Σάββατο 16 Μαΐου 2026

 

14.05.2026

 

Ευγενία (Τζένη) Μακαριάδη,

Για την Δημοτική Λέσχη Ανάγνωσης Διονύσου

                                    .

James Joyce

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ

 

Ο Τζέιμς Τζόις (1882-1941), κορυφαίος Ιρλανδός μοντερνιστής, επηρεάστηκε βαθιά από τον ρεαλισμό του Γκυστάβ Φλωμπέρ, την ψυχολογική εμβάθυνση του Άντον Τσέχοφ και την ιρλανδική πραγματικότητα. Η γραφή του, ειδικά στους "Δουβλινέζους", συνδυάζει νατουραλιστικά στοιχεία με την ανάγκη του καλλιτέχνη να είναι "απών" και αντικειμενικός, επηρεασμένος από τον Φλωμπέρ.

 

 "Οι Νεκροί" του Τζέιμς Τζόις είναι ένα εμβληματικό διήγημα που κλείνει τη συλλογή "Δουβλινέζοι" και θεωρείται ένα από τα κορυφαία έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Είναι γνωστό ότι ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ είναι προετοιμασία του έργου Οδυσσέας. Ποιητική γραφή, εμφαντικός ο συγγραφέας στην ψυχολογική εμβάθυνση του ανθρώπου. Πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, μελαγχολία, ο καιρός μουντός, λεπτομερείς περιγραφές εύπορου κλειστού περιβάλλοντος νεκρών και ζωντανών, ψυχολογεί την οικογένεια και το περιβάλλον. Φλεγματικό χιούμορ, η Ιρλανδικότητα και η ιθαγένεια, η μανία του. Θεωρείται ανανεωτής λογοτέχνης.

 Σε τρεις φράσεις του έργου, που αφουγκραζόμαστε από τον πρωταγωνιστή, τον Γκέιμπριελ Κόνροϊ, οδηγούν σε σκέψεις χρόνια κρυμμένες στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης: ότι οι νεκροί δεν είναι μόνο αυτοί που έχουν φύγει, αλλά και όσοι ζουν χωρίς να ζουν πραγματικά. Η φράση «πεθαμένοι της ζωής» μας κάνει να αναρωτηθούμε, μήπως και εμείς είμαστε ήδη νεκροί σε κάποια πράγματα.

Μια παραδοσιακή οικογενειακή γιορτή, μάλλον Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιάς, συγγενείς και λίγοι φίλοι, διαδραματίζεται στις απαρχές του περασμένου αιώνα, στο Δουβλίνο, στο εύπορο σπίτι, των ηλικιωμένων Κέιτ και Τζούλια μαζί με την ανιψιά τους Μαίρη-Τζέιν. Μια χοροεσπερίδα, που γίνεται κάθε χρόνο, με λουκούλλεια εδέσματα, όπου γνωρίζουμε συγγενείς, φίλους των ηλικιωμένων γυναικών, ανθρώπους γελαστούς νέους, γέρους, παιδιά, στιγμές χαράς, μουσικής, χορού, αλλά και κούρασης. Στιγμές απογοήτευσης, στιγμές πόνου και ντροπής για έναν συγγενή που μπαίνει τρεκλίζοντας (από την καθημερινή κραιπάλη) στο σπίτι με τόσους επίσημους καλεσμένους και κάποιες επώδυνες στιγμές ενός  ανεκπλήρωτου έρωτα, της Γκρέτα, συζύγου του Γκέιμπριελ, (πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες του έργου) που εξομολογείται μετά από ένα τραγούδι, που ακουγόταν εκείνη την ώρα, ότι της θύμισε έναν νεανικό της έρωτα, και ξέσπασε σε κλάματα. Ο συγγραφέας μας επισημαίνει την άγνοια του Γκέιμπριελ, όσων την αφορούν, αποξένωση μετά από πολύχρονο έγγαμο βίο.

Ο Γκέιμπριελ είναι αγαπημένος ανιψιός της Τζούλιας και Κέιτ, (των ηλικιωμένων γυναικών, που κάνουν το πάρτι),  πιστός στον θεσμό του γάμου και ερωτευμένος με την σύζυγό του, την πανέμορφη Γκρέτα. Μετά την αποκάλυψη της γυναίκας του για τον νεανικό της έρωτα, σκεφτόταν ότι ο νεαρός –παρότι πεθαμένος- έχει τη δύναμη, μέσω της μνήμης, να εισβάλλει ακόμα στην ψυχοσύνθεσή της, έτσι ώστε να καθορίζει τα πάθη και τις επιλογές της. Καθώς η καρδιά της έχει κλειδώσει την εικόνα των ματιών του εραστή της, μέχρι σήμερα.

Ο Γκέιμπριελ Κόνροϊ, βιώνει συναισθηματικές ανατροπές, νιώθει ζήλια, για ένα νέο παιδί που σηκώνεται άρρωστος από το κρεβάτι του, πάει κάτω από το παράθυρο της νεαρής Γκρέτα, να την αποχαιρετήσει και στέκεται εκεί, ενόσω το χιόνι πέφτει, προπομπός του τέλους του. Νιώθει τον νεκρό να ανατρέπει έναν κατά τα φαινόμενα πετυχημένο έρωτα και να θεωρεί τον εαυτό του, έτοιμο να ταξιδέψει δυτικά.

 

*--Από το βιβλίο: Ένας ένας όλοι γίνονται σκιές. Καλύτερα να περάσεις θαραλλέα στον άλλο κόσμο, μες στην αποθέωση του πάθους, παρά να  ξεθωριάζεις και να μαραζώνεις θλιβερά από τα γηρατειά.

                                       ***---***

 

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

 Παρακαλώ, μπείτε στο λινκ και επιλέξτε Ελληνικό Διήγημα και αναζητήστε με συγγραφέα ή τίτλο τάδε κλπ

ή στείλε κατευθείαν το παρακάτω λινκ που βγάζει στο βιβλίο μου.
https://www.publicbookawards.gr/2026/vote2026.php?auto=1...
Ευχαριστώ πολύ
Ευγενία Μακαριάδη

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟΙΧΟΙ

 

           ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟΙΧΟΙ

   του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη

             Εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ

 

 (ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΔΙΟΝΥΣΟΥ)

 

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης γεννήθηκε στις Σέρρες το 1967 και έζησε εκεί τα πρώτα του παιδικά χρόνια.

Σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και στη Δραματική Σχολή Βεάκη[1]. Για λίγα χρόνια εργάστηκε ως ηθοποιός σε θεατρικές παραστάσεις[1]. Μετά ασχολήθηκε με την συγγραφή. Κυκλοφορούν ως τώρα τα μυθιστορήματα Οι τέσσερις τοίχοι (2000), Ο φιλοξενούμενος (2004), Το ελάχιστο ίχνος (2013), η συλλογή διηγημάτων Φυσικές Ιστορίες (2006), το αφήγημα Ύπνος (2008), η νουβέλα Το όνομά σου (2022), όλα από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό». Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε θεματικές ανθολογίες και έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά[1].

Βιβλία του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά, πορτογαλικά), γεωργιανά και τουρκικά.

Έχει γράψει τα θεατρικά έργα: Μεταμφίεση , ΛάσπηΛα Πουπέ, Αέρας,  Στην Οθόνη Φως , Τον Άυλο Εσένα, Κέικ, Πεταλούδα σε ΠηγάδιΣτον Παράδεισο,  Το σπίτι με τα φίδια, Η βαλίτσα της Ουρανίας Σελέστ, Εγώ μια δούλα, Λύκαινες, τα οποία έχουν παρασταθεί στα θέατρα.

                                    -----------                                   _____

Ευανάγνωστο, ελκυστικό, κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα, γραμμένο με φαντασία, χιούμορ και αγωνία, ως αστυνομικό θρίλερ. Το χιούμορ υποσκάπτει με το γάντι την ψυχοσύνθεση των ηρώων του, φανατικούς κυνηγούς, ενίοτε ανήθικοι, ως οι μοναχοί του μοναστηριού, που ενέχει θέση χαρακτήρα, ο πρωταγωνιστής Π. Ροδακής, καθώς και άλλοι εγκληματίες και βασανιστές, ώστε να αρπάξουν το μυστικό εκείνο που θα τους επιφέρει μελένιο πλούτο. Μες στο παραμύθι εικονίζονται αδιέξοδοι δρόμοι, σπίτια απομονωμένα, καθώς και μοναστήρια με σπηλιές πελεκημένες από χέρι έγκλειστου μοναχού, ο οποίος αντιμάχεται το σκοτάδι σφυρηλατώντας μέχρι θανάτου. Η πελέκηση συνεχίζεται από άλλους μοναχούς, ώστε το αδιέξοδο και ο φόβος του σκότους να αποτρέπει την καταστροφή μεν κρυμμένων μυστικών και πολύτιμων θησαυρών, όχι όμως τη ζωή κάποιου, που αντιτίθεται να αποκαλύψει το μυστικό μιας συνταγής μελιού που παρασκεύασε ο ίδιος. Το σπάνιο του είδους είναι ότι μια σταγόνα του μπορεί να χαρίσει την ευεξία και ευπορία του καταναλωτή, αρκεί να αντέχει να το πληρώσει στην παραπάνω αξία του.   

Το έργο εξελίσσεται σε ένα άγνωστο νησί, με λίγους και αδιάφορους, θα έλεγα, κατοίκους. Στο νησί αυτό βρίσκεται απομονωμένο το σπίτι του Π. Ροδακή, του πιο μοναχικού ανθρώπου στο νησί. Πολυταξιδεμένος επέστρεψε στο νησί κι αφού τα κληρονομημένα χωράφια του είχαν καταστραφεί από την μεγάλη φωτιά που έπληξε  το νησί, άρχισε να δουλεύει ως χτίστης και στη συνέχεια ως τσαγκάρης, για τα προς το ζην. Ο Πατέρας του, Σ. Ροδακής, ήταν καλός μελισσοκόμος και με τη σοδειά του μελιού προμήθευε το μισό σχεδόν νησί. Πέθανε ανοϊκός και στα τελευταία του έλεγε διάφορα παραληρηματικά λόγια  που τα έγραψε σε τεφτέρι ο Π.Ροδακής.

Μια Κυριακή επισκέφτηκαν τον Π. Ροδακή ο παππάς και ο κοινοτάρχης του νησιού, παρακαλώντας τον να φιλοξενήσει μια δυστυχισμένη γυναίκα, που αποβιβάστηκε στο λιμάνι τους, γιατί δεν είχε λεφτά να συνεχίσει το ταξίδι της. Εκείνος αν και μονόχνωτος δέχεται να την φιλοξενήσει προσωρινά. Η γυναίκα κλαίγοντας εξομολογείται ότι είναι θύμα κακοποίησης του συζύγου της, όμως κρύβει ότι είναι φυγάς και η δολοφόνος του. Επίσης κρύβει ότι στο ένα από τα δυο μπαούλα που έχει μαζί της, κοιμάται το μωρό της. Η ακατανόητη γυναίκα που έχει σκοπό να παρατείνει την παραμονή της στο σπίτι του Π. Ροδακή, ως το καλύτερο καλύψιμο μέρος, τον πείθει να παρασκευάσει το πιο νόστιμο μέλι του κόσμου με τη βοήθειά της. Πράγματι μετά από χρόνια κατάφεραν να παρασκευάσουν το νοστιμότερο μέλι του κόσμου, με συνταγή από σημείωμα του συχωρεμένου Σ. Ροδακή. Η συνταγή, πολύτιμο μυστικό, φαίνεται στην αρχή να επιφέρει πλούτο και χαρά, όμως δεν αργεί να καλυφτεί από εφιάλτη, όταν ο Π. Ροδακής χάνει και ξεχνά την συνταγή.

Η συνταγή βελτιώνεται κάθε χρόνο και καλύτερη και το μέλι τους με το όνομα «Αγγελικό» γίνεται περιζήτητο με αξία που υπολογίζεται σαν χρυσός. Η επιτυχία δεν αργεί να γίνει εφιάλτης, εφ’ όσον ο Ροδακής φυλακίζεται και βασανίζεται στις πέτρινες αδιέξοδες σπηλιές του μοναστηριού, διότι ο διεστραμμένος ηγούμενος εποφθαλμιά τη συνταγή για το μοναστήρι, όπως λέει και μόνο.

Απάνθισμα: (73) Παράλληλα με την παρατήρηση, χρησιμοποίησε και το άλλο βασικό μέσο κάθε ερευνητή, δηλαδή το πείραμα. Ένα από τα θέματα που τον απασχόλησαν, και αποτέλεσε αντικείμενο των πειραμάτων του, ήταν αν ένα νήπιο έχει την ίδια με τον ίδιο με τον ενήλικο άνθρωπο αντίληψη για το τι θεωρείται δυσάρεστο ή, τέλος πάντων, όχι ευχάριστο. Έπαιρνε για παράδειγμα, το δοχείο μέσα στο οποίο είχε μόλις ενεργηθεί (το νήπιο) και του το έβαζε κοντά στη μύτη. Ή την ώρα που έπαιζε αμέριμνο με την πάνινη κούκλα, πλησίαζε αθόρυβα και το περιέχυνε μ ’ένα φλιτζάνι νερό. Ή του έδινε να φάει ένα κομματάκι τυρί που είχε πριν περιτυλίξει με μια χοντρή μαύρη τρίχα της Βάγιας. Εννοείται ότι τα πειράματα αυτά με το νήπιο γίνονταν πάντοτε κρυφά από τη μητέρα του, τις ώρες που εκείνη έλειπε ή ήταν απασχολημένη με κάτι.  Όπως ένα απόγευμα που βρισκόταν στον κήπο για να κόψει ξερά φύλλα, ξένοιαστη πως ο Π. Ροδακής πρόσεχε τη Ρόζα. Για κάποια αιτία, όμως, γύρισε στο σπίτι. Προχώρησε προς την κουζίνα όπου αντίκρισε αυτό το περίεργο θέαμα:Ο Π. Ροδακής καθόταν σε μια καρέκλα και απέναντί του, επάνω στο τραπέζι, ήταν καθισμένη η Ρόζα. Μπροστά του είχε ένα πιάτο με μαγειρεμένες μελιτζάνες από το μεσημέρι. Έβαζε μια μπουκιά, μασούσε λίγο  και προτού καταπιεί άνοιγε το στόμα και τέντωνε έξω τη γλώσσα του με όσο πολτό μασημένης μελιτζάνας μπορούσε περισσότερο. Κατάπινε και το επαναλάμβανε, ενώ η Ρόζα τον κοιτούσε μάλλον αφηρημένα. Πότε πότε ενδιάμεσα, με τη βοήθεια λίγο νερού άφηνε ένα μικρό ή μεγαλύτερο ρέψιμο. Σ’ ένα τέτοιο ρέψιμο η Ρόζα κάποια φορά γέλασε και τότε εκείνος άνοιξε ένα τεφτέρι που είχε δίπλα του και κράτησε μια σημείωση. Ύστερα την κατέβασε απ’ το τραπέζι δίνοντάς της κι ένα χαϊδευτικό μπατσάκι.

***   ***            ***            ***            ***