Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Ανεχώρησε η "κυρία Μάνια"



Γιάννης Μακριδάκης


Posted on
Η “κυρία Μάνια” ήταν για μένα ο άνθρωπος, στου οποίου την κρίση και την εμπειρία επί της λογοτεχνίας οφείλω την όποια ύπαρξή μου στα ελληνικά γράμματα. Ήταν εκείνη που διάβασε το πρώτο μου βιβλίο, τον Ανάμιση ντενεκέ και το πρότεινε στην κόρη της την Εύα προς έκδοση από την Εστία. Ήμουν ουσιαστικά η τελευταία της επιλογή από τον μακρύ κατάλογο των συγγραφέων της Εστίας όλα αυτά τα χρόνια που διηύθυνε τον εκδοτικό οίκο ή που, αποτραβηγμένη στο γραφειάκι της, στο βάθος του ιστορικού βιβλιοπωλείου, παρακολουθούσε τα πάντα γύρω από το χώρο των εκδόσεων και της λογοτεχνίας.
Νιώθω πολύ τυχερός που αξιώθηκα να ζήσω την βγαλμένη από μια άλλη Αθήνα ατμόσφαιρα του γραφείου της, να ακούσω τις απόψεις της και τις εμπειρίες της επί των προβληματισμών μου, τις συμβουλές της κάποιες φορές και να γνωρίσω εξαίρετους ανθρώπους που την επισκέπτονταν συνεχώς εκεί. Θυμάμαι με γλύκα τα μεσημεριανά τσίπουρα και τις ρακές με τα ξηροκάρπια άλλοι όρθιοι, άλλοι στα σκαμπουδάκια κι άλλοι βυθισμένοι στις παλιές δερμάτινες πολυθρόνες, θυμάμαι τα περιστέρια, που ήξεραν πια την ώρα άφιξής της στο γραφείο και κατέβαιναν κι αυτά κατά σμήνη, συνοστίζονταν στον ακάλυπτο και στο κασαλίκι του μεγάλου συρόμενου παραθύρου περιμένοντας το σταράκι από τα χέρια της.
Θυμάμαι που έκανε εκείνο τεράστιο ταξίδι με ένα σαπιοκάραβο της άγονης γραμμής από την Λήμνο όπου έκανε διακοπές και ήρθε καταταλαιπωρημένη στη Χίο μαζί με την φίλη της την Ε.Ξ. για να με τιμήσουν στην παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου, ξαναγύρισαν δε στη Λήμνο με το επόμενο βαπόρι.
Θυμάμαι την τελευταία φορά που πήγαμε μαζί στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, εκεί που συνειδητοποίησα ότι αν έμπαινες μαζί με την κυρία Μάνια από την κεντρική πύλη της έκθεσης, μέχρι να φτάσεις στο βάθος, όπου βρισκόταν συνήθως το περίπτερο της Εστίας, χρειαζόταν σχεδόν μισή μέρα περπάτημα και ορθοστασία αφού από κάθε περίπτερο στη διαδρομή έβγαιναν οι εκδότες και το προσωπικό για να την χαιρετίσουν, να της δηλώσουν τον σεβασμό τους, να την προσκαλέσουν να καθίσει μαζί τους λίγο, να της πουν τα εκδοτικά τους νέα και την ρωτήσουν την γνώμη της. Μου έκανε εντύπωση με πόσο σεβασμό υποκλίνονταν εμπρός της οι άνθρωποι του βιβλίου κι εκείνη πάντα με το γέλιο και την ατάκα του αυτοσαρκασμού στο στόμα έδειχνε κατά βάθος να απολαμβάνει τον άτυπό της τίτλο της μητέρας των εκδοτών
Πολλά ακόμα θυμάμαι από την σχέση μου με την κυρία Μάνια. Τα τηλεφωνήματα που κάπου κάπου μου έκανε, για να μου χτυπήσει καμπανάκι σχετικά με κάποιο πολιτικό μου σχόλιο ή για να μάθει αν γράφω και πότε θα της στείλω να διαβάσει κανένα χειρόγραφο. Πάντα μου έλεγε να κάτσω εκεί που κάθομαι, να μείνω στη Χίο, στο χωριό μαζί με τα φυτά και τα ζώα, μη τυχόν και διανοηθώ να πάω στην Αθήνα και στις συναναστροφές, έτσι μου έλεγε με τον γνωστό σαρκασμό της και το μάτι της έλαμπε, ήταν γνωστή σε όλους η αγάπη της για τα φυτά και τα ζώα, για τα πουλιά, τα λουλούδια.
Ποτέ δεν έχασε το χιούμορ της, ακόμη και τους σωματικούς πόνους με αυτοσαρκασμό και γέλιο γάργαρο τους αντιμετώπιζε, ακόμη και σε αυτή την τελευταία πολύ δύσκολη περίοδο του εγκλεισμού της στο σπίτι στο Ψυχικό, γελούσαμε στις κουβέντες μας, πρώτα απ’ όλα για τον τρόπο που κουβεντιάζαμε γελούσαμε, εγώ μιλούσα κι εκείνη έγραφε, πάντα όμως είχε κάτι να μου πει για να με εμπνέει, να με κάνει να συνεχίζω δίχως ταλάντευση, δίχως αμφιβολία τον δρόμο της αφοσίωσης στη γη και στη συγγραφή.
Η κυρία Μάνια, ο άνθρωπος που ουσιαστικά με έβαλε στα ελληνικά γράμματα ανεχώρησε χθες για άλλους τόπους. Τώρα την αναλαμβάνουν πια τα πουλιά, τα ζωντανά, τα φυτά και τα λουλούδια. Να της ανταποδώσουν την τόση αγάπη που τους πρόσφερε όλα αυτά τα χρόνια της ανθρωπινής της υπόστασης. Είμαι βέβαιος ότι θα ζει μιαν αιώνια άνοιξη πλέον αφού όλα αυτά τα πλάσματα θα χαμογελούν συνέχεια με τις ατάκες της κι έτσι θα γίνει και ο δικός μας κόσμος εδώ κάτω πολύ καλύτερος σύντομα
Καλό ταξίδι κυρία Μάνια, καλά να περνάς εκεί με τις ψυχούλες αυτές γύρω σου και κοίτα να με κάνεις πάλι γραφιά άμα ξανανταμώσουμε, δεν το μετάνιωσα, μ’ άρεσε και σ’ ευχαριστώ από την καρδιά μου.


Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Καιροί τέσσερεις, της Χριστίνας Καράμπελα



                                 Καιροί τέσσερεις
                    Της Χριστίνας Καράμπελα (γεν. 1963, Αθήνα)
                                    (εκδόσεις ΠΟΛΙΣ)


Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί
στο λογοτεχνικό περιοδικό «δέκατα».


Το πρώτο μυθιστόρημα της Χριστίνας Καράμπελα, όπου ρέει η γραφή, η εξαιρετική αφήγηση,  η αλληγορία, το χιούμορ, η μνήμη, το συναίσθημα, ο ρεαλισμός, το όνειρο, η μαγεία.   Ένας κόσμος μέσα από τα μάτια γυναικών πάνω και κάτω από τη γη. Ένα  βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα, που χαμογελάς/γελάς από την αρχή μέχρι το τέλος. Ένα βιβλίο που μοιράζει γεύσεις και αρώματα ζάχαρης, καραμέλας, φρούτων που μεταλλάσσονται σε γλυκά του κουταλιού και ανοίγεις το στόμα λιγωμένος για γλύκα σωματική και ψυχική. Δεν αργείς να πάρεις χαρτί και μολύβι να γράψεις τις συνταγές που ευφραίνουν έτσι αφήνεις έξω τους άρπαγες όπως, τον πανδαμάτορα χρόνο, την χθόνια Εκάτη, τον απαγωγέα Πλούτωνα, τη μάνα Δήμητρα που διεκδικεί την κόρη της. Και, η αιώνια κόρη η Περσεφόνη το έπαθλο νίκης διελκυστίνδας παντοδύναμων θεών.  Μέχρι πότε;  Πρωταγωνιστικό ρόλο και η Ευρυδίκη σύζυγος του μουσικού Ορφέα, συνοδός στο σκοτάδι του Άδη αθώων ψυχών.. σημαντικός ο ρόλος του υποχθόνιου Χάροντα που τριγυρίζει την όμορφη κόρη έμμονος να την κατακτήσει ερωτικά.
 Ένα βιβλίο που η φύση πρωταγωνιστεί έξω και μέσα στον άνθρωπο. Το φθινόπωρο, ο χειμώνας, η άνοιξη, το καλοκαίρι. Μέσα από τον μύθο η αλήθεια, μέσα από τη συνειδητοποίηση η απελευθέρωση και η καταφυγή σε δρόμους αυτογνωσίας. Η αέναη πάλη των φύλων, η εξουσία/εκμετάλλευση ανθρώπου σε άνθρωπο, κι όλα αυτά γραμμένα και ανασυρμένα από τους αρχαίους μύθους νυμφών και θεών του πάνω και κάτω κόσμου. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά, όπως η συγγραφέας μας τα παρουσιάζει.
Τέσσερις καιροί του σήμερα  τέσσερα κεφάλαια, το καθένα με τίτλο το όνομα του αφηγητή που δραματοποιεί τα γεγονότα.

Καιρός πρώτος: Της Ρούλας

Φθινόπωρο.  Η ηλικιωμένη μάνα, πάσχει από ζάχαρο, είναι στο  τελευταίο στάδιο ζωής. Ρούλα το χαϊδευτικό της, Δήμητρα το όνομά της. Ζει σ’ έναν πύργο, χτισμένο τον περασμένο αιώνα, στο Μαρούσι. Πιστεύει ότι ο κόσμος θα ‘ταν καλύτερος χωρίς άντρες. Εξ’ άλλου από γιαγιά προς γιαγιά γέννησαν από μια κόρη και όλες μισούσαν τους άντρες και, οι άντρες ή τις παράτησαν ή τους απόδιωξαν. Η προγιαγιά η Ερατώ ήταν η εξαίρεση το φάντασμά της κάνει ό,τι μπορεί να ελαφρύνει το μίσος στέλνοντας σημειώματα, γραμμένα σε ελληνικά της εποχής της. Τα γλυκά του κουταλιού είναι η παράδοση τους και παρότι το ζάχαρο της Ρούλας την στέλνει βήμα το βήμα στον Άδη, εκείνη επιμένει να τα φτιάχνει και να τα  δοκιμάζει  συνταγές πολλές, φρούτα πάμπολλα. Της λείπει η συνταγή για γλυκό ρόδι και οι ροδιές του κήπου της, γεμάτες καρπούς. Η ροδιά με τον πολύσπερμο καρπό της. Η γονιμότητα. Της λείπει εδώ και πέντε χρόνια η κόρη της σπουδάζει στο Παρίσι. Μια κάρτα το χρόνο λαβαίνει στη γιορτή της που γράφει:
(σελ.15) ΄΄είμαι καλά, ελπίζω το ίδιο κι εσύ μητέρα, τις ευχές μου για την ονομαστική σου εορτή.’’  Κάθε χρόνο η ίδια ευχή, απαράλλαχτη. Σαν να τις έχει γράψει όλες μαζί και να τις ταχυδρομεί, μία τον χρόνο, μία ίδια κάρτα κάθε χρόνο.
(σελ. 30) το κυδώνι δεν είναι ακριβώς γλυκό, είναι είδος πρώτης ανάγκης, το έχεις πάντα στο σπίτι, μαζί με το σιμιγδάλι για χαλβά, το ψωμί, το λάδι, το γάλα, τις ελιές και τα μπαχάρια. Το κυδώνι δεν το συμπεριλαμβάνεις στα κεράσματα, δεν το στέλνεις σε άλλα σπίτια, είναι οικόσιτο, δεν το μοιράζεσαι, όπως δεν δανείζεται το κατσούλι του σπιτιού ούτε ο όφις ο οικουρός.

Καιρός δεύτερος: Του  Χαριτόπουλου

Χειμώνας. Ο φωτοευαίσθητος Χαριτόπουλος, δικηγόρος για την εκτέλεση διαθήκης της συχωρεμένης Ρούλας. Λιπόσαρκος, χλωμός, αποπνέει μυρουδιές θειαφιού και λιβανιού, όπου δείχνει, καθώς και το όνομα του (από το Χάρος) τον χθόνιο τόπο του. Ερωτεύεται την όμορφη Πέρσα, κόρη της εκλιπούσης Ρούλας. Την πολιορκεί ερωτικά, καταφέρνει να την πάρει  και να την κλείσει στον υπόγειο χώρο του, να την κοιμίσει.. μέχρι που..

Καιρός τρίτος: Της Ευρυδίκης

Άνοιξη. Η πανύψηλη Ευρυδίκη, υπηρέτρια της Ρούλας και νταντά της Πέρσας, που όπως έλεγε η μακαρίτισσα η Ρούλα:  (σελ. 17)  την άνοιξη, αν δεν έχω σαπίσει, ίσως ξεκινήσω τους περιπάτους στο κτήμα, η Ευρυδίκη αντέχει να με υποβαστάζει, ζυγίζει ογδόντα κιλά κόκαλα και δέκα λίπος. Δεν θέλει, λεει, ν’ αφήσει πολλή τροφή για τα σκουλήκια.
Η άνοιξη, ο ανθισμένος κήπος. Τα αρώματα των λουλουδιών συνηγορούν όχι μόνο τον έρωτα της  Ευρυδίκης για τον Αιμίλιο εξ Αλβανίας, αλλά και  γονιμότητας όπως της κοντοπίθαρης Φώφης της μεσίτριας (νοίκιαζε το σπιτάκι στον κήπο του πύργου) που λύσσαγε να τεκνοποιήσει και με το δίκιο της. Τα μεγάλα της βυζιά την τοποθετούσαν στην κατηγορία της βυζάστρας και το σατανικό της μυαλό στη θέση της «καρέκλας». Δεσπόζει στο κείμενο η καρέκλα, όπως μας διηγείται η Ευρυδίκη (σελ. 110) είχε καθίσει η Πέρσα και πριν από την Πέρσα η μάνα της η Ρούλα, και πριν από τη Ρούλα  η μάνα της η Βαρβάρα, και πριν από τη Βαρβάρα η μάνα της η Ερατώ. Κάθισα εκεί, και για μια στιγμή ήθελα πολύ να ήταν δική μου κόρη η Πέρσα, για να μπορώ, να έχω το δικαίωμα δηλαδή, να την τουλουμιάζω στα χαστούκια

Καιρός τέταρτος: Της Πέρσας

Καλοκαίρι.
Ταξιδεύει η Πέρσα  μαζί με την ασθματική της νόσο, ψάχνει λόγια, θύμησες, ρίζες, ψάχνει τον εαυτό της. Σταθμός τα πατρικά χώματα, μάλλον τα μητρικά χώματα. Εκεί σ’ ένα παγκάκι, (σελ.181) μύριζε τις χίλιες μυρουδιές της Σμύρνης, και καθώς εισέπνευσε με όλη τη δύναμη των πνευμονιών της, ένας γλάρος προσγειώθηκε δίπλα της.... άνοιξε την τσάντα της, το χάρτινο σακουλάκι με τα υπολείμματα από τα κουλούρια με το σουσάμι, τα έχυσε στην παλάμη της και του τα πρόσφερε, έσκυψε εκείνος και διάλεξε από το χέρι  της τέσσερα σπυριά ροδιού, τα έφαγε αργά το ένα μετά το άλλο, έτριψε για λίγο το κεφάλι του στο χέρι της, άνοιξε τα φτερά κι έφυγε....
Τώρα πια μπορούσε να ξεχωρίσει τις μυρωδιές, πολλές κι ευδιάκριτες, μαλλί γριάς, ποπ-κορν, μπαρούτι από πυροτεχνήματα που μόλις εκτοξεύτηκαν, φρεσκοτηγανισμένοι λουκουμάδες, σιρόπι από μέλι και καρύδια, μήλα βουτηγμένα στην καραμέλα, ο άνεμος από τη θάλασσα τις έφερνε, μια μια στην αρχή, μετά όλες μαζί, το καλοκαίρι τελείωνε, την υγρασία την είχε ρουφήξει το μελτέμι και η Πέρσα ανέπνεε με άνεση...............

Ευγενία Μακαριάδη

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

καλό ταξίδι φίλε Γιώργο




Γράψε κάτι για τον Γιώργο, μου είπαν, είπα ότι δεν ξέρω  να γράψω ή να πω επικήδεια  λόγια. Μόνο  νιώθω αυτό το σύγκρυο της απώλειας αγαπημένων προσώπων που πονάει και με φοβίζει από μικρό παιδί.
Έτσι σκέφτηκα δυο λόγια ευγνωμοσύνης για την μακρόχρονη φιλία μας.
Γιώργο, καλέ μου φίλε, ήξερες τόσο καλά να κουμαντάρεις τη ζωή που και στα πιο βαριά της χτυπήματα σήκωνες ψηλά το κεφάλι κι εγώ βουβά θάρρευα ότι γίνεται να κάνει κανείς μικρά βήματα ψάχνοντας διεξόδους στα σκαμπανεβάσματα της ζωής όμως ακόμα ψάχνομαι και την ηρεμία της αποζητώ, όπως τις στιγμές εκείνες που  μέσα στην έρημο των οποιωνδήποτε απογοητεύσεων μας έδειχνες την όαση με τα αστεία και χαριτολογήματά σου. Τι κρίμα που δεν σημείωσα όσα έλεγες έτσι για να γλυκαίνω με γέλιο τις πίκρες της ζωής. Οφείλω όμως να πω μόνο ένα έτσι για να σε θυμίσω σ’ όλους εδώ, ώστε η χαρά, το γέλιο να είναι το έρεισμά μας στα δύσκολα: Δίναμε, λοιπόν, ραντεβού και σε ρωτούσα «τι ώρα Γιώργο θα συναντηθούμε;» και απαντούσες σοβαρά σοβαρά «και τέταρτο.. και τέταρτο»..
Τώρα ζεις στο όνειρό σου και εμεις κάπου κει σε βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής μας/  --είσαι λεει σ’ ένα πλοιάριο με πανιά στέκεσαι ορθός κάπου στη μέση,  η ευτυχία έχει χαράξει ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό σου, η ματιά μας ακολουθεί το βλέμμα  σου που είναι καρφωμένο στον άξιο και έμπειρο σ’ αυτά τα μακρινά ταξίδια καπετάνιο και ναι δεν είναι άλλος από τον γιο σου, τον Δημήτρη!
Καλό σου ταξίδι φίλε.

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

ΣΤΟ ΦΑΡΟ, της Βιρτζίνια Γουλφ



                          
                          ΣΤΟ ΦΑΡΟ
             της Βιρτζίνια Γουλφ, (1882-1941, Αγγλία)     
                   

Έργα της:
Το ταξίδι,
Μέρα και νύχτα,
Η κυρία Νταλογουέη,
Το δωμάτιο του Ιάκωβου,
Ορλάντο,
Τα κύματα,
Η κυρία στον καθρέφτη..
        κ.α..

Αυτό το βιβλίο χρειάζεται να το νιώσεις  για να γίνει αυτό πρέπει να «στρωθείς στη μελέτη» να αφοσιωθείς, να  αντιλαμβάνεσαι τον έξω κόσμο σε θέση με το εγώ σου, να λες αυτό που είσαι, τη στιγμή που είσαι, γιατί την άλλη στιγμή δεν είσαι πια ο ίδιος, γιατί την άλλη στιγμή μια άλλη εικόνα έχει κατακλύσει το μυαλό και το κορμί σου και ζεις και σκέφτεσαι με τις διαφορετικές εικόνες (H.James). Στο έργο αυτό η συγγραφέας, (γράφτηκε το 1927) χαράσσει νέους μοντερνιστικούς δρόμους, με αλλαγή ύφους στα μέχρι τότε μυθιστορήματα «ρομαντισμού». Οι ήρωες του έργου μιλούν λίγο μεταξύ τους, όμως εμείς ακούμε τις σκέψεις τους, ακούμε τον εσώτερο μονόλογό τους, τον κρυφό κόσμο της συνείδησής τους, της ψυχής τους έναντι του εξωτερικού κόσμου, όπως πολύ ορθά η ηρωίδα του βιβλίου κυρία Ράμσεϋ υπέθετε ότι όλοι οι φίλοι εδώ, στο εξοχικό της που φιλοξενεί, πρέπει να νιώθουν πως αυτό που φαινόμαστε, αυτό με το οποίο μας ξέρετε είναι παιδαριώδες, πιο κάτω είναι όλα σκοτεινά, όλα απλώνονται είναι απύθμενα, μα πότε πότε ανεβαίνουμε στην επιφάνεια και έτσι μας βλέπετε. Η κυρία Ράμσεϋ, που η ομορφιά της σου ‘κοβε την ανάσα, μάνα οχτώ παιδιών, μας λεει ότι εύρισκε ανάπαυση όχι όταν ήταν ο εαυτός της, μα όταν γινόταν σφήνα στο σκοτάδι, όταν χάνοντας την προσωπικότητά της έχανε τον εκνευρισμό, τη κίνηση τη βιάση και γινόταν ένα με την αιωνιότητα σε  συνάντηση με τη μακριά σταθερή φωτεινή ακτίνα του Φάρου, τη δική της ακτίνα, που αγνάντευε από το παράθυρό της, εκεί στο βραχονήσι απέναντι.
Ο κάθε φιλοξενούμενος ένας κόσμος, όπως η μικροκαμωμένη Λίλυ η ζωγράφος, που τα λόγια του Τάνσλεϋ ότι οι γυναίκες ούτε να γράψουν ούτε να ζωγραφίσουν μπορούν της πιπιλίζει το μυαλό, έχει αρχίσει έναν πίνακα με μοντέλο την κυρία Ράμσεϋ που κρατάει στην αγκαλιά της το στερνοπαίδι της Τζέιμς, ο γέρο Καρμάϊκλ ο ποιητής,  ο Τσαρλς Τάνσλεϋ, μαθητής του άντρα της, ο ηλικιωμένος Ουϊλιαμ Μπανκς, που σκέφτεται η κ. Ράμσεϋ να παντρέψει με τη Λίλυ, η νεαρή Μίντα και ο αφελής νεαρός Ρέιλυ. Όλοι τους να κάθονται στο τραπέζι και εμείς να διαβάζουμε/ακούμε τις σκέψεις  και τα αισθήματά τους.
Η αρχή του έργου με την κυρία Ράμσεϋ και τον μικρούλη Τζέιμς, που λαχταρά να πάει στο Φάρο κι ο πατέρας τον αποθαρρύνει λέγοντας ορθά κοφτά πως ο καιρός δε θα ‘ναι καλός, αντίθετα από τη μάνα του που με παρηγορητικό λόγο προσπαθεί  να δώσει ελπίδες στον μικρό ότι καιρός μπορεί να καλυτερέψει.. και ο μικρός Τζέιμς να μισεί τον ορθολογιστή πατέρα, που αν είχε μαχαίρι στα χεράκια του εκείνη τη στιγμή θα τον έσφαζε.
Δέκα χρόνια μετά στο ίδιο σπίτι, (άλλοι παντρεύτηκαν άλλοι πέθαναν όπως η κυρία Ράμσεϋ και δυο από τα παιδιά της), βρίσκονται ξανά η γεροντοκόρη Λίλυ, ακόμα να ζωγραφίζει τον ίδιο πίνακα που κάπως άλλαζε η σύνθεσή με τα νέα δεδομένα, και να ζει να κινείται, να σκέπτεται, να αισθάνεται μέσα στο σπίτι, όπως τότε η κυρία Ράμσεϋ., ο ποιητής Καρμάϊκλ, ο κύριος Ράμσεϋ και τα παιδιά του ο νεαρός πλέον Τζέιμς και η Καμ.
Έτοιμοι ο πατέρας και τα δυο του παιδιά για πηγαιμό στο Φάρο, με τιμονιέρη στη λέμβο τον Τζέιμς, που η μακροχρόνια απέχθειά του για τον πατέρα καλά κρατεί και σκέφτεται   ότι έτσι και πει μια κουβέντα παραπάνω, έτσι και πει κουβέντες καυστικές, ως συνήθως,  τότε θα πάρει ένα μαχαίρι να το μπήξει στην καρδιά αυτού του αυταρχικού πατέρα, που αναγκάζει τους άλλους να κάνουν πράγματα που δεν θέλουν, που τους αφαιρεί το δικαίωμα να μιλήσουν..  όμως όχι  την καρδιά εκείνης, της μάνας, θα τρυπούσε...

Μια λέξη θετική από τον πατέρα στο γιο για την επιδεξιότητά του στην πλοήγηση με την άφιξή τους στο Φάρο...  και
Μια τελευταία πινελιά που δεν ήταν παρά μια γραμμή στο κέντρο του τελάρου, ολοκληρώθηκε ο πίνακας της Λίλυ.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

"Η μεταμόρφωση", του Φραντς Κάφκα





              Η Μεταμόρφωση

              Του Φραντς Κάφκα
              (Πράγα: 1883-1924)

Έργα του:
Η Δίκη,
Η Μεταμόρφωση,
Ο Πύργος,
Ο Αγνοούμενος,
Η Απόρριψη,
    κ.α.

Όσες φορές και να διαβάσει κανείς Κάφκα αξίζει, αξίζει και πάλι αξίζει γιατί πάντα κάτι καινούργιο εισπράττει στην καθημερινότητά του μέσα από την παραδοξότητα των έργων αυτού του σπουδαίου Τσέχου συγγραφέα.
Το παράδοξο –αλληγορικό- στην ιστορία της «μεταμόρφωσης» είναι ότι ο ήρωας Γκρέγκορ Σάμσα, μεταμορφώνεται σε πελώριο σκαθάρι.
Εντυπωσιάζεται ο αναγνώστης με τι συνάφεια, σαφήνεια,  φυσικότητα και χιούμορ, είναι γραμμένο το έργο, ώστε να μην τ’ αφήνει απ’ τα χέρια του, παρά να στέκεται αθέατος δίπλα στον ήρωα, να ανέχεται το άδικο, να  υφίστανται μέρα τη μέρα τα διαδραματιζόμενα εις βάρος τους, ανίκανοι εκ των πραγμάτων στα αδιέξοδα -σωματική ανικανότητα αλλά και ψυχική, όπως η δειλία-. Ένας άνισος αγώνας  εντόμου  έναντι ανθρώπων και μάλιστα συγγενών.
Ο Γκρέγκορ ένας νέος άντρας, πλασιέ υφασμάτων, δουλεύει ασταμάτητα ώστε να συντηρεί οικονομικά τη χρεοκοπημένη οικογένειά του, γονείς και νεαρή αδελφή. Ζουν όλη τη ζωούλα τους πολύ καλά, έχοντας ως δεδομένο τους μισθούς του, μέχρι που μεταμορφώνεται. Λυπούνται; Ντρέπονται μην το μάθει ο κόσμος; εκνευρίζεται ο αυταρχικός πατέρας αποδιώχνοντας τον.. ξουτ ξουτ έξωω.. θέλει – θέλουν να το πετάξουν και να απαλλαγούν  ρίχνουν το ανάθεμα στον ίδιο, που αν είναι ο Γκρέγκορ ο γιος, ο αδελφός, «θα είχε από καιρό καταλάβει πως οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να συμβιώνουν με ένα τέτοιο θηρίο και θα είχε φύγει από μόνος του».
Η οικογένεια τον απομονώνει, στην αρχή κάτι του ρίχνει η αδελφή και τρωει... σιγά σιγά ούτε τροφή... το δωμάτιο εκκενώνεται από τα έπιπλα, πρέπει το έντομο να ‘χει χώρο... σιγά σιγά γεμίζει από πράγματα για να αδειάσει ένα άλλο δωμάτιο και να ενοικιαστεί. Το δωμάτιο του Γκρέγκορ γίνεται αποθήκη. Σιγά σιγά πληθαίνουν τα άχρηστα αντικείμενα. Το δωμάτιο του Γκρέγκορ γίνεται σκουπιδοτενεκές..
Όμως ο Γκρέγκορ αισθάνεται, κατανοεί, λυπάται, σκέφτεται σαν κανονικός άνθρωπος.
Οι οικονομικές ανάγκες κάνουν τους γονείς και την αδελφή να εργαστούν. Μεταμορφώνονται από αδύναμοι, χαλαροί και άνεργοι, σε ενεργούς πολίτες  ενδιαφέρονται για τη δουλειά τους, για την καινούργια τους ζωή και η άγουρη κόρη γίνεται μια δροσερή κοπέλα έτοιμη για γάμο. Ξεχνούν τον Γκρέγκορ. Ο Γκρέγκορ πεθαίνει από ασιτία ανακουφισμένοι  οι γονείς και η αδελφή του  κάνουν το σταυρό τους.
Ο Κάφκα μας λεει με δυο λόγια ότι όσο είναι κανείς παραγωγικός και τροφοδοτεί οικονομικά την οικογένεια – κοινωνία, είναι αποδεκτός.. αλλιώς στα τάρταρα..