Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΓΕΛΑΕΙ της Σανταλ Ανν Άκερμαν

 

12.03.2026

Ευγενία (Τζένη) Μακαριάδη

  Για την Δημοτική Λέσχη Ανάγνωσης Διονύσου

 

 

Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΓΕΛΑΕΙ, της Σαντάλ Ανν Ακερμάν

         Εκδόσεις Πλήθος 

 

Η Σαντάλ Ανν Ακερμάν γεννήθηκε στις 06/06/1950 στις Βρυξέλλες, Βέλγιο και (αυτόχειρη), απεβίωσε στις 05.10.2025 (65 χρόνων) στο Παρίσι.

Η Σαντάλ Ανν Ακερμάν ήταν Βελγίδα σκηνοθέτρια του κινηματογράφου, σεναριογράφος και καθηγήτρια του κινηματογράφου στο City College της Νέας Υόρκης. Είναι γνωστότερη για τις ταινίες της Jeanne Dielman, quai du Commerce, 1080 Bruxelles, News from Home και Je Tu Il Elle. 

Είναι γνωστότερη για τις ταινίες της Jeanne Dielman, 23 quai du Commerce, 1080 Bruxelles (1975), News from Home (1977) και Je Tu Il Elle (1974). Σύμφωνα με πολλούς κριτικούς και μελετητές του κινηματογράφου, η επίδραση της Άκερμαν στον φεμινιστικό και αβάν-γκαρντ κινηματογράφο είναι σημαντική με τουλάχιστον μία πηγή να την χαρακτηρίζει «μία από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της εποχής μας»Το έργο της Ακερμάν έχει συνδεθεί με το ρεύμα του μινιμαλιστικού κινηματογράφου          (Αυτά από το διαδίκτυο).

Αυτοβιογραφική, πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Η αφηγήτρια και βασικός χαρακτήρας του έργου, φέρει ψυχολογικά τραύματα, όπως και η μητέρα της, βασανιζόμενες, ως Εβραίες από το στίγμα του Ολοκαυτώματος. Ας αναφέρω την αντίστασή της στην ταξινόμηση της ταυτότητάς της κάτω από πινακίδες όπως «γυναίκα», «Εβραία» ή «λεσβία», προτιμώντας την ιδιότητα/ταυτότητα της «κόρης».

Το θέμα του βιβλίου φωτίζει το βάρος της αρχέγονης σχέσης κόρης-μάνας. Εικονοποιητικό βιβλίο, καθώς η σκηνοθέτρια εστιάζει ακόμη και στο πιο μικρό συμβάν παροντικό ή παρελθοντικό με τόση λεπτομέρεια, που εντυπωσιάζει ή αν θέλετε παραξενεύει τον αναγνώστη. Ωραίος τίτλος, σε ελκύει ως ενοχή ή στοργή. Άναρχο κείμενο, έκκεντρο, αιχμηρό, καθαρό, σαν ημερολόγιο, σαν εξομολόγηση, σαν καταγραφή με κάμερα, μπαινοβγαίνει στο έργο η αφηγήτρια ως κόρη. Παρατηρητικότητα σε σοβαρά ή μη, ή μικρά, καθημερινά γεγονότα, προφορικότητα και συνειρμική γραφή.

 

 

 

Απάνθισμα από το Επίμετρο της Εύας Στεφανή:

Ένας παγιδευμένος πόνος επιθυμεί να απελευθερωθεί και να θεραπευτεί. Αναζητά κάποιον που να ξέρει από πόνο. Το ασυνείδητό του , τον αναγνωρίζει και ακουμπάει πάνω του. Ο τελευταίος  ξέρει και αυτός από παρόμοια, γιατί και ο ίδιος κουβαλάει έναν παγιδευμένο πόνο. Ως εκ τούτου, το ασυνείδητό του, αναγνωρίζει τον παγιδευμένο πόνο του πρώτου, με το να τον «Εμπεριέχει» με αγάπη στοργή και αφοσίωση. Επομένως οι δυο παγιδευμένοι πόνοι συναντιούνται κι αυτό τους ενώνει. Μια δια βίου ένωση, και μία δια βίου αμοιβαιότητα- του «Εμπεριέχει».

****                         ****                         ****               ****     ****

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ του ISAAK BASHEVIS SINGER -εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ

 

 

 

Για τη Δημοτική Λέσχη Ανάγνωσης Διονύσου.

Ευγενία (Τζένη) Μακαριάδη


«ΤΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ»

του Isaac Bashevis Singer,  εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ

 

Ο νομπελίστας Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ  είναι  από τους σημαντικότερους πεζογράφους του 20ού αιώνα, γεννήθηκε στο Leoncin ανατολική- κεντρική Πολωνία, 40 χλμ. ΒΔ της Βαρσοβίας το 1903,  και μετανάστευσε το 1938 στις ΗΠΑ, όπου καταξιώθηκε και όπως λέει ο ίδιος γνώριζε μόνο τρεις λέξεις  στ’ αγγλικά. Πέθανε το 1991, στο Μαϊάμι-Φλώριντα. Έχει γράψει διηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, αυτογραφικά κείμενα και παιδικά βιβλία.

Ο Συγγραφέας, γράφει στα «γίντις» τη γλώσσα της εξορίας, όπως ο ίδιος αποκαλεί.  Πρωτο-πρόσωπη αφήγηση, με πολλές εικόνες, κινηματογραφικές σχεδόν- και αστείες· ειρωνεύεται και σαρκάζει με το γάντι τους ήρωές του. Πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και γραφή με ρυθμό. Ένας ώριμος συγγραφέας, όπως ο Σίνγκερ,  εντυπωσιάζει αφηγούμενος σαν δεκαεννιάχρονος, που ψάχνει τα πρώτα του βήματα, με στόχο  να γίνει συγγραφέας. Με ελαφρότητα μπορώ να πω αντιμετωπίζει τα πράγματα της ζωής του, όπως  εξάλλου οι περισσότεροι νέοι της δεκαετίας του 1920 και όπως αναφέρεται στο βιβλίο, ζουν μέσα σ’ ένα – απέραντο φρενοκομείο κοινωνικής ζωής- λίγο μετά τον καταστροφικό Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Είναι παιδί Ραβίνου, ο νεαρός πρωταγωνιστής Νταβιντ Μπρέντιγκερ περιγράφει την ατμόσφαιρα της 10ετίας του 1920 στην Βαρσοβία,  και αρνείται  να ακολουθήσει το σύνηθες, όπως την ιερατική ιδιότητα, και έχει σκοπό και μόνο να γίνει συγγραφέας. Πιστεύει στον Θεό, εξ’ άλλου σε οικογένεια ιερωμένου μεγάλωσε, αλλά αμφισβητεί την παντοδυναμία του εφ’ όσον υπάρχει αδικία που βασανίζει τον κόσμο. Παραστατική περιγραφή της οδύσσειας περιπέτειάς του να εκδοθεί πιστοποιητικό μετανάστευσης στην Παλαιστίνη και ένας λευκός του γάμος, εφ’ όσον το εν λόγω πιστοποιητικό χορηγούνταν μόνο σε οικογένειες.

Συνήθως η φόρμα των έργων του είναι κωμικοτραγική, με αυτοβιογραφικά στοιχεία, αναφορά στην εβραϊκότητα- αίσθημα του ανήκειν, στην κλασική παράδοση, στον ξεριζωμό, στο σφαγείο του ΒΠΠ, και  σε περίοπτη θέση ο έρωτας ιδιαίτερα το sex και ό,τι αυτό ήθελε επιφέρει, όπως μπλεξίματα με πολλές παντρεμένες και ανύπαντρες γυναίκες. Παραμυθάς σε κεντρο-ευρωπαϊκό περιβάλλον, με περιπέτειες δράσης, στοχασμού και αναζήτησης. Συνήθως είναι αδέκαρος, αφηρημένος και μπερδεμένος.

Αναφέρει ιστορικά και πολιτικοκοινωνικά ζητήματα της εποχής του, πάντα με υποβόσκουσα ειρωνεία.

Αποσπάσματα: Διάβασα τις εφημερίδες και γύρισα, όπως πάντα, στη σελίδα των νεκρολογιών, με τις φωτογραφίες των ανδρών και γυναικών που μόλις μέχρι χθες ζούσαν αγωνίζονταν, ήλπιζαν. «Τι τρομακτικός κόσμος» μουρμούρισα. «Πόσο αδιάφορος ο Θεός που τα δημιούργησε όλα αυτά και δεν υπάρχει καμιά γιατρειά». Είχα πλήρη συναίσθηση ότι τη στιγμή ακριβώς που εγώ ξεφύλλιζα τις εφημερίδες, χιλιάδες άνθρωποι έσβηναν στα νοσοκομεία και στις φυλακές. Στα σφαγεία, ζώα αποκεφαλίζονταν, κουφάρια γδέρνονταν, κοιλιές σκίζονταν. Στο όνομα της επιστήμης αμέτρητα αθώα πλάσματα υποβάλλονταν σε βάναυσα πειράματα μολύνονταν με φρικτές αρρώστιες.

Έπεσα στο άστρωτο κρεβάτι μου έτσι όπως ήμουν με τα ρούχα. Για πόσο ακόμα, Θεέ, θα βλέπεις όλη αυτή την κόλαση που έφτιαξες και δεν θα λες κουβέντα; Τι ανάγκη έχεις αυτόν τον ωκεανό από αίματα και σάρκες, που η μπόχα του απλώνεται στο  σύμπαν ολόκληρο; Έφτιαξες άραγε αυτό το απέραντο σφαγείο μόνο και μόνο για να μας δείξεις τη δύναμη και τη σοφία σου; Γι αυτό μας προστάζεις να σ’ αγαπάμε με όλη μας την καρδιά, με όλη μας την ψυχή;

Τα συναισθήματα δεν καταλαβαίνουν ούτε από νόμους ούτε από θρησκευτικές, κοινωνικές ή πολιτικές επιταγές. Συμφωνούσαμε ότι η αποστολή της λογοτεχνίας ήταν να παρουσιάζει τα συναισθήματα με ειλικρίνεια – όσο άγρια, αντικοινωνικά ή αντιφατικά κι αν είναι. Τα έργα της λογοτεχνίας τα απολαμβάνουμε ακριβώς επειδή δεν απαιτούν από μας ν’ αναλάβουμε καμία ευθύνη.

*********                                   ***********                     **********                      ************

 

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

ΕΓΩ; του PETER FLAMM

 

12.02.2026

 

                                ΕΓΩ; του  Πέτερ Φλαμμ

                                   Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 

 

 

Ο  Έριχ Μόσε, γνωστός με το ψευδώνυμο Πέτερ Φλαμμ, γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1891 και απεβίωσε το 1963 (72 χρόνων) στη Νέα Υόρκη. Ήταν ψυχίατρος και μεταξύ των ασθενών του ήταν και ο βραβευμένος με Νόμπελ λογοτεχνίας Ουίλιαμ Φόκνερ. Προσωπικότητες όπως ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Τσάρλι Τσάπλιν και Tόμας Μαν επισκέπτονταν το σπίτι του.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του δημοσίευε επιφυλλίδες και διηγήματα. To μυθιστόρημά του ΕΓΩ; προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, εκδοθέν το 1926 από τον οίκο S.Fischer.

 

 

 

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση - μονόλογος- από τον συγγραφέα ταυτιζόμενος με το κεντρικό πρόσωπο του έργου, τον γιατρό Χανς Στερν και τον ταυτοπρόσωπό του Βίλχελμ Μπέτουχ.  

Έχουμε πολλές σκηνές, μνήμες, διαλόγους και εικόνες, ένα (θραυσματικό) λογοτέχνημα που καλούμαστε να συνδέσουμε το νήμα σε ένα έργο ρεαλιστικό ή μη.

Εγώ; Ή όχι Εγώ; Αναρωτιέται ο πρωταγωνιστής. Είναι άραγε μια σκέψη αδικίας; Είναι ένα ανεκπλήρωτο όνειρο; Ή μια έντονη επιθυμία, ώστε να χωρίζεται το άτομο σε μια σχάση του εαυτού;

 

Ένας τραγικός μονόλογος, με τίτλο ΕΓΩ; και στη συνέχεια ΟΧΙ ΕΓΩ; αφηγείται ένα ψυχολογικό μεταφυσικό έργο για το δράμα ανθρώπου που επιστρέφει ζωντανός από τον ζόφο του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου, νεκρανασταίνοντας στρατιώτη της σειράς του. Ο συγγραφέας ακολουθεί με επιδεξιότητα γράφοντας ένα έργο μοντερνισμού -εν έτει 1926- ως την τέχνη του εξπρεσιονισμού, με λίγα λόγια της μη ρεαλιστικής εικόνας, παρά μόνο στην έκφραση του υποκειμενικού και προβάλλει φόβους, συγκινήσεις και παρεξηγήσεις, ως ένα τρομακτικό παραμύθι που τόσο πολύ οι βόρειοι λαοί ενδιαφέρονται και αγαπούν.

Το θέμα του βιβλίου αντιπολεμικό, πολύσημο, κοινωνικό με αντιθέσεις σε κάθε παράγραφο και εικονικές περιγραφές.

 

Διαβάζοντας το βιβλίο είπα ότι είναι ένα ιστορικό βιβλίο που θα αρέσει σε αρκετές από τις ομοτράπεζές μας, όμως η δομή του έργου, η πλοκή του είναι ένα αμιγές λογοτεχνικό έργο, σε παράλληλες εξιστορήσεις που δύσκολα ξεχωρίζεις τους πρωταγωνιστές, αφού έχεις να κάνεις με τη ζωή και τον θάνατο δυο προσώπων, δυο στρατιωτών κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (28 Ιουλ 1914 – 11 Νοε 1918), που η αμείλικτη ανθρωποσφαγή στοίχισε τη ζωή είκοσι εκατομμυρίων ανθρώπων και επιπρόσθετα 5.17 εκατομμύρια από την Τριπλή Συνεννόηση, 3.4 εκατομμύρια από την Τριπλή Συμμαχία Μ. Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας) και 13-14 εκατομμύρια νεκρούς αμάχους, κυρίως από πείνα, ασθένειες και σφαγές, ενώ η πανδημία της Ισπανικής Γρίπης αύξησε δραματικά τους θανάτους, με εκτιμήσεις να φτάνουν τα 66 εκατομμύρια συνολικά, αν συμπεριληφθούν οι έμμεσοι θάνατοι.

 

Το μυθιστόρημα, ανάμεσα στην ιστορική αλήθεια μας αναφέρει με πειστικότητα, πως ένας ακόμα ζωντανός στρατιώτης στα χαρακώματα και συγκεκριμένα ο  Βίλχελμ Μπέτουχ, σκύβει πάνω στον νεκρό Χανς Στερν, της ίδιας σειράς, και παίρνει (ή κλέβει, αν θέλετε) την ταυτότητα-διαβατήριο του Χανς και χωρίς να σκεφτεί ιδιαίτερα, την ιδιοποιείται. Έτσι, ο φτωχός Βίλχελμ νεκρανασταίνει τον άτυχο Χανς, τυχερό στη ζωή ως γιατρός και αξιωματικός του στρατού και όχι μόνο, εφ’ όσον η οικογένεια του νεκρού η σύζυγος και η μητέρα του τον υποδέχονται ως να ήταν ο Χανς. Άραγε δεν αντιλαμβάνονται την αντικατάσταση; Το σκυλί τους ο Νέρο γιατί του φέρεται εχθρικά και τον τραυματίζει; Γιατί είναι το μόνο μέλος της οικογένειας που καταλαβαίνει τον ξένο που καταχράται την εργασία, την οικογένεια, την αποδοχή, όπως ο νεκρός είχε αφήσει, για να πάει στον πόλεμο;. Ο σφετεριστής συνάμα, με τον σκύλο κατά πόδας, που εντωμεταξύ τον έχει αποδεχτεί, θα πάει και στο δικό του υποδεέστερο σπίτι και οικογένεια, χωρίς βεβαίως να απορρίψει πρώτον τον έρωτα που νιώθει για την Γκρέτε σύζυγο του άτυχου Χανς, ένα κορίτσι γαλανό, με λαμπερά, χρυσοκάστανα μαλλιά  σαν από πίνακα του Τιτσιάνο και δεύτερον τη φήμη και την επιστημοσύνη ως γιατρού. Ένα όνομα  και όπως μας λέει – τι είναι ένας άνθρωπος και το όνομά του;- μάλιστα χαίρεται για το νέο του όνομα, ενώ τον προσέβαλε το πραγματικό του, που ανέκαθεν είχε την ειρωνεία του επωνύμου του «Μπέτουχ», που σημαίνει σεντόνι. Επιπλέον διαπιστώνει ότι του λείπει ο αφαλός και αναρωτιέται αν είναι άνθρωπος, αν είναι ένα όνομα, μια ταυτότητα μόνο και δεν ανήκει σε καμιά κοινωνία ως άνθρωπος σε άλλους ανθρώπους, παρά μόνο με το όνομα γίνεται να ενταχθεί στο κοινό πεπρωμένο των ανθρώπων. Έχει άραγε ταυτιστεί με τη νέα του ταυτότητα; Έχει απορρίψει την δική του οικογένεια, μόνο και μόνο για την επιστημοσύνη του σκοτωμένου Χανς; και την ευμάρειά του; την τάξη του; την γυναίκα του, που ερωτεύτηκε και αγάπησε; Και τι περίεργο που τον αποδέχτηκε η οικογένεια, καθώς και οι γνωστοί και φίλοι του Χανς. Είναι ο ίδιος που δολοφονεί τον φίλο της νέας οικογένειάς του, τον Μπόργκες, που μαντεύει εξ αρχής την αλήθεια και τον ξεσκεπάζει;

 

 

Σημείωση: Επέλεξα απόσπασμα για την ομορφιά όπως ο συγγραφέας που επιμελώς αποκρύβει τον ζόφο του πολέμου,

 

 Απόσπασμα:

…και τότε από τον στενό διάδρομο, στο ρεύμα του αέρα, μέσα στο λευκό φως που τρεμόπαιζε-εμφανίστηκε ξαφνικά το κορίτσι, η γυναίκα από το παράθυρο, χλωμή και χαμογελαστή, με ένα μικρό, άρρωστο, ταπεινό χαμόγελο, τα τρεμάμενα χείλη της, τα λαμπερά μπλε μάτια της να αντικρίζουν τα δικά μου, ώσπου ένα ρίγος διαπέρασε το λεπτό σώμα της, τα μάτια της βυθίστηκαν πίσω από τις μακριές σκοτεινές βλεφαρίδες, και το σώμα της, που είχε ξαφνικά πάρει κέρινη όψη, άρχισε να ταλαντεύεται. Θα έπεφτε αλλά με μια δρασκελιά βρέθηκα δίπλα της και τώρα την κρατούσα στην αγκαλιά μου, τα χλωμά χείλη της κινήθηκαν απαλά, η ζεστή της ανάσα χάιδεψε το πρόσωπό μου, κράτησα τρέμοντας το ζεστό κορμί της, κι εκείνη σαν όνειρο σήκωσε το λεπτό της χέρι, ψηλαφίζοντας με απόγνωση τα μαλλιά μου σαν κάτι να γύρευε. Αργά σήκωσε τις βλεφαρίδες της, και ένα γαλάζιο βλέμμα γεμάτο ανείπωτη τρυφερότητα έλαμψε μέσα από τα μάτια της. Και καθώς δάκρυα, το ένα μετά το άλλο, κυλούσαν ανεξέλεγκτα στα μάγουλά της, τα χείλη της άνοιξαν υγρά και απαλά σε ένα άλυτο φιλί.