήσουν για τα έργα του. Είπαν πολλά για την καλλιτεχνική φύση του ανθρώπου, για τον έρωτα που είναι η βασική πηγή έμπνευσης της δημιουργίας, μίλησαν για φως και χρώματα, για τους κλασικούς και μεγάλους δημιουργούς, τους δεξιοτέχνες του σχεδίου, τον Λεονάρντο ντα Βίντσι, τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Ρούμπενς και την τέχνη μπαρόκ, όπως κι ένα σωρό άλλους καλλιτέχνες από την Αναγέννηση, έως τις μέρες μας. Η συζήτηση κράτησε πολύ, σχεδόν μια ώρα.
Εκείνος της εξέφρασε το ενδιαφέρον του και κείνη το θαυμασμό της για τα έργα του, στη συνέχεια της έδωσε το τηλέφωνο και τη διεύθυνση του εργαστηρίου του, ήταν κάπου στην Πραξιτέλους, και της είπε ότι θα χαιρόταν να την ξαναδεί, γιατί ήταν η πρώτη φορά που συναντούσε κορίτσι με τόσες πολλές εικαστικές γνώσεις.
Ανταλλαγή, λοιπόν, φιλοφρονήσεων, ζεστά χαμόγελα και τον Μελέτη να την καληνυχτίζει και να της υπενθυμίζει ότι θα περιμένει τηλεφώνημά της.

Το ράντζο τρίζει, η ώρα είναι περασμένη μεσάνυχτα, όμως οι φιλενάδες, καθισμένες ανακούρκουδα στο ράντζο και σκεπασμένες με δυο κουβέρτες, δε σταματούν να κουβεντιάζουν, να γελούν, η νύστα δεν έχει καμιά θέση ανάμεσά τους.
-Ώστε έτσι θα σε περιμένει στο εργαστήρι του ο Αλκαίος, τι λες ρε παιδί, τι λες ρε φιλενάδα! και συ για πες μου τι σκέπτεσαι; Πώς τον είδες;
-Τι πώς τον είδα, είναι συμπαθητικής εμφάνισης, ξέρεις ότι μ’ αρέσει το ύφος της ζωγραφικής του, τα χρώματα..
-Άστα αυτά ρε παιδάκι μου και πες μου πώς τον βρίσκεις σαν άντρα, σε τραβάει; Σου αρέσει;
Χαμογελώντας η ΄Ηριννα, - ε καλά δεν είναι και ο τύπος μου, ξέρεις ότι ο τύπος μου είναι ο Μοντγκόμερι Κλιφτ, αλλά τέλος πάντων, ίσως του κάνω το χατίρι να πάω αύριο στο εργαστήρι του.
Χαχανίζοντας τις πήρε ο ύπνος την ώρα που αχνόφεγγε η καινούργια μέρα.

Άσπρη καμπαρτίνα, φουλάρι μακρύ, μεταξωτό, σε μαύρο χρώμα, σταμπωτό μπατίκ , φτιαγμένο από την ΄Ηριννα, με αφηρημένα σχέδια και στις αποχρώσεις του βαθύ πράσινου και καφέ, παντελόνι κοτλέ άσπρο, μαύρο πουλόβερ, μαλλί τραβηγμένο σε κότσο “μπανάνα”, περίγραμμα ματιών με “άϊ λάϊνερ”, φκιασίδι με κραγιόνια σε χρώμα σάπιου μήλου, άρωμα “σανέλ”, πολλές ματιές στον καθρέ-φτη , κάτω από τις ενθουσιώδεις φωνές της Καλής.
-Χριστούλη μου, ξερός θα πέσει μόλις σε δει, τύφλα νά ’χει η Λάσκαρη παιδάκι μου, άντε πήγαινε να μην αργήσεις και πρόσεχε μη σε βουτήξει κανείς στο δρόμο.
Φιλιά, γέλια και η ΄Ηριννα έφυγε για το ραντεβού, το πρώτο ραντεβού μετά την εφηβεία της.
Της είχε πει ότι θά ‘ναι συνέχεια στο εργαστήρι μετά τις πέντε τ’ απόγευμα, έφτασε γύρω στις πεντέ-μιση, το εργαστήρι ήταν κλειστό· περίμενε μέχρι τις επτά, ήταν έτοιμη να φύγει, όταν φάνηκε ο Αλκαίος, της χαμογέλασε άνοιξε την πόρτα και της είπε να περάσει. Όταν του ανέφερε ότι περίμενε έξω αρκετή ώρα, εκείνος αφηρημένα κοίταξε ένα μισοτελειωμένο πίνακα σε τελάρο κι εξήγησε ότι πρέπει να το τελειώσει, γιατί είχε πουληθεί και κανονικά έπρεπε να παραδοθεί εδώ και δυο μέρες. Την παρακάλεσε μάλιστα να τον βοηθήσει δουλεύοντας τα χρώματα.
Σκοτείνιασε κι οι δυο τους δούλευαν αμίλητοι· η ΄Ηριννα του έριχνε κρυφές ματιές, εκείνος ένα με το χρωστήρα του, ένα με το ζωγράφισμά του.
Του είπε με σιγανή φωνή ότι είναι αργά και πρέπει να φύγει· της έριξε μια ματιά, της χαμογέλασε και είπε, -μπορείς να έρχεσαι κάθε μέρα στο εργαστήρι ΄Ηριννα, εγώ θα είμαι εδώ, θα σε περιμένω.


Η ΄Ηιριννα έβγαζε τα ρούχα της με αργές κινήσεις τα πετούσε στο κρεβάτι, ενώ την περιτριγύριζε όλο περιέργεια η Καλή, που φορούσε τη μακριά άσπρη νυχτικιά της και κρατούσε το θεατρικό της ρόλο στα χέρια.
-Λοιπόν λέγε, λέγε παιδί μου, τι έγινε; Θα με σκάσεις. Έπεσε ξερός ο λεγάμενος; Σε φίλησε; Καλέ τι έπαθες; Τι μούτρα είναι αυτά; Δε σ’ άρεσε; Θα με σκάσεις, επιτέλους πες μου.
Ξαπλώνουν στο κρεβάτι, σκεπάζονται και μένουν αμίλητες για λίγα λεπτά.
-Καλή, ξέρεις ούτε με φίλησε, ούτε με κοίταξε ερωτικά, θαρρώ πως δεν του άρεσα, μόνο τον βοήθησα στο ζωγράφισμά του· περιττό να σου πω ότι περίμενα μιάμιση ώρα απ’ έξω μέχρι νά ‘ρθει και το πιο παράξενο την ώρα που έφευγα μου είπε να πηγαίνω κάθε μέρα στο εργαστήρι του και ότι θα με περιμένει, πώς σου φαίνονται όλα αυτά; Η Καλή κούνησε το κεφάλι της.
-Περίεργος ο τύπος, ζει στον κόσμο του όπως πολλοί καλλιτέχνες, όμως ο έρωτας είναι πάνω απ’ όλα, πολύ περίεργος, κι εσύ τι θα κάνεις; Τι σκέφτεσαι; Θα ξαναπάς; Εγώ πάντως δεν θα ξαναπή-γαινα. Παιδί μου ο άντρας, πρέπει νά ‘ναι παλικάρι, λεβέντης με τον έρωτα, λεβέντης με το κορίτσι του, να τα παρατάει όλα, να τη βουτάει και να πηγαίνουν στ’αστέρια, μάλιστα στ’ αστέρια, να της εκφράζει τον πόθο του, να της δίνει μάτια και ψυχή, αλλιώς χέστα, χέστα φιλενάδα, μουνούχους, κρύους, άνοστους που μας προκαλούν την περιέργεια μόνο και όχι ζεστασιά, πάθος κι έρωτα δεν είναι για μας, αλλά για ψυχιατρική μελέτη.
-Είναι όμως μεγάλος καλλιτέχνης και τον θαυμάζω- ψιθύρισε η ΄Ηριννα.
-Καλά κάνεις και τον θαυμάζεις, θαυμάζεις και τον Τσαρούχη, έτσι δεν είναι; Άντε λοιπόν να τον γοητεύσεις ερωτικά να δούμε; Άντε λοιπόν; Θαύμαζε ΄Ηριννα, θαύμαζε όσο θέλεις, όμως μην μπερ-δεύεις τα πράματα, άλλο πράμα ο έρωτας άλλο πράμα η τέχνη.
Με το ρόλο της στα μούτρα κοιμήθηκε η Καλή, ενώ η ΄Ηριννα ξαγρύπνησε μέχρι το πρωί.
Κυριακή βράδυ, η νεαρή παρέα βγαίνει από το θέατρο, στην πλατεία Καρύτση, συζητούν γελούν κριτικάρουν-θαυμάζουν τους μεγάλους Μυράτ, Ξενίδη, Ρουσσέα στο “παράξενο ζευγάρι” και ο Νικόλας προτείνει καφέ στο Σύνταγμα· φωνές, γέλια, με την ΄Ηριννα να ξεμακραίνει προς την Πραξιτέλους· χτύπησε την πόρτα δυο τρεις φορές, καμιά απάντηση, δεν έφυγε αν και είχαν περάσει δέκα λεπτά· περίμενε εκεί ακίνητη, σιωπηλή, λες και ήξερε ότι είναι μέσα, της άνοιξε, της χαμογέλασε κι έμοιαζε νά ‘ναι σίγουρος για την επίσκεψή της. Του είπε ότι είναι βιαστική γιατί την περιμένει παρέα στο Σύνταγμα και θα χαιρόταν αν ερχόταν κι εκείνος, πέρασε αρκετή χωρίς απάντηση, τέλος έριξε ένα παλιό σακάκι πάνω του και είπε ‘’πάμε’’.
Μίλησαν για τέχνη, μίλησαν για θέατρο και η θορυβώδης παρέα διαλύθηκε σχεδόν μεσάνυχτα. Ο Μελέτης κράτησε το χέρι της ΄Ηριννας λίγο παραπάνω από το κανονικό και της ψιθύρισε, “θα σε περιμένω στο εργαστήρι.”
-Λοιπόν; τι γίνεται; ΄Ηριννα; ερωτευμένη; Ερωτευμένη; Επανέλαβε, γελώντας. η Καλή.
-Δεν ξέρω Καλή, αλήθεια δεν ξέρω, κάτι με τραβάει σ’ αυτόν τον άνθρωπο, δεν ξέρω τι είναι, εσένα πώς σου φάνηκε;-
-Τι να σου πω ΄Ηριννα, σίγουρα είναι ένας μεγάλος καλλιτέχνης, σίγουρα ξέρει πολλά για την τέχνη του κι αυτό τό ‘δειξε με τις κουβέντες του, τώρα αν εσένα σου αρέσει, εμένα μου περισσεύει· μακάρι νάναι τρυφερός, μακάρι να σ’ αγαπήσει, αλλιώς θα τον σκοτώσω να το ξέρεις.
Καθημερινά στημένη έξω από το εργαστήρι μια και δυο ώρες μέχρι νάρθει ο Μελέτης και μετά ζω-γραφίσματα και από τους δυο μέχρι αργά τη νύχτα. Κουβέντες λίγες, φιλικά χαμόγελα και παρα-ξενιές, που η ΄Ηριννα απέδιδε στην καλλιτεχνική του φύση. Δεν της απαντούσε ποτέ όταν του υπενθύμιζε ότι τον περίμενε ώρες απέξω.
Εκείνο το βράδυ άφησαν το χρωστήρα γύρω στις έντεκα, ο Μελέτης της είπε ότι θα την πάει με το αυτοκίνητό του μέχρι το σπίτι της· αντί για το σπίτι την πήγε στην Πλάκα χωρίς να τη ρωτήσει· την πήγε σ’ ένα ταβερνάκι, που όπως είπε συνήθιζε εκεί να τρώει. Ανάμεσα στη σιωπή και το κρασί ο Μελέτης ξαφνικά κοφτά κι απότομα, τι ρώτησε για τους δικούς της, για το νησί, για την Καλή. Συνοφρυώθηκε όταν άκουσε για το θάνατο της Κρινιώς, αλλά έδειξε να απορεί για την Καλή, το Νικόλα, τη φιλία και το υπόγειό τους.
Μόλις τελείωσε τη διήγηση η ΄Ηριννα, της έπιασε σφιχτά το χέρι πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της και τη φίλησε στα χείλη.
Εκείνη του χαμογέλασε γλυκά και αυθόρμητα είπε, -μ’ αρέσεις Μελέτη, κάτι με τραβάει κοντά σου.
Δεν της απάντησε. Βγήκαν από το ταβερνάκι την πήγε μέχρι το σπίτι, υπενθυμίζοντάς της ότι υπάρχει πολλή δουλειά για την επομένη και να είναι νωρίς στο εργαστήρι.
-Με φίλησε, με φίλησε σου λεω, φώναζε τραγουδιστά η ΄Ηριννα πετώντας τις γόβες της στη μέση του δωματίου, χορεύοντας γύρω από την Καλή και κείνη γελώντας να της φωνάζει.
-Πάλι καλά χαζούλα μου, πάλι καλά, είναι τα προκαταρκτικά που θυμίζουν ότι μπορεί και να μην είναι πούστης.
-Πάψε σου λεω, με φίλησε και μ’ άρεσε, μ΄αρεσε πολύ, εξ’ άλλου του το είπα-
-Και κείνος; τι είπε; ότι είναι ερωτευμένος ή σε θέλει για να του ζωγραφίζεις; άντε μην πω κάτι παρα-πάνω και θυμώσεις· ακούς εκεί να πηγαίνει να του ζωγραφίζει του κυρίου τέσσερις και πέντε ώρες καθημερινά κι ούτε ένα ευχαριστώ, και επιτέλους σήμερα μας έκανε τη χάρη να μας φιλήσει, πάλι κα-λά φιλενάδα, πάλι καλά.
-Σταμάτα Καλή, σταμάτα· θέλω και πάω, μ’ αρέσει να ζωγραφίζω το ξέρεις αυτό, εξ’ άλλου όλα είναι δικά του, εργαστήρι, χρωστήρες, υλικά, χρώματα, όλα δικά του και μετά μ’ αρέσει κι ας είναι λιγομί-λητος, μ’ αρέσει και μη ξεχνάς, όπως είπε και ο Λουντέμης ’’στην αγάπη δεν υπάρχουν δρόμοι έτοιμοι, τους φτιάχνεις εσύ.’’
-Εντάξει, εντάξει δεν σ’ τον θίξαμε, απλά σ’ αυτόν ο έρωτας δεν εφορμάει ως συνηθίζει, αλλά σαν να καιροφυλακτεί, σαν νά ΄ναι νυσταλέος, καλά δε λεω τίποτα, ο καιρός θα δείξει γλυκιά μου ο καιρός, επανέλαβε η Καλή.
Η ΄Ηριννα κουραζόταν πολύ· λογιστικά βιβλία στο σπίτι τα πρωινά, εργαστήρι το βράδυ, πολλές φορές έπεφτε με τα ρούχα στο κρεβάτι και την έπαιρνε ο ύπνος, μέχρι που έφτανε η Καλή από το θέα-τρο, της έβγαζε τα παπούτσια και τα ρούχα μουρμουρίζοντας.
-Θα πεθάνεις στα πόδια σου καημενούλα μου, αυτό δεν είναι έρωτας, βάσανο είναι.
Το σημείωμα στον πίνακα ήταν σαφές. “Καλή, το βράδυ δε θά ‘ρθω, μην ανησυχήσεις, θα μείνω στου Μελέτη, σε φιλώ, θα σε δω αύριο”.
Κάπου στην Τοσίτσα, στα Εξάρχεια ήταν το σπίτι του, ένα διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο, τριάρι, μοντέρνο, επιπλωμένο με δανέζικα έπιπλα, στρωμένο με μάλλινα μονόχρωμα χαλιά σε απόχρωση ραφ, με πίνακες δικούς του στους τοίχους, καθώς και σχέδια των Τσαρούχη, Βασιλείου , Γκίκα· το κρεβάτι, καριόλα, διπλό, στρωμένο με μπλε σεντόνια, με καρό μπορντούρα σε άσπρο μπλε-κίτρινο και στο ίδιο σχέδιο οι μαξιλαροθήκες, η κουβέρτα μονόχρωμη στο χρώμα του κρόκου του αυγού και οι κουρτίνες υφαντές σε μπλε-κίτρινο.
Άνετο μαλακό κρεβάτι, ένας άντρας με ένα κορίτσι αναβλάστημα του έρωτα, με ένα κορίτσι που καίγεται από πόθο να γίνει γυναίκα, με ένα κορμί αγνό, που χορεύει στο ρυθμό των παρθενικών ασμάτων, δώρο στο αρσενικό λίμασμα της γεύσης της πρωτιάς. Αίμα, πόνος, κάτι σαν μια μικρή χειρούργηση με νικητή τ’ αρσενικό με το σαρδόνιο χαμόγελο και το θηλυκό τυλιγμένο με την απογοη-τευτική μουτσούνα του έρωτα.
Καφεδάκι στο μπλε τραπέζι, σιωπή, πυκνός καπνός τσιγάρων, που ερωτοτροπεί με τις πλουμιστές ηλιαχτίδες, που εφορμούν από το φεγγίτη χαχανίζοντας και προκαλώντας το ερωτοφίλημα του πρωι-νού, πρόσωπα παράξενα, σοβαρά και ξάφνου η σιωπή να σκίζεται από το ξέσπασμα της Καλής.
-Τα παρατάμε όλα φιλενάδα και πάμε στην Ακρόπολη, θα περπατήσουμε, θα περπατήσουμε, θα περπατήσουμε, μέχρι να πρηστούν τα πόδια μας, μετά μπορεί και να πηδήξουμε από το βράχο, δεν ξέρεις τι γλύκα έχει ο θάνατος σαν πεθαίνεις ευτυχισμένος, τι λες το κάνουμε; ή θα καθόμαστε εδώ και θα συζητάμε με τις ώρες για το άθλιο γαμήσι του κυρίου Αλκαίου, χωρίς ούτε μια κουβέντα βρε αδελφάκι μου ας την έλεγε ο λεγάμενος κι ας ήταν μουρμουρητό· λοιπόν τι λες;
Γέλια νευρικά, γέλια υγρά και ο περίπατος της φιλίας ψυχοφάρμακο στο ερωτοπλάνταγμα της ΄Ηριννας.
Πάμπολλα ζωγραφίσματα στο εργαστήρι, έρωτας κάθε Σαββατοκύριακο στο σπίτι του Μελέτη, φαγητό τα βράδια στο ταβερνάκια της Πλάκας και απόλυτη σιωπή για τη σχέση τους.
Όταν τον ρώτησε τι αισθάνεται για κείνη κι αν την αγαπάει, εκείνος με Τζοκόντειο χαμόγελο δεν απάντησε.
Εκείνη τον αγκάλιαζε σφιχτά, του εξέφραζε την αγάπη της και κείνος έδειχνε περήφανος.

-Δηλαδή, τόπε καθαρά να συζήσετε, να μένεις μαζί του στα Εξάρχεια, δηλαδή να φύγεις από το υπογειάκι μας, δηλαδή..
-Σταμάτα Καλή μου, σταμάτα, δηλαδή και δηλαδή, τι θέλεις να χωρίσω; Τον αγαπάω δεν καταλαβαίνεις; Μετά, με γεμίζει το εργαστήριο, η ζωγραφική είναι η ζωή μου, τι θέλεις να ξαναρχίσω τα λογιστι-κά για ένα πιάτο φαΐ; Ε’ και το υπογειάκι δε θα τ’ αφήσουμε, θα το πληρώνουμε μαζί και θα βρισκό-μαστε οι δυο μας, μάλλον οι τρεις μας με τον Νικόλα, δεσ’ εγκαταλείπω Καλή, δεν πρόκειται να με ξεφορτωθείς, κατάλαβέ το, απλά παντρεύομαι χωρίς παπά, χωρίς κουμπάρο και πηγαίνω στο σπίτι του γαμπρού, αυτό είναι όλο.
Κοιμήθηκαν αγκαλιασμένες χωρίς κουβέντα, με μάρτυρα το υπογειάκι για τους λυγμούς του ύπνου τους.
Τώρα, έχει κλειδιά του σπιτιού και του εργαστηρίου, μόνο χρήματα δεν έχει, κι όταν του αναφέρει ότι έχει ανάγκη από χρήματα, τη ρωτάει, όπως πάντα, τι τα θέλει κι αν έχει από κάτι ανάγκη να της το αγοράσει· εκείνος λοιπόν τα ρούχα, εκείνος τα φρούτα ή τα γλυκά, τρόφιμα δεν αγοράζουν, γιατί συνεχίζουν να τρώνε έξω. Έτσι σιγά- σιγά σταματάει να ζητάει χρήματα, κάτι λίγα που της βρίσκονται τα δίνει για το ενοίκιο του υπογείου.

Το ζωγράφισμα είναι τ’ όνειρο, η αγάπη, ο έρωτας της, γιατί ο έρωτας που ο Μελέτης γεύεται και χαίρεται μαζί της, είναι εκείνος που η ΄Ηριννα περιμένει και τον πιστεύει γιατί είναι θεός, γιατί είναι θεός αγάπης και όχι καταστροφής, δεν γίνεται θάρθει.. θα καταλάβει ο Μελέτης, του το λεει με το σώμα της, του το λεει με τα μάτια, με μισόλογα, όμως εκείνος είναι σίγουρος, το θηλυκό νά ‘ναι πάντα από κάτω, δε χρειάζεται να νιώθει, να καταλαβαίνει· η ηδονή είναι υπόθεση του άντρα και μόνο· η γυναίκα πρέπει πάντα να σ’ έχει ανάγκη, πάντα! δε χρειάζεται περισσότερα, γιατί μπορεί να σε κατασπαράξει και κείνος το ξέρει καλά, το ξέρει από πρώτο χέρι..
Παιδί ακόμα ξύπνησε από παράξενους θορύβους, κατέβηκε τις σκάλες σιγά-σιγά, κάθισε στο τελευταίο σκαλοπάτι, εκεί που άρχισε η μεγάλη σάλα του σπιτιού, εκεί είδε τη μάνα του να χτυπάει στο κεφάλι και να κλωτσάει τον πατέρα του και εκείνος μετά από μήνες στα νοσοκομεία, κατέληξε στο φέρετρο· θυμόταν καλά τον πολύ κόσμο γύρω από το φέρετρο και τη μάνα του να τραβάει τα μαλλιά της, μπρος στον πεθαμένο άντρα της· ξέρει καλά, και σωπαίνει και θα σωπαίνει, γιατί φοβόταν το θά-νατο και τι τρομάρα όταν βάλανε το πατέρα μέσα σε χωμάτινο λάκκο και τη μάνα να τον απειλεί,‘’αν μιλήσεις, θα πεθάνεις, θα πας να του κάνεις παρέα στο λάκκο’’, ναι θα τον σκότωνε· έμαθε να σω-παίνει, να αντιστέκεται στα αιματοφάγα θηλυκά· ήξερε καλά πως παίρνουν δύναμη από τα λεφτά, όπως εκείνη, που αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα, έφερε στο σπίτι τον εραστή της, τον Θεοφάνη Προκοπίου, που παρόλο που της το ζητούσε επίμονα, ποτέ δεν τον παντρεύτηκε για να μη χάσει την παχουλή σύνταξη του μακαρίτη στρατηγού, του άντρα της· ο φουκαράς ο Θεοφάνης έδινε μέχρι και την τελευταία δεκάρα στα χέρια της και κείνη έκανε κουμάντο σε όλα, μέχρι που πέθανε δυστυχι-σμένος. Τα χρήματα πολλά, πάρα πολλά, όμως η ζωή στερημένη· από κείνη εξαρτιόταν αν θα αγόραζε ο Μελέτης μια καραμέλλα “τσάρλεστον” μιας πεντάρας, που πολλές φορές τού την στερούσε. Ήταν σε προχωρημένη ηλικία η μάνα του κι άρρωστη, όταν ο Μελέτης γνώρισε την ΄Ηριννα, δεν τόλμησε να της πει ότι θέλει να παντρευτεί, απλά της είπε ότι κάνει παρέα με μια πολύ πλούσια κοπέλα, αλλά χωρίς κανένα σκοπό· πέθανε ευχαριστημένη, ο γιός της μπορεί και να παντρευόταν σημασία είχε ότι ήταν πλούσια. Με τον πλούτο στα μάτια έφυγε ευτυχισμένη η γριά, ενώ ο γιος της την κοιτούσε με απάθεια.
Η ΄Ηριννα, η γυναίκα του είναι όμορφη, είναι καλλιτέχνης, μπορεί να τον ξαφανίσει, είναι ερωτική· μπορεί και να τον απατάει· ο θαυμασμός των άλλων είναι η επιβίωσή του, δε θα την αφήσει με τίποτα να του τον στερήσει, προβάλλοντας τα καλλιτεχνικά της προσόντα και ιδιαίτερα τη θηλυκότητά της.
Έβρισε την ΄Ηριννα, όταν του ανάφερε να πάνε στον Ζακόπουλο, το γιατρό, να τους βοηθήσει ψυχολογικά, μια και υπήρχε πρόβλημα με τη σχέση τους· θυμωμένος της πέταξε το πινέλο, που ζωγράφιζε στο πρόσωπο που γέμισε αίματα από το δυνατό χτύπημα στη μύτη, ενώ φώναζε εκτός εαυτού, αν έχεις πρόβλημα να πας εσύ, γιατί εγώ δεν έχω κανένα.
Συνήθιζε να μην της μιλάει για μήνες, όταν θύμωνε και θύμωνε με το παραμικρό.
Ο Ζακόπουλος της είπε πολλά, της έδωσε κι ένα σωρό βιβλία του να διαβάσει, της είπε ότι τη βρίσκει φυσιολογική και μόνο αν εξέταζε το Μελέτη θα μπορούσε να βοηθήσει· έφυγε σκεπτική και δεν ξανα-πήγε, αφού ο Μελέτης δεν υπήρχε περίπτωση να πάει σε γιατρό και μάλιστα να συζητήσει τα ερωτικά και εσώψυχά του.
Οι πονοκέφαλοι είναι καθημερινοί τον τελευταίο καιρό, οι ασπιρίνες και τα λοναρίντ της τρυπούν το στομάχι. Χάνει κιλά, πηγαινοέρχεται σε γιατρούς, για εξετάσεις, όμως δεν έχει τίποτε το ανησυχητικό, όπως της λένε, μόνο τη συμβουλεύουν να περιορίσει το άγχος της κι όλα θα πάνε καλά.
Η Καλή τη συμβουλεύει να πάει στην Ελένη Κόρμαλη, μια φίλη της μάνας της, που έχει σπουδάσει ψυχολογία στην Αμερική, μπορεί να τη βοηθήσει.
Η ψυχολόγος δεχόταν τους ασθενείς της κάπου στην πλατεία Βάθης, σ’ ένα ιατρείο, που το μοιραζόταν με μια φίλη της παθολόγο.
Η Ελένη Κόρμαλη ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, πολύ συμπαθητική, ψηλή, μελαχρινή και πάντα με ένα χαμόγελο στα χείλη· έκαναν πολλές συζητήσεις, για το ταξίδι της ζωής, γι αυτά που κρύβουμε βαθιά μέσα μας και δεν τα βγάζουμε έξω, γιατί είναι πολύ δύσκολο να βγουν μετά από τόσα χρόνια. Της είπε ότι η πονεμένη ζωή που περάσαμε ή περνάμε, είναι σαν ένας ξεχασμένος βόθρος που με τίποτα δε θέλουμε να τον ανοίξουμε, γιατί βρωμάει, κι αποφεύγουμε να βουτήξουμε στη βρώμα, αρνιόμαστε το ταξίδι στο βόθρο, στο πνίξιμο, τρέμουμε την εξαφάνιση, το θάνατο.
-Κάπως έτσι κρύβεις τη ζωή σου ΄Ηριννα κι εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω, έχουν όλα γίνει ένα τσιμέντο μέσα σου και προσπαθώ με τα χέρια μου να τον σπάσω, μπορώ; Όμως προσπαθώ, γιατί πίστεψέ με σε συμπαθώ πολύ παιδί μου. Σε παρακαλώ προσπάθησε. Να τώρα, πες μου για παρά-δειγμα τι θά ‘θελες, τι ζητάς ακριβώς αυτή τη στιγμή, βγάλε αυτό που έχεις μέσα στην καρδιά σου και πες μου -Ελένη αυτό θέλω- άντε λοιπόν γλυκιά μου περιμένω” της είπε κι άνοιξε την αγκαλιά της.
Ξάφνου η ΄Ηριννα ξεσπώντας σε κλάματα έκρυψε το πρόσωπό της στην ανοιχτή αγκαλιά φωνά-ζοντας “θέλω τη μανούλα μου, θέλω τη μανούλα μου ο υ ου....”
*
Είχε δυνατό πονοκέφαλο εκείνη την ημέρα, τηλεφώνησε στο εργαστήρι και του είπε ότι θ’ αργήσει· ήταν σχεδόν δώδεκα μεσημέρι όταν έφτασε, χτύπησε την πόρτα να της ανοίξει βαριόταν να ψάξει στη τσάντα της για τα κλειδιά, απάντηση δεν πήρε ξαναχτύπησε και του φώναξε “Μελέτη, Μελέτη άνοιξε, εγώ είμαι”, τίποτα, μάλλον θα βγήκε έξω σκέφτηκε, άνοιξε την πόρτα την παραξένεψε το μισοσκόταδο στο προχώλ, κάτι την άγγιξε στο κεφάλι σήκωσε τα μάτια πάνω κι άρχισε να τρέμει, να φωνάζει στριγκλίζοντας, “αγάπη μου, αγάπη μου... όχι ... όχι...”, συνήλθε όταν ένιωσε να την πιάνει από τους ώμους, ενώ το πρόσωπό του είχε μια έκφραση ικανοποίησης. Τι είχε γίνει; Είχε γεμίσει ένα τσουβάλι, τού ‘χε δώσει σχήμα ανθρώπινου σώματος, ενώ κρέμονταν δυο αντρικά παπούτσια ραμμένα στο σακί και το επάνω μέρος φαινόταν κάτι ακαθόριστο, όμως φανερό ότι κάποιος είχε απαγχονιστεί.
Ένιωθε άρρωστη, ανόρεχτη δεν είχε αγγίξει τίποτε στο ταβερνάκι. Εκείνος την κοιτούσε με την γνωστή εκείνη έκφραση του ανώτερου, έλα φάε, αστείο ήταν, αλλά τι περιμένεις καταλαβαίνεις εσύ από αστεία; Εξ ‘άλλου μια και με ρωτάς συνέχεια αν σ’ αγαπώ κι αν σ’ αγαπώ, λοιπόν η απάντησή μου είναι, ότι σε παντρεύομαι. Αύριο κιόλας θα γίνεις η κυρία Αλκαίου· όταν τον ξαναρώτησε αν την αγαπάει, απάντησε, αύριο θα σε παντρευτώ.
Το “σ’ αγαπώ” δεν το άκουσε ποτέ από τα χείλη του.
Αραιές συναντήσεις στο υπόγειο, συζητήσεις ατέλειωτες, πορείες διαμαρτυρίας για τους πυρηνικούς εξοπλισμούς, για τα παιδιά που πεθαίνουν καθημερινά από τα ναρκωτικά, για την απάθεια της πολιτείας, για τους νέους που μοχθούν για τον επιούσιο, για τα εκατοντάδες κορίτσια, στις πιάτσες της Σοφοκλέους, Μενάνδρου, Βουκουρεστίου, Αριστοτέλους προς χάριν του εκχέειν των αρσενικών, για τα δικαιώματα που κι αυτά τά \χουν αυτοί που μπορούν και τα πληρώνουν και τόσα άλλα.
Κρατητήρια, ξύλο, φυλακίσεις, αλλά και υπέροχες θεατρικές στιγμές με την Καλή και το Νικόλα, με θεατές που χειροκροτούν από καρδιάς, και την ΄Ηριννα αφοσιωμένη στη ζωγραφική σε καμβάδες, σε τοιχογραφίες, σε ξύλο, σε πράγματα. Ίαμα το φίλιασμα στις πονεμένες καρδιές, στα πονεμένα μέλη, στην αγωνία για το αύριο.
Η στριγκή φωνή και η γροθιά του στο κεφάλι της, έκανε την ΄Ηριννα να βλέπει θολά πίνακες και πράγματα να στροβιλίζουν, με δύναμη ανέμου, πάνω από το κεφάλι της.
-Ακούς τι σου λεω; Στο υπόγειο δε θα ξαναπάς κι ούτε θα γλύφω κατουρημένες ποδιές για να σε βγάζω από τα κρατητήρια, δεν ξεφτιλίζομαι εγώ κατάλαβέ το. Αν η Καλή και ο Νικόλας θέλουν κομ-μουνισμό να πάνε στη Ρωσία, για να τρώνε με χρυσά κουτάλια, πάει και τέλειωσε ή μαζί μου ή μ’ αυτούς, σ’ έκανα κυρία Αλκαίου και είσαι υποχρεωμένη να το σέβεσαι.
Είναι η κυρία Αλκαίου με ιδιόκτητο ρετιρέ πεντάρι στην οδό Αμφιτρίτης, στο Παλαιό Φάληρο, με εξοχική μονοκατοικία στο Λαγονήσι, με ντουλάπες γεμάτες ρούχα, παπούτσια και γούνες, πολλές γούνες, άσπρη μινκ, μαύρη αστρακάν, καφέ βιζόν και κοσμήματα σε χρυσό, ασήμι και πετράδια· όλα του Μελέτη όλα. Τα φοράει όταν εκείνος επιθυμεί, εξ’ άλλου δεκάδες φορές της τονίζει ότι τα αγοράζει γι επένδυση και μόνο. Είναι η κυρία Αλκαίου, η κομψή κυρία του διάσημου ζωγράφου, είναι η κυρία με τη γούνα.

Η Καλή με τον Νικόλα παντρεύτηκαν και νοίκιασαν μια παλιά μονοκατοικία με αυλή λιθόστρωτη και ένα μεγάλο δαφνόδεντρο στην άκρη να τη σκιάζει. Το σπίτι είναι στα Πετράλωνα, κοντά στο σταθμό του τραίνου. Αποχαιρέτισαν το υπογειάκι συγκινημένοι. Αποχαιρέτισαν το νεανικό όνειρο, που τόχαν βάλει ψηλά και ξάφνου το βλέπουν να γκρεμίζεται, να μην έχει θέση στον κόσμο· εξορκίζουν τον πόνο της ψυχής τους με δάκρυα κι ακούγεται το τραγούδι των δακρύων λυπητερό, πικρό, ίσως επειδή αντιλαμβάνεται το αληθινό πρόσωπο της ζωής· ο αγώνας τους συνεχίζεται πάνω στο θεατρικό σανίδι, πάνω στην αγάπη τους, πάνω στον όρκο να κάνουν το θλιβερό πρόσωπο της ζωής να χαμογελάσει, πάνω στον όρκο να παλεύουν για δημιουργικές διεξόδους.
Αγώνες γι ανθρώπινη αξιοπρέπεια πάνω στο χαρτί, διαμαρτυρίες για διαφθορά πάνω στο τελάρο, ζωγραφίσματα μόχθου ανθρακωρύχων, άνθρωποι, δέσμιοι της απάτης, του ψεύδους, γυναίκες σύμπλεγμα έρωτα, γυμνές μαστοφόρες έτοιμες να χορτάσουν τον διψασμένο έρωτα και δυο πίνακες κολοφώνας της τέχνης “οι πεθαμένες φιγούρες” και οι “εμπορευματέμποροι”.
Όλα από τα χέρια και την ψυχή της ΄Ηριννας φτιαγμένα, όμως υπογραμμένα από τη γνωστή πλαγιαστή υπογραφή του Μ. Αλκαίου.
Εκθέσεις θρίαμβος στο εξωτερικό, εκθέσεις θρίαμβος στο εσωτερικό, παγκόσμιος θαυμασμός για τον μεγάλο καλλιτέχνη, που δημιουργεί έργα τέχνης που θα αφήσουν εποχή, όπως γράφουν οι πιο ενημερωμένοι κριτικοί τέχνης του κόσμου, ιδίως για τους δυο πίνακες κολοφώνες “οι πεθαμένες φιγούρες” ο πίνακας που δείχνει στρατιές αμούστακων αγοριών, αγουρογερασμένων κοριτσιών, προϊόντα δυστυχισμένων μανάδων, λιτανεύουν βουβοί σκελετοί με μισάνοιχτα μάτια και στόμα, τυλιγμένοι σε πέπλο άσπρης θανατηφόρας σκόνης, ανάμεσα σε ανθρώπους, που επιμένουν να λένε ότι έχουν εξανθρωπιστεί· “οι εμπορευματέμποροι” ο πίνακας απεικονίζει άντρες με χοντρές κοιλιές, κόκκινα μάγουλα, ημίψηλα καπέλα, αιμάτινο λουλούδι στο πέτο του ριγέ φράκου, πούρο στο στόμα, πουγκιά σε χέρια-πόδια και η αχνή εικόνα-εφιάλτης τους στον καθρέφτη - χωρίς πουγκιά, τσαλακάδα ρούχα, χωρίς καπέλα και κοιλιές και με πιστόλι στον κρόταφο. Σύγχρονοι Σαμψών, με δεκανίκια τα πουγκιά και με το φόβο του δαίμονα-εφιάλτη να μην τα χάσουν, με στόχο ζωής τον πολλαπλασιασμό τους, γιατί αλλιώς το πιστόλι σαρκαστικά θα κροτεί στο άδειο τους κεφάλι.

Τάσεις για εμετό, ζαλάδες, λιποθυμίες, ανορεξίες και αγκαζέ με την Καλή για το γιατρό.
Μετά τη γυναικολογική εξέταση, ο γιατρός της αποφάνθηκε “πρέπει να είστε έγκυος κυρία Αλκαίου, πότε είπαμε είχατε περίοδο; χμ.. χμ. κι έχουμε Μάϊο, χριστουγεννιάτικο δώρο το μωρό σας κυρία μου”.
Αγκαλιασμένες βγήκαν από το ιατρείο, θα γεννηθεί ένα παιδί, ένα μωρό, ένα δικό τους μωρό, θα το ονομάσουν Λητώ, αν είναι κορίτσι, γιατί είναι όνομα γυναίκας που γέννησε δυο πανέμορφους θεούς τον Απόλλωνα και την ΄Αρτεμη από τον παράνομο έρωτά της με το βασιλιά των θεών.
Ορφέα, αν είναι αγόρι, για να μαγεύει με τη μουσικότητά του· γέλια, φιλιά και διάχυτη μελαγχολία, μήπως είναι εγωισμός η γέννηση ενός παιδιού σε ένα κόσμο χωρίς ηθική διάσταση; Μήπως είναι εγωισμός η γέννηση ενός παιδιού ανάμεσα σε ανθρώπους που λιμοκτονούν και ανθρώπους βολεμέ-νους στο νωχελές ανάκλιντρο των προκλητικών ανέσεων;
Το ίδιο βράδυ παρακάλεσε τον Μελέτη να συζητήσουν, εκείνος απάντησε ότι δεν έχει διάθεση για κουβέντα κι ας αφήσει τα λόγια γι αύριο.
-Μελέτη μη φύγεις σε παρακαλώ πολύ, έχω ανάγκη να πάρουμε μαζί το πρωινό, θέλω να μιλήσουμε, είναι σοβαρό αυτό που έχω να σου πω.
-Δυστυχώς για σένα, δεν έχω χρόνο.
-Σε παρακαλώ αγάπη μου, σε παρακαλώ, ξέρεις θέλω να σου πω... μη φεύγεις... είμαι έγκυος.
Έδειξε ξαφνιασμένος, την κοίταξε υποτιμητικά, έκλεισε την πόρτα δυνατά πίσω του λέγοντας “θα τα πούμε το βράδυ”.
Το βράδυ φανερά εκνευρισμένος, φώναζε τρέμοντας: - δεν θέλω παιδί, το ξέρεις ότι μέρες τώρα έχω εκνευρισμό, αϋπνίες και δεν μπορώ να δουλέψω; Στο κάτω - κάτω, δεν έχω εγώ λόγο; Μόνη σου τό ‘κανες; Άσε τους φεμινισμούς, σώμα σου και σώμα σου, δεν τό ‘κανε το σώμα σου, αλλά και το σώμα μου, το δικό μου δεν το λογαριάζουμε; Δεν πρέπει να συμφωνούμε αμφότεροι για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα; Δε θέλω παιδί, το καταλαβαίνεις; Δε θέλω· σε έξι μήνες πρέπει να εκθέσω στη Στοκχόλμη, μπορώ να δουλέψω έτσι; Και συ τι θα κάνεις, πώς θα δουλέψεις με την κοιλιά στο στόμα; Σκέψου το καλά δεν είσαι μόνη σου.
Τα λόγια του, σαν μαχαίρια, της τρυπούσαν αυτιά και καρδιά.
-Μελέτη, μπορεί να έχεις δίκιο, λυπάμαι που αυτό θέλει να έρθει στον κόσμο χωρίς τη δική μας συμ-φωνία, τον δικό μας προγραμματισμό, λυπάμαι αλλά αποκλείεται να του κλείσω το δρόμο· Μελέτη θα το γεννήσω αυτό το παιδί, το αγαπώ, το θέλω, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς συμφωνία, θα τ’ αγαπώ και για τους δυο μας δε φοβάμαι τις συνέπειες, δε φοβάμαι το οικονομικό βάρος, αν αυτό έχεις στο νου σου, θα τα καταφέρω, αν και επιθυμώ να τα καταφέρουμε και ίσως τα καταφέρουμε καλλίτερα καλέ μου με ένα παιδί.
Γύρισε απότομα της έριξε ένα δυνατό μπάτσο, που την έκανε να λυγίσει και να πέσει στα γόνατα, φωνάζοντας, “σκάσε, ανάθεμά σε”.
Από τον πρώτο μήνα έφυγε από το κρεβάτι της έδινε κλωτσιές και σπρωξιές και κάνα δυο φορές έπεσε στο πάτωμα· κοιμόταν στον καναπέ, για να μην τον εκνευρίζει.
Έτσι το φχαριστιέται πιο πολύ, έχει παρέα το μωρό, καταλαβαίνει τη γλώσσα του, τις ανάγκες του. Να τώρα είναι έντονα τα χτυπήματα, ξύπνησε τεντώνει τα ποδαράκια του, τώρα ησυχάζει ασυναίσθητα χτυπάει στη μανούλα, του αρέσει να του μιλάει να χαϊδεύει την κοιλιά και η αύρα του χαϊδέματος να το τυλίγει, αρχεγονίας κώδικες μαγικών, γλυκών σχέσεων επικοινωνίας μάνας-παιδιού.
Έχει βαρύνει πολύ, στο εργαστήρι πηγαίνει αραιά και που. Από τότε που έμεινε έγκυος, ο Μελέτης δεν της μιλάει καθόλου και δεν καταδέχεται ούτε μια ματιά να της ρίξει· τα πόδια της έχουν πρηστεί, κάτι λίγο και το πρόσωπό της, η κοιλιά έχει πάρει κλίση προς τα κάτω.
-Μελέτη σε παρακαλώ, νά ‘χεις το νου σου, θα σου τηλεφωνήσω νά ‘ρθεις να πάμε στο μαιευτήριο, στο “Έλενα” θα γεννήσω, μόλις με πιάσουν οι πόνοι, έχω προαίσθημα ότι θα γεννήσω σήμερα, αύριο το πολύ..
Έφυγε χωρίς κουβέντα.
Ετοίμασε ένα βαλιτσάκι με ρούχα δικά της και του μωρού, αφαίρεσε με προσοχή το τρίχωμα της ήβης, για να αποφύγει το άγαρμπο ξύρισμα από τα χέρια των νοσοκόμων, έκανε μπάνιο κι έτσι γυμνή, βρεμένη, κοιταζόταν στον καθρέφτη, χαϊδέματα στην κοιλιά, λόγια παρηγοριάς για τον εξορκισμό του φόβου, του κακού, συμπαθητικές ματιές στα παραφουσκωμένα μαστάρια και στα πρησμένα άκρα, παράξενη ομορφιά γενεσιουργού θαύματος μάνας γης, μάνας πηγής.
Η ώρα δέκα το βράδυ, ο Μελέτης δεν έχει γυρίσει, το τηλέφωνο του εργαστηρίου δεν απαντά.
Ξαπλώνει βαριά, χωρίς νύστα, νιώθει κουρασμένη, αδιάθετη, κλείνει τα μάτια, τα ανοίγει ξαφνιασμένη, είναι μούσκεμα, σαν να κατουρήθηκε -τα νερά σπάσανε, τα νερά- συλλογιέται.
Τηλέφωνο στον Μελέτη, δεν απαντά, τηλέφωνο στο γιατρό βουίζει, τηλέφωνο στο “Έλενα” μια νοσοκόμα της απαντάει να ηρεμήσει και να κοιτάζει την ώρα αν αρχίσουν οι πόνοι κάθε δέκα λεπτά και μετά κάθε πέντε κλπ., θα πρέπει να ξεκινήσει για το νοσοκομείο, ψιθυρίζει τα λεπτά ένα.. δυο.. τρία..πέντε... οκτώ.... δέκα... ωχ... ωχ... ναι ... ναι οι πόνοι θεέ μου... ανάσα.. πέρασαν... ένα...δυο.. πέντε... αχ μάνα... αχ... μανούλα... αχ αχ.... “Καλή .. Καλή τρέξε πονάω... τρέξε”.
Άφησε την πόρτα ανοιχτή για να μπορέσει να μπει μέσα η Καλή, ξάπλωσε στο πλάι νομίζοντας ότι θα ξεγελούσε τους κοιλόπονους, όμως τώρα είναι πιο δυνατοί κάθε τρία λεπτά σχεδόν σφαδάζει.
-Βοήθεια, ψιθυρίζει κλαψουρίζοντας... βοήθεια... πεθαίνω... θεέ μου βόηθα με... θεέ μου... -
Ωδίνες θρηνώδεις, σπαρταριστές, υγρές, αιμάτινες, με δάκρυ και ίδρωμα ωδίνες.
Ωδίνες για σένα, για τον ερχομό σου αγάπη αγνή, ασκίαστη, παντοτινή, ολόγλυκε καρπέ, βλαστάρι της ζωής.
Η Καλή με τον Νικόλα μπήκαν στο δωμάτιο με φούρια : “έλα γλυκιά μου προσπάθησε, σήκω να πάμε στο νοσοκομείο”, ο Νικόλας πήρε τη βαλίτσα και με το άλλο χέρι βοηθούσε την ΄Ηριννα να ανασηκωθεί όμως εκείνη, αδύναμη έπεσε βαριά στο κρεβάτι και τρέμοντας ψιθύρισε, δεν αντέχω, δεν μπορώ, πονάω ω.
Η Καλή την ξάπλωσε προσεκτικά στο κρεβάτι, σήκωσε τη φούστα, έβγαλε το εσώρουχο και έμεινε με το στόμα ανοιχτό . “Νικόλα παράτα τα όλα, γεννάει, γεννάει σου λεω, θεέ μου γεννάει, Νικόλα ειδοποίησε τον Μελέτη, Νικόλα, ασθενοφόρο, Νικόλα το γιατρό· ΄Ηριννα ήρεμα, πάρε ανάσες είμαι κοντά σου κορίτσι μου, είμαι εδώ. Νικόλα γρήγορα ζεστό νερό, γρήγορα Νικόλα.
Ο Νικόλας έχει αγκαλιάσει την ΄Ηριννα, η Καλή σαπούνισε καλά-καλά τα χέρια της μέχρι τον αγκώνα, σκέπασε την περιοχή της κοιλιάς με σεντονάκι του μωρού, έπλενε συνεχώς με ζεστό νερό και σαπούνι την περιοχή του περίνεου, της είπε να λυγίσει κάπως τα γόνατα και τα πέλματα να ακουμπάνε στο κρεβάτι, τώρα στέκεται από κάτω και με φωνή σταθερή, μη φοβάσαι, ξέρω πολύ καλά τι πρέπει να κάνω, έχε μου εμπιστοσύνη.
Οι μνήμες, δεν πεθαίνουν ποτέ, το μικρό κοριτσάκι που με τρόμο παρακολουθούσε τη μάνα-μαμμή που ξεγεννούσε μια συγγένισά τους, ήλθαν έντονες και την οδηγούν· μαλάσσει την έδρα και τον κόλπο ψιθυρίζοντας, για να μη σκιστείς φιλενάδα μου, να μη σκιστείς, σφίξου΄Ηριννα, πάρε βαθιές αναπνοές, βαθιές αναπνοές, και σπρώξε, σπρώξε κι άλλο, σφίξου να βγει σφίξου, μπράβο, μπράβο κορίτσι μου, ξανά... ξανά...” ο Νικόλας χαϊδεύει το ιδρωμένο της μέτωπο, είναι δακρυσμένος μπρος στο θαύμα αυτής της στιγμής, αυτής της μοναδικής στιγμής, μη φοβάσαι Ήριννα είμαστε κοντά σου, ψιθυρίζει.
-Βγαίνει... βγαίνει... φωνάζει η Καλή.... σφίξου κι άλλο.... σπρώξε δώστου αέρα....αέρα...- σφίγγεται η ΄Ηριννα, σφίγγεται και μουγκρίζει., ανάσα δεν παίρνει, τη δίνει στο μωρό να ανασάνει, να πάρει αέρα.
Θεέ μου, θαύμα, να το κεφαλάκι βγαίνει, βγήκε, έπιασε το κεφαλάκι του με τα δυο της χέρια, το πιάνω με τη βοήθειά σου Παναγιά μου, το πιάνω το τραβώ, ψιθύρισε, ενώ φάνηκε ο μπροστινός ώμος.
-Νικόλα, θεέ μου ΄Ηριννα είναι αγόρι!
Έφτασε το ασθενοφόρο, ο γιατρός και η συνέχεια στα χέρια της επιστήμης.
*
-΄Ηριννα, άσε τα κουλτουριάρικα το παιδί θα πάρει το όνομα του πατέρα μου Γιάννης, Γιάννης Αλκαίος και δε θέλω για νονά την Καλή, θα το βαφτίσει η εξαδέλφη μου η Βικτόρια· αυτό είναι όλο κι άλλη κουβέντα δεν κάνω.

Όταν της είπε ότι βρήκε νταντά για το μωρό και καλά θα κάνει να πάει στο εργαστήριο, γιατί η δουλειά δεν μπορεί να περιμένει, εκείνη χλωμή και με τρεμάμενη φωνή απάντησε:
Όχι Μελέτη, μέχρι να γίνει το παιδί τουλάχιστον δυο χρονών, θα είμαι κοντά του, δε θέλω ξένη γυναίκα κι αρνούμαι να το στείλω σε παιδικό σταθμό· λυπάμαι αλλά δε θά ‘ρχομαι στο εργαστήριο, τουλάχιστον για δυο χρόνια, πρέπει να με καταλάβεις Μελέτη, πρέπει να με καταλάβεις, μη θυμώνεις αγάπη μου, πάρτο από άλλη πλευρά, πες ότι αρρώσταινα πώς θαρχόμουν στο εργαστήριο; Πώς θα ζωγράφιζα;
Συνήθως δεν έβγαινε από το σπίτι μέχρι να ξεμελανιάσει το πρόσωπό της από τις γροθιές του στο πρόσωπό της, στο σώμα της δεν έδινε σημασία, είχε ξεχάσει το ροδαλό του δέρματός της, ένα μωσαϊκό από μελανιές καινούργιες και παλιές· δεν έδινε σημασία, είχε ξεχάσει να πονάει, είχε ξεχάσει τον εαυτό της, μόνο το παιδί την ενδιέφερε, απέφευγε να του μιλάει όταν είχε το παιδί στα χέρια, φοβόταν για κείνο, ζούσε για κείνο.
Ο Μελέτης με ύφος αυταρχικού δάσκαλου, με το δείκτη του δεξιού χεριού απειλητικό να κινείται μπρος πίσω και φωνή τρομακτική που δε σήκωνε αντιρρήσεις, δεν έχεις καταλάβει ακόμα πως η δουλειά είναι η βάση για την οικονομική υπόσταση ενός ατόμου; Εσύ δηλαδή τι νομίζεις; Με το νά ‘ρχεσαι πού και πού στο εργαστήριο, καθάρισες; Το παιδί και το παιδί κι’ άλλες έχουν παιδιά, κι‘αλλονών τα παιδιά αρρωσταίνουν, μόνο το δικό σου έχει την ανάγκη σου; Και η επιβίωσή σου; Εγώ θα σε πληρώνω; Και στο τέλος-τέλος δεν μ’ αρέσει ο τρόπος αυτός ανατροφής του γιου μου, ολόκληρο παιδί και δε σταματάς να του φέρεσαι σα νά \ναι μωρό· αεροβασίες, πήγαινε-έλα από το σπίτι μου στο σπίτι της Καλής, ποιήματα, θέατρα, τραγούδια, παιχνίδια, τενεκεδούπολη και τα ρέστα, ψεύτικα, τον μαθαίνεις σε μια ζωή ψεύτικη, ζεις σε όνειρο καημένη, ξύπνα επιτέλους κι αν θέλεις να τα πάμε καλά τέρμα τα πήγαινε-έλα στην Καλή. Δεν είμαι βλάκας βλέπω και καταλαβαίνω· οι φίλοι δε φιλιούνται στο στόμα, οι φίλοι δε μιλούν κάθε λίγο και λιγάκι στο τηλέφωνο, δε λένε ερωτικά ποιήματα, δε γράφουν ραβασάκια, δε στέλνουν φιλιά και δε λένε κάθε τρις και λίγο σ’ αγαπώ· τέρμα τάκουσες; Τέρμα γιατί θά ‘χουμε άσκημα ξεμπερδέματα.
*
“Καλή, πονάω, πονάω παντού σ’ όλο μου το σώμα, κρύβομαι από τον Γιάννη, όσο μπορώ, έχει αρχίσει και κλείνεται στον εαυτό του, τι είπες; Εφηβεία; Κι άλλα παιδιά είναι έφηβοι, όμως αυτός είναι μοναχικός, μελαγχολικός και στον Μελέτη δε μιλάει σχεδόν καθόλου, εμένα με κοιτάζει με οίκτο κι εγώ του γελώ ανόητα για να δείξω ότι δεν τρέχει τίποτα. Πονάω, έχω αρχίσει τα ηρεμιστικά Καλή μου, αγάπη μου, σας έχω επιθυμήσει, μου λείπετε ... ναι ... ναι κάτι θα κάνω, μόνο σε ικετεύω μην ανακατευθείς, όχι προς θεού ούτε τηλεφώνημα... ναι στο υπόσχομαι κάτι θα κάνω.. φιλιά.. φιλιά... φιλιά και στο Νικόλα μου”..
“Καλή μου είναι φρικτό, όταν κάτι δεν γίνει όπως εκείνος θέλει, δεν φέρνει ούτε ψωμί στο σπίτι και για μένα δεν νοιάζομαι καθόλου, όμως ο Γιάννης, μένει νηστικό το παιδί και χωρίς να λεει κουβέντα κλείνεται στο δωμάτιό του, σε φιλώ, κλείνω φοβάμαι, δεν ξέρω, μη ρωτάς, όχι σε ικετεύω, όχι αστυνομίες, δεν κινδυνεύω, έτσι απλώς φοβάμαι, κάτι έχω πάθει, εννοώ αρρώστια, δεν ξέρω... νά ‘σαι σίγουρη κάτι θα κάνω, όλα θα πάνε καλά, σ’ αγαπώ, φιλιά στο Νικόλα μου”...
*
“Εδώ και μια βδομάδα κοιμάμαι στον καναπέ, χρωστάω σεβασμό στον εαυτό μου, στην ψυχή μου,
μου είναι αδύνατο να συνεχίσω κοντά του· εκείνος δε μου μιλάει, σα να με υποτιμάει, σα να με σιχαίνεται, δεν ξέρω... χάνω κιλά... πονάω... προχθές του μίλησα, τού ‘πα ότι χρειαζόμαστε κάποιον ειδικό για τις σχέσεις μας, για να σώσουμε την οικογένειά μας και κείνος άρχισε να με βρίζει να φωνάζει και το παιδί μέσα να ακούει, κι εγώ να τον ικετεύω να σταματήσει, γιατί ακούει το παιδί και κείνος να ξεφωνίζει ότι δεν ήμουνα άξια για σύζυγος και μητέρα..., πως είμαι μια λεσβία... μια λεσβία.. με γκόμενα εσένα Καλή μου και ότι ο Νικόλας είναι ο πόρνος της παρτούζας κι άλλα πολλά και το παιδί άκουγε... άκουγε ... θεέ μου ... θεέ μου ... το παιδί... είναι χλωμό, μελαγχολικό... τον έπιασα δυο φορές να πίνει κρασί..να μεθάει.. του ευχήθηκα για τα γενέθλια του, τον ρώτησα τι δώρο θέλει να του κάνω και μου απάντησε να τον βοηθήσω να αυτοκτονήσει. Καλή τρελαίνομαι, χάνω το Γιάννη, αυτό το χαρούμενο παιδί πού πήγε; Θυμάσαι με τι αγάπη, τι παιχνίδια, τι τραγούδια τον μεγαλώσαμε; Σε φιλώ... Καλή μου σ’ αγαπώ”
“Ευχαριστώ, να του τηλεφωνήσεις τ’ απόγευμα Καλή, θά ‘χει έρθει, δεν έδειξε χαρούμενος που μπήκε στο Πολυτεχνείο, μόνο ένα σκέτο ευχαριστώ στον Μελέτη για το αυτοκίνητο που του αγόρασε και σε μένα είπε πως δεν έκανε τίποτε το σημαντικό, μπήκε στη σχολή που επιθυμούσε πολύ ο Μελέτης και πως δεν του γουστάρει καθόλου, “απλά για να μην αυτοκτονήσει από ντροπή ο πατέρας τό ‘κανα”, έτσι μούπε μισογελώντας, μισοκλαίγοντας· πιστεύω ότι μισεί τον Μελέτη ή τουλάχιστον τον αντιπαθεί, αισθάνομαι ότι μ’ αγαπάει πολύ, αλλά με πονάει, με καταλαβαίνει κι ας του παίζω θέατρο....Φιλιά, φιλιά στον Νικόλα, ευχαριστώ που υπάρχετε φιλενάδα μου ευχαριστώ... σας αγαπώ..”
*
Η μπαλκονόπορτα του ιατρείου έβλεπε σε ένα πανέμορφο αλσύλιο με δεντροστοιχίες τριανταφυλλιών, ένας πολύχρωμος τριανταφυλλότοπος· ο Σφυρίου, στο κουρτινόξυλο που σήκωνε διπλή κουρτίνα, είχε κρεμάσει μια άσπρη λεπτή σαν τούλι κι έβλεπες όλο αυτό το τριανταφυλλένιο τοπίο και χαιρόταν το μάτι σου, και μια δεύτερη βελούδινη, στο χρώμα του μολυβιού· όμως τι παράξενο, όταν είχε ραντεβού με την ΄Ηριννα έκλεινε όλη τη θέα με τη μουντή κουρτίνα και σκοτείνιαζε το δωμάτιο, ίσα που φωτιζόταν με ένα μικρό πορτατίφ στο γραφείο του, από όπου παρατηρούσε κι εξέταζε την ασθενή του.

-Χαίρετε κυρία Αλκαίου, καθίστε παρακαλώ, σας ακούω.
-Κύριε Σφυρίου τα χάπια μου τελείωσαν, θα μου δώσετε άλλα; οι πόνοι δεν είναι τόσο έντονοι ομολογώ, πρέπει να μου κάνανε καλό τα χάπια, δεν βλέπω όνειρα, όμως η κούραση, η ατονία συνεχίζεται, με απειλεί η αδράνεια, το τίποτα, το τίποτα με τρομάζει.
-Λοιπόν; Συνεχίστε παρακαλώ, συνεχίστε.
-Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι ιδιαίτερο να σας πω, σχεδόν δεν έχω τίποτα να σας πω.
-Τότε θα σας κάνω εγώ ερωτήσεις, τι λέτε;
-Εντάξει γιατρέ.
-Κλείστε τα μάτια σας· πολύ ωραία· πείτε μου σας παρακαλώ τι χρώμα έχουν τα μάτια μου; Χμμ.. μάλιστα, δεν έχετε προσέξει, δεν πειράζει· πείτε σας παρακαλώ τι χρώμα έχουν οι καναπέδες του ιατρείου; Δεν θυμάστε, χμμμ μάλιστα, ανοίξτε τα μάτια σας, ωραία, πολύ ωραία, παρατηρήστε το χώρο και μιλήστε μου.
-Κύριε Σφυρίου, είναι σα να το βλέπω για πρώτη φορά, κι έρχομαι δυο χρόνια περίπου, γιατρέ η κουρτίνα με πνίγει είναι μαύρη, γιατί; Είναι σκοτεινά, σχεδόν δεν βλέπω τίποτα.
-Σηκωθείτε κυρία Αλκαίου και αφαιρέστε ή καταστρέψτε από το χώρο ό,τι σας ενοχλεί, το εννοώ, παρακαλώ σηκωθείτε.
Σηκώθηκε δειλά-δειλά άπλωσε τα χέρια κούνησε την βαριά κουρτίνα, όμως δεν κατάφερε να την μετακινήσει. Προσπάθησε πάλι και πάλι μέχρι που την τράβηξε σχεδόν με βία και τότε γέμισε το ιατρείο φως, είδε από την μεγάλη μπαλκονόπορτα το παρκάκι, το απέναντι δασωμένο βουνό, το γαλάζιο του ουρανού και φώναξε: -είναι θαύμα γιατρέ, είναι θαύμα, η θέα είναι υπέροχη, γιατί έχετε αυτή την απαίσια κουρτίνα;
-Αγαπητή κυρία Αλκαίου, ο καθένας μπορεί να έχει μια κουρτίνα μαύρη και να σας κλείνει τη θέα οποιαδήποτε θέα, να σας κλείνει τα μάτια, να σας πνίγει την ανάσα· εσείς όμως; Θα αφήσετε να σας τυφλώνουν; Να σας κόβουν την ανάσα; Γιατί ανεχόσασταν αυτήν την κουρτίνα;
-Δεν την έβλεπα γιατρέ, δυστυχώς δεν την έβλεπα.
-Σήμερα κάνατε κάποια βήματα, πολύ σημαντικά κατά τη γνώμη μου μετά από ένα μεγάλο διάστημα παραλυσίας· είμαι ευχαριστημένος μαζί σας· θα έχουμε μερικές συνεδρίες ακόμα, μέχρι να πατήσετε γερά στα πόδια σας, και είμαι σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά.

*
“Καλή μου, δεν χρειάζομαι δικηγόρο, δεν διεκδικώ τίποτα, δεν έχω ανάγκη περισσότερης θλίψης, περισσότερης τρέλας, δεν θα εμπλακώ σε ψυχοφθόρους δικαστικούς αγώνες, αρκετά, θα φύγω όπως ήρθα, μακάρι να μπορούσα να ’παιρνα τον Γιάννη κοντά μου, σου λεω Καλή μου ότι το διάβασα και κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό, λεει γι αγωγή διαζυγίου και τι δε γράφει να λες, ότι έχει ξοδέψει περιουσίες σε γιατρούς για τις έμμονες ιδέες μου, ότι είμαι κατά φαντασίαν ασθενής, ότι είμαι τεμπέλα, ότι έχω αναθρέψει ένα παιδί μαλθακό, ότι ονειροβατώ, ότι δεν κάνω τίποτα άλλο από το να τραγουδώ όλη τη μέρα, ότι είμαι στιχοπλόκος, ότι είμαι ανώμαλη κι έχει αποδείξεις γι αυτό, ότι έχω μόνιμη ερωτική σύντροφο εσένα Καλή μου, αναφέρει τον Νικόλα ως ερωτομανή και ότι κάνουμε ομαδικό έρωτα, ότι επί είκοσι χρόνια δεν είμαστε αντρόγυνο, δεν κοιμόμαστε μαζί, ότι δεν έχουμε καμιά απολύτως σχέση και άλλα πολλά. –Ναι, ναι θάρθω... αύριο κι όλας; φεύγετε περιοδεία; Καλά, ξέρω που είναι το κλειδί· πότε θα γυρίσετε; Σε ένα μήνα; Τόσο πολύ; Θα μου λείψετε, θα περιμένω. Καλό ταξίδι, καλή επιτυχία σε φιλώ, σ’ αγαπώ, φιλιά στο Νικόλα μου”

*

Ένα νυχτικό, εσώρουχα, μερικές μπλούζες και δυο παντελόνια, όλα χώρεσαν σε μια μικρή τσάντα. Φίλησε γλυκά-γλυκά το Γιάννη, ενώ εκείνος της ψιθύριζε, είναι το καλύτερο που συμβαίνει μετά από τόσα χρόνια, αύριο μετά τη σχολή θάρθω να σε δω.
΄Άφησε ένα σημείωμα στον Μελέτη. “Φεύγω δεν διεκδικώ τίποτα απολύτως, δεν χρειάζονται δικηγόροι και δικαστήρια, είμαι στη διάθεσή σου για το διαζύγιο. Δείξε κατανόηση στο Γιάννη, σε χρειάζεται. Αντίο, ΄Ηριννα.”
*
Καθισμένη κάτω από το δαφνόδεντρο με την τσάντα στα χέρια αφήνει τα δάκρυά της να κυλούν, να κυλούν και να γειαίνουν την αιώνια γυναίκα, να απελευθερώνουν το θυσίασμα από το βωμό της παράλογης ερωτιάς, να σώζουν τη Σαπφώ από τα νύχια του Χάρου κι από τη φωτεινή γοητεία του Φάωνα.
Μονόλογος με υπόκρουση θρηνώδη, προσπάθησα να ζήσω, σε πολεμούσα θάνατε αγωνιζόμουνα για ζωή, για αγάπη· μικρούλα με όπλο ένα ποτήρι νερό στα χέρια, νόμιζα πως θα σε νικήσω, εσύ με σαρδώνιο χαμόγελο μού ‘δειξες τα θανητοφόρα όπλα σου, που καθρέφτιζαν με αφανισμό ό,τι αγαπούσα ό.τι είχα ανάγκη πιο πολύ· προσπάθησα να δώσω ζωή στον άντρα που αγάπησα, τραγουδούσα, τραγουδούσα χωρίς σταματημό, σαν τον τζίτζικα που διαλαλεί τη ζωή το καλοκαίρι, έδινα φωνή σε σπίτι σιωπηλό, νεκρό, πάλευα μπρος σε βλέμμα που παγώνει, πάλευα ενάντια της νέκρας του τίποτα, της σιγής θανάτου, έπαιζα με το παιδί φώναζα, γελούσα, έχτιζα πύργους με κονσερβοκούτια, έπαιζα τενεκεδούπολη, αναζητώντας κάποιον ήχο από τα άψυχα τενεκέδια, έτρεχα στην Καλή, στο Νικόλα για να νιώσει το παιδί την ανθρώπινη επικοινωνία, τη φιλία, τη συγγένεια· σκοπός μου το θρυμμάτισμα της σιωπής, η αγάπη, η τρυφερότητα, το γνοιάζει, που όλα τσακίζονταν στη δηλητηριώδη ματιά του υποβιβασμού, έδινα ζεστή καρδιά σαν ανταπόδωση στην καρδιά χειμώνα· πόδια έτοιμα σε σύμπλεγμα έρωτα και η αύρα της άρνησης με πετούσε στην άκρη του κρεβατιού, πάνω στο ξύλο, ξύλο κι εγώ. Ειμαρμένη; Δεν ξέρω καμιά, στο χέρι μας είναι ο παράδεισος, στο χέρι μας και η κόλαση· μέχρι που τα πλατάνια που πιπίλιζαν τη γόνιμη υγρή καρδιά των σκιερών ρεμματιών, γινήκανε πέτρες κοφτερές, που γυάλιζαν στον ήλιο σαν ξυράφια, σαν μαχαίρια και με μαγνήτιζαν, με τραβούσαν πεινασμένα για βορά, για ξέσκισμα, διψασμένα για αίμα, το αίμά μου· άνθρωποι μικροί, μεγάλοι, όντα δαιμονικά, που κρύβονταν αιώνες μέσα μου, βγήκαν, με κυνηγούσαν, με απειλούσαν, δολοφονούσαν τη γλυκύτητα των ονείρων του ύπνου, δίνοντας θέση στο θάνατο, στον εφιάλτη.
*
Με το άνοιγμα της πόρτας, την υποδέχτηκε ένα μεγάλο πανό, κρεμασμένο από τη μια άκρη του δωματίου μέχρι την άλλη, Καλώς μας ξανάρθες, καλή αρχή, καλή τύχη!!! Καλή+Νικόλας, χαμογέλασε και πήγε στην κουζίνα, κάτι έπρεπε να μαγειρέψει για το βράδυ, που θα ’ρχόταν ο Γιάννης της.
*
Η αρχή έγινε με ένα παλιό μπουφέ πεταμένο στη γειτονιά· τα κατάφερε και τον κουβάλησε στην αυλή.
Τον καθάρισε, τον έτριψε με γυαλόχαρτο, έμεινε το ξύλο καθαρό, ανάπνευσε, το κοίταξε με θαυμασμό, το μύρισε, του ζήτησε συγνώμη για τον πόνο που ο καλλωπισμός φέρει· αγάπη, λοιπόν, εκεί που θα βλαστήσει η ομορφιά του καλλιτεχνήματος.
Koπίδια, γομμαλάκα, οινόπνευμα, κάσια, νέφτι, ανιλίνες και το σμίλευμα έδωσαν χρώμα και εικόνα στο ξύλο! Τα πουλιά με μισάνοιχτο στόμα πάνω στα δέντρα κελαηδούσαν, το φουριόζικο μπλε ρυάκι χώριζε τον πράσινο λοφίσκο στα δυο, τα πολύχρωμα ανθολούλουδα βροχή στο τοπίο κι ο παλιός μπουφές δείγμα-άριστο, για τη συνέχεια των δημιουργημάτων της.
*
Επισκέψεις στο μουσείο σχέδια παλιά και νέα, σχέδια ονείρου τυπωμένα στο χαρτί, στο ύφασμα, σκαλισμένα στο ξύλο, φωτογραφίες και μελέτες πάνω σε υφάνσεις πανιών, υφασμάτων, μαρτύρων ιστορίας αιώνων, μέχρι που άνοιξαν οι πόρτες του μουσείου για μια καθημερινή συνεργασία, έναντι πληρωμής, με την φιλότεχνη ΄Ηριννα. Μικροσκοπικός έλεγχος του υλικού, μετάξι, μαλλί, λινάρι ή μπαμπάκι, τεχνικές ύφανσης, αριθμός στημονιών ανά πόντο, χρώματα, βαφές,φθορές, σχέδια, εικονογραφίες και συμβολισμός των διακοσμητικών παραστάσεων πάνω στους θησαυρούς Κοπτικών υφασμάτων του μουσείου.

Στιγμές γαλήνης, στιγμές αγάπης, με καρπούζι, πεπόνι, γλυκό σταφύλι και τυρί, κάτω από το δαφνόδεντρο, με το Νικόλα να απαγγέλλει Βάρναλη, Σικελιανό, με υπόκρουση το κιθάρισμα του Γιάννη.
*

“Ρώτησα κι έμαθα για την ανακοίνωση στο μαγαζί των ειδών υγιεινής διατροφής, φαίνεται πως έχει ενδιαφέρον· δε θά’ταν ωραία να πάμε μια εκδρομή στον Όλυμπο, τώρα που λείπει ο Νικόλας πε-ριοδεία; Τι λες ΄Ηριννα, θα ξεκουραστούμε και θα μάθουμε ένα σωρό ενδιαφέροντα πράγματα, ε κι εμείς δεν είμαστε άσχετες κάτι θα βρούμε να πούμε, εγώ για το θέατρο εσύ για ζωγραφική, υφαντική και ότι τέλος πάντων μας έρθει. Τι λες το αποφασίζουμε; Πέντε μέρες μαζί με το Σαββατοκύριακο είναι δώρο θεού ΄Ηριννα, πρέπει να το εκμεταλλευτούμε τι λες, θά ’ναι διάφοροι άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών, οικολόγοι κ.α.”

*
Ταξίδι μ’ ένα μικρό “Fiat Panta” και οδηγό την Καλή, προς Λάρισα, Ελασσόνα, στάση στο χωριουδάκι Κοκκινοπλό πρσκύνημα στην εκκλησιά της Αγίας Παρασκευής, Βασιλική με κεραμοσκεπή δικλινή, σπουδαίες τοιχογραφίες, θαυμάσια ξυλόγλυπτα και παραδοσιακό πανηγύρι στη γιορτή της αγίας. Εξεταστικές ματιές από την Καλή, σημειώσεις και σχέδια στο ημερολόγιό της η ΄Ηριννα και ευχαριστημένες συνεχίζουν το ταξίδι τους. Aποφασίζουν ν’ αφήσουν το αυτοκίνητο στην πλατεία του χωριού και να προχωρήσουν με τα πόδια το χωματόδρομο μέχρι το κτήμα της καρυδιάς, που είναι ο προορισμός τους. Eίναι γύρω στις δυό ώρες, όπως τους είπαν οι ντόπιοι.
Φορτώθηκαν τα πράγματα στην πλάτη με τη σκέψη να περπατήσουν, προσκυνήτρες στο κέντρο του κόσμου, στον ιερό τόπο του νεφεληγερέτη Δία. Προχωρούν ανάμεσα σε καστανιές, πρίνους, κέδρους, έλατα, πεύκα, οξιές, δρυς, οσφραίνονται τους δρασκελισμούς των ζαρκαδιών, των ελαφιών, το κρυφτό των άγριων ζώων.
Φτάνουν σε πελώριο περιφραγμένο κτήμα, σπαρμένο απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και από χέρια μαγικά· στη σειρά οι κορομηλιές με κοκκινοκίτρινα αμανάτια στολισμένες, υπερήφανες στέκουν οι καρυδιές με τους καφεπράσινους καρπούς, γέρνουν από το βάρος των καρπών τους οι φουντουκιές, οι αχλαδιές, οι μηλιές, οι δαμασκηνιές, οι ροδακινιές και μποστάνια, που δεν τα φτάνει το μάτι σου φίσκα από λαχανικά, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, μαϊντανούς, σέλινα, σπανάκια, μαρούλια, κρεμμύδια, σκόρδα, παραπούλες κι ‘ αλλα πολλά· τόπος θεόσπορος, τόπος ευλογημένος και όμορφες πέτρες με παράξενα σχήματα και σχέδια αιώνων της γης, για να πατάς πάνω τους και να μην πληγώνεις τα φυτέματα, που τα στολίζουν οι κατακκόκινες φράουλες.
*
“Ο Γρηγόρης”.
Οι ρίζες του γερές δυνατές, σχεδόν από το χίλια τετρακόσια πενήντα τόσο... τότε που άρπαξαν τον τόπο του οι Τούρκοι, και μεγάλωναν μέχρι το 1827 που ελευθερώθηκαν κι απλώθηκαν υπερήφανα στα κορφοβούνια του Πάρνωνα, του Μαινάλου, του Αρτεμισίου, κολύμπησαν στον Αλφειό και στάθηκαν παραποτάμιες στον Ερύμανθο, στον Λάδωνα, στα άσπρα σπίτια· ήταν εκείνος που έχυσε το αίμα του, το ‘12-13 πρώτα κατά του Τούρκου, μετά κατά του Βούλγαρου γι αυτές τις ρίζες· ήταν εκεί και κυνηγούσε τον Ιταλό για τη Χειμάρα, Τεπελένι, Πρεμετή, Κορυτσά· ήταν ο ίδιος που κραύγαζε ΑΕΡΑ.. ΑΕΡΑ έναντι του πνίξιμου της υποδούλωσης και ένα Απριλιάτικο πρωινό, τσουχτερό ακόμα από τα ίχνη του πολέμιου χειμώνα, με χίμετλα στ’ αυτιά, στα χέρια, στα πόδια, με ένα σώμα κνησμώ-δες από το ψείριασμα, να προχωράει σκυφτός νικημένος από το Γερμανό· στριμώχνεται στο τρένο για Αθήνα κι από κει κάθεται σ’ ένα σπασμένο κάθισμα του τρένου- καρβουνιάρη, με προορισμό το Κιάτο.
Έχει σκυφτό το κεφάλι στη μακριά του γενειάδα, που η μυρωδιά του σάπιου είναι το χαρακτηριστικό της. Εκεί τον περιμένει πλήθος κόσμου, μάνες, πατέρες, αδέλφια, παιδιά... άλλοι φωνάζουν... άλλοι χαίρονται βρίσκουν τους δικούς τους, άλλοι σιωπηλά βογκούν, μανάδες ξεσκίζουν τα μάγουλά τους, τραβούν με λύσσα τα μαλλιά να πάει ο πόνος εκεί, γιατί ο χαμός του παιδιού τους είναι πάνω από πόνους ανθρώπινους, χειρότερος κι από θάνατο. Να κι ο γέροντας με δάκρυα να κατρακυλούν στις χοντρές πτυχές του προσώπου του και τρέμοντας με μια φωτογραφία ενός λεβέντη στα χέρια να φωνάζει “παλικάρια μου, στρατιώτες μου μήπως τον είδατε; είναι ο αξιωματικός Χρήστος Κομνηνός· μήπως τον είδατε; Είναι το παιδί μου. Τον πλησιάζει, πάει κοντά του, του δείχνει τη φωτογραφία. Εσείς κύριε μήπως τον είδατε; Σας παρακαλώ, μήπως; Και ‘κείνος σηκώνει το βλέμμα και πέφτει λιπόθυμος στα γέρικα χέρια· αχ πατέρα μου, αχ είμαι εγώ, δε γνωρίζεις το παιδί σου;
Είναι ο ίδιος κρυμμένος από της μάνας του τα χέρια κάτω από τα σανά στην μισοερειπωμένη αποθήκη, που την έχουν για το μάντρισμα των ζωντανών τους· κι εκείνη είναι η αιώνια μάνα που στέκει ορθή, περήφανη μπρος στο Γερμανό φωνάζοντας “έχει φύγει, δεν ξέρω που είναι, δεν ξέρω, σου λεω.” και εκείνος για να προσπεράσει, να νικήσει τη μάνα- θεριό, τη χτυπάει και το κοντάκι του όπλου μανιάζει και σπρώχνει βίαια το άσπρο κεφάλι στον τοίχο και μένει τυφλή μέχρι θανάτου.
Τι σημασία έχει η τύφλωση μπροστά στη ζωή του παιδιού της! είναι η ίδια που κουβαλάει νερό, τυφλή γυναίκα, από την κρήνη του χωριού, για να δώσει ένα χέρι βοήθειας στη μικρή της νύφη, που όσο πάει και λιανεύει· είναι μωρομάνα, έφυγε από την Αθήνα για να κρυφτεί στο κονάκι της μάνας, κυνηγημένη για τον αντάρτη άντρα της· είναι ο αντάρτης δάσκαλος σε ορφανοτροφείο, που δεν ξεχώριζε τα ορφανά από δικά του παιδιά και σαν τα πήγε μια βροχερή Κυριακή στη λειτουργία και τού’πε ο παπάς να τα βγάλει έξω, γιατί ήρθαν τα παιδιά του σχολείου της περιοχής και τ’ορφανά δεν χωράγανε μέσα, εκείνος βροντοφώναξε “ρε συ παπά έκανα λάθος ρε, νόμιζα ότι μπήκα σ’ εκκλησιά Χριστού, μα εδώ είναι άντρο διαβόλου και δε θα αφήσω τα παιδιά μου να μου τα δαιμονίσεις· έξω παιδιά μου, έξω, η εκκλησιά είναι παντού, είναι στην καρδιά μας, στο μυαλό μας, στο αιώνιο δίκιο, στην πανανθρώπινη ελευθερία, στην απλότητα, στην ισότητα, στην αγάπη που είναι Θεός.
Η συνέχεια είναι το παλικάρι που σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη και βγάζει τα έξοδα με μεροκάματα σε βενζινάδικα, σε χασάπικα, σε ταβέρνες.
1965 Σχολή θεάτρου Κουν και ανέβασμα τους Πέρσες του Αισχύλου και ο Γρηγόρης εκεί ανάμεσα
στις κατασκευές των σκηνικών, κατασκευές για τη λυρική σκηνή, κατασκευές για κινηματογραφικές ταινίες, κατασκευές για το μεροκάματο· πανεπιστήμιο και πορείες διαμαρτυρίας, πανεπιστήμιο και πολιτικές, βόμβες μολότοφ, φυλακίσεις ‘’αναρχοαλητών’’ και ο Γρηγόρης ανάμεσα· πείσμα,αγώνες για τις ηθικές αξίες που χάνονται, αγώνες για δημοκρατία, παιδεία, δουλειά, κοινωνική ευαισθησία και αλληλεγγύη, οράματα, αξίες, όμως ο καθένας για το άτομό του, για τα μικρόψυχα συμφέροντά του.
Προκηρύξεις τυπωμένες σε κάποιο τυπογραφείο, σε ένα στενό κοντά στη Σόλωνος, ο λαός δεν κοιμάται, είναι έτοιμος θυμάται, και κυνηγημένος πήρε τα βουνά να ανασάνει, να πνίξει το ψυχοσωματικό τέρας που τον απειλούσε.
Κάπου στον Όλυμπο, βοηθός του κτηνοτρόφου μπάρμπα Σπύρου Γεραλή, βοηθός του γεωργού Αρίστου Σκορδαρά, μέχρι που αγόρασε από τον Σκορδαρά το κτήμα· ο Σκορδαράς το είχε από τον πατέρα του, όλα αυτά τα βουνά ανήκαν στους συγχωριανούς του, που οι περισσότεροι ήταν συγγενείς· πετούσε ο καθένας μια πέτρα όσο πιο μακριά μπορούσε κι έλεγε, μέχρις εκεί που έφτασε το κοτρόνι, μου ανήκει. Κάπως έτσι ιδιοποιούνταν βουνά και δάση οι ντόπιοι. Γελούσαν οι τελευταίοι με τη χαζοαγορά του νεαρού, λέγοντας πως τον έπιασε κότσο ο Σκορδαράς.
*

Χτύπησε καμπανάκι, ξανά και ξανά μέχρι να ησυχάσουν οι διακόσιοι τόσοι επισκέπτες του κτήματος “της καρυδιάς”
Ένας ηλιοβρεμένος άντρας, λιγνός, με μακριά, γκρίζα μαλλιά και γένια, με ντουντούκα στο στόμα μίλησε: Καλώς ήρθατε στο κτήμα της ‘’καρυδιάς’’, καλώς ήρθατε στο σπιτικό μου. Με λένε Γρηγόρη Κομνηνό. Υπάρχουν δυο δωμάτια στο σπίτι για να μείνουν παιδιά και ηλικιωμένοι, οι υπόλοιποι θα φτιάξετε τις σκηνές σας πίσω από το σπίτι, όπου υπάρχει μεγάλος κενός χώρος, θα βοηθήσουμε όλοι να στηθούν οι σκηνές πολύ γρήγορα, για να κερδίσουμε χρόνο. Στ’ αριστερά είναι οι τουαλέττες και οι βρύσες. Παρακαλώ να διαβάζετε τις συστάσεις των πινακίδων και ΣΕΒΑΣΜΟΣ στο περιβάλλον, επαναλαμβάνω ότι είμαι πολύ αυστηρός σ’ αυτό και θα αναγκαστώ να διώξω οποιονδήποτε απείθαρχο.
Το κουδούνι θα χτυπάει στις 7 για το πρωινό ξύπνημα, στις 7,30 για το πρόγευμα, στις 12 για το γεύμα, στις 5 για το απογευματινό και στις 8 για το βραδινό.
΄Άρχισαν όλοι να στήνουν τις σκηνές τους, ακούγοντας μουσική και τραγούδια από μικροφωνική εγκατάσταση του κήπου· η μουσική ποιητική, τρυφερή και μελαγχολική συνάμα, του Μάνου Λοϊζου, γίνεται ένα με τη μούσα φωνή της Μαρίας Φαραντούρη, συγκινεί, γεμίζει με υπερηφάνεια και επανάσταση τις παλικαρίσιες υπάρξεις.
Οι είκοσι περίπου απόπατοι, ξύλινα ικριώματα με στερεωμένες λινάτσες να πέφτουν βαριές σχηματίζοντας πιέτες, ένα με τη γη και τα εξοχικά χρώματα· είναι έκπληξη η επινόησή τους, έχουν σκαφτεί βαθιοί λάκκοι, υπάρχει μέσα σε κάθε τουαλέτα κι ένα βαρέλι γεμάτο με ροκανίδια και ένα φαράσι για να σκεπάσει κανείς το αποπάτημα· υπάρχει βέβαια και η σχετική οδηγία στο χαρτί καρφιτσωμένη στη λινάτσα και παντού και πάντα η γραπτή οδηγία για σεβασμό και καθαριότητα στο περιβάλλον. Το σπίτι είναι ξυλοπαγούς κατασκευής και ξυλόστρωτο· θυμίζει τα συναρμολογούμενα σπιτάκια- παιχνίδια των παιδιών· επιτρέπεται να μπουν επισκέπτες μέσα, αρκεί να βγάλουν τα παπούτσια τους· σε μικρή απόσταση από τη φάτσα του σπιτιού, υπάρχουν καμιά δεκαριά μακρόστενα τραπέζια με πάγκους ολόγυρα, για τα γεύματα· το σπίτι μέσα είναι πανέμορφο, μέσα από το απέριττο του ύφους του, μέσα από τον πλούτο της απλότητάς του· τζάκι, καλαθούνες γεμάτες καυσόξυλα, κουρελούδες, υφαντά σκεπάσματα, ξύλινες καρέκλες και τραπέζια χειροποίητα και ζωγραφιές στους τοίχους, με απεικονίσματα ζώων, φυτών, και φιγούρες ανθρώπων· δωμάτια με κρεβάτια για τους ξένους, μεγάλη κουζίνα με χειροποίητα ξύλινα κουταλοπίρουνα, αφημένα στο ξύλινο στραγγιστήρι πιάτων, ράφια με άπειρα γυαλοδοχεία γεμάτα με μαρμελάδες σπιτικές, φραμπουάζ, κορόμηλο, φράουλα, αγριοστάφυλο, βερίκοκο, ροδάκινο, κ.α. χωρίς συντηρητικά, χωρίς ζάχαρη, με βάση το μέλι, γυαλοδοχεία με ξηρούς καρπούς, με αγνό μέλι από τα παρακείμενα μελίσσια του κτήματος, με ελιές, πιθάρια με γεννήματα, με λάδια, σακούλες με παξιμάδια κριθαρένια, ξύλινα βαρέλια με κρασί, κι άλλα πάμπολλα λαχταριστά προϊόντα της γης.
Σ’ ένα μεγάλο χώρο, σχεδόν δίπλα από το σπίτι, είναι το εργαστήρι, εκεί έχουν μαζευτεί περισσότερο άνδρες για να θαυμάσουν τα εργαλεία και τα μηχανήματα του ιδιοκτήτη· κοκκοπλάστης για τον τεμαχισμό του κριθαριού, της βρώμης, του καλαμποκιού, τόρνος για τις ξυλουργικές εργασίες, απαραίτητα είδη μελισσοκόμου, κουτάκια με σπόρους σε αναμονή για φύτεμα και δεκάδες διάφορα εργαλεία για την καλλιέργεια της γης.
΄Έχει μοιραστεί το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, αναγράφονται και οι ομιλητές· καθηγητές πανεπι-στημίου, γιατροί, οικολόγοι, καλλιτέχνες, εκπαιδευτικοί, κοινωνικοί λειτουργοί, γεωπόνοι, καλλιεργητές, αγρότες και μαγείρισσες.
Η πρώτη μέρα πέρασε για το στήσιμο των σκηνών και την τακτοποίηση των πραγμάτων, με περιήγηση του χώρου, με συστάσεις γνωριμίας των επισκεπτών, γεύμα με μουσική, με χορό, με γέλια και αστεία.

Η ΄Ηριννα περπατούσε πέρα-δώθε στο κτήμα και παρατήρησε ένα παιδί έτοιμο να σκοτώσει μια μέλισσα που ρουφούσε εκείνη τη στιγμή το χυμό ενός λουλουδιού, όταν ξαφνικά φάνηκε ο Γρηγόρης και πιάνοντας το χέρι του μικρού γιατί πας να την σκοτώσεις; -για να μη με τσιμπήσει- απάντησε ο μικρός αυθάδικα και ο Γρηγόρης στο ίδιο ύφος, και συ με τσιμπάς με τη συμπεριφορά σου, θάθελες να σε δείρω;
Η ΄Ηριννα προχώρησε χωρίς να μιλήσει, μπορεί και να μην πρόσεξε την παρουσία της ο ιδιοκτήτης του κτήματος.
Την άλλη μέρα σύμφωνα με το πρόγραμμα άρχισαν οι ομιλίες και πρώτος μίλησε ο Γρηγόρης· φορούσε σκούρο καφέ παντελόνι, ριχτό, λινό, άσπρο πουκάμισο, ξεκούμπωτο στο πάνω μέρος, όπου πρόβαλε το άσπρο φανελάκι εφαρμοστό στο σφιχτό του σώμα και πάνινα παπούτσια .
Είπε πολλά για την υγιεινή διατροφή, για τα φυτέματα χωρίς ορμόνες και λιπάσματα, για τον τρόπο και χρόνο φυτέματος του κάθε φυτού, για το βράσιμο των λαχανικών, ώστε να μην χάνονται οι βιταμίνες τους, για το ζύμωμα του ψωμιού, για την παρασκευή των τυριών, για τα χειροποίητα έπιπλά του και τον τρόπο κατασκευής τους, για τον τρόπο φτιαξίματος των νημάτων σε μακραμέ..
Στ’ αυτιά της ΄Ηριννας τα γάλατα, τα λεμόνια, τα βρασίματα, πυτιές, αλάτια, ξύδια, ξύλα, σύρματα, νήματατα, στημόνια, κλιπς, κορδόνια, γίναν μια παράξενη μουσική, γίναν ένα χρώμα, μια ομορφιά, προσώπου φωτοστεφές, που κινείται με άνεση στο χώρο, σαν έμπειρος ηθοποιός στη σκηνή, που σοβαρεύει και γελά κι όλα γίνονται μια σειρά δόντια, πέρλες ολόλευκες, λαμπερές σε στόμα ερωτικό· αισθάνεται το βλέμμα του επάνω της και τρέμει μήπως ακούγονται τα σκιρτήματα της σάρκας της.
Μίλησαν πολλοί. Έφτασε η σειρά της Καλής, την χειροκροτούν πριν καν αρχίσει την ομιλία της. Είναι η αγαπημένη ηθοποιός του Ελληνικού Θεάτρου, η σπουδαία ηθοποιός, όπως την αποκάλεσε ο Γρηγόρης, παρουσιάζοντάς την.
Η μελωδική φωνή της Καλής συνεπαίρνει το ακροατήριο, κάνει λόγο για τον Αριστοφάνη, τον μεγάλο τεχνίτη του λόγου, που οι βωμολοχίες του στα έργα του δεν εθεωρούντο απρεπείς στην εποχή του· κάνει λόγο για τις έντεκα κωμωδίες που διασώζονται, Αχαρνείς, Ιππείς, Νεφέλαι, κλπ., και φτάνει στη “Λυσιστράτη”, λέγοντας πως γι’ αυτή την κωμωδία θα αναφερθεί. Κάνει περίληψη στο ιστορικό του έργου και υποδυόμενη τη Λυσιστράτη στο διάλογό της με τον Πρόβουλο απαγγέλλει: κι όταν θα’ πρεπε πια να ευφρανθούμε κι εμείς, να χαρούμε τα νιάτα μας, μόνες στα κρεβάτια πλαγιάζουμε. Ο πόλεμος δα. Τα δικά μας ωστόσο τ’ αφήνω, για τα δόλια κορίτσια πονώ που γερνούν μες στις κάμαρες χρόνια κλεισμένα.
Τα δυνατά χειροκροτήματα αφύπνισαν την αφηρημένη ΄Ηριννα, που δεν ξεκολλούσε τα μάτια της από το Γρηγόρη, όταν ακούστηκε το όνομά της.
Ο Γρηγόρης την κοιτούσε με γλυκό χαμόγελο, παρουσιάζοντάς την στο κοινό ως τεχνοκριτικό Μουσείου, σε υφάσματα Κοπτικά των πρώτων Χριστιανικών Αιώνων.
Είναι η κρυφοερωτευμένη με το δάσκαλό της μαθητριούλα, που ξέρει το μάθημα νεράκι, όμως είναι φανερό το τρέμουλο της φωνής καθώς αρχίζει την ομιλία της:
“Φίλοι μου, πρώτα ευχαριστώ τον κ. Κομνηνό για την πρόσκληση στο κτήμα του, που όλη αυτή η ομορφιά που μας τυλίγει είναι έργο δικό του, ειναι ο καλλιεργητής αυτής της γης που σκάφτηκε και ποτίστηκε με νερό και ιδρώτα και τώρα μας προσφέρει χρυσούς καρπούς και άρωμα λουλουδιών.
Η υφαντική ακολούθησε την καλαθοπλεκτική, ίχνη της έχουν βρεθεί από τον 5ο αιώνα π.Χ.. Υπάρχουν διάφορες τεχνικές ύφανσης, όπως της Λατινικής Αμερικής, του Θιβέτ, της Ασίας, της Ευρώπης καθώς και η Ελληνική, στην οποία θα αναφερθώ.”
Μίλησε για νήματα και τις ποιότητές τους, για χρώματα και τους συνδυασμούς τους, όπως τα χρώματα της φύσης που διέπονται από ελευθερία, έτσι και η ύφανση πρέπει νάναι ελεύθερη, έδειξε ένα τελάρο, το ονόμασε αργαλειό χειρός, εξήγησε τι είναι το στημόνι, το υφάδι, πώς λειτουργούν και τη μεγάλη σημασία που έχει το χρώμα, το χρώμα των νημάτων, γιατί εκεί είναι όλο το μυστικό της ομορφιάς του υφαντού.
Το χειροκρότημα ήταν παρατεταμένο, όμως εκείνο που έκανε την καρδιά να πεταρίζει ήταν το σφιχτό αγκάλιασμα του Γρηγόρη και τα λόγια του “είσαι υπέροχη, αγαπητή μου, υπέροχη”...
*
Ακούγονται τραγούδια, φωνές χαράς, ετοιμασίες για φευγιό, φιλιά, ευχαριστίες, χαιρετούρες στο Γρηγόρη από τον κόσμο και το βουητό των αυτοκινήτων που ξεκινούν να φύγουν.
Η Καλή είναι σχεδόν έτοιμη και περιμένει την ΄Ηριννα, άντε καλέ κουνήσου φύγανε όλοι, έχουμε και δυο ώρες ποδαρόδρομο μην το ξεχνάς, μα τι κάνεις τόση ώρα;
-Ξεκίνα Καλή, ξεκίνα, προχώρα, ίσως με δεις στο αυτοκίνητο σε δυο ώρες, αν δε με δεις φύγε, θα σου τηλεφωνήσω στο σπίτι· έλα να σε φιλήσω, καλό ταξίδι φιλενάδα, καλό ταξίδι και συνέχισε με τρεμάμενη φωνή, δεν ξέρω, ίσως κάνω λάθος, πάντως θαρρώ πως έγινε αυτή η καταπληκτική ερωτική συνεννόηση των βλεμμάτων μας, θαρρώ.. φιλενάδα.
Η Καλή τη φίλησε, της χαμογέλασε γλυκά, ψιθυρίζοντας, εύχομαι να μην είσαι σε δυο ώρες στ’ αυτοκίνητο.
*
Το πρώτο ραντεβού της καθεστηκυίας ηλικίας, το γέρμα των χρωμάτων του ασημί, του γκρίζου, της ρυτίδας γνωριμιά, της ρυτίδας η αγάπη η παντοτινή.

Την σφίγγει στην αγκαλιά του, την τυλίγει με τ’ άσπρο του πουκάμισο, τη νιώθει ότι κρυώνει από το εκφύσημα του ανυπόμονου έρωτα, που σε τέτοια ηλικία δεν αντέχει την προσμονή· τρέμει κι όλες οι αισθήσεις της δικές του· ψίθυροι λόγων έρωτα, λόγια κόκκινα σε ρυθμούς παθητικούς τανγκό, και πόροι ανοιχτοί στο κάλεσμα μιας ξεχασμένης τροφής, αναγκαίας στο ξαναζωντάνεμα της ορμής, στη νίκη της ζωής.
Το σμίξιμο ερωτικό, τα στήθη μαυρίζουν στεκάμενα, ντροπαλά, σαν εφηβικά, το τρέμουλο των ώμων, τα ρίγη της ράχης, της μήτρας η συστολή, των γλουτών η ανάτριχα, σώμα παρθένο, γλυμμένο ξαφνικά από τις χιλιάδες γλώσσες του έρωτα.
Εικόνες μαγικές, βλαστομάνι, ποταμιές, σταλάγματα δροσιάς σε φύλλα και λουλούδια και μέσα σ’ όλα οι δυο τους γυμνοί στην ποταμιά και στη χλόη.
Ραντεβού στον Όλυμπο, ραντεβού στην Αθήνα, επικοινωνία καθημερινή, γνοιάζει, αγάπη, φροντίδα, έρωτας, γράμματα, που ζωγραφίζουν τη ζωή και την αγαπάς, την αγαπάς την πλανεύτρα και παρακαλάς ποτέ να μην τελειώσει..
*
Η πρώτη κίνηση φθάνοντας σπίτι από τη δουλειά, είναι να ανοίξει το γραμματοκιβώτιο· χαμόγελο και φιλί στο γράμμα του. “΄Ηριννα αγάπη, νάσαι καλά, νάσαι στην καρδιά σου· είμαι εδώ διάφανος βρά-χος, είμαι εγώ τρωτός μα και σκληρός· χιονίζει έπιασα μια χουφτιά χιόνι και στο πετάω· αγάπα με, αγάπα το χιόνι· πριν λίγο χαλάζι κι αέρας φέρανε νέες μυρωδιές, το πράσινο είναι έντονο· μυρίζω, αναπολώ, επιθυμώ, νυστάζω, λείπει το πιο γεμάτο, σιωπώ· δεν πειράζει, πού πας; τι ποθάς; πράσινη Πέμπτη μεσημέρι, κότσυφας, γεράκι, αηδόνι, κίσσα.. η Φτέρη γέννησε τέσσερα αγριονιουράκια, αγάπη, απλότητα, και πάλι αγάπη· είμαι κοντά σου, είσαι εδώ· για τη μέση όπως είπαμε κατάπλασμα με σύμφυτο. Γρηγόρης του Ολύμπου χωρίς θεούς, με μια θεά κάπου στα Πετράλωνα... Σ’ αγαπώ..”
Ταξίδι στην “καρυδιά”, στις 20 του Οκτώβρη, του Αγ. Γερασίμου, έχει τα γενέθλιά της θα τα γιορτάσει μαζί του· την περίμενε στο χωριό· ανέβηκαν με δυσκολία το δρόμο μέχρι το κτήμα, το χιόνι γύρω στους 10 πόντους, ο ήλιος στο γέρμα του να χρυσίζει το λευκό χιόνι, να ανακατεύεται με μαλλιά, γένια, να ηχεί την παντοδυναμία του στο χώρο, κάτω από τους χαριεντισμούς του ζευγαριού· είναι η ώρα του λυκαυγούς, που απλώνει το βαθύ του χρώμα και σκεπάζει όλα τ’ άλλα, που στέκουν ανήμπορα και χλωμά.
Το κτήμα λάμπει από μια πελώρια φωτισμένη καρδιά στο κέντρο του· μπηγμένοι πάσσαλοι στο χιόνι και πάνω τους αναμμένα χοντρά κεριά, πενήντα πέντε κεριά, όσα και τα χρόνια της είναι η καλλίτερη χιόνινη τούρτα γενεθλίων της ζωής της.
*

Ο γιατρός Σφυρίου μπήκε στο ιατρείο του, μάζεψε από κάτω την αλληλογραφία, κάθισε στο γραφείο, ξεδίπλωσε την εφημερίδα ρίχνοντας μια ματιά κι άρχισε να ανοίγει τα γράμματα. Το πρώτο που του κέντρισε το ενδιαφέρον ήταν ένα γράμμα της ΄Ηριννας, είχε κάποια χρόνια να τη δει.

“Αγαπητέ κύριε Σφυρίου, γιατρέ μου, γιατρέ μου, έτσι θα σε αποκαλώ, μου πάει καλλίτερα.
Γιατρέ μου σ’ ευχαριστώ από καρδιάς για τον εαυτό μου, για το γιό μου, σ’ ευχαριστώ για τις πληγές που γιάτρεψες και γιατρεύεις. Δεν ερχόμαστε πια στις συνεδρίες, πέρασε πολύς καιρός, όμως τα λόγια σου, οι κινήσεις σου, το βλέμμα σου είναι μέσα μας, είσαι μέσα μας, κάτι σα θεός ή αν θέλεις σα μπούσουλας στα βήματά μας. Ο Γιάννης σώθηκε, πέταξε, άνοιξε δρόμους ξεπέρασε τον τρόμο, το φόβο, την κατάθλιψη, τη μανία για αυτοκαταστροφή· δεν μου ζητάει πλέον θανητοφόρο μαχαίρι, αλλά ζωή. Μελαγχολεί για τα χρόνια που έχασε, θέλει τα χρόνια του πίσω, ζητάει το παιδί που χάθηκε, επιμένει ότι εκείνο ήταν ευτυχισμένο και μετά ήρθε το τίποτα· τράβηξε κι αυτός τη μαύρη κουρτίνα του τίποτα, του ζόφου, του κενού. Στην αρχή που μου το είπε λαχτάρισα, όμως τώρα καταλαβαίνω.
Ήρθε πριν τρία χρόνια περίπου και μου είπε “θα αφήσω το πολυτεχνείο, θα εγκαταλείψω τις σπουδές, τίποτα δεν κάνω, τίποτα δεν μου προσφέρουν, χάνω τον καιρό μου, μόνο η φιγούρα του Αλκαίου μένει ότι ο γιός του διάσημου ζωγράφου είναι φοιτητής του Πολυτεχνείου, γι αυτό και μόνο χάνω την ψυχή μου, αλλοιώνομαι, χάνω την προσωπικότητά μου, φοβάμαι για την ψυχοπνευματική μου κατάσταση, αρνούμαι να επικαλούμαι το θάνατο για βοήθεια... αρκετά... θα φύγω από το σπίτι· έχω κάτι κατά νου, δεν ξέρω, θα σου γράψω. Χαμογέλα κάτι πάει να γίνει,. Θά’χεις για πάντα ένα γιο, λίγο παράξενο, λίγο ονειροπόλο, αλλά τέλος πάντων ένα γιο που έχει δυο μανάδες, τρεις μπαμπάδες, για φαντάσου! τελικά πρέπει νά’ μαι τυχερός και δεν τό ‘χω καταλάβει...”.
Κάπως έτσι μου τά’ πε γιατρέ μου κι έφυγε· είχα την αγωνία του για πολύ καιρό, παράλληλα είχα τις βρισιές και τις υποτιμήσεις του Μελέτη ότι ξεμυάλισα το παιδί ότι παράτησε το Πανεπιστήμιο, το σπι-τικό του· ευτυχώς τα ξεπερνούσα με τη συμπαράσταση και την αγάπη της Καλής, του Νικόλα και του Γρηγόρη, μέχρι χθες, που πήρα γράμμα του. Είναι κάπου στην Κρήτη, στα Ανώγεια. Δούλεψε σε κατάστημα μουσικών οργάνων, θυμάσαι γιατρέ μου είχε μεγάλη αδυναμία στην κιθάρα του, από κει γνώρισε ένα μουσικό συγκρότημα νέων που αγαπούσαν τα παροδοσιακά τραγούδια της Κρήτης και χρειάζονταν ένα κιθαρίστα· τώρα είναι μαζί τους και φαίνεται πολύ ευτυχισμένος. Διαβάζω κατά καιρούς σε μουσικά περιοδικά για το συγκρότημα αυτό και οι κριτικές είναι πολύ καλές. Από ό,τι μου γράφει το καλοκαίρι θά ‘ρθουν στην Αθήνα· καταλαβαίνεις την ανυπομονησία μου.
Γιατρέ μου, είμαι εδώ, είμαι στον εαυτό μου, είμαι στον ΄Όλυμπο, είμαι στον σύντροφό μου, ζω με τ’ αδέλφια μου την Καλή και τον Νικόλα, είμαστε τρία αγαπημένα ηλικιωμένα αδέλφια· δουλεύω στο μουσείο, ζωγραφίζω, γράφω ποιήματα, τραγουδώ, μου είχες πει κάτι για την ποιήτρια τη Σαπφώ, δεν θυμάμαι, ήμουν πολύ άρρωστη τότε· όμως σε διαβεβαιώ πως οι βράχοι του ακρωτηρίου της Λευκάδας, κοντά στο Ναό του Απόλλωνα, είναι τόπος ομορφιάς και όχι θανάτου. Η Σαπφώ ανα-στήθηκε κι ανασταίνεται με αγάπη, ελευθερία, απλότητα και ταπεινότητα. Το ονειρικό μου τοπίο κατακλύζεται από ήχους της ελεύθερης φύσης και είμαι ένα από τα προϊόντα της.
Σου γράφω από τον ΄Όλυμπο, σου έχω στείλει ένα δέμα, δεν ξέρω αν το έλαβες.
Σ’ευγνωμονώ και δεν θα αργήσω νάρθω να σε δώ.
Φιλικά, ΄Ηριννα.
Ο Σφυρίου άνοιξε το δέμα και χαμογέλασε βλέποντας έναν πίνακα με την υπογραφή της ΄Ηριννας, που απεικόνιζε την Αφροδίτη να διδάσκει τον μικρό έρωτα μουσική, ήταν εμπνευσμένος από μια αρχαία παράσταση.
........... .............. .............