Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Το μουσείο της αθωότητος

«ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ»
του Ορχάν Παμούκ (γεννήθηκε στην
Κωνσταντινούπολη το 1952)

(μετάφραση Στέλλα Βρετού. Εκδόσεις Ωκεανίδα)

Πολύ καλό βιβλίο, πολυσέλιδο, σιωπές και λέξεις μέσα σ’ ένα μικρόκοσμο αντικειμένων, γεύσεις γλυκές αγάπης, έρωτα και πικρές από απουσίες, εμφαντικό στην πολιτιστική ταυτότητα, στις αξίες ζωής, θαυμάσια περιγραφικότητα στην ανατομία χαρακτήρων των ηρώων που πάνω τους στηρίζεται η πλοκή της μυθιστορίας. Αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής σχεδόν μισού αιώνα... όμως ας μου επιτραπεί ένα σεργιάνι στο ξεφύλλισμα του βιβλίου και κάτι λίγα από τα πολλά που εισέπραξα, όπως η εκτίμησή μου σε κάποια πράγματα που τα θεωρούσα δεδομένα και έχουν χαθεί.
**
Ο τιμημένος με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ με το «Μουσείο της αθωότητας» μας έπιασε από το χέρι, μας κοίταξε στα μάτια και μεις ανταποκρινόμενοι μέσα στα δικά του υγρά μάτια από τη γλυκιά γεύση ενός έρωτα που παίζει με την αθωότητα και παιδικότητα των ηρώων του καθώς και του πάθους πικρής αμφισβήτησης και απώλειάς του, ταξιδεύουμε ακολουθώντας τον βήμα βήμα στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης και των μαχαλάδων της, περίεργοι και διψασμένοι να ακούσουμε, να δούμε, να αγγίξουμε και να χωθούμε βαθιά μέσα στη μαγεία ενός μικρόκοσμου ανθρώπων, αντικειμένων, οικημάτων μισού αιώνα σχεδόν, (από το 1950 μέχρι το 2000) σε μια πολιτεία που αλλάζει μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, όπως εμείς. Στο βιβλίο επίσης βρίσκουμε ίχνη ζωής περασμένων δεκαετιών του τόπου μας.

Ευφυής ο δημιουργός μάς συγκινεί με αντικείμενα ευτελούς αξίας, που παίρνουν διαστάσεις κειμηλίων άξια να φυλαχτούν σε μουσείο, μιας και αντιπροσωπεύουν περασμένες ζωές ανθρώπων που αγαπήθηκαν βαθιά και τα ίχνη τους παραμένουν ζωντανά, αφού η φωνή, οι ανάσες, οι συνήθειές, οι λαχτάρες, οι σκέψεις, τα συναισθήματα και τα πάθη τους είναι χαραγμένα πάνω σ’ αυτά τα ταπεινά αντικείμενα, αυτών των ταπεινών ζωών.

Ήπιαμε τσάι μαζί με τους πλούσιους στους τσαϊχανέδες του Βοσπόρου, συνεχίσαμε τρώγοντας στα καλά εστιατόρια στα Θεραπιά στο Μπουγιουκντερέ και στο Μπεμπέκ. Μπήκαμε στο ξενοδοχείο του Χίλτον στο Ταξίμ καθώς και σ’ άλλα στην πλατεία Ντολμαμπαχτσέ, επισκεφτήκαμε στο Γαλατασεράϊ και στο Μπαλουκ παζάρ την ψαραγορά, όπου ήπιαμε μπύρα και σαν λαϊκοί άνθρωποι φάγαμε όρθιοι, κατεβήκαμε από πλατεία Ταξίμ προς Τούνελ κοντά στο Γαλατά Σεράϊ, κόψαμε αριστερά για τους μαχαλάδες και πήραμε την οδό Τσουκούρτζουμα, αλλά αν μπερδευτήκαμε δεν πειράζει κατεβαίνοντας διασχίζουμε την οδό Σιρά Σελβιρέλ ευθεία κάτω στην οδό Κουμπαρατζή για το Τοπχανέ, υποβαθμισμένες αυτές οι περιοχές και πάλι φτάνουμε στα Τσουκούρτζουμα. Έχουμε διασχίσει πολλές φορές το Βόσπορο με το καραβάκι κοιτάζοντας τα παραμελημένα αρχοντόσπιτα, τα γνωστά «Γυαλιά» και όλα αυτά γιατί ο πλούσιος ήρωας της ιστορίας μας είναι τρελά ερωτευμένος, αν και αρραβωνιασμένος με μια κοπελιά της τάξης του, με τη φτωχή 18χρονη εξαδέλφη του που μένει στη φτωχογειτονιά της συνοικίας Τσουκούρτζουμα.

Ο ήρωάς μας ο Κεμάλ, ηλικιωμένος πλέον θέλει να ξαναζήσει τα χρόνια, τις ώρες, τι στιγμές ενός παράφορου και ανεκπλήρωτου έρωτα που έζησε με την νεαρή εξαδέλφη του Φισούν και γι’ αυτό μετά το θάνατό της, μας διηγείται λεπτομερειακά τον μεγάλο και τρελό έρωτά του δείχνοντάς μας μικρά και ασήμαντα πράγματα που εκείνη χρησιμοποίησε, φόρεσε, άγγιξε, ακόμα ακόμα και τις γόπες των τσιγάρων που κάπνισε και γίνονται πράγματι μοναδικά για τη μουσειακή τους έκθεση από τα ίχνη του κραγιόν της. Και έτσι όλα αυτά τα αντικείμενα των γλυκών ερωτικών του αναμνήσεων του χώρου και του χρόνου τα τοποθετεί στο «μουσείο της αθωότητας.

Η γνώμη του είναι ότι σε κάθε φυσιολογική σχέση πρέπει να βιώνεται το παιχνίδι της επιθυμίας και της απόλαυσης (σελ.56).

Μας μιλάει για την πρώτη της φορά στον έρωτα μαζί του, λέγοντάς μας: την είχα πλησιάσει όσο γινόταν πιο πολύ, ένιωθα σαν να ήταν δικός μου πόνος, το σώμα της να τρέμει λεπτό κι εύθραυστο, φανταστείτε ηλιοτρόπια να τρέμουν στο ανεπαίσθητο αεράκι.

Ακούστε την ψυχή του όταν περίμενε την αγαπημένη του Φισούν που τόσο λαχταρούσε και κείνη δεν ερχόταν: τριγυρίζοντας στα δωμάτια, κοιτάζοντας από το παράθυρο και καμιά φορά στημένος ακίνητος σε μια γωνιά, άκουγα τον πόνο μέσα μου να σπάει σαν κύμα. (σελ. 230).

Ο πόνος τού σακάτευε τα σπλάχνα, είχε την αίσθηση ότι κάποιος είχε χώσει μέσα του ένα κατσαβίδι ή ένα καυτό σίδερο και του ξερίζωνε τα σωθικά..

Κοιταζόταν στον καθρέφτη του μπάνιου, όταν ένα τραγούδι, που ‘λεγε, «ο έρωτας, ο έρωτας φταιει για όλα στον κόσμο, τον έκανε να ζήσει μια από τις πιο συγκλονιστικές, ψυχολογικά φορτισμένες στιγμές της ζωής του και κατάλαβε ότι ο κόσμος, τα αντικείμενα, αποτελούν μια ενότητα. Να νιώθεις με τη δύναμη του έρωτα την ενότητα, αυτό ήταν το νόημα της ζωής που ζούσανε. (σελ.373).

Τώρα όσον αφορά το χρόνο: τα ρολόγια και τα ημερολόγια δεν υπάρχουν για να μας θυμίζουν το χρόνο που έχουμε ξεχάσει, αλλά τις σχέσεις μας με τους άλλους (439).

Το παρελθόν κρύβεται σαν ψυχή μέσα στα πράγματα (736).

Πραγματικά μουσεία είναι τα μέρη όπου ο χρόνος μετατρέπεται σε χώρο (772).

Ο έρωτας είναι παρατήρηση, είναι στοργή (790).

Τέλος, ο Προυστ γράφει ότι όταν πέθανε η θεία του, πούλησαν τα έπιπλά της σε’ ένα μπορντέλο κι ότι κάθε φορά που έβλεπε στο μπορντέλο την πολυθρόνα, το τραπέζι της θείας του, διαισθανόταν ότι τα έπιπλα έκλαιγαν.

Όταν το πλήθος των κυριακάτικων επισκεπτών επισκέπτεται τα μουσεία, Ορχάν μπέη, τα εκθέματα κλαινε.


Σημείωση:Το μουσείο υποστηρίζεται από το πρακτορείο πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης 2010 στα Cukurcuma της Κωνσταντινούπολης.

Εμείς μπορούμε να επισκεφτούμε το μουσείο μια και έχουμε το εισιτήριο στη σελίδα 574.

Ευγενία Μακαριάδη.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

τελευταίο "αντίο"

Ένα εγκάρδιο χαιρέτισμα,
ένα πλατύ χαμόγελο,
ένα αγκάλιασμα,
ένα χιουμοριστικό πείραγμα,
ένα αδέρφωμα,
ένα ανυπόκριτο φίλιασμα.

Σε μένα αυτά θα λείψουν από σένα καλέ μου φίλε-γείτονα Σωτήρη.

Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

τρίτη ηλικία

Σε μια γιορτή φίλου, μεσήλικα, χαιρέτησα καθώς μπήκα τη μητέρα του, 90χρονη, που καθόταν σε μια πολυθρόνα στην άκρη του σαλονιού, καλοντυμένη και μοσχοβόλα. Γελούσαμε, τρώγαμε, πίναμε, χορεύαμε. Βρέθηκα κοντά της για μια στιγμή και παρατήρησα τα δακρυσμένα της μάτια, πήρα μια χαρτοπετσέτα τής τα σκούπισα και της ανέφερα ένα κολλύριο που κάνει καλό στη δακρύρροια.. τότε εκείνη μου απάντησε, δεν έχουν τίποτα χρυσό μου τα μάτια μου, ζήλεψα κι έκλαψα αυτό είναι όλο. Στο "γιατί" μου, απάντησε - γιατί κανείς δε γύρεψε να με χορέψει - την αγκάλιασα, χορέψαμε ένα αργό βαλσάκι αν και η μουσική ήταν για ζεμπέκικο χορό..

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Μαύρη μέρα.

(Μαύρη μέρα η Τετάρτη, 05 του Μάη, 2010.

Ax! Παρασκευή (ετών 35),

Αχ! Επαμεινώνδα (ετών 36),

Αχ! Αγγελική (ετών 32),


Αχ! Αγοράκι που το άηχο ουρλιαχτό σου μου τρυπάει αυτιά και περηφάνια.

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

«το ξέφωτο»

Η συγγραφέας κυρία Τατιάνα Αβέρωφ αποδέχτηκε την πρόσκληση της Λέσχης Ανάγνωσης Διονύσου και μας τίμησε με την παρουσία της στις 16.04.10. Χαρήκαμε την κουβέντα μαζί της, έτσι απλά και φιλικά σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Μιλήσαμε για το πρώτο της βιβλίο «το ξέφωτο».

Εκτός των μελών της Λέσχης μας είχαμε αρκετό κόσμο που αγαπά το διάβασμα. Έκανα εισήγηση περιγράφοντας το μυθιστόρημά της με το παρακάτω κείμενο.



ΤΟ ΞΕΦΩΤΟ ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ΤΟ ΑΝΑΖΗΤΑΣ!! (σελ.237).

Αρχίζω με μια φράση του βιβλίου που κατά τη γνώμη μου είναι το απόσταγμα του κάθε βήματός της ζωής μας στο δρόμο εκείνο που λέγεται ελευθερία, αγάπη, έρωτας και μεταρσίωση:

Δεν σας κρύβω ότι δυσκολεύτηκα να γράψω ένα κείμενο που να έχει την ικανότητα να σταθεί μπρος στην αξιότητα της γραφής του βιβλίου τής πολύ καλής συγγραφέως, Τατιάνας Αβέρωφ, που έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε σήμερα. Κι αυτό γιατί σε κάθε σελίδα, σε κάθε λέξη, σε κάθε φράση ανακάλυπτα διαμάντια, που δεν μπορούσα να προσπεράσω χωρίς να αγγίξω ή να κλέψω, αν θέλετε. Θα ‘ταν λίγο να εκφράσω με δυο λόγια μια τεράστια τοιχογραφία εποχής του 19ου αιώνα του τουρκοκρατούμενου ηπειρώτικου χωριού, του Μετσόβου, που ως επιδέξιος ζωγράφος, η συγγραφέας, με πινελιές άλλοτε σύντομες, άλλοτε μακρές σχηματίζουν ένα πλαίσιο ιστορικό, πολιτισμικό και γενικότερα τα ήθη και τις συνήθειες της εποχής του 19ου αιώνα.

Η γλώσσα απλή, αλλά και λέξεις ντοπιολαλιάς, βλάχικη διάλεκτος, παραθέτει και γλωσσάρι, με λιτό, σίγουρα λογοτεχνικό λόγο, κυλάει αβίαστα με επαναλαμβανόμενους ήχους, με αλλαγές, παρατηρήσεις, στοχασμούς, με συναρπαστικά στοιχεία μυθοπλασίας που μπορεί να βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα, όπως κάθε μυθιστορία γιατί «το φανταστικό είναι αυτό που τείνει να γίνει πραγματικό» όπως το έκφρασε ο Αντρέ Μπρετόν (1896-1966), έτσι το έργο φτάνει σιγά σιγά στην κορύφωσή του.

Οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι άρχοντες και παρακατιανοί, που η συγγραφέας με πλήρη επίγνωση των αδυναμιών και αρετών τους, αναλύει εύστοχα τους χαρακτήρες τους, μπαίνοντας βαθιά στην ψυχή τους.

Ιστορικό το μυθιστόρημα, όπου παρακολουθούμε να ζωντανεύουν, οι εθνικοί ευεργέτες, Τοσίτσας, Στουρνάρης, Αβέρωφ, Φλόκας, κ.α.. Πολιτικοί, όπως: ο σουλτάνος Μεχμέτ ο Δ’, ο Τρικούπης, ο Κουμουνδούρος, Παπάγος, Πρίγκιπες Βασιλιάδες, κόμματα, ξένες δυνάμεις, διχασμοί, ακόμα ακόμα και ο ερωτύλος σύζυγος τής, κατά 15 χρόνια μεγαλύτερής του, ηθοποιού Σάρας Μπερνάρ, ο οπιομανής Αριστείδης Δαμαλάς.
Όμως περνούν μπροστά μας και ποιητές και λογοτέχνες, όπως ο Δροσίνης (1859-1951), ο Σουρής (Σύρος1853-1919), ο Πολίτης (1890-1934), ο Παλαμάς (1859-1943), ο Προβελέγγιος (Σίφνος 1850-1936), καθώς επίσης και χειραφετημένες γυναίκες όπως η Καλλιρρόη Περέν κ.α..

Το επίκεντρο του μυθιστορήματος η οικογένεια του άρχοντα Νικολάου Αβέρωφ, που στο χωριό τον φωνάζουν Κολάκη του Χάλη, δηλαδή του Μιχάλη Αβέρωφ. Ο άρχοντας Κολάκης, λοιπόν, 35άρης παντρεύτηκε την 13χρονη, ορφανή από μάνα, Ελένη, γιατί τη νυφοδιάλεξε.. και γιατί του άρεσε... έκαναν τέσσερα παιδιά δυο γιους, δυο θυγατέρες. Τον Κωνσταντή, το Γιώργη, την Ευδοκία, Δούκω την φώναζαν και τη μικρή όλων την Ιφιγένεια, η οποία και μας ιστορεί τα διαδραματιζόμενα της οικογενείας της και του τόπου της.

Η Ιφιγένεια, λαίδη Καρλάϊλ πλέον, ετών 42, μητέρα δυο τέκνων μιας κόρης της Έλεν, που εγκυμονεί στο πρώτο της παιδί και καλοπαντρεμένη με εγγλέζο και ενός γιου του Ντέϊβιντ. Ο καθένας έχει πάρει το δρόμο του ακόμα και ο ευγενικός σύζυγός της ο φλεγματικός Άγγλος, Λέσλι, κληρονόμος ατέλειωτων εκταρίων καθώς και επιβλητικού πύργου 200 παγωμένων δωματίων στο Γκλόστερσαϊρ, που μετά από 23 χρόνια γάμου δεν την αναζητάει πια, αλλά έχει πάει να επισκεφτεί αγαπημένο φίλο στη Σκωτία και ασχολείται με τις παλιές του αγάπες, τα άλογα, τα καθαρόαιμα σκυλιά, τα κυνήγια, και την αντροπαρέα των ευγενών.

Η Ιφιγένεια μετά από 23 χρόνια απουσίας, επιστρέφει το φθινόπωρο του 1908 στο χωριό της, για την κηδεία της μάνας της Ελένης, ετών 72.

Αγέρωχα και επιβλητικά κατάφερε να αδειάσει το δωμάτιο από συγγενείς, φίλους και μοιρολογήτρες που είχαν έρθει να ξενυχτήσουν τη νεκρή, με επιβολή που προκαλούσε αυτόματα το σεβασμό των άλλων.

Η Ιφιγένεια ψηλή, όμορφη ακόμα στα χρόνια της, κοίταξε με στοργή το γαλήνιο πρόσωπο της μάνας της, έσκυψε το φίλησε και άρχισε να μονολογεί σπαρακτικά, να ξεσπάει σε λυγμούς και δάκρυα κρυμμένα 23 ολόκληρα χρόνια. «Ναι μάνα, ψιθύρισε, πάντα ήξερες να δέχεσαι τη ζωή με στωικότητα και ατέλειωτη υπομονή. Είκοσι τρία χρόνια εξόριστη στους πύργους και τα σαλόνια του Βορρά, δέσμια στη φυλακή των λόρδων και των χρυσαφικών, που μόνη μου διάλεξα για να ξεφύγω της μοίρας μου. Φοβόμουν να γυρίσω μάνα, μα έτρεξα μόλις έφτασαν τα νέα. Ήθελα να προλάβω μια τελευταία φορά να δω τα μάτια σου και να νιώσω τα χέρια σου γύρω να με κρατάνε σφιχτά. Να κλάψω μια τελευταία φορά για το παιδί που δεν είμαι πια και για τη γυναίκα που δεν έγινα ποτέ. Γιατί είναι τόσο δύσκολο για μας τις γεννημένες αρχόντισσες να βρούμε την ευτυχία; Αναρωτιέμαι θα’ ταν καλύτερα να ήμουν ευτυχισμένη και ζωντανή, αλλά απόβλητη και μισητή σ’ όλους; Μα πάλι πώς ν’ αντέξει έτσι η ευτυχία; Μήπως κι αυτό δεν είναι ένα άλλο είδος θανάτου;

Άνοιξε την πόρτα και πλήθος κόσμου με βοή εισέβαλε μέσα, άλλοι την αγκάλιαζαν, άλλοι τη φιλούσαν, μουτρωμένες οι μοιρολογήτρες που τις έβγαλε έξω· μόνο εκείνη ντυμένη δυτικά με μαύρο μακρύ φουστάνι που άγγιζε το πάτωμα και την αγκάλιαζε με άνεση και χάρη. Όλες οι γυναίκες του χωριού φορούσαν τα ίδια μα διαφορετικά, μακριά φούστα σ’ όλα τα χρώματα της γης, κεντητή ποδιά, σάρικα μαύρη, με κόκκινο τελείωμα, ανοιχτόχρωμο φακιόλι στο κεφάλι ή περούκα με χρυσά φλουριά. Και ξάφνου μια τραγουδιστή φωνή τόσο γλυκιά, τόσο αγαπημένη, τόσο μακρινή.... πούλιου, πούλιου, ήρθες μάτια μου; χίι γκίνε χρυσάφι μου; Αχ κατάμαυρη γριά και ζαρωμένη χιλιοαγαπημένη νταντά Λενούσιω, δεύτερη μάνα. Η αγκαλιά σφιχτή με τόση χαρά, με τόση λύπη. Και ακόμη κάτι αναπάντεχο! μέσα σε τόσα πολλά πρόσωπα, σε τόσα βλέμματα, ένα σκίρτημα καρδιάς, για δυο μάτια σκοτεινά, μια μορφή ασκητική, μια όψη αξέχαστη.

Στα δέκα της ίσως και πιο μικρή, από τότε που κρυβόταν ανάμεσα σε γιούκους πάνω στα ντουλάπια του ξενώνα, να βλέπει όλους και να μην τη βλέπει κανείς παρά μονάχα η νταντά Λενούσιω. Εκεί οι ονειροφαντασίες, εκεί οι λιχουδιές που νοστιμευόταν και την προμήθευε η Λενούσιω. Εκεί αυτή η μαγεία του ονείρου το εφτασφράγιστο μυστικό της· ήταν μια λάμψη, μια αίσθηση, ήταν η ίδια που έτρεχε με ορμή ανέμου, τα πόδια της να συνθλίβουν αλύπητα κλαριά, φύλλα, η ανάσα της κοφτή, ζερβόδεξα περνούν αστραπιαία θεόρατοι κορμοί, μέχρι που μια φωνούλα στο κεφάλι της... μην τρέχεις άλλο, είσαι μακριά απ’ το σπίτι· δε σταματάει κάτι ψάχνει, κάτι σαν ξέφωτο, ένας τόπος λουσμένος στο φως, είχε ζέστη, λουλούδια, πουλιά τόση ομορφιά που φέρνει δάκρυα... άπιαστο όνειρο σαν την πνοή της άνοιξης αστράφτει και σβήνει την ίδια στιγμή και χάνεται μαζί με το όνειρο.

Κυριακή. Την καμπάνα της Αγίας Παρασκευής χτυπά το αρχοντόπουλο ο Αρίστος Φλόκας, μόνο αρχοντόπουλα έχουν αυτή την τιμή, ποτέ οι παρακατιανοί, ακόμα και η πλατεία η μια, η σκιερή, είναι για τους αρχόντους και η πιο κάτω για τους παρακατιανούς... Στολισμένοι με τα κυριακάτικά τους η οικογένεια Αβέρωφ προχωρεί προς την εκκλησιά, ενώ ο Κολάκης με ένα νεύμα απαντά στο χαιρετισμό των συμπατριωτών του. Μπρος της οικογένειας εκείνος μετά ο πρώτος γιος, ο Κωνσταντής τόσο λεβέντης, που η Ιφιγένεια θαυμάζει, δρασκελώντας και λαχανιάζοντας δεν αφήνει να μεγαλώνει η απόσταση από τον πατέρα· γεννημένος για άρχοντας, για σπουδές, για μεγαλεία, σπουδαίος στο επιχειρείν συνεργαζόμενος με το θείο του τον Γεώργιο Αβέρωφ στο εξωτερικό, χρόνια μακριά από τα πάτρια εδάφη, όμως στο άνθος της ηλικίας του, άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο από βαριά αρρώστια.

Ακολουθεί ο Γιώργης με δειλά βήματα, παιδί χαμηλών τόνων θα’ λέγαμε σήμερα· δεν του αρέσει η προβολή, κρυμμένος κάπου σ’ έναν εαυτό που δεν τον χωράει, προσπαθεί να υπάρχει απαρατήρητος, όμως γίνεται μέσα σε αρχοντική, πατριαρχική οικογένεια; Πολύ νέος θα εγκαταλείψει την οικογένεια θα βρει αυτό που ψάχνει στη νικοτίνη, θα αφήσει τα επίγεια μαστουρωμένος σ’ ένα βρώμικο χαμαιτυπείο στην αγκαλιά μιας τουρκάλας πόρνης.

Στην πλατεία μαζεμένοι η τάξη των αρχόντων εκεί λύνονταν τα οικονομικά, τα πολιτικά... εκεί και τα δυο αντίπαλα κόμματα η Βλιώρα (βιολί) και η Κόσσα (δρεπάνι), ταξικές και ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους δεν είχαν, όμως υπήρχε τόσο μίσος και τόση γκρίνια, που δεν μπορούσε κανείς να εξηγήσει.

Εκείνη την Κυριακή κάπου ανάμεσα στον πολύ κόσμο κάτι ξεχώρισε η Ιφιγένεια, κάτι που την τράβηξε σα μαγνήτης, ένας πιτσιρίκος, άντε νάταν σαν τον Γιώργη, άντε γύρω στην ηλικία της. Μα ναι έχει μάτια σκοτεινά, μακριά μαύρα μαλλιά που του σκεπάζουν το πρόσωπο, είναι ξυπόλυτος, φοράει παλιά ρούχα, ναι είναι και βρώμικος, μήπως είναι γύφτος; Δεν τον έχει ξαναδεί, μήτε και στο ελληνοσχολείο τους πηγαίνει, ποιος να είναι; Το κοίταγμα της λες και μαγνήτισε το βλέμμα του που βυθίστηκε θαρεττά στα δικά της μάτια...

Σε κείνη την πλατεία η ανταλλαγή σκέψεων και οραματισμών για την απελευθέρωση του τόπου τους, αν και πολλοί βολεύονταν με τα προνόμια που τους παρείχε ο σουλτάνος. Σ’ αυτή την πλατεία πρόδηλη και η ταξική διαφορά, ποιος παρακατιανός να τολμήσει να περάσει μπρος από το αρχοντολόϊ. Μόνο ένας θρασύς, ξανθόμαλλος νεαρός ονόματι Φλέγκας κατηφορίζοντας το δρόμο με την παρέα του προς τα εκεί που του πρέπει η ταπεινότητά του, στοιχημάτισε με νταηλίκι ότι θα περνούσε από την απαγορευμένη για δαύτους πλατεία. Περνώντας λοιπόν και σφυρίζοντας μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ευγενών, τον φώναξε αναψοκοκκινισμένος ο πρωτοκάθεδρος Κολάκης σαν πλησίασε αρκετά τον μπάτσισε με τόση δύναμη που έπεσε φαρδύς πλατύς στο χώμα, έσφιξε τα δόντια ο νεαρός μάγκας και μέσα από τα δόντια σιγομίλησε «θα μου το πληρώσεις παλιόγερε», δυστυχώς όπως κι έγινε.

Τι θόρυβοι ήταν αυτοί πάλι μες τα άγρια μεσάνυχτα; Ανάστατο το αρχοντικό, ήρθε λεει ο ταχυδρόμος έφερε ένα γράμμα και περιμένει στην αυλή απάντηση, κυκλοφορεί η λέξη «επανάσταση». Όλοι κοντά στην πόρτα του οντά του κύρη τους να ακούσουν να καταλάβουν, μόνο η Ιφιγένεια μόνη στο χαγιάτι με τα πόδια κρεμασμένα ανάμεσα στα ξύλινα κάγκελα να παρατηρεί τις ετοιμασίες για τον κόσμο που θα ‘ρχόταν σε λίγο να μιλήσουν για την «επανάσταση», όμως εκείνη κάτι παρατήρησε στις σκιές που έριχνε το χλωμό φως μιας λάμπας ακριβώς κάτω από τα πόδια της μια κινούμενη σκιά, «ποιος είναι φώναξε, με ψιλή φωνή, θαρρετά μεν αλλά και φοβισμένα. ‘γω, ακούστηκε. Ποιος; Ξαναρώτησε. Έλα στο φως να σε δω, ένα σούρσιμο, κάποιος σηκώθηκε από το ξύλινο πάγκο δίπλα στο στάβλο, βήματα ελαφριά, σαν αερικό ξυπόλητος, και να δυο σκοτεινά, γνώριμα μάτια να την κοιτάνε, ξαφνιασμένη ξαναρώτησε «πώς σε λένε;» Τέγο, είπε το περίεργο παιδί. Ο Τέγος, λοιπόν, βοηθός ταχυδρόμου, αγωγιάτης στη συνέχεια, με ζώα πολλά, πετυχημένος στην ακμή του. Ερωτευμένος παιδιόθεν με την αρχοντοπούλα και κείνη μαζί του· μαχητής εκείνος να διεκδικεί και να τολμάει με περίσσια δύναμη για τα ιδανικά της αγάπης του, του έρωτά του, «θα σε φροντίζω πάντα», της λεει ανάμεσα στα ψιθυρίσματα του έρωτα, της μιλάει για το μέλλον και κείνη ξαφνιασμένη αναλογίζεται: Το μέλλον; Πώς έγινε και τόσον καιρό είχε τα μάτια σφαλισμένα; Πώς μπόρεσε να τον κοροϊδεύει μ’ όνειρα και παραμύθια, αφού δεν υπήρχε μέλλον γι’ αυτούς, πώς να βρεθεί θέση σε τούτο τον κόσμο για μια αγάπη σαν τη δική τους; Έφυγε μ’ έναν λυγμό ανίκανη να αρθρώσει λέξη.

Ταξίδι στην Αθήνα η Ευδοκία με την Ιφιγένεια, κάπου στη Σταδίου η οικογένεια συγγενών που θα τις φιλοξενήσει. Η Σταδίου, η καλύτερη οδός των Αθηνών, όπως οι συγγενείς περήφανα τις ενημερώνουν, όμως γεμάτη σκουπίδια, κάρα, ψοφίμια στις άκρες, κόσμος, θόρυβοι, και να το τραμ, η υπερηφάνεια επίσης των αθηναίων, δυο άλογα να αγκομαχάνε τραβώντας το άχαρο κουτί πάνω στις ράγες.

Εσπερίδες σε σπίτια της αριστοκρατικής Αθήνας, με βασιλιάδες, πρίγκιπες και πατρίκιους. Πουλάει έρωτα στη νεαρή Ιφιγένεια ο πρίγκιπας Μουρούζης, κολακεύεται η μικρή μας μέχρι που φανερώνεται ότι ο τολμηρός πρίγκιπας τα ρίχνει σε πολλές και μονομαχεί για τα μάτια κάποιας άλλης. Έτσι η μικρή μας Ιφιγένεια ξαναγυρίζει στο ονειρικό της ξέφωτο, να βρει τον αληθινό της εαυτό, καθώς και την αγάπη της.

Η Ευδοκία χάνεται στα μάτια του γοητευτικού ερωτύλου Δαμαλά, συζύγου της Σάρας Μπερνάρ και ενώ πήγε γεμάτη έρωτα και αγάπη προσδοκώντας την ολοκλήρωση, βρέθηκε μέσα σ’ ένα βρώμικο και ακατάστατο δωμάτιο και νάτος ο έρωτας μπροστά της αλαφιασμένος από στερητικό σύνδρομο, την περιγελά και της κάνει άγριο έρωτα με τη σύριγγα κρεμασμένη ακόμα στο μπράτσο.

Τσαλακώνεται η υπερήφανη καρδιά του Κολάκη, πάει περίπατο η υπόληψή του, σάλος στο χωριό, όταν οι κόρες του Κολάκη, η Ευδοκία παραμονές του γάμου της με τον Στέργιο γιο του άρχοντα Τζοανόπουλου και η Ιφιγένεια απήχθηκαν από τη ληστρική συμμορία του αρχιλήσταρχου Θυμογιάκη και για την απελευθέρωσή τους ζητούν λύτρα σε χρυσάφι όσο το βάρος της Ευδοκίας και ασήμι όσο το βάρος της Ιφιγένειας.

Θα γλιτώσουν από τα βρομερά χέρια των απαγωγέων τους πάνω στις απότομες κορφές του βουνού που έχουν τα λημέρια τους; Ποιος κρύβεται πίσω από την απαγωγή, ποιος προσπάθησε να βιάσει την Ευδοκία; τι έκανε ο τρομερός ληστής Πουτσαρογιώργος, τι ο Μήτρος ο φονιάς; Πώς έφτασαν τα λύτρα στα λημέρια των ληστών και ποιος τα παρέδωσε;

Πώς παντρεύτηκε η Ευδοκία τον Στέργιο και πως κοκκίνισε το σεντόνι μαρτύρημα της παρθενιάς της και παρουσιάστηκε στο πλήθος των καλεσμένων;

Με τι επιχειρήματα κατάφερε τον πατέρα της η Ιφιγένεια ώστε να αποφύγει ένα γάμο με τον Αρίστο Φλόκα και να ξενιτευτεί στην Ευρώπη, όπου και παντρεύτηκε;

Και τώρα; Γιατί πάλι αυτό το ξάφνιασμα; Αυτή η λάμψη, αυτή η λαχτάρα από μάτια σκοτεινά, άραγε τι κρύβουν και ακόμα τη θωρούν θαρρετά και κατάματα χωρίς θυμό; Άραγε είναι όνειρο το ξέφωτο, είναι μαγεία; που για να το βρεις χάνεσαι σε άπατο και πυκνό δάσος, τρέχοντας με ορμή ανέμου, ενώ θεόρατοι κορμοί, έλατα, ρόμπολα, περνούν αστραπιαία δεξιά και αριστερά σου μέχρι να φτάσεις στην κρυφή εκείνη είσοδο του παραδείσου όπου βασιλεύει ο έρωτας, η αγάπη, η ελευθερία, η σκέψη....

Όλα αυτά αγαπητές φίλες θα τα μάθετε αφού διαβάσετε το βιβλίο της φιλοξενούμενής μας κας Τατιάνας Αβέρωφ.

Ευγενία Μακαριάδη.