Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΒΑΣΑΝΟ ΤΟΥ της LEKY MARIANA

 

13.02.2025.

 

 

Καθένας με το βάσανό του της LEKY MARIANA


                             
Εκδόσεις  GUTENBERG

 

 

Εισήγηση της Ευγενίας Μακαριάδη για τη Δημοτική Λέσχη Ανάγνωσης Διονύσου

 

H Μαριάνα Λέκι (Mariana Leky) γεννήθηκε το 1973 (ετών 52) στην Κολωνία και σήμερα ζει στο Βερολίνο. Σπούδασε δημοσιογραφία και δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Χίλντεσχαϊμ. Το 2017 που εκδόθηκε στη Γερμανία «Το Όνειρο της Ζέλμα» (πρωτότυπος τίτλος «Τι μπορείς να δεις από εδώ») αναδείχθηκε το αγαπημένο βιβλίο της χρονιάς των Γερμανών βιβλιοπωλών και έγινε μπεστ σέλερ. Είναι το πέμπτο βιβλίο της Λέκι κι έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες. Η Λέκι έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία: το Allegra Prize (2000), το Lower Saxony Literary advancement award και το Advancement Prize για νέους καλλιτέχνες της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, αλλά και με υποτροφίες και χορηγίες για νέους δημιουργούς.

 

Τη συγγραφέα Μαριάνα Λέκι τη γνώρισα με το μυθιστόρημά της  «Το όνειρο της Ζέλμα», ένα έργο παραμυθητικό, ονειρικό, συγκινητικό, ευαίσθητο ανάμεσα στην πραγματική και στην φανταστική ύπαρξη ή όπως αναφέρεται λογοτεχνικά στον μαγικό ρεαλισμό.

 

Το έργο της «Καθένας με το βάσανό του», απαρτίζεται από 39 διηγήματα στο κάθε ένα αφηγήτρια είναι ο ίδιος χαρακτήρας, όπου σε πρώτο πρόσωπο μας περιγράφει γείτονες, γνωστούς και συγγενείς, την προσωπικότητα τους και πώς μπορεί κανείς έχοντας την έγνοια του συνανθρώπου του να τον κατανοεί κι αυτό οδηγεί σε ανθρωπιά και κατ’ επέκταση σε ψυχική θεραπευτική διάσταση. Ηθική και ακτινοβολία εκπέμπει το κάθε διήγημα και δωρίζει στον αναγνώστη την ευεργεσία που κρύβει η φιλήσυχη γραφή της χωρίς υπερβολές. Το έργο βρίθει νοημάτων καλής συγγένειας, καλής γειτνίασης και πολλές φορές θίγει ονειρικά την παιδικότητα και αθωότητα.  Η αφηγήτρια-συγγραφέας μοιάζει να τα έχει καλά με τον εαυτό της. Οι ιστορίες της είναι κοντά στον Τσέχοφ. Ανθρώπινα πολυσύνθετα προβλήματα γνωστά και καθημερινά, που ζωντανεύουν με την εικονοποιητική γραφή της Λέκυ. Η συγγραφέας με ειλικρίνεια και δεξιοτεχνία μας παρουσιάζει φωτίζοντας με ομορφιά τις φοβίες, την αϋπνία, τον ερωτικό πόνο, βασισμένη στην συναισθηματική ταύτιση με την ψυχική κατάσταση του άλλου, καθώς επίσης και την κατανόηση της συμπεριφοράς των κινήτρων του, χωρίς να βγάζει συμπεράσματα. Διανθίζει τα κείμενα με παρομοιώσεις, ρήσεις ποιητών, με χιούμορ πολλές φορές και με παροιμίες.

 

Απανθίσματα:

Η κυρία Γιαν πεταρίζει τα ρουθούνια της, αναστενάζει. Η κυρία Γιαν, αυτό φαίνεται καθαρά, ζηλεύει λιγάκι τον παθιασμένο έρωτα της κυρίας Βίζε. «Φέτος κλείνω είκοσι πέντε χρόνια παντρεμένη», μου λέει. «Τα συγχαρητήριά μου», απαντώ. Κι επειδή τώρα τελευταία οι γειτόνισσές μου μού εξομολογούνται πρόθυμα τις ερωτικές τους ιστορίες, μου μιλάει η κυρία Γιαν για τον μακροχρόνιο έρωτα που τη συνδέει με τον άντρα της: ο έρωτας αυτός απέκτησε με τα χρόνια μεγάλο βάθος, πράγμα ανεκτίμητο φυσικά, αλλά βαθιά μέσα της η κυρία Γιαν μαζί με το βάθος θα ήθελε και λίγο πάθος, πάθος απ’ αυτό που σε σηκώνει ψηλά, σαν να πετάς. «Μια σπίθα, μια φλόγα, κάτι τέτοιο» λέει.

**

Έξω από την πόρτα του (εννοεί τον ορθοπεδικό γιατρό), τηλεφωνώ στον γενικό γιατρό μου. Ο γιατρός μου, παρά τις ατυχείς συγκρίσεις του ανάμεσα στο γόνατο το δικό μου και στο γόνατο τέως πρωταθλήτριας του δέκαθλου είναι ο καλύτερος γιατρός του κόσμου. Κι ευτυχώς σήμερα σηκώνει ο ίδιος το τηλέφωνο. «Ξέρετε να κάνετε ενέσεις στο γόνατο;» τον ρωτάω. «Τις ενέσεις αυτές τις κάνει κανονικά ο ορθοπεδικός», μου απαντάει. «Δεν είχατε κλείσει ραντεβού στον ορθοπεδικό;» «Είχα», απαντώ. «Αλλά ο ορθοπεδικός δεν ήθελε να ασχοληθεί με το γόνατό μου. Ήθελε ν’ ασχοληθεί με την ψυχή μου». Ο γιατρός μου γελάει. «Ελάτε», μου λέει. «Κάπου θα σας στριμώξω ανάμεσα στ’ άλλα ραντεβού». «Χίλια ευχαριστώ», λέω. Στη σκέψη του στριμώγματος νιώθω αμέσως πολύ καλύτερα: καλύτερα νιώθει και το πρησμένο μου γόνατο και η ταραγμένη μου ψυχή.

 

** «Δύο μετά τα μεσάνυχτα», λέει η Σόνια. «Εδώ είναι εφτά το απόγευμα», λέει ο μπαμπάς της. «Απ’ αυτό και μόνο μπορείς να καταλάβεις  πώς κυλάει και φεύγει η ώρα κι ο χρόνος. Να σου πω: δεν τον ξέρεις τον Αϊνστάιν;» Η Σόνια κουνάει το κεφάλι της. «Όχι δεν έτυχε». Κι εγώ, επειδή νιώθω κάπως προσβεβλημένη, ρωτάω: «Δεν τον ξέρετε τον Ντίτερ Τόμας Χεκ;»

«Ο Αϊνστάιν εξήγησε ότι ο τεμαχισμός του χρόνου σε παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι απλά μια επίμονη ψευδαίσθηση» λέει ο πατέρας της Σόνιας πάνω από τη λίμνη και το πρόσωπό του στην οθόνη θαμπώνει κάπως-σύνδεση δεν είναι καλή. «Το παρελθόν σου υπάρχει, εξακολουθεί να υπάρχει, θα υπάρχει πάντα», συνεχίζει. «Είναι κατά κάποιον τρόπο διπλωμένο μέσα σου».

Τρέχοντας φτάνει η Λένι «Παππού», φωνάζει όλο χαρά κι ανοίγει μ’  ενθουσιασμό τα χέρια της, μια μεγάλη αγκαλιά, γιατί η Λένι και ο παππούς της αγαπιούνται πολύ. Στην αγκαλιά της χωράμε όλοι, μαζί με τα διπλωμένα μέσα μας παρελθόντα: τα μεσαίου μεγέθους, που έχουμε η Σόνια κι εγώ, τα απέραντα παρελθόντα, που κρύβουν μέσα τους η λίμνη και ο μπαμπάς της Σόνιας, το μικρό που έχει η Λένι. Η μικρή μου παίρνει την περούκα από το κεφάλι και τη φοράει στο δικό της. «Πω πω!» λέει ο πατέρας της Σόνιας. «Είσαι ίδια ο Ντίτερ Τόμας Χεκ στα νιάτα του».Ηη