Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

ΕΓΩ; του PETER FLAMM

 

12.02.2026

 

                                ΕΓΩ; του  Πέτερ Φλαμμ

                                   Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 

 

 

Ο  Έριχ Μόσε, γνωστός με το ψευδώνυμο Πέτερ Φλαμμ, γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1891 και απεβίωσε το 1963 (72 χρόνων) στη Νέα Υόρκη. Ήταν ψυχίατρος και μεταξύ των ασθενών του ήταν και ο βραβευμένος με Νόμπελ λογοτεχνίας Ουίλιαμ Φόκνερ. Προσωπικότητες όπως ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Τσάρλι Τσάπλιν και Tόμας Μαν επισκέπτονταν το σπίτι του.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του δημοσίευε επιφυλλίδες και διηγήματα. To μυθιστόρημά του ΕΓΩ; προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, εκδοθέν το 1926 από τον οίκο S.Fischer.

 

 

 

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση - μονόλογος- από τον συγγραφέα ταυτιζόμενος με το κεντρικό πρόσωπο του έργου, τον γιατρό Χανς Στερν και τον ταυτοπρόσωπό του Βίλχελμ Μπέτουχ.  

Έχουμε πολλές σκηνές, μνήμες, διαλόγους και εικόνες, ένα (θραυσματικό) λογοτέχνημα που καλούμαστε να συνδέσουμε το νήμα σε ένα έργο ρεαλιστικό ή μη.

Εγώ; Ή όχι Εγώ; Αναρωτιέται ο πρωταγωνιστής. Είναι άραγε μια σκέψη αδικίας; Είναι ένα ανεκπλήρωτο όνειρο; Ή μια έντονη επιθυμία, ώστε να χωρίζεται το άτομο σε μια σχάση του εαυτού;

 

Ένας τραγικός μονόλογος, με τίτλο ΕΓΩ; και στη συνέχεια ΟΧΙ ΕΓΩ; αφηγείται ένα ψυχολογικό μεταφυσικό έργο για το δράμα ανθρώπου που επιστρέφει ζωντανός από τον ζόφο του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου, νεκρανασταίνοντας στρατιώτη της σειράς του. Ο συγγραφέας ακολουθεί με επιδεξιότητα γράφοντας ένα έργο μοντερνισμού -εν έτει 1926- ως την τέχνη του εξπρεσιονισμού, με λίγα λόγια της μη ρεαλιστικής εικόνας, παρά μόνο στην έκφραση του υποκειμενικού και προβάλλει φόβους, συγκινήσεις και παρεξηγήσεις, ως ένα τρομακτικό παραμύθι που τόσο πολύ οι βόρειοι λαοί ενδιαφέρονται και αγαπούν.

Το θέμα του βιβλίου αντιπολεμικό, πολύσημο, κοινωνικό με αντιθέσεις σε κάθε παράγραφο και εικονικές περιγραφές.

 

Διαβάζοντας το βιβλίο είπα ότι είναι ένα ιστορικό βιβλίο που θα αρέσει σε αρκετές από τις ομοτράπεζές μας, όμως η δομή του έργου, η πλοκή του είναι ένα αμιγές λογοτεχνικό έργο, σε παράλληλες εξιστορήσεις που δύσκολα ξεχωρίζεις τους πρωταγωνιστές, αφού έχεις να κάνεις με τη ζωή και τον θάνατο δυο προσώπων, δυο στρατιωτών κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (28 Ιουλ 1914 – 11 Νοε 1918), που η αμείλικτη ανθρωποσφαγή στοίχισε τη ζωή είκοσι εκατομμυρίων ανθρώπων και επιπρόσθετα 5.17 εκατομμύρια από την Τριπλή Συνεννόηση, 3.4 εκατομμύρια από την Τριπλή Συμμαχία Μ. Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας) και 13-14 εκατομμύρια νεκρούς αμάχους, κυρίως από πείνα, ασθένειες και σφαγές, ενώ η πανδημία της Ισπανικής Γρίπης αύξησε δραματικά τους θανάτους, με εκτιμήσεις να φτάνουν τα 66 εκατομμύρια συνολικά, αν συμπεριληφθούν οι έμμεσοι θάνατοι.

 

Το μυθιστόρημα, ανάμεσα στην ιστορική αλήθεια μας αναφέρει με πειστικότητα, πως ένας ακόμα ζωντανός στρατιώτης στα χαρακώματα και συγκεκριμένα ο  Βίλχελμ Μπέτουχ, σκύβει πάνω στον νεκρό Χανς Στερν, της ίδιας σειράς, και παίρνει (ή κλέβει, αν θέλετε) την ταυτότητα-διαβατήριο του Χανς και χωρίς να σκεφτεί ιδιαίτερα, την ιδιοποιείται. Έτσι, ο φτωχός Βίλχελμ νεκρανασταίνει τον άτυχο Χανς, τυχερό στη ζωή ως γιατρός και αξιωματικός του στρατού και όχι μόνο, εφ’ όσον η οικογένεια του νεκρού η σύζυγος και η μητέρα του τον υποδέχονται ως να ήταν ο Χανς. Άραγε δεν αντιλαμβάνονται την αντικατάσταση; Το σκυλί τους ο Νέρο γιατί του φέρεται εχθρικά και τον τραυματίζει; Γιατί είναι το μόνο μέλος της οικογένειας που καταλαβαίνει τον ξένο που καταχράται την εργασία, την οικογένεια, την αποδοχή, όπως ο νεκρός είχε αφήσει, για να πάει στον πόλεμο;. Ο σφετεριστής συνάμα, με τον σκύλο κατά πόδας, που εντωμεταξύ τον έχει αποδεχτεί, θα πάει και στο δικό του υποδεέστερο σπίτι και οικογένεια, χωρίς βεβαίως να απορρίψει πρώτον τον έρωτα που νιώθει για την Γκρέτε σύζυγο του άτυχου Χανς, ένα κορίτσι γαλανό, με λαμπερά, χρυσοκάστανα μαλλιά  σαν από πίνακα του Τιτσιάνο και δεύτερον τη φήμη και την επιστημοσύνη ως γιατρού. Ένα όνομα  και όπως μας λέει – τι είναι ένας άνθρωπος και το όνομά του;- μάλιστα χαίρεται για το νέο του όνομα, ενώ τον προσέβαλε το πραγματικό του, που ανέκαθεν είχε την ειρωνεία του επωνύμου του «Μπέτουχ», που σημαίνει σεντόνι. Επιπλέον διαπιστώνει ότι του λείπει ο αφαλός και αναρωτιέται αν είναι άνθρωπος, αν είναι ένα όνομα, μια ταυτότητα μόνο και δεν ανήκει σε καμιά κοινωνία ως άνθρωπος σε άλλους ανθρώπους, παρά μόνο με το όνομα γίνεται να ενταχθεί στο κοινό πεπρωμένο των ανθρώπων. Έχει άραγε ταυτιστεί με τη νέα του ταυτότητα; Έχει απορρίψει την δική του οικογένεια, μόνο και μόνο για την επιστημοσύνη του σκοτωμένου Χανς; και την ευμάρειά του; την τάξη του; την γυναίκα του, που ερωτεύτηκε και αγάπησε; Και τι περίεργο που τον αποδέχτηκε η οικογένεια, καθώς και οι γνωστοί και φίλοι του Χανς. Είναι ο ίδιος που δολοφονεί τον φίλο της νέας οικογένειάς του, τον Μπόργκες, που μαντεύει εξ αρχής την αλήθεια και τον ξεσκεπάζει;

 

 

Σημείωση: Επέλεξα απόσπασμα για την ομορφιά όπως ο συγγραφέας που επιμελώς αποκρύβει τον ζόφο του πολέμου,

 

 Απόσπασμα:

…και τότε από τον στενό διάδρομο, στο ρεύμα του αέρα, μέσα στο λευκό φως που τρεμόπαιζε-εμφανίστηκε ξαφνικά το κορίτσι, η γυναίκα από το παράθυρο, χλωμή και χαμογελαστή, με ένα μικρό, άρρωστο, ταπεινό χαμόγελο, τα τρεμάμενα χείλη της, τα λαμπερά μπλε μάτια της να αντικρίζουν τα δικά μου, ώσπου ένα ρίγος διαπέρασε το λεπτό σώμα της, τα μάτια της βυθίστηκαν πίσω από τις μακριές σκοτεινές βλεφαρίδες, και το σώμα της, που είχε ξαφνικά πάρει κέρινη όψη, άρχισε να ταλαντεύεται. Θα έπεφτε αλλά με μια δρασκελιά βρέθηκα δίπλα της και τώρα την κρατούσα στην αγκαλιά μου, τα χλωμά χείλη της κινήθηκαν απαλά, η ζεστή της ανάσα χάιδεψε το πρόσωπό μου, κράτησα τρέμοντας το ζεστό κορμί της, κι εκείνη σαν όνειρο σήκωσε το λεπτό της χέρι, ψηλαφίζοντας με απόγνωση τα μαλλιά μου σαν κάτι να γύρευε. Αργά σήκωσε τις βλεφαρίδες της, και ένα γαλάζιο βλέμμα γεμάτο ανείπωτη τρυφερότητα έλαμψε μέσα από τα μάτια της. Και καθώς δάκρυα, το ένα μετά το άλλο, κυλούσαν ανεξέλεγκτα στα μάγουλά της, τα χείλη της άνοιξαν υγρά και απαλά σε ένα άλυτο φιλί.

 

 

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Η δεσμοφύλακας, του Νίκου Δαββέτα

 

(11.12.2025)

Η δεσμοφύλακας του Νίκου Δαββέτα         Εκδόσεις Πατάκη

Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Νίκος Δαββέτας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα δεκατέσσερα βιβλία (επτά ποιητικά και επτά πεζογραφικά).  Για το μυθιστόρημά του «Άντρες χωρίς άντρες» έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, καθώς και με το Βραβείο Ελληνικού Μυθιστορήματος Athens Prize for Literature. Τέσσερα μυθιστορήματά του, Το θήραμα, Λευκή πετσέτα στο ρινγκ, Η Εβραία νύφη, Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη συμπεριλήφθηκαν στις βραχείες λίστες των κρατικών βραβείων. Η Εβραία νύφη μάλιστα τιμήθηκε το 2010 με το βραβείο μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών.

Το 2010 είχαμε διαβάσει την Εβραία Νύφη και οι γνώμες μας ήταν εξ ολοκλήρου θετικές.

Οι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο «Η δεσμοφύλακας» είναι γιός και μάνα. Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη. Αφηγητής και πρωταγωνιστής του έργου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας.

Ευκολοδιάβαστο βιβλίο, αμέσως μου κέντρισε το ενδιαφέρον της ανάγνωσης και το τελείωσα μέσα σε πολύ λίγο χρόνο. 

Αυτογραφική η διάθεση του συγγραφέα, μνήμες παρελθοντικές, μνήμες πρόσφατες, συγκινητικό, αλληγορικό, στοχαστικό με αλήθειες, με φαντασία, ριπές με χιούμορ, με πολιτικοκοινωνικές και ψυχολογικές καταστάσεις.

Ένα βιβλίο με ρυθμό, με έντονες εικόνες σαν κινηματογραφικές, συμπυκνωμένο, δραματικό χωρίς θερμότητα ή τραγικότητα, μέσα σε 46 κεφάλαια.

Περιγραφή μιας ανθρώπινης πορείας θανάτου και μάλιστα της μάνας του συγγραφέα, που πάσχει από τη γνωστή- φοβερή αρρώστια Αλτσχάϊμερ και φέρει τα πάνω κάτω μιας ταραχώδους ζωής με λύπες, με φτώχιες και ξέφωτα αξιοπρέπειας και αγάπης.

Μια τρομακτική αρρώστια, η Άνοια, που όσοι την έχουμε ζήσει στο περιβάλλον μας, δεν αποφύγαμε μεγάλες στενοχώριες, βάσανα, νεύρα, ταλαιπωρίες, προσπαθώντας να είμαστε όσο το δυνατόν πιο κοντά στον πάσχοντα, ως φροντιστές ακόμα και ιατρονοσηλευτές. Θέλω να πω ότι το βιβλίο με άγγιξε, διαβάζοντας μάλιστα κάποιες παραγράφους που θύμισαν άρρωστο συγγενή μου.

Μνήμες κατακερματισμένες ενός ορφανού από πατέρα παιδιού, που η μάνα, όπως είπε η ίδια τον ανατρέφει σαν μάνα και πατέρας. Ένα παιδί που ντρέπεται να ομολογήσει τη δουλειά της μητέρας, που είναι δεσμοφύλακας στις φυλακές Αβέρωφ. Γιατί άραγε; Οι δεσμοφύλακες είναι βασανιστές φυλακισμένων; Ή βοηθοί τους; Ένα παιδί που διψούσε για μητρικά φιλιά, αγκαλιές και χαμόγελα, όμως πώς να τα βρει, εφ’ όσον εκείνη ήταν και για οκτάωρο καθημερινά φυλακισμένη, ως αντίκτυπο μια φόνισσας, μιας ισοβίτισσας.

Πράγματι, όπως το παιδί αναφέρει είναι δεσμοφύλακας και βιογράφος της κατά την δύσβατη πορεία της προς τον θάνατο.

Ένα παιδί που εύρισκε φιλική συντροφιά στην ανάγνωση βιβλίων και μπορώ να πω ότι η βιβλιοθεραπεία είχε εξαιρετικό αποτέλεσμα, εφ’ όσον ως αφηγητής βρήκε το ξέφωτο της συγγραφής.

Στο κεφάλαιο «Η μεγάλη απόδραση», σας διαβάζω:

«Αυτό δεν είναι το ρολόι σου με το μαύρο λουράκι, είναι το ξυπνητήρι – τι γυρεύει μέσα στην τσάντα;»

«Άσε με να πάω στη δουλειά μου. Χτύπησε κανονικά στις πέντε το ρολόι και στις επτά πρέπει να ανοίξω τη φυλακή. Με περιμένουν. Εγερτήριο, ρόφημα, καταμέτρηση, αναφορά… Μη με καθυστερείς, σου λέω, δεν θα προλάβω… Έρχονται καινούριες από το Μεταγωγών σήμερα. Πρέπει να μου παραδώσουν ρούχα, ζώνες και κορδόνια, κι έπειτα τσίτσιδες, όπως τις έφερε στον κόσμο η μάνα τους, να στηθούν για εξονυχιστική έρευνα από τα’ απόκρυφα ως τον κώλο με το πλαστικό γάντι, έχω δει εγώ ολόκληρο χασισόδεντρο να βγαίνει από πίσω… Θα μου πάρει μετά και καμιά ώρα ο έλεγχος στις βαλίτσες και τα δέματα. Να το ξέρεις, γλυκά, βιβλία και φρούτα κρύβουν συνήθως «θησαυρούς». Άμα δεις Αγία Γραφή, σίγουρα κάτι ύποπτο κρύβει στις σελίδες της. Κούκλες και αρκουδάκια ξεκοιλιάζονται, χρααααπ, επιτόπου, αλλιώς αργότερα θα γεννήσουνε μπελάδες…»

Σφιχταγκαλιάζει το ξυπνητήρι σαν να κρατά βρέφος. «Οι δείχτες του» φωνάζει, «κάτι έπαθαν οι δείχτες του, και δεν μπορώ να δω την ώρα. Είναι πέντε το πρωί ή πέντε το απόγευμα; Πρέπει να προλάβω το λεωφορείο… Κάνε πέρα. Θα βγω».

Την πιάνω αγκαζέ. «Μαζί θα βγούμε, ως για κοπάνα. Αρκετά τιμωρήθηκες. Δεν θα μπορέσεις ποτέ να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που αποφάσισαν να γίνεις.


Τζένη Μακαριάδη

 Για την Δημοτική Λέσχη Ανάγνωσης, Διονύσου

 

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

ΤΟ ΠΑΙΔΙ, μυθιστόρημα του Φερνάντο Αραμπούρου, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

Αύγουστος 2025

 

Το παιδί

Μυθιστόρημα του Φερνάντο Αραμπούρου, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

 

Ο Φερνάντο Αραµπούρου γεννήθηκε στο Σαν Σεµπαστιάν το 1959. Σπούδασε ισπανική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Σαραγόσα και από το 1985 µένει στη Γερµανία. Υπήρξε µέλος του Grupo CLOC de Arte y Desarte. Είναι ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς πεζογράφους και έχει τιµηθεί µεταξύ άλλων µε το Bραβείο Tusquets για το µυθιστόρηµά του Τα χρόνια της βραδύτητας ,το Βραβείο Biblioteca Breve 2014 για το Avidas Pretensiones, καθώς και το Βραβείο της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδηµίας, το Βραβείο Mario Vargas Llosa και το Βραβείο Dulce Chacon για τη συλλογή διηγημάτων του Los peces de la amargura .Το 2016 κυκλοφόρησε το µυθιστόρηµά του Πατρίδα (το οποίο θεωρείται ένα από τα σηµαντικότερα ισπανόφωνα βιβλία της εποχής µας και µεταφράστηκε σε περισσότερες από 35 γλώσσες, ενώ έχει τιµηθεί µε κάποια από τα µεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία. Tο 2021 κυκλοφόρησε το µυθιστόρηµα Τα πετροχελίδονα που µεταφράστηκε σε περισσότερες από 20 γλώσσες.

 

Ο συγγραφέας μας προκαλεί στην ανάγνωση του βιβλίου με τον τρόπο που το έγραψε. 1) Μιλάει το ίδιο  το κείμενο σε πρώτο πρόσωπο, 2) μιλάει ο αφηγητής σε τρίτο πρόσωπο, 3) διαλέγονται οι βασικοί χαρακτήρες του έργου: Ο Νικάσιο παππούς, του εξάχρονου Νούκο και πατέρας της Μαριάχε, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Μαριάχε μητέρας του αδικοχαμένου Νούκο, ο σύζυγος της Μαριάχε Χοσέ Μιγκέλ πατέρας του Νούκο και, τα αποσπάσματα του κειμένου που, κατά τη γνώμη μου, δίνουν την τελική μορφή της ιστορίας ή τουλάχιστον την συμπληρώνουν.

Το έργο αναφέρει με λεπτομέρειες μια αληθινή ιστορία που συνέβη στις 23 Οκτωβρίου 1980, ημέρα Πέμπτη, όταν πενήντα μαθητές ηλικίας πέντε και έξι ετών, καθώς και τρεις ενήλικες, έχασαν τη ζωή τους από έκρηξη προπανίου σ’ ένα σχολείο της Ορτουέγια, της Ισπανίας, στη Χώρα των Βάσκων.

Προσωπικά όσο και να έχει κανείς τη δεινότητα, όπως ο σπουδαίος Αραμπούρου, να ξεφύγει ενός δραματικού έργου, αναφερόμενο ακόμα και δημοσιογραφικά, μπορείς να πεις ότι συγκλονίζει από μόνης της μια ιστορία με πενήντα σκοτωμένα παιδιά και, το πώς αντιμετωπίζεται από μητέρα, πατέρα, παππού, που είναι με στενά δεσμά αγάπης, αφοσίωσης, λατρείας  με τον μοναδικό εξάχρονο παιδί της οικογένειας, τον μικρό Νούκο.  Είναι γροθιά στο στομάχι, ο αδιαίρετος πόνος, εκείνος που δεν αναλύεται σε μικρά κομμάτια. Τον φέρει κανείς ολοκληρωτικά στην ψυχή του.

Λέγοντας τα παραπάνω, πιστεύω ότι ο συγγραφέας με τρόπο ωμό εισέρχεται στην ψυχοσύνθεση των ηρώων του, ώστε να αποφύγει το μη λογοτεχνικό, να δραματοποιεί γεγονότα, περιγράφοντάς τα χωρίς να επηρεάζει ή παρασύρει από συναισθήματα. Εντούτοις (κατ’ εμέ) συγκινεί τον αναγνώστη από πλήθος συναισθημάτων, που ωθούν τους πενθούντες σε αγωνιώδεις καταστάσεις, όπως απώλεια επαφής με την πραγματικότητα και ψευδαισθήσεις με λανθασμένες ενέργειες.

Δίνει έμφαση, μπαίνει βαθιά στην ψυχολογία των πενθούντων, αλλά και του αναγνώστη, που μπορεί να ταυτιστεί, χτυπώντας ξύλο εκατό φορές και φτύνοντας άλλες τόσες τον κόρφο του.

Η ιστορία του παππού, η ζωή που ακολουθεί μετά τον άδικο θάνατο του πολυαγαπημένου του, μοναδικού εγγονού, του Νούκο, ενός από τα πενήντα παιδιά που σκοτώθηκαν, ενώ ήσαν στο σχολείο τους, από έκρηξη αερίου, κατά την διάρκεια ηλεκτρολογικών επισκευών, είναι μια αληθινή ιστορία, όπως προαναφέρθηκε. Είναι, άραγε, αποδεκτό και παρηγορητικό το σκηνικό που στήνει ο παππούς, ώστε ο ψυχικός ή και σωματικός πόνος, της απώλειας του πολυαγαπημένου του εγγονού, να εξομαλυνθεί; Μοιάζει, κι αυτό το αντιλαμβάνεται η κόρη του η Μαριάχε, και μητέρα του Νούκο, όταν ο παππούς ανελλιπώς  πηγαίνει στο νεκροταφείο, να συνοδέψει το παιδί στο σχολειό, όπως είχε αναλάβει να κάνει αποκλειστικά και μόνο ο ίδιος. Μοιάζει επίσης, να το υποστηρίζει η Μαριάχε, όταν ξαναστήνει το δωμάτιο του αδικοχαμένου παιδιού με όλα του τα πράγματα και παιχνίδια κι εκεί συνεχίζει την κουβέντα με το αγαπημένο του εγγόνι όπως όταν ήταν ζωντανό. Καλύτερα να μην μάθουμε ποτέ πώς ένας γονιός, πώς ένας παππούς, όπως ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, σκυμμένος στα κρύα μάρμαρα του τάφου, συνομιλεί με το πεθαμένο αγόρι· καλύτερα να μην ακούσουμε τι αφηγείται ο άμοιρος παππούς στο εγγόνι του, στον ιδιωτικό και μόνο χώρο του παιδικού δωματίου.  

 Η δραματική μαρτυρία της μητέρας για τα γεγονότα, η συμπαράστασή της στον πατέρα της, οι σκέψεις για τον άφατο πόνο και συγχρόνως η ορθοέπεια των σκέψεών της για την συνέχεια της ζωής, στην καθημερινότητά της. Άραγε γεννώντας μια νέα ζωή, όπως ο σύζυγός της, Μιγκέλ, ερωτευμένος ακόμα μαζί της, επιθυμεί,  μπορεί να αφήσει στη λησμονιά το πεθαμένο της παιδί; Άραγε το παιδί που τόσο έχουν ανάγκη, γιατί δεν έρχεται; Ποια είναι η αλήθεια; Γιατί η αποκάλυψη, σε σύνδεση με τον θάνατο του παιδιού, οδηγεί τον Χοσέ Μιγκέλ στην αυτοκτονία;



 

Απάνθισμα:

* Ξέρω μόνο ό,τι θυμάμαι· και, πιστέψτε με, θυμάμαι όλο και λιγότερα ίσως επειδή έχω γεράσει (έχω περάσει προ πολλού τα εβδομήντα, αν και λένε ότι φαίνομαι νεώτερη), ίσως επειδή οι εικόνες του παρελθόντος με πληγώνουν περισσότερο απ’ όσο είμαι διατεθειμένη να παραδεχτώ και έχω συνηθίσει να αποφεύγω. Σας διηγήθηκα τις προάλλες ότι έφυγα από το σπίτι φορώντας την ποδιά μου και ότι, προτού φτάσω στην εξώπορτα, γύρισα πίσω. Ποτέ πριν δεν είχα μιλήσει γι’ αυτό σε κανέναν, ούτε καν στον σύζυγό μου. Τέτοια μικροπράγματα θυμάμαι. Το μάτι της κουζίνας που, μέσα στη βιασύνη μου, ξέχασα να σβήσω. Τα ρεβίθια με τσορίθο (λυκάνικο) και τα μάτια μου στον καθρέφτη. Συγχωρέστε με.

Ανηφόρισα με τα πόδια στο σχολείο με την αγωνία να μου σφίγγει το στήθος,  σίγουρη ότι στο παιδί μου είχε συμβεί κάτι σοβαρό, ταυτόχρονα όμως ψάχνοντας γύρω μου, στους φανοστάτες, στα αυτοκίνητα, στις προσόψεις, για ενδείξεις που, παρακαλούσα μέσα μου, θα διέψευδαν το κακό προαίσθημα. Ένιωσα να ασφυκτιώ ακούγοντας εκεί κοντά τις σειρήνες των ασθενοφόρων ή ίσως της πυροσβεστικής και της αστυνομίας. Ούτε μια ούτε δύο.. Φοβερός σαματάς!

*Έκανα όλη τη διαδρομή μιλώντας στον Θεό. Ο Θεός ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος με λευκή γενειάδα, τον οποίο φανταζόμουν να περπατάει δίπλα μου. Τον ικέτεψα να μη μου πάρει τον Νούκο. Μου ήρθε ξαφνικά αυτή η θρησκευτική παρόρμηση. Υποθέτω ότι οφειλόταν στον φόβο, επειδή την εποχή εκείνη δεν ήμουν ιδιαίτερα ευσεβής. Όσο χρειαζόταν, όσο απαιτεί η συνήθεια, και μέχρι εκεί.

*Μετά τα γεγονότα του σχολείου πέρασα αρκετές περιόδους ζήλου· αλλά ήταν όλο και λιγότερο έντονες και πιο αραιές, ώσπου έφτασα στο σημείο της πλήρους έλλειψης πίστης, που μάλλον θα με συνοδεύει για το υπόλοιπο της ζωής μου.

 Τζένη Μακαριάδη, για τη Δημοτική Λέσχη Διονύσου

Σάββατο 31 Μαΐου 2025

Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους, του Μίνωα Ευσταθιάδη. Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

31.05.25.

 

Εισήγηση, Ευγενίας Μακαριάδη, του βιβλίου «Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους», του Μίνωα Ευσταθιάδη, για την Λέσχη Ανάγνωσης Δημοτικής Βιβλιοθήκης Διονύσου.

 Μίνως Ευσταθιάδης (γεν. 1967) σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Ανόβερο. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα Έξοδος (Ανατολικός, 2001), Χωρίς γλώσσα (Καστανιώτης, 2004) και Το δεύτερο μέρος της νύχτας (Ωκεανίδα, 2014) που εκδόθηκε στα γερμανικά (Acabus, 2014).

Το μυθιστόρημά του Ο Δύτης (Ίκαρος, 2018) εκδόθηκε στα γαλλικά (Actes Sud, 2020) και στα αραβικά (Al Arabi, 2023). Βρέθηκε στη βραχεία λίστα των βραβείων Athens Prize for Literature (Ελλάδα), Violeta Negra Occitanie (Γαλλία) και Prix du Livre Europeen (Ευρώπη). Το μυθιστόρημά του Κβάντι (Ίκαρος, 2020) εκδόθηκε στα γαλλικά (Actes Sud, 2023). Το μυθιστόρημά του Σχέδια του χάους (Ίκαρος, 2022) θα κυκλοφορήσει στα γαλλικά από τον Actes Sud το 2025 και έχει υπογραφεί Option για την τηλεοπτική του μεταφορά. Ζει κοντά στη θάλασσα.

********

Ένα συναρπαστικό βιβλίο θρίλερ, που δεν το αφήνεις απ’ τα χέρια σου (page-turner), με πολλά στοιχεία νουάρ λογοτεχνίας, είναι το έργο του Ευσταθιάδη με τον πετυχημένο-αληθινό τίτλο, που εκφέρεται από καταδικασμένο σε ισόβια κάθειρξη, στις φυλακές υψίστης ασφαλείας  της πόλης Στράουμπινγκ Βαυαρίας, «Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους».

Είχα γράψει ακριβώς τις ίδιες δυο πρώτες σειρές αρχίζοντας την εισήγησή μου, για το έργο του Ευσταθιάδη «Ο Δύτης». Ο τρόμος με συνεπήρε από τις πρώτες σελίδες, όμως η περιέργεια για το ότι δεν είναι κάτι παρά «μαγικός ρεαλισμός,» συνέχισα, ας πούμε, απτόητη, ενώ η ευαισθησία μου με κινητοποιούσε να μεγιστοποιώ την κάθε σκηνή του έργου. Έτσι, γίνομαι ο Δρ. Γουάτσον - βοηθός του συγγραφέα-, στην έρευνα για τον πραγματικό δράστη, μετρώντας τα κατά, τα υπέρ, τις αντιθέσεις, τις αμφιβολίες και τα παιδαριώδη επιχειρήματα της ανάκρισης. Ενόσω αθωώνω τους καταδικασμένους,  αναθεματίζω το κάθε νομοθετικό πλαίσιο -που ελαφρά τη καρδία- φυλακίζει τον οποιονδήποτε, χωρίς  να λαμβάνει υπόψη «το τεκμήριο αθωότητας» σύμφωνα με το οποίο κάθε άτομο που κατηγορείται για οποιοδήποτε έγκλημα θεωρείται αθώο, έως ότου αποδειχθεί η ενοχή του.

Ο Μίνωας Ευσταθιάδης, έγραψε ένα έργο βασισμένο σε αληθινά γεγονότα. Έγραψε μια μελέτη, μια σπουδή (αν θέλετε) σχετική με το νομοθετικό πλαίσιο της ισόβιας φυλάκισης στη Γερμανία, που επιβάλλεται για σοβαρά εγκλήματα, όπως δολοφονία ή άλλα εγκλήματα, που προβλέπονται από το ποινικό δίκαιο. Στην υπόθεση του βιβλίου, πρόκειται για δυο ειδεχθή εγκλήματα, με ένα κοινό ύποπτο αποτύπωμα, όπου έχουν φυλακιστεί ισοβίως δυο άνθρωποι, ως εγκληματίες, ο ένας από τους οποίους,  ο νεαρός Φρέντερικ Τάλερ, έδωσε συνέντευξη στον συγγραφέα.

Το πρώτο αποκρουστικό έγκλημα που περιγράφει το βιβλίο, συνέβη το 1981 με την εξαφάνιση της 10χρονης Ούρσουλα Χέρμαν, που τελικά βρέθηκε νεκρή,  θαμμένη στο δάσος, κλεισμένη σ’ ένα κιβώτιο. Οι αρχές συνέλαβαν τον Αρτούρο Ζαμιάτιν και τον καταδίκασαν. Το δεύτερο επίσης ειδεχθές έγκλημα έγινε το 2006 όταν δολοφονήθηκε η Σαρλότε Μπέρινγκερ μέσα στο σπίτι της με είκοσι και πλέον τσεκουριές. Καταδικάστηκε ο νεαρός Φρέντερικ Τάλας ανιψιός της πάμπλουτης Σαρλότε, παρκαδόρος στο πολυώροφο πάρκινγκ-επιχείρηση ιδιοκτησίας του θύματος. Ένας ολόκληρος όροφος πάνω από το πάρκινγκ είναι το σπίτι της Σαρλότε, μέσα στο οποίο έγινε το έγκλημα.  Οι αρχές χωρίς αδιάσειστα στοιχεία ενοχοποιούν τον νεαρό Τάλερ.       

Ο συγγραφέας, ως ντεντεκτιβ, ερευνά παράλληλα τα δυο αυτά εγκλήματα και με λεπτομερείς αναφορές στη ζωή των καταδικασμένων, δίνει τις δυο όψεις του νομίσματος· ναι μεν είναι ο κατηγορούμενος δολοφόνος, αλλά θέτει επί τάπητος ενδείξεις ενοχής,  χωρίς να πείθουν, παρά μόνο πώς να κλείσουν δυο σοβαρές δικαστικές υποθέσεις, ώστε να μη θιγεί το κύρος της δικαιοσύνης. Αποδείξεις απτές που να στοχεύουν τους εγκληματίες είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Ο αναγνώστης μένει ενεός, εφ’ όσον μπορεί ο οποιοσδήποτε να φυλακιστεί σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, μπουντρούμια στη γλώσσα μας, όπως οι γερμανικές φυλακές, γιατί δεν δύνανται τα επιχειρήματά του να πείσουν το σύστημα των ανακρίσεων, που όπως φαίνεται γίνεται διάφορο και μόνο για την απολυταρχία του νομοθετικού συστήματος.     

Ευανάγνωστο, απολαύσιμο βιβλίο, με τη γνωστή γραφή του συγγραφέα που λέξη λέξη καλύπτει απ’ όλες τις μεριές και με λεπτομέρειες τους χώρους, τον χρόνο, τους βασικούς ήρωες των δυο φρικιαστικών εγκλημάτων, οπωσδήποτε και με τις υποστηρικτικές νομικές του σπουδές μας αφήνει με την ανέλπιδη πίκρα της δικαίωσης. Μόνο στο τέλος μετά από μακροχρόνια φυλάκιση του ενός των καταδικασμένων, αναφέρεται  ότι βρέθηκε ένας από τους βασικούς εκτελεστές του πρώτου εγκλήματος. Πολλά τα ψυχολογικά, κοινωνικά και ιστορικά ντοκουμέντα της χρονικής περιόδου των εγκλημάτων.

 

Απάνθισμα:
Διάφορα στοιχεία είχαν εμφανιστεί γύρω από την υπόθεση. Οι ανακριτικές αρχές, με την πεποίθηση ότι επρόκειτο για κάποιο είδος παζλ αποφάσισαν να συνταιριάξουν τα διάσπαρτα κομμάτια του. Μπορεί η προσπάθειά τους να ήταν κάπως βεβιασμένη στο τέλος όμως θα έπρεπε να σχηματιστεί το πρόσωπο του ανθρώπου με το σφυρί στο χέρι. Έτσι δεν γίνεται κατά κανόνα; Κανείς δεν μπορούσε και δεν ήθελε να διανοηθεί την ύπαρξη μιας ανωμαλίας, μια μαύρης τρύπας. Τα παζλ παραμένουν πάντα δημοφιλή, ακριβώς επειδή γεννούν την αίσθηση της ασφάλειας. Δεν λείπουν ούτε περισσεύουν κομμάτια.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

ΝΕΡΑΤΖΙΑ της ΤΖΟΧΑ ΑΛΧΑΡΘΙ

 

(15.05.2025)

 

Εισήγηση της Ευγενίας (Τζένης) Μακαριάδη,

για τη Δημοτική Λέσχη Διονύσου, του βιβλίου της Τζόχα Αλχάρθι, με τίτλο «ΝΕΡΑΝΤΖΙΑ».  Η Τζόχα Αλχάρθι, (γεν.1978) είναι συγγραφέας και ακαδημαϊκός από το Ομάν, γνωστή  για το μυθιστόρημά της Celestial Bodies, όπου κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Man Booker το 2019.

 

Μικρές συγκινητικές ιστορίες της Τζόχα Αλχάρθι, ποιητικά-λυρικά γραμμένες.

Η αφηγήτρια Ζοχούρ από το Ομάν, φοιτήτρια στο Λονδίν, αναθυμάται τα ήθη και έθιμα της πατρίδας της, τα παιδικά της χρόνια, επικεντρωμένη ιδίως σ’ ένα σημαντικό και άξιο πρόσωπο της οικογένειάς της, την γιαγιά Μπιντ Αάμιρ. Ρέει η γραφή της συγγραφέα ευανάγνωστη, εικονοποιητική και συνειρμική.

 

Η Ζοχούρ νιώθει ενοχές εφόσον στα γεράματα της γιαγιάς Μπιν Αάμιρ, ήταν απόμακρη και ομολογεί πόσο πολύ την ενοχλούσαν οι γεροντικές οσμές της γιαγιάς καθώς και η δυσοσμία των ούρων της. Πλέκοντας πόντο πόντο τις ζωές των ανθρώπων φίλων και συγγενών του Ομάν και παράλληλα του φοιτητικού κόσμου του Λονδίνου που σπουδάζει, η αφηγήτρια μας επεξηγεί μέσα από αναμνήσεις και συναισθήματα το τότε και τώρα της ζωής της και τις διαφορές ανάμεσα στις κουλτούρες Δύσης και Ανατολής.

 

Όπως η γιαγιά Μπιντ Αάμιρ πολλές φορές ιστορούσε τη ζωή της σαν παραμύθι, η Ζοχούρ έτσι ακριβώς την εννοούσε, μια παραμυθητική σύνθεση. Τώρα, έχει τη ροπή  της ανασύνθεσης του ανήκειν, αλλά που τελικά με τον τρόπο της ομολογεί πως τελικά δεν ανήκει πουθενά.

 

Ο πατέρας της Μπιν Αάμιρ ήταν σπουδαίος καβαλάρης και εκπαιδευτής αλόγων. Όταν πέθανε η γυναίκα του έμεινε χήρος με δυο παιδιά, ο πατέρας ξαναπαντρεύτηκε και η μητριά τον κατάφερε να διώξουν τα δυο παιδιά του. Στη συνέχεια έκαναν δυο κόρες.  Διωγμένη η γιαγιά και μόνη, εφ’ όσον πέθανε από κακουχίες και ο αδελφός της. Η γιαγιά πέθανε χωρίς οικογένεια και με απραγματοποίητο το όνειρό της να έχει δικό της ένα χωράφι με οπορωφόρα δέντρα και μάλιστα νερατζιές. Η νερατζιά, το αγαπημένο της δέντρο, που όταν πέθανε εκείνη ξεράθηκε κι αυτή. Η Ζοχούρ παραλληλίζει τη ζωή της, ένα τρίγωνο με την συμφοιτήτριά της Κοχλ και τον σύντροφό της Ιμράν, ένα κρυφός έρωτας, ένα τρίγωνο, κάτι αντίστοιχο της γιαγιάς με τον Σαλμάν και την Αθοραγιά, που την μάζεψαν διωγμένη κι έγινε η γιαγιά με αγάπη για τα παιδιά-εγγόνια και για όλες τις ανάγκες της οικογένειας, όπως κάνουν οι περισσότερες γιαγιάδες του κόσμου.

 

Η αποθυμιά της γιαγιάς για κάποιον που ήθελε να την παντρευτεί και δεν την έδωσε ο πατέρας της. Η αποθυμιά να αποκτήσει μια χρωματιστή μαντίλα, μια μάσαρ,  όπως όλες οι νέες γυναίκες με δαχτυλίδια ολόγυρα και πώς την απόκτησε αγοράζοντάς την βερεσέ, από έναν αισχρό και φιλάργυρο έμπορο.

 

Το μοναδικό της ταξίδι στο νοσοκομείο Ράχμα και η απογοητευτική γνωμάτευση του γιατρού Τόμας, για την τυφλότητά της από το ένα μάτι, ότι δεν υπάρχει θεραπεία.

Η αποθυμιά για ένα ζευγάρι γυαλιά.

Η μεγάλη της ανάγκη για συντροφιά απ’ τα παιδιά που μεγάλωσε, τα παιδιά-εγγόνια των αγαπημένων της Σαλμάν και Αθοραγιά και οι φωνές της ως ερινύες στ’ αυτιά της Ζοχούρ.

«Ζοχούρ Ζοχούρ, μη φεύγεις. Μείνε λίγο μαζί μου, μη φεύγεις»

 

 

Σύμβολα ο χαρταετός ίσον η ελευθερία. Η νεραντζιά και το χωράφι που ποτέ η γιαγιά δεν είχε στην κυριότητά της και δεν είναι άλλο, παρά η επιβίωση των ανθρώπων της αγροτιάς.

Στο βιβλίο υπάρχουν πολιτικές αναφορές και ταξικές διαφορές όπως οι φοιτητές του Λονδίνου άλλοι της αστικής τάξης και οι άλλοι που προέρχονταν από την αγροτική - τάξη των φτωχών. Επίσης επισημαίνει τις γυναικείες ανισότητες στην κοινωνική ή επαγγελματική ζωή και τον γάμο ως ολοκλήρωση της γυναίκας στην Ανατολή.

 

Απανθίσματα:

Το πρόσωπο της γιαγιάς μου γέμισε το σκοτάδι φωτίζοντάς το με το αχνό του φως. Εκείνο το στόμα υπήρξε άραγε ποτέ νεανικό; Δεν την είχα ζήσει παρά μόνο όταν ήταν μεγάλη και κανείς δεν την είχε τραβήξει έστω μια φωτογραφία προτού εμφανιστούν οι πρώτες ρυτίδες. Όλες είχαν χαραχτεί, μία προς μία, γύρω από το στόμα της και ήταν αργασμένο από τον μόχθο της ζωής. Ρυτίδες που παρουσιάστηκαν προτού κάποιος άντρας περάσει τα δάχτυλά του από πάνω τους, προτού τα χείλη του αγγίξουν το δέρμα της νεαρής γυναίκας.

 

Κι εκείνο το στήθος που πάνω του όλοι μας κοιμηθήκαμε μέχρι να μεγαλώσουμε έθρεψε πράγματι τον πατέρα μου; Θήλασε απ’ αυτό; Είχε μόλις αρχίσει να φουσκώνει όταν εκείνος ο μαγαζάτορας το πρόσεξε τη δεκαετία του ’20, κι έφτασε σε πλήρη άνθιση για να γίνει το σπίτι του πατέρα μας και στη συνέχεια το δικό μας. Έπειτα κατέρρευσε, μαράζωσε χωρίς ούτε ένας άντρας να έχει καταφύγει στην αγνότητά του, χωρίς να έχει μείνει εκεί, χωρίς να έχει ζήσει μέσα στη ζεστασιά του.

 

Ένιωσα την ίδια ανησυχία που με είχε κατακλύσει όταν οι γυναίκες που έπλεναν του νεκρούς την περικύκλωσαν και της αφαίρεσαν τα ρούχα. –Μην  της τα βγάζετε! Αφήστε την να φορά ό,τι φορούσε όλη της τη ζωή! Φώναξα δυνατά.


Η αγωνία με κατέκλυσε εκ νέου και με τράβηξαν σ’ ένα σημείο απ’ όπου μπορούσα να παρακολουθώ το θέαμα από μακριά. Έβλεπα το σώμα της γιαγιάς μου κάτω απ’ το έλεος των ξένων χεριών· το σώμα εκείνο που σ’ όλο τον μακρόχρονο βίο της κανένα χέρι δεν το είχε αγγίξει. Κάποια γυναίκα ακούμπησε το χέρι της στον ώμο μου λέγοντας: -Ησύχασε, Ζοχούρ! Θα τη σκεπάσουμε με το σάβανο, θα κρυφτεί κάτω από στρώσεις υφασμάτων.

 

Τους είδα να σκίζουν τη μάσαρ που σκέπαζε τα μαλλιά της. Τα κρατούσε καλυμμένα αλλά ξεχύθηκαν παντού σε άσπρα κύματα, τα μαλλιά που τα λούζαμε και τα’ αλείφαμε με λάδι όταν δεν μπορούσε πλέον να τα λούζει και να τα αρωματίζει μοναχή της. Τους έβαλαν οούντ και μόσχο και καμφορά. Μάαχ. Το έκαναν όπως ποτέ δεν είχες φανταστεί ότι μπορούσαμε εμείς να το κάνουμε τα τελευταία σου χρόνια πάνω στον μάταιο τούτο κόσμο. Ράντισαν με άρωμα τα άσπρα κυματιστά μαλλιά σου που κανένας σύζυγος δεν κατέφυγε στη σκιά τους. Ο γιος και τα παιδιά του μόνο αναζητούσαν εκεί σκιά.

                        ………….------------------------……………