Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Χαμένη στη μετάφραση» Μυθιστόρημα της Nicole Mones.

Η συγγραφέας Nicole Mones (γεν. 1952 στις Η.Π.Α.) βάσισε τη μυθοπλασία της στην ανακάλυψη από τον Γάλλο Τεγιαρ ντε Σαρντεν Πέτρος (1881-1955- Ιησουϊτης, παλαιοντολόγος και φιλόσοφος) ενός προϊστορικού είδους ανθρώπου, του «σινάνθρωπου» (άνθρωπος του Πεκίνου). Η ανακάλυψη αυτή το 1929 ήταν σπουδαίο εύρημα στην ιστορία της αρχαιολογίας, εποχή που αμφισβητούσαν ακόμα τη θεωρία της εξέλιξης. όμως ο σκελετός εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια του Β’ παγκόσμιου πολέμου (το 1941) μυστηριωδώς.

Η μυθιστορία αυτή είναι, αν θέλετε, ένα κυνήγι χαμένου θησαυρού στα άγονα και κακοτράχαλα βουνά της ΒΔ Κίνας για την εύρεση του χαμένου σινάνθρωπου και συνάμα ένα ταξίδι στα βάθη ψυχής της Άλις Μάνεγκαν, ηρωίδας του βιβλίου, για την ανακάλυψη του εαυτού της.

Η αμερικανίδα Άλις Μάνεγκαν σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Ράις και εκεί έμαθε Κινέζικα· η αλήθεια είναι ότι από μικρό παιδί είχε επινοήσει μια προσωπική γλώσσα για το ημερολόγιό της και δεν την μετέφραζε σε κανέναν για να δραπετεύει σ’ έναν άλλο κόσμο. Με την εκμάθηση της κινέζικης γλώσσας το παιδικό όνειρο της φυγής πραγματοποιήθηκε με την απόδρασή της από τις ΗΠΑ στην Κίνα και κει ως διερμηνέας εξοικονομούσε τα προς το ζην.

Μεγαλωμένη από τον πατέρα της Οράτιο Μάνεγκαν, δεν γνώρισε μητέρα. Οράτιο τον αποκαλούσε η Άλις και ποτέ πατέρα, αν και ενδόμυχα τα συναισθήματά της γι’ αυτόν ήταν στοργής κι αγάπης. Ο Οράτιος Μάνεγκαν ήταν γερουσιαστής, συντηρητικός και αφοσιωμένος στο ζήτημα του Νότου και στην ανάπτυξή του.

Παιδιόθεν αισθανόταν προσβλημένη και με κηλιδωμένο το όνομά της, όταν σε πολιτικό του λόγο ο πατέρας της τη σήκωσε ψηλά στα χέρια παρουσιάζοντάς την ως πρότυπο παιδιού λευκού και καθαρόαιμου. Το αποτέλεσμα μετά το τέλος της αγόρευσής του ήταν να γίνουν αιματηρές συμπλοκές από οπαδούς του ρατσιστές στην περιοχή του Φορθ Ουόρντ στο Χιούστον του Τέξας και να σκοτωθούν τρία έγχρωμα κοριτσάκια. Η Άλις έφερε βαριά το θάνατο των τριών κοριτσιών και βρισκόταν μονίμως σε αγχώδη κατάσταση, όταν συνομήλικοί της την αναγνώριζαν λέγοντάς, είσαι η Άλις Μάνεγκαν αυτή που δεν ήθελε να πηγαίνει σχολείο μαζί με τα έγχρωμα παιδιά. Καταδίκη, λοιπόν, για την Άλις που μεγάλωνε και ήταν το επίκεντρο του οίκτου, της περιφρόνησης, της περιέργειας όλων των φορτισμένων συναισθημάτων που συνόδευαν την ένταση ανάμεσα στις φυλές.

Νιώθει αγάπη για την πατρίδα που υιοθέτησε και έντονο ερωτισμό για τους Κινέζους. έτσι χαίρεται αυτή την ερωτική ελευθερία με διάφορους άντρες και μόνο για το επίκεντρό τους, όπως λεει, εκεί όπου βρισκόταν η είσοδος όλης της Κίνας..

Το ταξίδι για την εύρεση του «σκελετού» βρίσκει τους ήρωες να εμπλουτίζονται με γνώσεις, συναισθήματα φιλίας, εκτίμησης και θαυμασμού αλλόφυλων ανθρώπων και έναν σφοδρό έρωτα της Άλις όπου η αγάπη εισβάλει στην καρδιά, στο νου και βγάζει στην επιφάνεια αυτό που βρίσκεται βαθιά μέσα στον άνθρωπο και μόνο αυτή είναι η πραγματικότητα της καθημερινής εμπειρίας....

Ο έρωτας βρίσκεται στην Κίνα, ο πατέρας πνέει τα λοίσθια στην Αμερική και κείνη βουρκωμένη με το εισιτήριο στα χέρια επιστρέφει μετά τόσα χρόνια στον γενέθλιο τόπο. Το «αντίο» δίνεται από καρδιάς και στους δυο... και αφήνει σε μας τους αναγνώστες ίχνη απρόβλεπτων μελλοντικών εκπλήξεων.

Τελειώνω, με τα λόγια του Τεγιαρ ντε Σαρντεν: Ουσιαστικά δεν πιστεύω σε τίποτα άλλο πέρα από την αφύπνιση του πνεύματος, της ελπίδας και της ελευθερίας.

Σημείωση: το βιβλίο βρίθει στοχασμών και φιλοσοφικών σκέψεων.

Ευγενία Μακαριάδη.

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

LOGICOMIX-των Απ.Δοξιάδη & Χρ. Παπαδημητρίου (εκδόσεις, ΙΚΑΡΟΣ).

Τώρα θα μου πείτε εσύ η άσχετη με αριθμούς, μαθηματικά σύνολα, λογική μαθηματικών και τα ρέστα, κάθισες και διάβασες το "Logicomix";

Πρώτα απ' όλα δεν είναι κανείς άσχετος αν έχει διαβάσει κάτι του Απόστολου Δοξιάδη, κι εγώ έχω διαβάσει το "Θείος Πέτρος και Εικασία του Γκολντμπαχ" καθώς και "τα τρία ανθρωπάκια", που μου άρεσαν πολύ. έτσι γνωρίζοντας ότι πρόκειται για έναν συγγραφέα-παραμυθά και σίγουρη ότι αυτό που θα διαβάσω θα είναι κάτι ανάλογο και όχι μια, αν θέλετε, επιστημονική μελέτη μαθηματικών, στρώθηκα στο διάβασμα.

Δεν σας κρύβω ότι μεγάλωσα διαβάζοντας με λατρεία (και μέχρι κορεσμού) Μπαγκς Μπάνυ, Έλμερ Φαντ, Τουϊτι, (σήμερα τα λένε Looney Tunes),μικρό ήρωα, κλασσικά εικονογρα-φημένα κ.α., με λίγα λόγια τα προπατορικά των Κόμικς, οπότε το διάβασμά τους είναι απόλαυση και ψυχαγωγία για μένα.

Πριν συνεχίσω, εκφράζω τον θαυμασμό μου για τους δημιουργούς:
του Σεναρίου: Απόστολος Δοξιάδη και Χρήστος Παπαδημητρίου,
και τις υπέροχες εικονογραφήσεις των Αλέκου Παπαδάτου και Anni Di Donna.

Ένα παραμύθι με εικόνες, ένα παραμύθι με ήρωες σημερινούς, με ήρωες αθάνατους όπως ο Βρετανός φιλόσοφος-μαθηματικός,ειρηνιστής και νομπελίστας Μπέρτραντ Ράσελ (1872-1970), συνέλεξα τα εξής από τα αμέτρητα που κατά καιρούς είχε εκφράσει: Η αγάπη και η γνώση με ανέβαζαν στους ουρανούς, αλλά πάντα ο οίκτος με ξαναγύριζε στη γη. Κραυγές πόνου αντιλαλούσαν στην καρδιά μου παιδιών που πεινούσαν, θυμάτων που βασανίζονταν γέρων που αφήνονταν αβοήθητοι. λαχταρώ να ελαφρύνω τον πόνο, αλλά δεν μπορώ και έτσι, και γω υποφέρω.
Διάβαζοντας έμαθα τον Αυστριακό φιλόσοφο, μαθηματικό, μηχανικό, κ.α. Λ. Βιτγεντσταϊν (1889-1951), τον μεγάλο Γερμανό μαθηματικό Δ. Χιλμπερτ(1862-1943), τον Αυστρο-αμερικανό μαθηματικό της λογικής (1906-1978) Γκέντελ, τον Βρετανό μαθηματικό, κρυπτογράφο, καθηγητή λογικής, Άλαν Μάθισον Τούρινγκ, που θεωρείται πατέρας της επιστήμης των υπολογιστών, κ.α..

Μέσα από τα σκίτσα και τους διαλόγους των ηρώων παρατήρησα τις απογοητεύσεις, τις ελπίδες, τα συναισθήματα, το μόχθο, τις πίκρες ταπεινών ανθρώπων εκφρασμένες από μεγάλους και αθάνατους...

Στο κάτω κάτω το φχαριστήθηκα, δεν ήταν ανάγκη να ανοίξω μαθηματικές εγκυκλοπαίδειες για να δείξω πόσο καλά κατέχω αυτό που ο συγγραφέας, με υπομονή δασκάλου της πρώτης, σε μαθαίνει την άλφα-βήτα των μαθηματικών με παραμυθένια πλοκή.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Το μουσείο της αθωότητος

«ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ»
του Ορχάν Παμούκ (γεννήθηκε στην
Κωνσταντινούπολη το 1952)

(μετάφραση Στέλλα Βρετού. Εκδόσεις Ωκεανίδα)

Πολύ καλό βιβλίο, πολυσέλιδο, σιωπές και λέξεις μέσα σ’ ένα μικρόκοσμο αντικειμένων, γεύσεις γλυκές αγάπης, έρωτα και πικρές από απουσίες, εμφαντικό στην πολιτιστική ταυτότητα, στις αξίες ζωής, θαυμάσια περιγραφικότητα στην ανατομία χαρακτήρων των ηρώων που πάνω τους στηρίζεται η πλοκή της μυθιστορίας. Αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής σχεδόν μισού αιώνα... όμως ας μου επιτραπεί ένα σεργιάνι στο ξεφύλλισμα του βιβλίου και κάτι λίγα από τα πολλά που εισέπραξα, όπως η εκτίμησή μου σε κάποια πράγματα που τα θεωρούσα δεδομένα και έχουν χαθεί.
**
Ο τιμημένος με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ με το «Μουσείο της αθωότητας» μας έπιασε από το χέρι, μας κοίταξε στα μάτια και μεις ανταποκρινόμενοι μέσα στα δικά του υγρά μάτια από τη γλυκιά γεύση ενός έρωτα που παίζει με την αθωότητα και παιδικότητα των ηρώων του καθώς και του πάθους πικρής αμφισβήτησης και απώλειάς του, ταξιδεύουμε ακολουθώντας τον βήμα βήμα στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης και των μαχαλάδων της, περίεργοι και διψασμένοι να ακούσουμε, να δούμε, να αγγίξουμε και να χωθούμε βαθιά μέσα στη μαγεία ενός μικρόκοσμου ανθρώπων, αντικειμένων, οικημάτων μισού αιώνα σχεδόν, (από το 1950 μέχρι το 2000) σε μια πολιτεία που αλλάζει μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, όπως εμείς. Στο βιβλίο επίσης βρίσκουμε ίχνη ζωής περασμένων δεκαετιών του τόπου μας.

Ευφυής ο δημιουργός μάς συγκινεί με αντικείμενα ευτελούς αξίας, που παίρνουν διαστάσεις κειμηλίων άξια να φυλαχτούν σε μουσείο, μιας και αντιπροσωπεύουν περασμένες ζωές ανθρώπων που αγαπήθηκαν βαθιά και τα ίχνη τους παραμένουν ζωντανά, αφού η φωνή, οι ανάσες, οι συνήθειές, οι λαχτάρες, οι σκέψεις, τα συναισθήματα και τα πάθη τους είναι χαραγμένα πάνω σ’ αυτά τα ταπεινά αντικείμενα, αυτών των ταπεινών ζωών.

Ήπιαμε τσάι μαζί με τους πλούσιους στους τσαϊχανέδες του Βοσπόρου, συνεχίσαμε τρώγοντας στα καλά εστιατόρια στα Θεραπιά στο Μπουγιουκντερέ και στο Μπεμπέκ. Μπήκαμε στο ξενοδοχείο του Χίλτον στο Ταξίμ καθώς και σ’ άλλα στην πλατεία Ντολμαμπαχτσέ, επισκεφτήκαμε στο Γαλατασεράϊ και στο Μπαλουκ παζάρ την ψαραγορά, όπου ήπιαμε μπύρα και σαν λαϊκοί άνθρωποι φάγαμε όρθιοι, κατεβήκαμε από πλατεία Ταξίμ προς Τούνελ κοντά στο Γαλατά Σεράϊ, κόψαμε αριστερά για τους μαχαλάδες και πήραμε την οδό Τσουκούρτζουμα, αλλά αν μπερδευτήκαμε δεν πειράζει κατεβαίνοντας διασχίζουμε την οδό Σιρά Σελβιρέλ ευθεία κάτω στην οδό Κουμπαρατζή για το Τοπχανέ, υποβαθμισμένες αυτές οι περιοχές και πάλι φτάνουμε στα Τσουκούρτζουμα. Έχουμε διασχίσει πολλές φορές το Βόσπορο με το καραβάκι κοιτάζοντας τα παραμελημένα αρχοντόσπιτα, τα γνωστά «Γυαλιά» και όλα αυτά γιατί ο πλούσιος ήρωας της ιστορίας μας είναι τρελά ερωτευμένος, αν και αρραβωνιασμένος με μια κοπελιά της τάξης του, με τη φτωχή 18χρονη εξαδέλφη του που μένει στη φτωχογειτονιά της συνοικίας Τσουκούρτζουμα.

Ο ήρωάς μας ο Κεμάλ, ηλικιωμένος πλέον θέλει να ξαναζήσει τα χρόνια, τις ώρες, τι στιγμές ενός παράφορου και ανεκπλήρωτου έρωτα που έζησε με την νεαρή εξαδέλφη του Φισούν και γι’ αυτό μετά το θάνατό της, μας διηγείται λεπτομερειακά τον μεγάλο και τρελό έρωτά του δείχνοντάς μας μικρά και ασήμαντα πράγματα που εκείνη χρησιμοποίησε, φόρεσε, άγγιξε, ακόμα ακόμα και τις γόπες των τσιγάρων που κάπνισε και γίνονται πράγματι μοναδικά για τη μουσειακή τους έκθεση από τα ίχνη του κραγιόν της. Και έτσι όλα αυτά τα αντικείμενα των γλυκών ερωτικών του αναμνήσεων του χώρου και του χρόνου τα τοποθετεί στο «μουσείο της αθωότητας.

Η γνώμη του είναι ότι σε κάθε φυσιολογική σχέση πρέπει να βιώνεται το παιχνίδι της επιθυμίας και της απόλαυσης (σελ.56).

Μας μιλάει για την πρώτη της φορά στον έρωτα μαζί του, λέγοντάς μας: την είχα πλησιάσει όσο γινόταν πιο πολύ, ένιωθα σαν να ήταν δικός μου πόνος, το σώμα της να τρέμει λεπτό κι εύθραυστο, φανταστείτε ηλιοτρόπια να τρέμουν στο ανεπαίσθητο αεράκι.

Ακούστε την ψυχή του όταν περίμενε την αγαπημένη του Φισούν που τόσο λαχταρούσε και κείνη δεν ερχόταν: τριγυρίζοντας στα δωμάτια, κοιτάζοντας από το παράθυρο και καμιά φορά στημένος ακίνητος σε μια γωνιά, άκουγα τον πόνο μέσα μου να σπάει σαν κύμα. (σελ. 230).

Ο πόνος τού σακάτευε τα σπλάχνα, είχε την αίσθηση ότι κάποιος είχε χώσει μέσα του ένα κατσαβίδι ή ένα καυτό σίδερο και του ξερίζωνε τα σωθικά..

Κοιταζόταν στον καθρέφτη του μπάνιου, όταν ένα τραγούδι, που ‘λεγε, «ο έρωτας, ο έρωτας φταιει για όλα στον κόσμο, τον έκανε να ζήσει μια από τις πιο συγκλονιστικές, ψυχολογικά φορτισμένες στιγμές της ζωής του και κατάλαβε ότι ο κόσμος, τα αντικείμενα, αποτελούν μια ενότητα. Να νιώθεις με τη δύναμη του έρωτα την ενότητα, αυτό ήταν το νόημα της ζωής που ζούσανε. (σελ.373).

Τώρα όσον αφορά το χρόνο: τα ρολόγια και τα ημερολόγια δεν υπάρχουν για να μας θυμίζουν το χρόνο που έχουμε ξεχάσει, αλλά τις σχέσεις μας με τους άλλους (439).

Το παρελθόν κρύβεται σαν ψυχή μέσα στα πράγματα (736).

Πραγματικά μουσεία είναι τα μέρη όπου ο χρόνος μετατρέπεται σε χώρο (772).

Ο έρωτας είναι παρατήρηση, είναι στοργή (790).

Τέλος, ο Προυστ γράφει ότι όταν πέθανε η θεία του, πούλησαν τα έπιπλά της σε’ ένα μπορντέλο κι ότι κάθε φορά που έβλεπε στο μπορντέλο την πολυθρόνα, το τραπέζι της θείας του, διαισθανόταν ότι τα έπιπλα έκλαιγαν.

Όταν το πλήθος των κυριακάτικων επισκεπτών επισκέπτεται τα μουσεία, Ορχάν μπέη, τα εκθέματα κλαινε.


Σημείωση:Το μουσείο υποστηρίζεται από το πρακτορείο πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης 2010 στα Cukurcuma της Κωνσταντινούπολης.

Εμείς μπορούμε να επισκεφτούμε το μουσείο μια και έχουμε το εισιτήριο στη σελίδα 574.

Ευγενία Μακαριάδη.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

τελευταίο "αντίο"

Ένα εγκάρδιο χαιρέτισμα,
ένα πλατύ χαμόγελο,
ένα αγκάλιασμα,
ένα χιουμοριστικό πείραγμα,
ένα αδέρφωμα,
ένα ανυπόκριτο φίλιασμα.

Σε μένα αυτά θα λείψουν από σένα καλέ μου φίλε-γείτονα Σωτήρη.