Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Tα σακιά - της Ιωάννας Καρυστιάνη



                                    Tα σακιά
                                           της
                              Ιωάννας Καρυστιάνη
                                    γεν. 1952 - Χανιά

Η Ιωάννα Καρυστιάνη είναι συγγραφέας και σεναριογράφος. Έχει βραβευθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος δύο φορές, το 1998 και το 2007, και με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 2000.
 Βιβλία της: 
-Μικρά Αγγλία:  Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1998, υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας και το βραβείο Balkanika.
-Κουστούμι στο χώμα:   Βραβείο Μυθιστορήματος περιοδικού “Διαβάζω” 2001 και Βραβείο Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών.
-Ο Άγιος της μοναξιάς.
- Σουέλ: Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2007.
-Τα σακιά: Βραβείο Μυθιστορήματος περιοδικού “Διαβάζω” 2011.
                                                ***

Άργησα να διαβάσω «τα σακιά», ήξερα την υπόθεση (κακό αυτό), όμως δεν σας κρύβω ότι το βιβλίο είναι βαρύ σαν ένα τσουβάλι πέτρες ή σαν φισκαρισμένος ντενεκές τσιμέντου στην πλάτη κάποιου παλιού, ισχνού εργάτη που ανεβαίνει  αγκομαχώντας την ξύλινη σκάλα σε τριώροφη οικοδομή, είναι, αν θέλετε, το άχθος που ο καθένας μας κουβαλάει από την ώρα που γεννιέται..

Η υπόθεση  γροθιά στο στομάχι, και οικογενειακή, και πολιτική,  και  κοινωνική, και ταξική, και  φεμινιστική, και αλήθειες και ψέματα, και.. και..  Αλλά δεν είναι μόνο η υπόθεση,  εκείνο που σε γοητεύει είναι η λογομαστόρισσα συγγραφέας που σε κάνει να μην αφήνεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Η γραφή στιβαρή, καταγγελτική, με πινελιές πικρού χιούμορ στη δραματική και ταραγμένη ζωή των ηρώων, που είναι χτισμένη με σαθρά υλικά και η καταστροφή αναπότρεπτη.

Δεν γνωρίζω την ψυχοσύνθεση ενός ορφανού παιδιού, που μεγαλώνει μετά τον θάνατο ενός μέθυσου πατέρα και μιας μάνας που κουβαλάει παιδιόθεν μοναξιά, φτώχια, ανδροκρατούμενες, χωριάτικες νοοτροπίες, νεκρικές σιωπές,  που  επιβραβεύονται από συγγενείς και συντοπίτες, μια και ένα ήσυχο αμίλητο παιδί δεν ενοχλεί.... Δεν ξέρω αν και το αμίλητο παιδί της, που του επιβλήθηκε  η απόλυτη ησυχία, για να μην ενοχλεί τους επίσης αμίλητους γονείς, που μόνο ο θυμός στα στήθη τους βροντάει το σπίτι, αυτό το ξανθόμαλλο, σαν αγγελούδι αγόρι, που στα οχτώ του χρόνια παρών στην κηδεία του αγαπημένου του πατέρα μετράει τις φτυαριές των νεκροθαφτών μέχρι ν’  ανοίξουν, σε παγωμένο  χώμα, τον τάφο, μπορεί να μεταλλαχθεί στα είκοσί του σε μισητό εγκληματία..

Ήρωες του βιβλίου η μάνα Βιβή Χολέβα, το παιδί της, ο Λίνος,  που μεγάλωσε χωρίς ταχταρίσματα σαν ήταν μωρό και σαν ήταν παιδί μεγάλωνε χωρίς συντροφιές, παιχνίδια, γέλια και  φωνές.... Παραπλήσιες  παιδικές ζωές μάνας και γιου.

Θολό,  έρημο, περικλεισμένο οικογενειακό τοπίο, στο σπίτι τους στην Αθήνα, με ανάσες κάποιες επισκέψεις στο χωριό και τέλος μια και μοναδική ανάσα το νερό και συγκεκριμένα η θάλασσα, που παίζει σημαντικό ρόλο στο έργο.


Ημερολογιακή, τριτοπρόσωπη γραφή, σε πέντε περιόδους, με εσωτερικούς μονολόγους της μάνας, που εύκολα μπαίνει κανείς στα παπούτσια της και μόνο προς το τέλος της ιστορίας, ακούμε το ψιθύρισμα του νεαρού εγκληματία, μπρος στο εικόνισμα  της Παναγίας, και κάποια κενά μας, εξηγούνται στην πλοκή της ιστορίας..

Ο γιος-δράστης σε ισόβια κάθειρξη για τρεις βιασμούς και ένα φόνο, λιώνει στο κελί του στον Κορυδαλλό, καταδιωγμένος τύψεων.   Η μάνα -ηθική αυτουργός- λιώνει από ενοχές έξω, φυλακισμένη στο δυαράκι της, στην Κυψέλη∙ εργάζεται σκληρά, ως νοσοκόμα γερόντων, υποσιτίζεται στην κυριολεξία, αποταμιεύοντας  και τη δεκάρα ακόμα για το μέλλον, αν υπάρχει, του γιου της.

 Εγκλήματα ασυγχώρητα με ευθύνη του δράστη και όχι μόνο∙   ευθύνη των γονιών, και στο μυθιστόρημα ιδιαίτερα της μάνας, είτε για παραμέληση, είτε για κακή ανατροφή. Ευθύνη και στην ξεχαρβαλωμένη κοινωνία.  Ευθύνη όλων μας.

Κάποιες σελίδες τις διάβασα «χιαστή», πολλές λεπτομέρειες και επαναλήψεις, ειδικά στις αναφορές με τους πελάτες της Βιβής, τους  άρρωστους γέροντες, και λοιπές περιγραφές...   Σημασία έχει ότι απόλαυσα διάβασμα, θαύμασα τη δομή  του κειμένου και την επιλογή ενός πολύ σκληρού θέματος.

Διανθίσματα:
-οδηγώντας το μπλε Φιατάκι, η Βιβή έφερε στο νου τη γριά της αγκαλιά με το πολυτιμότερο αντικείμενο του σπιτιού των παιδικών της χρόνων, τον κουβά. Μ’ αυτόν έβγαζε νερό από το πηγάδι, σ’ αυτό έβαζε τα πράσα που ξεπάτωνε από το κηπάκι, αυτό γέμιζε στα χωράφια με αγριοράδικα, αυτόν χρησιμοποιούσε σαν σκαλοπάτι για να φτάσει το λιβάνι στο ράφι με τα εικονίσματα, αυτόν αναποδογύριζε στην αυλή για να καθίσει τ’ απόγεμα να πιει τον καφέ της.
-ο Φώτης πέθανε και τη φέσωσε με πένθος, τύψεις, μοναξιά και πάνω από ένα εκατομμύριο απλήρωτα γραμμάτια και φόρους, τα είχε πιει.
Το σακί της βαρύ, Αλλά βαρύ για παιδικούς ώμους και το σακί του Λίνου, που ορφάνεψε μόλις στα οχτώ του.
-η Βιβή κοιτούσε τον χαζό Χαρίδημο και δεν τον χόρταινε....... –καλύτερα να είχα εσένα γιο, ψιθύρισε, ένας ακόμη στίχος από τον ποίημα της ζωής της που έπρεπε να το πει λίγο λίγο ως το τέλος, θα είχε πολλές στροφές, το σακί της βαρύ. Βαρύ και ασήκωτο, γιατί το σακί της ήταν ο ίδιος ο γιος της.
-Στο στρατοδικείο της δικής του εφηβείας ο Λίνος δε κατάφερε να συγκρουστεί με κανέναν, η Βιβή δεν καθόταν, οι συγγενείς τον είχαν ταμπελώσει με την ορφάνια του απρόθυμοι να του παραχωρήσουν άλλα δικαιώματα και ο πατέρας του τον είχε χρεώσει μ’ ένα κενό, απτό και στέρεο, κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να το γεμίσει, κανένας άλλος δεν γινόταν να παίξει το ρόλο εκείνου, καλός, κακός, λίγος, ένας είναι ο μπαμπάς κι αν ο πούστης πεθάνει νωρίς νωρίς, το πένθος πετά μπόι παρέα με το παιδί, ζωντανό όσο βαστάει η θύμηση, ο αφόρητος θυμός και ο αφόρητος πόνος.
-πρώτα συγχωρούμε κάποιον και μετά τον αγαπούμε ή πρώτα τον αγαπούμε και ακολουθεί η συγχώρεση; Η Βιβή το συλλογίστηκε αυτό για εκατοστή φορά, ερώτημα που τη γέμιζε όλο και περισσότερο ντροπή, γιατί δεν αφορούσε σε κάποιους αγνώστους γενικώς και αορίστως αλλά στο ίδιο της το παιδί, το ένα και μοναδικό, ό,τι κι αν ήταν. Η τρομερή της μοίρα ήταν ν’ αγωνιστεί ν’ αγαπήσει αυτόν που σιχαίνονταν όλοι οι υπόλοιποι......

Ευγενία Μακαριάδη





Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Ἀρ­χαῖ­οι ἄν­θρω­ποι τῆς Ἀ­να­το­λῆς- του Φώτη Κόντογλου



 (μεταφέρθηκε από το περιοδικό Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονζάι)

                    Ἀρ­χαῖ­οι ἄν­θρω­ποι τῆς Ἀ­να­το­λῆς
                                 του Φώτη Κόντογλου
ΠΡΟ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ἀ­κό­μα μπο­ροῦ­σες νὰ βρεῖς ἐ­κεῖ μέ­σα ἀ­πὸ κεί­νη τὴ γε­νε­ὰ τῶν ἀρ­χαί­ων ἀν­θρώ­πων, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χου­νε σὲ ἄλ­λα μέ­ρη, σὰν κι αὐ­τοὺς ποὺ δι­α­βά­ζου­με στὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν πα­λαι­ῶν Ἑλ­λή­νων, καὶ ποὺ τὶς συν­ται­ρι­ά­ξα­νε ὁ γε­ρο-Ὅ­μη­ρος, ὁ Ἡ­σί­ο­δος, ὁ Ἡ­ρό­δο­τος, ὁ Θεό­κρι­τος, κα­θὼς καὶ στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη. Ἤ­τα­νε ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες μα­ζὶ κι Ἀ­να­το­λί­τες χρι­στια­νοί, πρά­οι κι ἀ­θῶ­οι ἄν­θρω­ποι. Σὰ νὰ τοὺς ἀ­πό­κλει­σε ἡ φύ­ση σὲ κεῖ­νο τὸ βλο­γη­μέ­νο στε­νο­θά­λασ­σο, κι ἀ­πο­μεί­να­νε ὅ­πως βρε­θή­κα­νε πρὶν ἀ­πὸ χι­λιά­δες χρό­νια, ἴ­διοι κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτοι, ἀ­πὸ τό­τες ποὺ ἤ­τα­νε εἰ­δω­λο­λά­τρες καὶ πι­στεύ­α­νε στὰ ξύ­λα, στ’ ἄ­στρα καὶ στὰ δέν­τρα.
       Μὰ τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἄ­γριοι, πο­νη­ροὶ καὶ μο­βό­ροι, μα­χαι­ρο­βγάλ­τες κι ἀ­κοι­νώ­νη­τοι. Σὰν παι­διὰ ἀ­γα­πού­σα­νε τὶς ἱ­στο­ρί­ες, ὅ­λα τα πι­στεύ­α­νε, κα­λο­σύ­νη εἴ­χα­νε στὴν καρ­διά τους. Βα­στού­σα­νε στὸ χω­ριὸ σπί­τια μ’ ὅ­λη τὴν τά­ξη. Κλέ­φτες δὲν ἤ­τα­νε, ψέ­μα­τα δὲ λέ­γα­νε, τὴ δου­λειὰ τὴν ἀ­γα­πού­σα­νε, τὸν ξέ­νο σὰν ἀ­δερ­φό τους τὸν εἴ­χα­νε. Καὶ τοῦ­το, ἐ­πει­δὴ ζού­σα­νε μὲ με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα κ’ ἤ­τα­νε φχα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ λί­γα πρά­μα­τα, καὶ δὲ χρει­α­ζόν­τα­νε μη­δὲ τὸ ψέ­μα, μη­δὲ τὴν κλε­ψιά, μη­δὲ τὸ σκο­τω­μό, γιὰ νὰ πλη­θύ­νου­νε τὴν κα­λο­πέ­ρα­σή τους. Τὴν πεί­να ὅ­μως δὲν τὴν ξέ­ρα­νε, για­τί ἡ με­γά­λη στε­ριά, ποὺ τοὺς γέν­νη­σε, δὲν ἄ­φη­νε κα­νέ­να νη­στι­κὸν καὶ πα­ρα­πο­νε­μέ­νον, ἡ βλο­γη­μέ­νη Ἀ­να­το­λή, ποὺ βγά­ζει πο­λὺ καὶ γλυ­κὸ ψω­μί, καὶ κά­θε λο­γῆς πρά­μα, μέ­λι, γά­λα, λά­δι κι ὅ,τι ἄλ­λο χρει­ά­ζε­ται γιὰ ζω­ο­θρο­φί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, δί­χως μά­ται­α πρά­μα­τα. Ὅ­πως ἡ γῆς ἔ­θρε­φε κά­θε λο­γῆς προ­κομ­μέ­νο δέν­τρο, ἡ θά­λασ­σα ἔ­θρε­φε ψά­ρια πού ‘­χα­νε τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη νο­στι­μά­δα πὄ­χει κά­θε τὶ ποὺ βγά­ζει κεί­νη ἡ βλο­γη­μέ­νη πλά­ση, ἄ­γρια καὶ ἥ­με­ρα.
       Ἀλ­λὰ κ’ οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν ἤ­τα­νε πλε­ο­νέ­χτες, ὁ πλού­σιος ἔ­δι­νε στὸν πιὸ φτω­χό, κι ὁ φτω­χὸς πά­λε δὲν ἤ­θε­λε σώ­νει καὶ κα­λὰ ν’ ἀ­νε­βεῖ ἀ­πά­νου ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λον, δὲ λί­μα­ζε, δὲν τὸν ἔ­τρω­γε ἡ ζη­λο­φθο­νί­α, οὔ­τε ὁ νοῦς του ἤ­τα­νε ὅ­λο στὸ κέρ­δος, μό­νο πέρ­να­γε ἡ ζω­ή τους μὲ εἰ­ρή­νη βα­θιά, κι ὁ Θε­ὸς τοὺς βλο­γοῦ­σε ἀ­πὸ πά­νου.
       Φαί­νε­ται πὼς τέ­τοι­οι πρω­τι­νοὶ ἄν­θρω­ποι ὑ­πήρ­χα­νε πάν­τα ἐ­δῶ στὴν Ἀ­να­το­λή· καὶ τό­τες ποὺ ἄλ­λα­ξε ἡ θρη­σκεί­α καὶ γι­νή­κα­νε χρι­στια­νοί, ἀ­πο­μεί­να­νε οἱ ἴ­διοι, για­τί ἡ και­νούρ­για θρη­σκεί­α ἤ­τα­νε ποι­η­τι­κὴ καὶ ἁ­πλὴ σὰν τὴν πα­λιὰ βά­λε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τοῦ­τοι βα­στού­σα­νε ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε καὶ κεῖ­νοι κρυ­φὰ ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, τὸν και­ρὸ ποὺ κυ­βερ­νού­σα­νε τὸν κό­σμο οἱ Ρω­μαῖ­οι. Ὕ­στε­ρα, σὰ γί­νη­κε χρι­στι­α­νι­κὸ βα­σί­λει­ο ἡ Κω­σταν­τι­νού­πο­λη, καὶ τὰ μέ­ρη τοῦ­τα ἤ­τα­νε ὁ­λό­τε­λα ξε­χα­σμέ­να κι ἀ­πό­με­ρα, καὶ δὲν πή­γαι­νε πο­τὲς ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἄλ­λη χώ­ρα ἐ­κεῖ πέ­ρα, γι­νή­κα­νε πιὸ ἁ­πλοί, ἀν­τὶ νὰ ξυ­πνή­σου­νε καὶ νὰ πο­νη­ρέ­ψου­νε. Σὲ ἄλ­λα μέ­ρη χα­λοῦ­σε ὁ κό­σμος ἀ­πὸ τοὺς πο­λέ­μους, ἀ­μέ­τρη­τοι ἄν­θρω­ποι σφα­ζόν­τα­νε στὰ τέσ­σε­ρα πέ­ρα­τα τῆς σφαί­ρας, ἐ­δῶ ὅ­μως βα­σί­λευ­ε εἰ­ρή­νη.
       Γιὰ τοῦ­το ὁ ἄν­θρω­πος, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὶς ἀ­κα­τα­στα­σί­ες, «ζῶ­ον εὔ­δαι­μον ἐ­γέ­νε­το», ὅ­πως λέ­γει ἕ­νας ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας, δη­λα­δὴ ἐ­ζοῦ­σε σὰν κα­νέ­να εὐ­τυ­χι­σμέ­νο ζὸ στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς φύ­σης, ποὺ τὸν γλυ­κο­να­νού­ρι­ζε. Σὰ νά ‘­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴ γῆς καὶ πά­λε νὰ γύ­ρι­ζε στὴ γῆς, δί­χως θλί­ψη, δί­χως νὰ γευ­τεῖ θά­να­το, ὅ­πως τὸ κε­ρα­μί­δι ποὺ κά­νει ὁ κε­ρα­μι­δά­ρης ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, σὰ γε­ρά­σει, λι­ώ­νει σι­γὰ-σι­γὰ καὶ τὸ γλεί­φει τὸ κύ­μα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ καὶ γυ­ρί­ζει πά­λε ἥ­συ­χα στὴ γῆς. Σὰν τὸ αὐ­γὸ π’ ἀ­φή­νει τὸ γι­α­λο­πού­λι ἀ­πά­νου στὸν ἄμ­μο, κον­τὰ στὴν ἁρ­μυ­ρή­θρα, ἔ­τσι ἤ­τα­νε κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι.
       Ὁ οὐ­ρα­νὸς στε­κό­τα­νε ἴ­δια κα­μά­ρα ἀ­πὸ πά­νου τους, γύ­ρι­ζε μὲ τὸν ἥ­λιο, μὲ τὸ φεγ­γά­ρι καὶ μὲ τ’ ἄ­στρα, κα­θὼς κι ὁ γύ­ρος τοῦ χρό­νου με­ταλ­λά­ζουν­ταν ἀ­πὸ μέ­ρα σὲ νύ­χτα κι ἀ­πὸ κα­λο­καί­ρι σὲ χει­μώ­να, κι ὅ­λα τοῦ­τα τὰ ζού­σα­νε στὴν κά­θε στιγ­μή, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς πο­λι­τεί­ας δὲν προ­φταί­νου­με νὰ τὰ κοι­τά­ξου­με, για­τί ζοῦ­με μα­κριὰ καὶ σὰν ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν πλά­ση, φορ­τω­μέ­νοι μὲ μά­ται­ες ἔ­γνοι­ες.
       Τὰ ροῦ­χα τους, που­κά­μι­σα καὶ βρα­κιὰ φαρ­διά, ὅ­λα ἤ­τα­νε φαν­τὰ στὴν κρε­βα­τή, ἀ­πὸ μαλ­λὶ πρό­βιο ποὺ τὸ λα­να­ρί­ζα­νε καὶ τὸ γνέ­θα­νε οἱ γυ­ναῖ­κες. Τὸ χει­μώ­να πρό­βι­ες γοῦ­νες φο­ρού­σα­νε, για­τὶ πολ­λὲς φο­ρὲς πέ­τρω­νε ἡ γῆς ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο. Σι­δε­ρέ­νια πρά­μα­τα λι­γο­στὰ εἴ­χα­νε, μό­νο βο­λευ­όν­τα­νε μὲ κα­βί­λι­ες ἀν­τὶς καρ­φιά, πα­λού­κια, ξυ­λο­κοῦ­πες, δι­χά­λια. Καὶ στὰ σπί­τια τοὺς ὅ­λα τα χρει­α­ζού­με­να ξυ­λέ­νια ἤ­τα­νε. Πολ­λὲς φο­ρὲς βά­ζα­νε ἕ­να ξύ­λο ἀν­τὶς γιὰ κουμ­πί. Οἱ τσομ­πά­νη­δες φο­ρού­σα­νε τὸ χει­μώ­να προ­βιὲς μὲ τὸ μαλ­λὶ ἀ­πὸ μέ­σα.
       Ἂν κ’ ἤ­τα­νε ἄν­θρω­ποι παν­τρε­μέ­νοι μὲ ὄ­μορ­φες καὶ γε­ρὲς γυ­ναῖ­κες, κ’ εἴ­χα­νε θυ­γα­τέ­ρες μὲ κορ­μιὰ ἐ­ρω­τι­κὰ σὰν τὰ νι­ο­γέν­νη­τα φο­ρά­δια, ὡ­στό­σο φαι­νόν­τα­νε καὶ σὰν ἀ­σκη­τές. Τὸ κρύ­ο καὶ τὴ ζέ­στη δὲν τὰ φο­βόν­τα­νε, για­τί ἤ­τα­νε σὰν τὸ πρι­νό­δεν­τρο, μα­θη­μέ­νοι ἀ­πὸ μι­κροί.
       Ζού­σα­νε ἀ­να­πα­μέ­νοι μέ­σα στὴ γλυ­κιὰ ἀγ­κα­λιὰ τῆς φύ­σης, σὰ νὰ μὴ φύ­γα­νε οἱ παπ­ποῦ­δες τους ἀ­πὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο δέν­τρο. Μὲ τὸ τί­πο­τα ζού­σα­νε καὶ τί­πο­τα δὲν τοὺς ἔ­λει­πε. «Τίς ἐ­στιν ὁ πλού­σιος; Ὁ ἐν τῷ ὀ­λί­γῳ ἀ­να­παυ­ό­με­νος.»
       Ὄ­χι πλα­τσο­μύ­τες ἀ­ρα­πά­δες, ὅ­πως οἱ φυ­σι­κοὶ ἄν­θρω­ποι στὴν Ἀ­φρι­κὴ καὶ στὸν ὠ­κε­α­νό, ἀλ­λὰ λε­πτο­κα­νω­μέ­να χα­ρά­κτη­ρι­στι­κά, ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ βυ­ζαν­τι­νά, ἔ­βλε­πες σ’ αὐ­τοὺς τοὺς βου­νί­σιους ἀν­θρώ­πους. Οἱ νιοὶ ἤ­τα­νε σὰν τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α, σὰν τὸν Πά­τρο­κλο, εἴ­τε καὶ σὰν τὸν Με­γ’-Ἀ­λέ­ξαν­τρο.
       Πολ­λοί τους ἤ­τα­νε σγου­ρο­μάλ­λη­δες κ’ ἡ­λι­ο­κα­μέ­νοι, συ­χνὰ ξαν­θό­τρι­χοι, ὄ­χι μὲ κεῖ­νο τὸ χρῶ­μα ποὺ μοιά­ζει σὰ λι­νά­ρι, μὰ ἴ­διο μὲ τοῦ ξε­ράγ­κα­θου, π’ ἀ­νε­μί­ζε­ται στὶς χέρ­σες ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς μὲ τὸ πρῶ­το χνού­δι ποὺ ἵ­δρω­νε ἀ­λα­φρὰ στὸ μου­στά­κι καὶ στὰ μά­γου­λα, συ­νέ­χεια μὲ τὰ τσου­λού­φια τους, ἀ­λι­σα­χνι­α­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Οἱ γέ­ροι πά­λε μοι­ά­ζα­νε, ἄλ­λος σὰν Πο­σει­δώ­νας μὲ στρι­φτὰ γέ­νια ἀ­πὸ τὴν ἁρ­μύ­ρα, ἄλ­λος σὰν Ὅ­μη­ρος ἀ­πα­ράλ­λα­χτος, ἄλ­λος σὰν Ἅ­γιος Νι­κό­λας, ἄλ­λος σὰν τ’ ἄ­γαλ­μα τοῦ Λα­ο­κό­ον­τα, ἄλ­λος σὰν τὸν μάν­τη Τει­ρε­σί­α, ἄλ­λος σὰ Σκεν­τέρ­μπε­ης, τέ­τοι­α σκέ­δια. Οἱ με­σό­κο­ποι πά­λε πα­ρο­μοι­ά­ζα­νε μὲ τὸν Χρι­στό, ὅ­πως εἶ­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νος στὰ πα­λιὰ τὰ κο­νί­σμα­τά μας, μὲ τὸν Ἄ­η-Γιά­ννη τὸν Πρό­δρο­μο, μὲ τὸν ἀν­τρεῖ­ο Λε­ω­νί­δα, μὲ τὸν Θε­μι­στο­κλῆ, τὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα, κι ὅ­σοι ξου­ρί­ζα­νε τὰ γέ­νια τοὺς ἤ­τα­νε ἴ­διοι μὲ τὸν Μάρ­κο Μπό­τσα­ρη, μὲ τὸν Νι­κη­τα­ρά, μὲ τὸν Μι­α­ού­λη, καὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τα­νέ­ους. Ἀλ­λὰ καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τά τους ἤ­τα­νε ἀρ­χαῖα: Μιλ­τιά­δης, Δυσ­σέ­ας, Ξε­νο­φός, Λε­γω­νί­δας, Ἀ­λέ­ξαν­τρος, Ἀ­γα­μέ­μνο­νας, Δη­μο­σθέ­νης, Ὅ­μη­ρος, Ἀ­γη­σί­λα­ος, Πα­μει­νών­τας, Τέρ­παν­τρος, Πυ­θα­γό­ρας, Ἔ­χτο­ρας, Πο­σει­δώ­νας, Μι­στο­κλής, Ἀ­χιλ­λέ­ας, Πά­τρο­κλος, Ἀ­ρι­στεί­δης, Σο­φο­κλῆς, Βρι­πί­δης, Κλε­άν­θης, Τι­μο­λέ­ον­τας, Θρα­σύ­βου­λος, Φι­λο­χτή­της, καὶ πα­λιὰ χρι­στι­α­νι­κά: Σί­δω­ρος, Ἀ­κίν­τυ­νος, Ἀ­νί­κη­τος, Φί­λιπ­πας, Νι­κά­νο­ρας, Πα­λου­λό­γος, Στέρ­γιος, Ἀν­δρό­νι­κος, Δού­κας, Ρή­γας, Φω­κᾶς.
       Ἀλ­λὰ καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες, ποὺ καὶ κεῖ­νες ἤ­τα­νε σὰν ἀρ­χαῖ­ες στὸ πα­ρου­σι­α­στι­κό, τὶς κρά­ζα­νε μὲ ἀρ­χαῖ­α ὀ­νό­μα­τα: Ἀ­φρο­δί­τη, Ἀ­σπα­σώ, Πο­λυ­ξέ­νη, Μυρ­σί­νη, Θε­α­νώ, Κλε­ο­πά­τρα, Καλ­λι­ό­πη, Ἰ­σμή­νη, Ἀν­τρο­μά­χη, Κλε­ο­νί­κη, Ἑ­λέ­νη, Κασ­σάν­τρα, Ἐλ­πι­νί­κη, Βρύ­κλεια, Ἀ­γα­θό­κλεια, Ἀ­θη­νᾶ, Χα­ρι­κλει­ώ, Εὐ­θα­λί­α, Ἀ­γλα­ΐ­α, Νε­φέ­λη, Εὐ­ρυ­δί­κη, Ἠ­ρώ, Πο­λυ­μνί­α, Ἀ­ριά­δνη, Ἀν­τι­ό­πη, Πη­νε­λό­πη, Δή­μη­τρα, Ἀρ­σι­νό­η, Θε­ώ­νη, Ρο­δό­πη, καὶ πα­λιὰ χρι­στι­α­νι­κά: Εἰ­ρή­νη, Εὐ­αν­θί­α, Φε­βρω­νί­α, Ζα­χα­ρώ, Ζω­ή, Μα­γδα­λη­νή, Ὑ­πα­παν­τή, Ἀν­τω­νί­α, Βα­σι­λο­πού­λα, Εὐ­φη­μί­α, Ρο­δού­λα, Χρυ­σάν­θη, Ἀ­ξι­ο­θέ­α, Γρη­γο­ρί­α, Θε­ο­κτί­στη, Ρή­γαι­να, Δο­μνί­α, Με­λαν­θί­α, Πα­λου­γού, Κα­τα­κου­ζ’­νή, Με­λισ­σι­νή, Ζω­γρα­φιά, Μα­λα­μα­τέ­νια, Βλωτ­τί­α, Στρα­τη­γού­λα, Πρε­σβεί­α, Μιλ­τώ, Ἀν­τρο­νί­κη, Βα­γι­ώ, ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὰ συ­νη­θι­σμέ­να.
       Τὰ παλ­λη­κά­ρια βο­η­θού­σα­νε τοὺς πα­τε­ρά­δες τους, ὑ­πο­τα­χτι­κά, κα­λὰ παι­διά, καὶ δὲ λέ­γα­νε πολ­λὰ λό­για. Πρῶ­τα μι­λού­σα­νε πάν­τα οἱ γέ­ροι, κ’ ὕ­στε­ρα οἱ νιοί. Οἱ γέ­ροι σι­γο­μι­λού­σα­νε, κου­βεν­τι­ά­ζα­νε ὅ­λο μὲ πα­ροι­μί­ες· για­τί οἱ κο­λα­σμέ­νοι κ’ οἱ κα­τα­ρα­μέ­νοι βι­ά­ζουν­ται. Ὁ χαι­ρε­τι­σμός τους ἤ­τα­νε: «Ὥ­ρα κα­λή!» – «Πολ­λὰ τὰ ἔ­τη!» – «Χαι­ρε­τί­σμα­τα!» ἢ «Προ­σκυ­νή­μα­τα!» – «Με­τὰ χα­ρᾶς!»
       Εἴ­χα­νε κ’ ἕ­να δι­κα­στή­ριο ἀ­να­με­τα­ξύ τους· ὅ,τι δι­α­φο­ρὰ εἴ­χα­νε οἱ νιό­τε­ροι, τὴν κρί­να­νε οἱ γέ­ροι, συμ­βου­λεύ­ον­τάς τους καὶ τα­χτο­ποι­ών­τας τους μὲ τὴν ὀρ­μή­νεια, ἥ­συ­χα, δί­χως ὀ­χλο­βο­ή.
       Ξέ­ρα­νε τὴν ἱ­στο­ρί­α τ’ Ἀ­χιλ­λέ­α, τοῦ Με­γ’-Ἀ­λέ­ξαν­τρου, τοῦ Πα­λαι­ο­λό­γου, τοῦ Σκεν­τέρ­μπε­η· πολ­λὲς φο­ρὲς εἴ­χα­νε τὴν ἰ­δέ­α πὼς τὰ πιὸ ἀρ­χαῖ­α γι­νή­κα­νε ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Τὸν Ἀ­λὴ Πα­σά, τοὺς Σου­λι­ῶ­τες, τὸν Μάρ­κο Μπό­τσα­ρη, τὸν Θα­νά­ση Διά­κο, τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη, καὶ τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τα­ναί­ους, τοὺς φέρ­να­νε πάν­τα στὴν κου­βέν­τα τους· ἀ­πὸ τοὺς ση­με­ρι­νοὺς τὸν Πα­να­γὴ τὸν Κου­τα­λια­νό, κ’ οἱ πιὸ και­νούρ­γιοι τὸν Ντα­βέ­λη καὶ τὸν Παῦ­λο Με­λά. Ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους δὲν ξέ­ρα­νε μη­δὲ τὸν Μέ­γα Να­πο­λέ­ον­τα, μο­νά­χα τὸν τσά­ρο ξέ­ρα­νε, καὶ τὸν πό­λε­μο τῆς Κρι­μαί­γιας, ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ὁ «Μέ­γας Κα­τε­ρί­νης». Ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λα τὰ ἔ­θνη γνω­ρί­ζα­νε τοὺς Ἰγ­γλέ­ζους, τοὺς Ρού­σους καὶ τὸ Μι­σί­ρι, ἀλ­λὰ γιὰ χρι­στια­νοὺς εἴ­χα­νε μο­νά­χα τοὺς Ρού­σους. Ἀρ­χαί­α πο­λι­τεί­α ἤ­τα­νε γι’ αὐ­τοὺς ἡ Τρω­ά­δα κ’ ἡ Πέρ­γα­μο, κι ἁ­γι­α­σμέ­να μέ­ρη ἡ Γε­ρου­σα­λὴμ καὶ τ’ Ἅ­γιον Ὅ­ρος.
       Τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὸ κόκ­κι­νο, τὸ μα­βί, τὸ πρά­σι­νο καὶ τὸ κί­τρι­νο, τ’ ἄλ­λα τὰ βγά­ζα­νε ἀ­πὸ φυ­σι­κὰ πρά­μα­τα, λα­δί, θα­λασ­σί, χρυ­σα­φί, λε­μο­νί, πορ­το­κα­λί, λα­χα­νί, τσα­γα­λὶ (ἀ­μυ­γδα­λί), ξυ­δί, κρα­σου­λί, ζα­χα­ρί, κα­φε­δί, στα­χτί, με­λί, κα­στα­νό, ἀ­χυ­ρί, κε­ρα­μι­δί, ψα­ρί, με­λι­τζα­νί, τρι­αν­τα­φυλ­λί, γε­ρα­νί, ρο­δί, τῆς σκου­ριᾶς τὸ χρῶ­μα, τῆς φω­τιᾶς τὸ χρῶ­μα.
       Λί­γο ὣς πο­λύ, ὅ­λοι τους ὄ­μορ­φα κι ἀ­συ­νή­θι­στα μι­λού­σα­νε, σὰ ζω­γρα­φι­ὲς ἤ­τα­νε τὰ λό­για τους, μὰ ἤ­τα­νε καὶ κά­τι γέ­ροι ἀ­νά­με­σά τους, ποὺ ἡ ὁ­μι­λί­α ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ στό­μα τους κι ἀ­πὸ τὸ μέ­λι γλυ­κύ­τε­ρη, ὅ­πως λέ­γει ὁ γε­ρο-Ὅ­μη­ρος. Αὐ­τοὶ στα­θή­κα­νε οἱ δά­σκα­λοί μου.
       Ἀ­πὸ τ’ ἀρ­χαῖα λό­για ποὺ ἄ­κου­σα νὰ λέ­νε καὶ ποὺ δὲν τὰ συ­νη­θί­ζου­με πιὰ ἐ­μεῖς, θυ­μᾶ­μαι γιὰ τὴν ὥ­ρα τοῦ­τα: ὅ­ρη (βου­νά), σκό­λη (σχο­λή, ἀρ­γί­α), παῖ­δος, θυ­γα­τέ­ρα, Νε­κτε­να­βός, χα­μέ­νο ρη­γά­το, ποι­γη­τής, πα­λια­ύι (πλα­γί­αυ­λος), ἔ­θαρ­μος (ἔν­θερ­μος), χω­ρύ­γι (ἀ­σβέ­στης), πρὸς νε­ροῦ, τούμ­πα (τύμ­βος), πυ­θεύ­ω, κρο­τῶ (τὸ κρό­τη­σε τὸ μω­ρό), λα­τρεύ­ω, ἀ­γα­θός, πα­νά­γα­θος, ἔ­λε­γος, πον­τί­ζω, κι ὅ­σα βά­ζω συ­χνὰ μέ­σα στὸ γρά­ψι­μό μου. Οἱ θα­λασ­σι­νοὶ λέ­γα­νε σω­τρό­πι, πο­δό­στα­μο, δοιά­κι, πε­ζό­βο­λας, ἀ­θε­ρί­να, θα­λά­μι, κι ἄλ­λα πολ­λά. Πα­ρά­ξε­να λό­για ποὺ δὲν τ’ ἄ­κου­σα σ’ ἄλ­λο ἑλ­λη­νι­κὸ μέ­ρος, λέ­γα­νε τοῦ­τα: σκούρ­κα (βρά­χος), κά­κνα (γα­λο­πού­λα), μπιζ­νέ­ρα (τσέ­πη).
       Μα­κά­ριοι ἄν­θρω­ποι, σὰν τοὺς λε­γό­με­νους Λω­το­φά­γους, δὲν τοὺς μό­λε­ψε ἡ πλε­ο­νε­ξί­α κ’ ἡ πε­ρη­φά­νεια. Γιὰ τοῦ­το θὰ μπο­ρού­σα­νε νὰ δα­νεί­σου­νε εὐ­τυ­χί­α σὲ βα­σι­λιά­δες, σὲ βε­ζι­ρά­δες καὶ σὲ ἀν­θρώ­πους ποὺ τοὺς τρέ­μει ὁ κό­σμος.
       Ὅ­λοι-ὅ­λοι κα­μιὰ κα­το­στὴ ἄν­θρω­ποι ζού­σα­νε ἕ­να γύ­ρο σὲ τού­τη τὴ θα­λασ­σι­νὴ λί­μνη: τσομ­πά­νη­δες, ψα­ρά­δες, γι­α­λι­κά­ρη­δες καὶ κε­ρα­μι­δα­ραῖ­οι. Μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τεί­α, ποὺ ἤ­τα­νε χτι­σμέ­νη στὸ πα­ρα­έ­ξω μέ­ρος τοῦ μπου­γα­ζιοῦ, κι ἀ­πὸ τὸ Γε­νι­τσα­ρο­χώ­ρι, πό­πε­φτε κα­τὰ τὸ μέ­σα μπου­γά­ζι, ἀλ­λὰ μα­κριὰ ὅ­μως ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα, δί­χως νὰ φαί­νε­ται.
       Ὅ­πο­τε κο­νο­μή­σω λί­γον και­ρό, λο­γα­ριά­ζω νὰ στο­ρή­σω σ’ ἄλ­λη φυλ­λά­δα, ἕ­ναν-ἕ­ναν, κεί­νους ποὺ στα­θή­κα­νε οἱ πιὸ σπου­δαῖ­οι κ’ οἱ πιὸ ἀ­συ­νή­θι­στοι ἀ­νά­με­σά τους.
       Πολ­λοὺς ἀ­π’ αὐ­του­νοὺς δὲν τοὺς ἔ­φτα­ξα, ἀλ­λὰ ἄ­κου­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α τους ἀ­π’ ἄλ­λο στό­μα. Ὁ πιὸ πα­λαι­ὸς ἀ­π’ ὅ­σους ξέ­ρω στά­θη­κε ὁ Γιά­ννης ὁ Βλο­γη­μέ­νος. Ἀ­π’ ὅ­σους ἔ­φτα­ξα ὁ πιὸ σπου­δαῖ­ος ἤ­τα­νε ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης ὁ Βα­σι­λὲς(1), τὸ στοι­χει­ὸ τῆς θά­λασ­σας. Ὕ­στε­ρα ἐρ­χόν­τα­νε μὲ τὴ σει­ρὰ ὁ Λι­βα­νής, ὁ Ψύλ­λος, ὁ Μπι­λά­λης, ὁ Λα­σπί­της, ὁ Ξε­ρο­τρό­χα­λος, ὁ Μπάμ­που­ρας, ὁ Μπαρ­μπά­κος, ὁ Ζα­φεί­ρης, ὁ Ντάν­τι­νας, ὁ Ἀρ­να­ού­της, ὁ πα­λα­βο-Πα­ρα­σκευ­άς, ὁ Γρί­τσας κι ἄλ­λοι πολ­λοί.
       Ἄλ­λοι ἤ­τα­νε στε­ρια­νοί, ἄλ­λοι θα­λασ­σι­νοί, μὰ κ’ οἱ πιὸ πολ­λοὶ οἱ στε­ρια­νοὶ ξέ­ρα­νε ἀ­πὸ θά­λασ­σα, κ’ ἕ­να-δυ­ὸ θα­λασ­σι­νοὶ νο­γού­σα­νε ἀ­πὸ ξο­χα­ρι­κὴ καὶ ξέ­ρα­νε ν’ ἀρ­μέ­ξου­νε. Πο­λυ­τε­χνί­της ἤ­τα­νε ὁ Σίλ­βε­στρος, κα­λο­γε­ρό­δια­κος πού ‘­ξε­ρε τὴ στε­ριὰ καὶ τὴ θά­λασ­σα κα­λά, κ’ ἤ­τα­νε ψάλ­της, θα­λασ­σι­νός, ξο­χά­ρης, τσομ­πά­νης καὶ κα­ρα­βο­μα­ραγ­κός· ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἤ­τα­νε τα­ξι­δε­μέ­νος, ἀ­σκή­τε­ψε καὶ στ’ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, καὶ δὲ λο­γα­ρι­ά­ζε­ται μὲ τοὺς πρω­τι­νούς, ποὺ τοὺς λέ­γα­νε οἱ Τοῦρ­κοι «λι­μὰν μπα­λούκ», δη­λα­δὴ ψά­ρια τοῦ λι­μα­νιοῦ.
       Οἱ πιὸ ἄ­πο­νη­ρευ­τοι ἀ­π’ ἀ­νά­με­σά τους δὲν ἤ­τα­νε πα­γαι­μέ­νοι ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια στὴν πο­λι­τεί­α. Κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ μὲ ρω­τού­σα­νε τί γί­νε­ται ὁ κό­σμος, θυ­μό­μου­να τὴν ἱ­στο­ρί­α τ’ Ἅ­γιου Μάρ­κου, π’ ἀ­σκή­τευ­ε σ’ ἕ­ναν ἔ­ρη­μον τό­πο καὶ πῆ­γε νὰ τὸν εὕ­ρει ἕ­νας κα­λό­γε­ρος καί, σὰν τὸν ηὗ­ρε καὶ μι­λή­σα­νε γιὰ πολ­λά, τὸν ρώ­τη­ξε ὁ ἀβ­βᾶς: «Ἵ­στα­ται ὁ κό­σμος καὶ θάλ­λει κα­τὰ τὸ ἀρ­χαῖ­ον;» Καὶ κεῖ­νος τ’ ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Ναί, πά­τερ, χά­ρι­τι Χρι­στοῦ, καὶ ὑ­πὲρ τὸ ἀρ­χαῖ­ον θάλ­λει πλεῖ­ον ὁ κό­σμος ἕ­ως τὴν σή­με­ρον!» Ἔ­τσι ρω­τού­σα­νε καὶ μέ­να κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι.
       Ὅ­λος ὁ κό­σμος, ὁ οὐ­ρα­νός, ἡ στε­ριά, ἡ θά­λασ­σα, ἤ­τα­νε γε­μά­τος ἀ­πὸ στοι­χειὰ κι ἀ­πὸ πνέ­μα­τα. Τε­λώ­νια βρι­σκόν­τα­νε στὰ σύν­νε­φα καὶ στὸν πά­το τῆς θά­λασ­σας, «νυ­κτο­λά­λα, ἀ­στρο­μα­γι­κά, εἴ­τε ἐν ἄλ­σοις, εἴ­τε ἐν κα­λά­μοις, εἴ­τε ἐν δι­ό­δοις, εἴ­τε ἐν πο­τα­μοῖς πα­ρα­τρέ­χον­τα». Ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α κι ὁ χρι­στι­α­νι­σμὸς ἤ­τα­νε ἀ­να­κα­τε­μέ­να στὴ φαν­τα­σί­α τους, γιὰ τοῦ­το τό ‘χα­νε γιὰ ἕ­να πρά­μα χρι­στια­νὸς καὶ Ἕλ­λη­νας. Πολ­λὰ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὰ πρά­μα­τα λέ­γα­νε πὼς τά ‘­πε ὁ Χρι­στός, ἢ πὼς εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὸ Βαγ­γέ­λιο.
       Οἱ ἄ­γε­ρη­δες, πρὸ πάν­των ὁ βο­ριὰς κ’ ἡ νο­τιά, ἤ­τα­νε στὸ πνέ­μα τους σὰν ἄν­θρω­ποι, ὁ ἥ­λιος, τὸ φε­γά­ρι τὸ ἴ­διο. Τὰ φί­δια ἤ­τα­νε στοι­χει­ω­μέ­να. Ὑ­πάρ­χα­νε δέν­τρα καὶ πη­γά­δια καὶ πέ­τρες ποὺ τά ‘­χα­νε γιὰ ἱ­ε­ρά. Ἡ θά­λασ­σα ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­νη. Τὸ ψω­μὶ ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­νο, δὲν πα­τού­σα­νε πο­τὲς ἀ­πά­νου στὰ ψί­χου­λα, κι ἂν ἔ­πε­φτε χά­μου κα­νέ­να κομ­μά­τι ψω­μί, τ’ ἀ­νε­σπα­ζόν­τα­νε καὶ τὸ προ­σκυ­νού­σα­νε κολ­λών­τας το στὸ μέ­τω­πό τους. Ὅ­πο­τε πί­να­νε κρα­σί, χύ­να­νε λί­γο στὸ χῶ­μα, σὰ νὰ κά­να­νε σπον­δή. Χαι­ρε­τού­σα­νε βά­ζον­τας τὸ δε­ξὶ χέ­ρι στὸ στῆ­θος καὶ γέρ­νον­τας ἀ­λα­φρὰ τὸ κορ­μί τους.
       Οἱ τσομ­πά­νη­δες βλέ­πα­νε πολ­λὲς φο­ρὲς ἕ­ναν τρα­γο­πό­δη στὰ μαν­τριά, ἀ­νά­με­σα στὰ γί­δια καὶ στὰ πρό­βα­τα. Ἅ­μα ἀρ­ρω­στού­σα­νε τὰ πρό­βα­τα, κά­να­νε ξόρ­κια πα­ρά­ξε­να· ἅ­μα τε­λεί­ω­νε τ’ ἄρ­μεγ­μα, βου­τοῦ­σε ὁ τσομ­πά­νης τὸ χέ­ρι του στ’ ἀ­φρι­σμέ­νο γά­λα καὶ ράν­τι­ζε τὰ πρό­βα­τα, μουρ­μου­ρί­ζον­τας μυ­στι­κὰ λό­για. Κον­τὰ σ’ αὐ­τά, τὰ θυ­μι­ά­ζα­νε μὲ χρι­στο­λού­λου­δο, κά­να­νε ἁ­για­σμὸ μέ­σα στὸ μαν­τρὶ μὲ τὸ κο­πά­δι ὁ­λό­γυ­ρα, καὶ κρε­μά­ζα­νε φυ­λα­χτὰ στὸ λαι­μό τους. Τὰ κου­δού­νια δὲν τὰ βά­ζα­νε μό­νο γιὰ νὰ χτυ­ποῦ­νε, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸ μά­τι, ὅ­πως τὶς χάν­τρες. Γη­τει­ές, δη­λα­δὴ μά­για, ποὺ στὴν ἀρ­χαί­α γλώσ­σα λέ­γον­ται γο­η­τεῖ­ες, κά­να­νε πολ­λὲς οἱ Λη­μιοί, πόρ­χουν­ταν ἀ­πὸ τὴ Λῆ­μνο σὲ τοῦ­τα τὰ μέ­ρη ξο­χά­ρη­δες· ἔ­χω δι­α­βα­σμέ­να πὼς αὐ­τοὶ ἀ­πὸ τ’ ἀρ­χαῖ­α τὰ χρό­νια κά­να­νε πολ­λὰ μα­γι­κά.
       Τὸ βό­δι καὶ τὸ πρό­βα­το τά ‘­χα­νε γιὰ βλο­γη­μέ­να, για­τὶ ζε­στά­να­νε τὸν Χρι­στὸ μὲ τὴν ἀ­να­σα­μιά τους τό­τες ποὺ γεν­νή­θη­κε μέ­σα στὸ πα­χνί· τὸ γί­δι ὅ­μως τό ‘­χα­νε γιὰ κα­τα­ρα­μέ­νο. Τὸ γά­δα­ρο βλο­γη­μέ­νον, για­τὶ σή­κω­σε τὸν Χρι­στό, καὶ τ’ ἄ­λο­γο βλο­γη­μέ­νο, για­τὶ τὸ κα­βα­λί­κε­ψε ὁ Ἄ­η-Γι­ώρ­γης. Ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα τὸ πιὸ βλο­γη­μέ­νο ἤ­τα­νε ἡ ἐ­λιά, τῆς Πα­να­γιᾶς τὸ δέν­τρο. Ἡ δάφ­νη, ἡ μυρ­σί­νη, ὁ βα­σι­λι­κός, τὸ δεν­τρο­λί­βα­νο, ὁ α­βα­για­νός, ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­να. Ἡ συ­κιὰ κα­τα­ρα­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό.
       Οἱ θα­λασ­σι­νοὶ πά­λε εἴ­χα­νε γιὰ στοι­χει­ω­μέ­να κά­τι βρά­χους, πέ­τρες, ξέ­ρες καὶ σπη­λι­ές. Ἡ θά­λασ­σα ἅ­για­σε ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ κι ἀ­πὸ τοὺς Δώ­δε­κα Ἀ­πό­στο­λους, ποὺ ἤ­τα­νε θα­λασ­σι­νοὶ ἄν­θρω­ποι, βλο­γη­μέ­να καὶ τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τους, τὰ δί­χτυ­α καὶ τὰ πα­ρα­γά­δια· τὰ δί­χτυ­α ὅ­μως ἤ­τα­νε πιὸ βλο­γη­μέ­να, για­τὶ σκε­δι­ά­ζου­νε σταυ­ρό, ἔ­τσι πού ‘­ναι μπλεγ­μέ­να. Τὸ τε­τρά­γω­νο πα­νὶ ποὺ βά­ζα­νε στὶς βάρ­κες τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τὸ λε­γό­με­νο τέν­τα ἢ φού­σκα ἢ σα­κο­λε­βί­σο, τὸ πρω­το­ηῦ­ρε ὁ Ἄ­η-Νι­κό­λας, γιὰ νὰ μὴν πνί­γουν­ται οἱ ἄν­θρω­ποι, για­τί εἶ­ναι χα­μη­λὸ καὶ φου­σκω­τὸ καὶ ξε­θυ­μαί­νει ὁ ἀ­γέ­ρας. Ὁ Ἄ­η-Νι­κό­λας ηὗ­ρε καὶ τὸ τι­μό­νι μὲ τὰ βε­λό­νια, για­τὶ πρὶν οἱ ἄν­θρω­ποι εἴ­χα­νε γιὰ τι­μό­νι ἕ­να κου­πί, καὶ γιὰ τοῦ­το δὲν τα­ξι­δεύ­α­νε μὲ τὰ πα­νιὰ στὰ ὄρ­τσα, δη­λα­δὴ κα­τα­πά­νου στὸν ἀ­γέ­ρα, ἀλ­λὰ μο­νά­χα πρί­μα καὶ δευ­τε­ρο­πρί­μα.Τὶς κου­ρί­τες πά­λε, μ’ ἄλ­λα λό­για τὰ ρη­χὰ τὰ πε­ρά­μα­τα, ποῦ ‘­ναι ἴ­δια μο­νό­ξυ­λα, ἴ­σια ἀ­πὸ κά­του δί­χως κα­ρί­να, τὰ ηὗ­ρε ὁ Χρι­στός, γιὰ νὰ πλεύ­ου­νε στὰ ἥ­με­ρα καὶ στὰ ρη­χὰ τὰ νε­ρά, κι ἀ­πὸ πά­ν’ ἀ­πὸ τὰ δί­χτυ­α, ἐ­πει­δὴ δὲν πι­ά­νου­νε πο­λὺ νε­ρό.
       Πολ­λὲς φο­ρὲς μοῦ λέ­γα­νε πὼς εἴ­δα­νε γορ­γό­νες νὰ λι­ά­ζουν­ται γιὰ νὰ βου­τᾶ­νε στ’ ἀ­νοι­χτὰ δί­πλα στὴ βάρ­κα, καὶ ἄλ­λα στοι­χειὰ νὰ φτερ­νί­ζουν­ται μέ­σα στὶς σπη­λι­ές, κά­τι ἄλ­λα στοι­χειὰ πά­λε κα­βα­λι­κε­μέ­να ἀ­πά­νου σὲ σκυ­λό­ψα­ρα, ὄ­χι ὅ­μως σὲ δερ­φί­νια, για­τὶ μέ­σα στὸ μπου­γά­ζι δὲν εἶ­χε δερ­φί­νια, σπά­νια νά ‘­χα­νε κα­νέ­να τὰ νε­ρά του καὶ νά ‘μ­παι­νε μέ­σα. Μοῦ λέ­γα­νε καὶ γιὰ κά­ποι­ο στοι­χει­ὸ μὲ γέ­νια μαῦ­ρα, ἥ­με­ρο, π’ ἀ­γα­πᾶ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ὁ Κουν­τεν­τὲς λε­γό­με­νος· πολ­λὲς φο­ρὲς κα­θό­τα­νε στὰ βρά­χια καὶ δὲ μι­λοῦ­σε. Ὅ­ποι­οι λά­χαι­νε νὰ τὸν δοῦ­νε, ἀλ­λά­ζα­νε δρό­μο γιὰ νὰ μὴν τὸν στε­νο­χω­ρέ­σου­νε. Ἴ­σως νά ‘­τα­νε ὁ ἀρ­χαῖ­ος Τρί­τω­νας.
       Στε­ρια­νοὶ καὶ θα­λασ­σι­νοί, εἴ­χα­νε τὴν Ἀ­να­το­λὴ γιὰ βλο­γη­μέ­νη, για­τί ἐ­κεῖ γεν­νή­θη­κε ὁ Χρι­στός, κι ἀ­πὸ κεῖ βγαί­νει ὁ ἥ­λιος, κι ὅ­σοι ἄν­θρω­ποι γεν­νι­οῦν­ται στὴν Ἀ­να­το­λή, εἶ­ναι βλο­γη­μέ­νοι, Ἕλ­λη­νες καὶ Τοῦρ­κοι.

Πηγή: Τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί, ἡ πα­τρί­δα μου (ἐκδ. Ἄγκυρα, 2014).

Φώ­της Κόν­το­γλου (λο­γο­τε­χνι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Φώ­τιου Ἀ­πο­στολ­λέ­λη, Ἀ­ϊ­βα­λί, 1895-Ἀ­θή­να, 1965). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­να­ζή­τη­σε τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα στὴν ἔκ­φρα­ση μέ­σῳ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρά­δο­ση, τό­σο στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­σο καὶ στὸ ζω­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Εἶ­χε ση­μαν­τι­κό­τα­τη συμ­βο­λὴ στὸν χῶ­ρο τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας. Θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς «Γε­νιᾶς τοῦ Τριά­ντα». Μα­θη­τές του ὑ­πῆρ­ξαν ὁ Γιά­ννης Τσα­ρού­χης, ὁ Νί­κος Ἐγ­γο­νό­που­λος, ὁ Κώ­στας Ξυ­νό­που­λος καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Pedro Cazas (Ἀ­ϊ­βα­λί, τυπ. Αἰ­ο­λι­κὸς Ἀ­στήρ, 1918).  Κυ­κλο­φο­ροῦν ἕν­τε­κα τό­μοι ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἀ­στήρ» (1962 κ.ἑ.).