Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

ΓΚΙΑΚ του Δημοσθένη Παπαμάρκου

                                                        ΓΚΙΑΚ
                του Δημοσθένη Παπαμάρκου γεν. 1983 Μαλεσσίνα Λοκρίδας
                                         εκδ. Αντίποδες
Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα σε ηλικία μόλις 15 χρονών ενώ το δεύτερο κυκλοφόρησε από τον Κέδρο όταν ήταν ακόμη μαθητής λυκείου.
Μλυθιστορήματά του:                                                                                                                                                   
Η αδελφότητα του Πυριτίου (Αρμός 1998),
Ο Τέταρτος Ιππότης (Κέδρος 2001),
ΜεταΠοίηση- συλλογή διηγημάτων (Κέδρος 2012).
Υποψηφιότητες: Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας.
Είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Είχα πολλά χρόνια να πιάσω στα χέρια μου βιβλίο σε ρέουσα ντοπιολαλιά, είχα διαβάσει παλιά τα πολύ καλά βιβλία, των Σωτήρη Δημητρίου (Θεσπρωτία) «Να ακούω καλά τ’ όνομά σου»,  και «Ορθοκωστά» του Θανάση Βαλτινού (Κυνουρία).
Τώρα ο Παπαμάρκος, με την ζωντανή αρβανίτικη διάλεκτο της Λοκρίδας μας μεταφέρει πίσω στην εποχή του πολέμου (1919-1922) της Mικρασιατικής εκστρατείας, την καταστροφική ήττα του Ελληνικού στρατού και το οριστικό αντίο της Μεγάλης Ιδέας. Έχουμε, την μεταβολή της Ελλάδας σε ένα νέο κράτος που περιορίζεται στα κατά συνθήκη σύνορα και που δέχεται τεράστιο πλήθος μικρασιατικών προσφύγων.
Το βιβλίο περιέχει εννέα διηγήματα που όλα συνδέονται με τις άγριες μάχες των αρβανιτών της Λοκρίδας εναντίον των τούρκων στον Μικρασιατικό πόλεμο. Οι αγριότητες του πολέμου, τα φρικαλέα εγκλήματα, οι έρωτες, οι φιλίες, η πίστη, η μπέσα, η αντεκδίκηση, τα ήθη και έθιμα μιας αρβανίτικης κοινωνίας, το χιούμορ, η ομοφυλοφιλία, και ακόμα η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, γοητεύουν τον αναγνώστη.
Τις ιστορίες αφηγούνται οι στρατιώτες - ήρωες του βιβλίου όπου τα ίχνη του άγριου αιμοσταγούς πολέμου, κατέστρεψαν τις ζωές τους, ενώ ματώνουν ψυχικά τον σημερινό αναγνώστη.
Γκιάκ,  μας εξηγεί στην 8η σελίδα, σημαίνει το αίμα, ο δεσμός συγγένειας που προκύπτει από κοινή καταγωγή, συγγένεια εξ αίματος, συγγενής εξ αίματος (αντιθ. εξ αγχιστείας), φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης, εκδίκηση, αντεκδίκηση, και φυλή.
Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε, εδέ τ’ ροβίτ γκα σκίνεζιτ 
«Θα σου κόψω τις κοτσίδες και θα τις πετάξω στα σκίνα». Ο τίτλος είναι παρμένος από τραγούδι ερωτικό όπως επεξηγεί με τη Σημείωση σελ. 121 ο συγγραφέας.
Ο Τάκης ιστορεί τα γεγονότα του φόνου της πολυαγαπημένης του αδελφής, της Σύρμω, που τον μεγάλωσε σα μάνα και την αγαπούσε πιότερο από τη μάνα του, στον μέλλοντα πεθερό του, τον Αντώνη, πριν ζητήσει το χέρι της θυγατέρας του, γιατί εννοεί ότι καλό θα είναι να τα ξέρει από πρώτο χέρι αυτά που συνέβησαν τότε που ήταν στον πόλεμο και όχι μόνο, και μετά  ας πάρει την απόφαση να του δώσει  ή όχι την κόρη του.
Γκιάκ:  Ίσον αντεκδίκηση σ’ αυτό το διήγημα.
Σελ. 20: Άσε με μου λέει, κι ορκίζομαι να σ’ το πληρώσω για ένα. Τα λεφτά χαλούνε στα χέρια, τα σπίτια γίνονται χώμα, του είπα, πο γκιάκου, γκιάκου βέτετ νιε βίτρα, αλλά το αίμα, το αίμα μένει για πάντα.
Σελ. 21: Μ’ όσα γίνανε μετά, ούτε που πια θυμόντανε ποιος είχε σκοτωθεί πού. Αγνοούμενος στους αγνοούμενους. Φύλλο στο δάσος.
Τα μπουκουμπάρδια
Διηγείται ο μεγάλος στο νεαρό παλικάρι τη λίμα που είχε σαν παιδί για μπουκουμπάρδια, και τον συμβουλεύει να μαζεύει τα μικρά, τα μαύρα, που είναι γλυκύτερα από τα μεγάλα σύκα∙  και συνεχίζει να του λέει πώς όταν ήταν στον στρατό και τους πήγαν σε ένα αρχαίο θέατρο και ο λοχαγός τους ξεναγούσε αυτός πήγε παραπέρα βρήκε μια συκιά κι έκανε τσιμπούσι τα συκαλάκια, όμως του βγήκε ξινό όταν τον δάγκωσε μια δεντρογαλιά….
Η αλλαγή της εποχής, λοιπόν,  από τα σύκα ή τα μούρα ή τα τζίτζιφα που μαζεύαμε μικροί μέχρι να μας πιάσει τσίρλα και τώρα τα περιφρονούμε…. Η φτώχεια του τότε, η φτώχεια του σήμερα.
 Σελ. 23. Όταν ήμασταν μικροί εμείς, όλο αυτά κυνηγάγαμε. Άμα είχε καμιά συκιά αδέσποτη, τη γυρνούσαμε γύρω γύρω όλο το καλοκαίρι πότε θα γινώσουνε τα σύκα να πάμε να κόψουμε πρώτοι. Γινόταν χαμός. Μην κοιτάς τώρα που τα ‘χετε όλα πλούσια τα ελέη. Τότες δεν ήταν όπως τώρα. που λες θέλω να φάω γλυκό και πας και παίρνεις μια πάστα. Εμείς αυτά είχαμε για γλυκό. Και δεν τα ‘βρισκες κιόλας. Άμα είχες συκιά τη φύλαες, γιατί μετά δεν είχε. Τώρα φορτωμένα είναι και τ’ αφήνουνε και σαπίζουνε…
Ο αρραβώνας
Τιμωρία, Νέμεση το Γκιάκ σ’ αυτό το διήγημα. Ήθη και έθιμα δεκαετιών πριν και μετά τον Μικρασιατικό πόλεμο και βεντέτες προς απόδοση δικαιοσύνης σύμφωνα με τους άγραφους παραδοσιακούς κανόνες της.
Ο Γιαννάκης ιστορεί στον ιερέα του χωριού του, την αγάπη που ‘χε στο φίλο του τον Βασίλη και το ξάφνιασμά του σαν του είπε ότι αρνείται να πάει για εκπαίδευση σε στρατιωτική μονάδα και μετά για Μικρασία. Κι’ όλα αυτά για ένα κοκόρι, γιατί ο θείος της αρραβωνιαστικιάς του τον είπε κλέφτη ότι δήθεν έκλεψε έναν κόκορα και έγινε ρεζίλι στο χωριό.  Έτσι εκείνος αποφάσισε να βγει στο κλαρί ληστής. Δηλαδή και λιποτάκτης και ληστής. Έτσι, που με λόγια δεν κατάφερε ο Γιαννάκης να τον μεταπείσει, ο Βασίλης πήρε τα βουνά. Όταν γύρισε από τον πόλεμο ο Γιαννάκης βρήκε τον πατέρα του βαριά άρρωστο, τον αδελφό του κυνηγημένο από τη χωροφυλακή και τον αγαπημένο φίλο του, τον Βασίλη, σκοτωμένο. Τα ‘βαλε σε τάξη τα γεγονότα ρωτώντας όλες τις πλευρές ο Γιαννάκης, μέχρι που αποφάσισε να πάρει το δίκιο στα χέρια του, και συνάμα να αποκαταστήσει την τιμή της Τούλας, αρραβωνιαστικιάς του σκοτωμένου Βασίλη, με γάμο, επειδή ο Βασίλης την είχε χαλάσει και θα έμενε γεροντοκόρη, κάτι που ο μακαρίτης δεν θα ανεχόταν επειδή πολύ την αγαπούσε..
Σελ. 34. Και να σου ‘κλιεψε,   για έναν κόκορα κάνεις έτσ’;  Τόσα και τόσα έχω κάνει κι εγώ κι εσύ. Θυμάσαι που παλιά ούτε γυναίκα δε μας δίνανε άμα δεν κλιέβαμε, και τώρα κάνεις ολόκληρο σαματά για το τίποτες;
Σελ. 46. Την κόρη σ’ δεν τη σεβάστηκες κι άφησες και τη χάλασε ο Βασίλης, για να μάθεις το λημέρι τ’. Κι έτσι που ‘ναι χαλασμένη κι αυτήνα την καταράστηκες να μείνει μοναχή γεροντοκόρη. Ο Βασίλης όμως την αγάπαγε πολύ……..  ξέρω όμως ότι θα στενοχωριόταν τώρα άμα το ‘ξερε που θα μαραζώσει ανύπαντρη.
Ταραραρούρα
Προαιώνια μέχρι τις μέρες μας, πολύ περισσότερο σε χωριά, τα φυλακτά, γητιές, μαγέματα,, ξορκισμοί, δαιμονολογίες, φυλακτάρια αποδίωξης κακών πνευμάτων, φίλτρα, ματόχαντρα, βασκανίες, αστρομαντείες, και χιλιάδες άλλα, για το καλό, κακό κι ανάποδο των ανθρώπων. Έτσι και στο διήγημα αυτό ο αφηγητής παραστατικά μας εκφράζει τον τρόμο του, όταν ξεκίνησε σούρουπο τον έπιασε νύχτα, έχασε το δρόμο και κάποιος παράξενος θόρυβος, νόμισε πως ήταν σκυλί μετά όμως άκουγε καθαρά μια φωνή να λέει ξανά και ξανά ταρατούρα, ταρατούρα, ταρατούρα, γέλια περίεργα, μια φάτσα σα σκυλί, με δόντια μεγάλα.
Σελ. 51. Σηκώνω τη γκλίτσα και χτυπάω κατά κει που άκουσα τη φωνή….. Μαύρος και στη φάτσα σαν το σκυλί, με κάτι κέρατα γελαδινά. Και γέλαε και φαινόντουσαν τα δόντια του..
Σελ. 53….στο Μικρασιατικό. Εγώ το’ χα δέσει κόμπο ότι θα πεθάνω, γιατί λένε ότι η τελευταία κουβέντα που σου λέει ο βροκόλακας είναι πάντα αλήθεια, κι έτσι δε μ’ ένοιαζε. Είπα να φυλαχτώ δεν μπορώ, άμα είναι ας πεθάνω στα πόδια μ’ . Κι έτσι ήμανε παντού ο πρώτος και μ’ είχανε για παλικάρι… έχασα την πίστη μ’  κείθε πέρα. Μπορεί κι αυτό. ‘Εκαμα κι είδα πράματα και κατάλαβα ότι οι χειρότεροι δαιμόνοι είναι οι αθρώποι.

Παραλογή
Ένα ποίημα ένα τραγούδι, θα έλεγα όπως οι παραλογές του τραγουδιού «του νεκρού αδελφού, ή «ο ερωτόκριτος» του Βιτζέντζου Κορνάρου.
Σελ. 55. Ο χάρος λογοκούρνιαζε κι όλο τα ξεσκαλούσε/  γι’ αυτό δεν κράταγαν ποτέ στη γης τους πεθαμένους/  μονάχα τους φανέρωναν το κάθε τρεις και λίγο.
Σελ. 57. Κοιτάζει ζερβά, κοιτάει δεξιά, κανέναν δεν εθώρει/  κοιτάει και μες στο χάραγμα, μέσα στο βύσσιο ρέμα/ και βλέπει κόρη νιούτσικη, μια πέρδικα μικρούλα/ που ‘χε σκουτιά κατάμαυρα, μαντίλα σαν την πίσσα/ και απίθωνε και γέμιζε από την κρύγια βρύση.

Ήρθε ο καιρός να φύγουμε
Στο διήγημα αυτό ένας μεγάλος, άτυχος και  ανεκπλήρωτος, έρωτας που η φωτιά του πολέμου το ’19, στη Σμύρνη, τον έκαψε και βρέθηκαν δυο νέοι λαβωμένοι και χαμένοι∙   όμως η αγάπη τους έμεινε ζωντανή μέχρι θανάτου.  Το διήγημα μας θυμίζει την εισροή στην Ελλάδα των προσφύγων της Σμύρνης και πως για μια μερίδα του λαού μας ήταν ανεπιθύμητοι. Ας παραδεχτούμε ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα..
Όταν η χήρα Ανθή έβαλε στην τσέπη του πεθαμένου Κυριάκου ένα πακέτο τσιγάρα την ώρα της κηδείας του, ο Γούσιας, ανεψιός του νεκρού, άρχισε να διηγείται στο φίλο του ότι η Ανθή δεν είναι του σογιού τους, αλλά ήταν αρραβωνιασμένη με τον θείο, όταν εκείνος ήταν στρατιώτης στο Μικρασιατικό πόλεμο.
Σαν σήκωσαν το τάγμα από Σμύρνη για φευγιό, υποσχέθηκε στην Ανθή ότι θα νικήσουν τους Τούρκους και θα γυρίσει να την πάρει. Εκείνη του έδωσε ένα πακέτο τούρκικα τσιγάρα, τα Τουρμάκ, που τόσο του άρεσαν, ώστε καπνίζοντας να την θυμάται. Έδωσε το λόγο του και στον αδελφό της πως με το τέλος του πολέμου θα αρραβωνιάζονταν και μάλιστα στο τελευταίο ραβασάκι που της έστειλε έγραψε, «φεύγουμε με τα καράβια. Θα γυρίσω πάλι. Άμα πάρεις το γράμμα μου, να ξέρεις θα σε περιμένω».
 Ήταν νοικοκύρης παντρεμένος πλέον στο χωριό ο μακαρίτης θείος Κυριακούλης, συνέχισε ο ανεψιός, όταν ήλθαν στο χωριό πρόσφυγες από Σμύρνη και τρέξαν οι ντόπιοι να τους διώξουν απ’ τον τόπο τους όπως τους μήνυσε ο Πρόεδρος του χωριού, για να μην τους πάρουν τα χωράφια.. Όμως ο θείος έγινε πυρ και μανία φωνάζοντας: «τους αναστατώσαμε, τους κάναμε ζημιά και τώρα που πέσανε στην ανάγκη μας τους κλωτσάμε σαν τα πατσαβούρια» Τους τραβάγανε τους πρόσφυγες και τους βρίζανε, όταν σαν δαρμένο παιδί τον πλησίασε ένα κορίσι και ψιθύρισε το όνομά του. Ήταν η Ανθή. Τα  έλεγε ο θειος μου κι έκλαιγε σα μικρό παιδί. Πρώτη φορά τον είδα να κλαίει. Και έλεγε με τιμώρησε ο Θεός Γούσια γιατί ο άντρας δεν κάνει να δίνει λόγο δυο φορές για το ίδιο πράμα.
Σελ. 72. Μια μέρα το χειμώνα του εικοσιτέσσερο, έκοβα πασσάλια για το φράχτη, θυμάμαι, κι έρχεται η Ρίνα, γκαστρωμένη στον Γιάννη, και μου λέει ήρθανε πρόσφυγες στο χωριό κι είπε ο πρόεδρος να μαζευτείτε οι άντρες όσοι μπορείτε να πάτε να τους διώξετε, γιατί άμα ‘ρθούνε δώθε θα μας πάρουνε τα κτήματα. Τ’ ακούω κι εγώ,    και γίνομαι πυρ. Πήγαμε κείθε και τους καταστρέψαμε, ρε Γούσια, το καταλαβαίνεις; Τόσο αγριεμένο δεν τον είχα ξαναδεί τον Κυριάκο. Πήγαμε κείθε, μου λέει, κι είχανε παλάτια και γυρνάγανε οι ανθρώποι με κουστούμια και φορέματα, κι άμα γυρίσαμε μεις πίσω στο χωριό, τα κορίτσα μας τα βρήκαμε ακόμα με τα σιγκούνια.

Σα βγαίνει ο χότζας στο τζαμί
Ιστορούν οι γεροντότεροι τα κατορθώματά τους στον πόλεμο και μάλιστα ο ένας παππούς, ο μπάρμπα Κώτσος, νέος τότε κι αυτά μικρά τον άκουγαν με περίσσιο ενδιαφέρον, γιατί πάντα είχε κάτι να τους φιλέψει , κάνα μαντολάτο, καμιά νάσκο. Ο παππούς του Γιωργάκη, του αφηγητή, στο πεζικό, ο μπάρμπα Κώτσος στο ιππικό. Όλα τα ιστορήματα του μπάρμπα Κώτσου, που καυχιόταν μάλιστα γι’ αυτά είχαν αγριάδα και μαύρο χιούμορ. Ήξερε λέει πολύ καλό σημάδι τόσο., που ενώ κοιμόντουσαν σ’ ένα χωριό κοντά στη Σμύρνη, πρωί αχάραγα τους ξυπνάει ο χότζας με την πρωινή προσευχή και όλο δυνάμωνε τη φωνή του και δεν έλεγε να σταματήσει. Οπότε πιάνει το όπλο του ρίχνει μια και τον σκότωσε.
Σελ. 78: Αλλά δώσ’ του ο πούστης κι όλο και δυνάμωνε «Ιμπί-αλά-μπιμπί-αλά-μπιμπί». Έτσι είσαι; λέω. Όπως ήμουν ξαπλωτός, γυρνάω, πιάνω το όπλο και μπαμ του ρίχνω μία. Και τον βλέπεις Γιωργάκη, πάρ’  τον κάτω σαν πουλάκι. Έτσι ε, δίχως να σηκωθώ, καλά, ήμουνα σκοπευτής από τους πρώτους.

Γυάλινο μάτι
Ερωτευμένος άντρας ιστορεί, σε γυναίκα που λόγω «ιερής» δουλειάς ξέρει και σέβεται μυστικά, τον συγχωριανό του που  αγάπησε στον πόλεμο της Μικρασίας.
Στο ζενίθ οι αγριότητες κάποιων ελλήνων, προς το παρόν, νικητών, ιδιαίτερα του φίλου του αφηγητή της ιστορίας του Θύμιου Ούνη, εναντίον κάποιων άμαχων τούρκων που του έμπαιναν στο ρουθούνι.  Ο Θύμιος γίνεται ο άγγελος προστάτης του, του σώζει τη ζωή, τον πηγαίνει σε μπαρ, τον πηγαίνει στα, χαμάμ, στα καφέ-αμάν,  όπου όταν άκουσε τον τούρκο μπουφετζή ότι θα φτύσει στους καφέδες των σκατοελλήνων, βάζει το πιστόλι στα αχαμνά του και διατάζει τον μπουφετζή να γλύψει το πιστόλι, εκείνος τρέμοντας το κάνει και εκλιπαρεί για τη ζωή του. Στο τέλος φεύγοντας τον πυροβολεί ξυστά στο κεφάλι.
Στο χαμάμ που τον πήγε, συνεχίζει ο αφηγητής, μίλησε στα τούρκικα με τους χαμαμτζήδες, και τότε ένας απ’ αυτούς έσκυψε κι άρχισε να του τρίβει το πέος στη συνέχεια του έκανε τσιμπούκι. Ο Θύμιος έπιασε τρυφερά το χέρι του φίλου του, του έκλεισε το μάτι, και εκείνος αν και πίστευε πως άντρας με άντρα δεν γίνεται, εντούτοις του άρεσε όλη η σκηνή και περισσότερο ο φίλος του ο Θύμιος που ‘ταν γεροδεμένος και όμορφος σαν άγαλμα. Ένας δυνατός έρωτας του αφηγητή με τον Θύμιο και ένα πάθος του Θύμιου γι αυτόν ήταν η αρχή μιας δυνατής σχέσης κάτω από την καυτή ανάσα του πολέμου, μέχρι που ο αφηγητής έχασε το μάτι του και γύρισε πίσω στην πατρίδα. Εκεί η αγωνία του αφηγητή μεγάλη μέχρι να γυρίσει ζωντανός από τον πόλεμο ο Θύμιος. Όμως τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα ποθούσε, στην πατρίδα αυτός ο έρωτας είναι  ανάποδος, αφορισμένος, ασυγχώρητος, τόσο που ο Θύμιος παντρεύτηκε κι έκανε οικογένεια και πού και πού και σπάνια σπλαχνιζόταν τον παραμορφωμένο και  ερωτόπληκτο φίλο και του χάριζε στιγμές έρωτα, που τόσο  ποθούσε.
Σελ. 84: Γέλαε κι ήταν όμορφος, έτσ’ αψηλός και δεμένος, με το μουστάκι το ξανθό, παχύ, σαν ένα στάρι στ’ απάν αχείλι.
Σελ. 96:  Τι τα θες. Σ’ τα’ και πάλι ανακούφιση δεν έλαβα. Ας’ τα. Έκτοτες άλλη χαρά δε μετάλαβα. Άιντε καμιά φορά που βρισκόμαστε κείθε  έξω στο λόγγο και κάνουμε τη δουλειά, αλλά δεν ειν’ σαν πρώτα. Τον βλέπω που πια δε μ’ αγαπάει σαν τα πριν. Από λύπησ’  με γαμάει. Μπορεί π’ ασκήμυνα,                                             μπορεί να βαρέθηκε κιόλας. Ούτε που ξέρω……….
Που να φύγω- δεν μπορώ , γιατί και στο καφενείο που τον βλέπω και τα λέμε είναι για μένα παρηγοριά μεγάλη για να συνεχίσω  τη ζωή. Αλλά αναγκάζομαι να ξεφτιλίζομαι κάθε τρεις και λίγο και να ‘ρχομαι δω σε σένα, για να μη μου βγάλουν τ’ όνομα ότι δε μ’ αρέσουν οι γυναίκες.

Νόκερ
Μεταναστεύουν οι νέοι της Ελλάδας την δεκαετία του ’50 για τον επιούσιο, για να σώσουν την πολυμελή οικογένεια και το όνειρο να γίνουν πλούσιοι, έτσι και ο αφηγητής μας από οικογένεια με πέντε παιδιά και δυο κορίτσια, όπως λέει, μετά το στρατό το ’51 έφυγε για κάνα δυο χρονάκια να μαζέψει κάνα φράγκο,  και να γυρίσει στην πατρίδα,  όμως όλοι έτσι σκέφτονται στην αρχή και μετά τους καταπίνει η ξενιτιά.  Στην Αμερική που πήγε δεν ήξερε κανέναν, μοναχά του ‘παν πως στο Σικάγο ήταν ένας Αργύρης από το χωριό τους, είχε πολλά χρόνια εκεί κι είχε κάνει καλό βραχιόλι,  και σκέφτηκε να πάει εκεί, να τον βοηθήσει στην αρχή μέχρι να σταθεί στα πόδια του. Όμως ο Αργύρης άγριος στην όψη σαν λυσσασμένο σκυλί, όχι μόνο αδιαφόρησε αλλά του ‘πε να φύγει και να τον αφήσει ήσυχο. Λόγο στο λόγο ο αφηγητής έμαθε πως ο Αργύρης είχε αρραβωνιαστεί τη μάνα του. Το θεώρησε ψέμα και ντροπή αυτόν τον λόγο για τη δική του μάνα, όμως ο Αργύρης δεν σήκωνε κουβέντα αμφισβήτησης στα λόγια του και με άγριες διαθέσεις τον άρπαξε από το λαιμό και κόντευε να τον πνίξει, μεσολάβησε ο καφετζής και κάπως ηρέμησαν τα πνεύματα. ήταν έτοιμος να φύγει τρομοκρατημένος από τη βίαιη συμπεριφορά όταν εκείνος του είπε με τραχιά φωνή να καθίσει. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς , γιατί όχι μόνο η συμπεριφορά του τον φόβισε αλλά και η μυρουδιά που ανέδινε και  ήταν σαν των χασάπηδων τον απωθούσε.
Ύστερα αφηγείται ο Αργύρης ότι είχε τιμηθεί με παράσημο, γιατί όχι μόνο πολέμησε στη Μικρασία, αλλά και στη Ρωσία και στους πρώτους πολέμους με τους Τούρκους και τους Βούλγαρους. Τον είχαν για «κίλερ» γιατί ήταν αμέτρητοι οι εχθροί που ‘χε σκοτώσει. Όμως όταν γύρισε στην πατρίδα και τον ρώτησαν οι συγχωριανοί για τον πόλεμο και κείνος τους είπε την αλήθεια όλοι τον είχαν για σφαγέα ανθρώπων ακόμη και ο πατέρας του κι αυτός αναγκάστηκε να ξενιτευτεί. Τώρα η δουλειά του είναι «νόκερ» και είναι ο καλύτερος, γιατί κανείς δεν σφάζει τόσο εύκολα και ακαριαία γουρούνια και μοσχάρια.
Ο αφηγητής μας σκέφτηκε πως σίγουρα στην Αμερική πήγε για να κρύψει τη μυρουδιά του και όχι για χαϊρι δικό του.
Σελ. 114:  Εγώ ήμανε άμαθος, μου λέει ο Αργύρης, δέκα χρόνια πόλιεμο, είχα ξεχάσει καλά καλά πώς μιλάνε με τον κόσμο. Κι έτσ’ δε μου πέρασε απ’ το μυαλό και κάθισα και τους τα είπα όλα. Με το νι και με το σίγμα….. πόσους είχα σκοτώσει, πως είναι αλλιώς με την ξιφολόγχη κι αλλιώς με το μαχαίρι, αλλιώς ο λαιμός του άντρα κι αλλιώς του παιδιού….. πώς κλωτσάει ο κρεμασμένος και πώς ο σφαγμένος, πώς ακόμα και τα μωρά τα μικρά που δεν καταλαβαίνουν κλιαίνε άμα μυρίσουν το αίμα και δουν το μαχαίρι, ακόμα ακόμα και για τον Τούρκο τους είπα, που σαν τον σκότωσα έσκυψα και του’ φαγα τη μύτη, γιατί μ’ είχε βαρέσει με μπαμπεσιά, και για το κορίτσ’ που ‘χα χαλάσει μπροστά στον πατέρα τ’ προτού τους πυροβολήσω και τους δυο…..
Σελ. 117:  Κρυφή η δουλειά που κάνω στο Γιούνιον, κρυφή κι αυτή που έκανα στον πόλεμο, απλά εδώ δε με λένε κίλλερ, εδώ με λένε νόκερ, κι έιν’  έτσ’ στ’  αυτιά πιο ωραίο.