Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Στο café της χαμένης νιότης




                                                Στο café της χαμένης νιότης
                                   

Του Patrick Modiano, γεν. 1945 (Boulogne-Billancourt).
Βραβείο Νόμπελ 2014.

Έργα του:
Η μικρή Μπιζού (Πόλις),
Ήταν όλοι τουςτόσο καλά παιδιά (Πόλις),
Νυχτερινό ατύχημα (Πόλις),
Οδός σκοτεινών μαγαζιών (Κέδρος),
Κυριακές του Αυγούστου (Καστανιώτης),
Ντόρα Μπρούκνερ (Πατάκης),
Η χαμένη γειτονιά (Χατζηνικολή),
Άνθη ερειπίων (Οδυσσέας),
Το άρωμα της Υβόννης (Λιβάνης).


Ένα βιβλίο μελαγχολικό, για έναν κόσμο περαστικό, για κείνους που χάνονται, για κείνους που λείπουν «πέρασμα και επιστροφή», για κείνους που ο τόπος τους είναι «οι ουδέτερες ζώνες».

Αξίζει, να διαβάσει κανείς τον Modianο τόσο, που λαχταράει να ακινητοποιήσει το χρόνο, να κρατήσει τις στιγμές, τις εικόνες του Παρισιού των μποέμ, τους δρόμους, τα στέκια, τους δυσδιάκριτους ανθρώπους μέσα σε ομιχλώδεις ατμόσφαιρες σε χάραμα, γέρμα, καπνό. Ονειρώδη τοπία, τα όμορφα «καφέ» του Παρισιού, εποχή δεκαετίας του ’60. Ανθρώπους αγαπημένους, ανθρώπους άγνωστους που τους αγαπάς. Ψυχές που αναζητάς να ξαναγυρίσουν στη ζωή, φωνές που τις ακούς μόνο εσύ όταν η απώλεια σε τυραννάει. Η μνήμη σου και ο έντονος πόθος της νοσταλγίας για ό,τι φεύγει και συ δεν ξεχωρίζεις, δεν ξεφεύγεις της αιώνιας επιστροφής  δεν τολμάς να μάθεις αυτό που είσαι, να γνωριστείς με τον εαυτό σου, γιατί έχει κόστος, ίσως την ίδια τη ζωή.. όμως το πέταγμα του δέσμιου είναι η απελευθέρωσή και λύτρωσή του.

Μια ζωή που κυλάει αέναα, φιδοσέρνεται σαν ποτάμι, χτυπάει σαν μια συμπαντική καρδιά, σα μουσική από την αρχή στο τέλος, από το τέλος στη μέση, πάλι στη μέση, πάλι στο τέλος, πάλι στην αρχή. Να παίρνεις τους δρόμους, να χάνεσαι, μέχρι να τους μάθεις. Χάνεις τον κόσμο κάτω από τα πόδια σου και ζητάς στήριγμα. Ζητάς- ψάχνεις μια μορφή που δε γνώρισες και λέγεται πατέρας, ψάχνεις μια μάνα που γνώρισες, που λείπει, που ξέχασε το ρόλο της. Παιδί γεννιέσαι και πεθαίνεις. Σφίγγεις γροθιές να κρατήσεις ευτυχισμένες στιγμές που γλιστρούν σα νερό στη χούφτα σου, επουλώνεις επιπόλαια βαθιά τραύματα με χιόνι, που σου προσφέρει πρόσκαιρη φίλη που κι αυτή με χιόνι νομίζει ότι θεραπεύει τα δικά της. Πίνεις το ποτό σου στα στέκια της αριστερής όχθης, εκεί που συχνάζουν οι μποέμ, οι φαν της αμεριμνησίας, φοιτητές, συγγραφείς, μουσικοί, γιατροί, μετανάστες. Είσαι ένα πρόσωπο θολό μυστηριώδες, ούτε τ’ όνομά σου δεν τους λες, όμως δεν πτοούνται με το που σε βλέπουν σε βαφτίζουν Λουκί. Ακόμα και όταν μιλάς μόνη για τον εαυτό σου, δεν ανοίγεσαι. Είσαι φευγάτη. Χάνεσαι. Χάνεσαι. Χάθηκες ίσα που πρόλαβες να ψιθυρίσεις τρεις λέξεις, «Αυτό είναι. Αφήσου».  Όμως όλοι αυτοί που αντάμωσες κάτι έχουν να πουν για σένα, παρότι η σιωπή σου κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος των διηγήσεών τους. Άφησες τόσα ίχνη ίσα για να μπορέσει ο συγγραφέας να περιγράψει την εποχή που έζησες, την ομορφιά  και τη σκληρότητα συνάμα του Παρισιού, το εναέριο μετρό, τις πεζογέφυρες, τα βιβλιοπωλεία,  τις σκοτεινές γειτονιές  που προτιμάνε οι μοναχικοί, εκεί στην αριστερή όχθη, εκεί στις ουδέτερες ζώνες. Ο Μοντιανο μετέδωσε με νοσταλγία και με πικρό χιούμορ τη μελαγχολία της ηρωίδας του, τη δική του και του αναγνώστη του.

Πρωτοπορόσωπη η αφήγηση της μυθιστορίας, χωρισμένη σε τέσσερα κεφάλαια. Ο αφηγητής του κάθε κεφαλαίου προσπαθεί να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισης της νεαρής Λουκί, το πραγματικό της όνομα Ζακλίν, όπου σύχναζε σε στέκια μποέμ, μποέμ και η ίδια. Στο πρώτο κεφάλαιο  ένας σπουδαστής στη Σχολή μεταλλειολόγων. Δεν δείχνει την ταυτότητά του, όπως και οι άλλοι θαμώνες του καφέ conde, όμως η φιγούρα της Λουκί τού μένει ανεξίτηλα στη μνήμη και οι περιγραφές και παρατηρήσεις του είναι ανάγλυφα χαραγμένες. Ακολουθεί το δεύτερο κεφάλαιο αφηγητής ο ντετέκτιβ Κεσλέ, που τον προσέλαβε ο σύζυγος της Λουκί να την βρει, γιατί τον είχε εγκαταλείψει χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο. Ο Κεσλέ την ψάχνει, ψηλαφίζει τα ίχνη της, τη νιώθει και σταματάει την έρευνα γιατί όπως λεει: Με ποιο δικαίωμα μπαίνουμε σαν διαρρήκτες στη ζωή των ανθρώπων, με ποιο θράσος βυθομετρούμε τα νεφρά και την καρδιά τους και τους ζητάμε και λογαριασμό; Με ποια ιδιότητα;»  Στο τρίτο κεφάλαιο μιλάει η ηρωίδα για τη ζωή της, μια περιγραφή για τα συμβάντα της ζωής της, όμως κρύβει καλά την ψυχή της μόνο ένας ψίθυρός της ακούγεται, «Τι ευτυχία να πλανιέμαι στον αέρα και να νιώσω επιτέλους αυτή την έλλειψη βαρύτητας που πάντα έψαχνα! Θυμάμαι τόσο καθαρά εκείνο το πρωί, εκείνον το δρόμο και τον ουρανό στο βάθος...     μια μέρα στις μαύρες μου έγραψα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου, που μου ‘χε δανείσει ο Γκι ντε Βερ,  Λουίζ του Κενού, άλλαξα με το στιλό το όνομα με το δικό μου: Ζακλίν του Κενού. Στο τέταρτο κεφάλαιο μιλάει γι αυτήν ο Ρολάν συγγραφέας, σύντροφος και φίλος της.  Διηγείται τη γνωριμία τους, τη συμβίωσή τους, τις ευτυχισμένες στιγμές.. όμως ακόμα απορεί για τη φυγή της και επιζητεί την αιώνια επιστροφή λέγοντας, «ακόμα και σήμερα, τα βράδια, μου συμβαίνει ν’ ακούω στο δρόμο μια φωνή να με καλεί με το μικρό μου. Μια φωνή βραχνή. Σέρνει λίγο τις συλλαβές, και την αναγνωρίζω αμέσως: η φωνή της Λουκί. Γυρίζω, μα δεν είναι κανείς. Όχι μόνο τα βράδια, αλλά και τις νεκρές ώρες κάποιων καλοκαιρινών απομεσήμερων που δεν είσαι σίγουρος ποια χρονιά είναι. Όλα θα ξαναρχίσουν όπως πριν. Οι ίδιες μέρες, οι ίδιες νύχτες, τα ίδια μέρη, οι ίδιες συναντήσεις. Η Αιώνια Επιστροφή».




Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

ΑΔΡΙΑΝΟΥ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ της MARGUERITE YOURCENAR



                        ΑΔΡΙΑΝΟΥ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ
                          της MARGUERITE YOURCENAR
                                     εκδ. Χατζηνικολή


Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
Γαλλίδα συγγραφέας & ποιήτρια,
μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας,
γεν. Στο Βέλγιο στις 8 Ιουν. 1903 και
απεβίωσε στις 17 Δεκ. 1987.

Έργα της:
 -Αλέξης, 1929
 - νέα Ευρυδίκη, 1931
 - Πίνδαρος (1932)
-Ο οβολός του ονείρου (1934, αναθεωρημένο 1958-1959)
-Φωτιές, (1936)
- Διηγήματα της Ανατολής (1938)
 -Τα όνειρα και οι μοίρες, 1938)
 -Η χαριστική βολή, (1939)
 -Αδριανού Απομνημονεύματα, (1951)
-Ηλέκτρα ή πέφτουν οι μάσκες, (1954)
- Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη με μετάφραση όλων των ποιημάτων του, (1958)
-Sous bénéfice d'inventaire (Επ' ωφελεία απογραφής, ελλην. τίτλος "Με την επιφύλαξη της εξακρίβωσης", (1962)
- Η Άβυσσος, (1968)
-  Θέατρο Ι και ΙΙ (1971)
-Ο Λαβύρινθος του κόσμου
-Ευλαβικές αναμνήσεις, (1974)
- Αρχεία του Βορρά, (1977)
-Η αιωνιότητα, (1988)
-Το στεφάνι και η λύρα, ανθολογία αρχαίων ελληνικών ποιημάτων, (1979)
-Μισίμα ή το όραμα του κενού, (1980)
 -Με ανοιχτά τα μάτια (1981)
- Anna, Soror (1981)

       κ.α.....

Μια βιογραφία για το έργο ενός μεγάλου αυτοκράτορα, τον τρίτο από τους λεγόμενους «πέντε καλούς αυτοκράτορες» από μια συγγραφέα που θεωρείται κορυφαία λογοτεχνική μορφή της Γαλλίας του 20ου αιώνα.
Ένα έργο βασισμένο σε ιστορικά γεγονότα της ζωής και του έργου του αυτοκράτορα Πούπλιου Αίλιου Τραϊανού Αδριανού, γραμμένο με τη μυθιστορηματική βαρύτητα της λογοτεχνίας.
Ο Αδριανός αυτοκράτορας κατά τα έτη 117 – 138 ήταν συγγραφέας, ποιητής, στωικός και επικούρειος φιλόσοφος. Γεννήθηκε στις 24 Ιαν. του 76 μ.Χ. και απεβίωσε στις 10 Ιουλ. του 138 μ.Χ.
Η Γιουρσενάρ σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μας ταξιδεύει ζωντανεύοντας βήμα βήμα  την συναρπαστική ζωή του πολυμερούς  Αδριανού.
Ένα βιβλίο για μελέτη και φιλολογική ανάλυση. Ένα βιβλίο για τον αξιομνημόνευτο αυτοκράτορα που η συγγραφέας, μπορώ να πω ταυτίζεται μαζί του  στην πολυγνωσία, στην αγάπη της λογοτεχνίας, στα ταξίδια, στη λατρεία του Ελληνικού πολιτισμού και Παιδείας, στα δημοκρατικά ιδεώδη, στον ειρηνισμό, στα αγνά αισθήματα αγάπης και έρωτα έξω από συμβατικούς κανόνες. Μια γραφή όπου στην ανασύνθεση των ιστορικών γεγονότων ενσωματώνει θέματα που προβληματίζουν μέχρι σήμερα την ανθρωπότητα.

Το εύρημά της στο βιβλίο είναι η επιστολή του  Αδριανού στον διάδοχό και υιοθετημένο του γιο Μάρκο Αυρήλιο, λίγο πριν πεθάνει από βαριά καρδιακή νόσο. Μια επιστολή, κληρονομιά ιερή, μέσα από τα μύχια της ψυχής του. Επιστολή αποχαιρετισμού, επιστολή απολογισμού ζωής, για τα καλά, για τα σφάλματα, για τις ειρηνικές διαδρομές μέσω των βαρβαρικών ατραπών  κατά τη διάρκεια της εξουσίας του και τόσα άλλα.   

Δεν θα κάνω μια κατά βάθος εισήγηση, αυτή είναι δουλειά φιλολόγων.
Είναι πολύ καλύτερα να διαβάσει κανείς το βιβλίο. ΑΞΙΖΕΙ.
Θα παραθέσω  όμως κάποια αποσπάσματα,  που έχω υποσημειώσει:

*σελ. 11: είναι δύσκολο να παραμείνει κανείς αυτοκράτορας μπροστά σ’ ένα γιατρό, όπως είναι δύσκολο να διατηρήσει και την ανθρώπινη ιδιότητά του..
*σελ. 20: όσο για τους θρησκευτικούς ενδοιασμούς του γυμνοσοφιστή, για την αηδία του στη θέα των ματωμένων κρεάτων, θα με συγκινούσε περισσότερο αν δε μου είχε τύχει ν’ αναρωτηθώ σε τι διαφέρει ουσιαστικά η οδύνη του χόρτου που κόβομε από του αρνιού που σφάζομε, και αν η φρίκη μας μπροστά στα δολοφονημένα ζώα δεν οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η ευαισθησία μας υπάγεται στο ίδιο βασίλειο με τη δικιά τους.
*σελ. 32: Ο γραπτός λόγος μ’ έμαθε ν’ ακούω την ανθρώπινη φωνή, ακριβώς όπως οι μεγαλοπρεπείς ακίνητες στάσεις των αγαλμάτων με μάθανε να εκτιμώ τις κινήσεις, και αντίστροφα, στη συνέχεια, η ζωή μού φώτισε τα βιβλία.
*σελ. 54: Το μεγάλο λάθος μας είναι πως προσπαθούμε να αποσπάσουμε από τον καθένα αρετές που δεν έχει, παραμελώντας να του καλλιεργήσουμε εκείνες που έχει.
*σελ. 87: Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Αναγκάστηκα να τον ξαναρχίσω και να τον τελειώσω  λίγους μήνες μετά την ανάρρησή μου. Η τάξη βασίλευε, έστω πρόσκαιρα, σε κείνη τη μεθόριο. Γύρισα στη Ρώμη γεμάτος τιμές. Αλλά είχα γεράσει.
*σελ. 192: Πιστεύω πως ένα από τα πιο όμορφα επακόλουθα του έρωτα είναι η ηρεμία μας, που τόσο ευνοϊκή είναι για τα έργα και για τις πνευματικές πειθαρχίες μας. Και παραξενεύομαι που αυτές τις χαρές, τις τόσο πρόσκαιρες, τις τόσο σπάνια τέλειες μέσα σε μια ανθρώπινη ζωή, σ’ όποια έξαλλη μορφή κι αν τις αναζητήσουμε ή τις δεχθούμε, μερικοί υποτιθέμενοι συνετοί τις αντιμετωπίζουνε τόσο δύσπιστα, τονίζοντας τη συνήθεια και την υπερβολή τους, αντί να τονίσουν την έλλειψη, ή τον χαμό τους, που χαραμίζουν τυραννικά τις αισθήσεις μας για ένα χρονικό διάστημα που θα αξιοποιούσαμε πολύ καλύτερα πασχίζοντας να ομορφύνουμε την ψυχή μας ή να την ισορροπήσουμε.

(Για την αυτοκτονία του Αντίνοου) *σελ. 236. Ένα παιδί, φοβισμένο μήπως τα χάσει όλα, είχε βρει αυτόν τον τρόπο για να με δέσει μαζί του για πάντα. Αν είχε ελπίσει να με προστατέψει μ’ αυτή τη θυσία του, θα πρέπει να αισθανόταν πολύ λίγο αγαπητός για να μην καταλάβει ως το χειρότερο των δεινών θάτανε να τον
χάσω.

*σελ.340:..... Μικρή ψυχή, ψυχή τρυφερή και μετέωρη, σύντροφε του κορμιού μου που σε φιλοξένησε, θα κατεβείς σ’ αυτούς τους ωχρούς τόπους, τους σκληρούς και γυμνούς, όπου θα χρειαστεί ν’ απαρνηθείς τα παιχνίδια του άλλοτε. Μια ακόμα στιγμή, ας κοιτάξουμε μαζί τις γνωστές μας ακτές, τα πράγματα που είναι βέβαιο πως δεν θα ξαναντικρίσουμε πια.. Ας προσπαθήσουμε να μπούμε στο θάνατο με ανοιχτά τα μάτια....




Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Τα δερμάτινα




H ιστοσελίδα bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com, δημοσίευσε το διήγημά μου
«Τα δερμάτινα». Θα χαρώ να το διαβάσετε.

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο





                        Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο
                                    του Ισίδωρου Ζουργού
                                          (εκδόσεις Πατάκη)
Έργα του:
Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού,
Στη σκιά της πεταλούδας,
Η αηδονόπιτα,
Ανεμώλια,
   κ.α..

            Συνήθως αποφεύγω τα πολυσέλιδα βιβλία, όμως έκανα εξαίρεση στον καλό συγγραφέα Ζουργό, για το πρόσφατο βιβλίο του των 780 σελίδων.  Έχω διαβάσει τρία βιβλία του (αυτό είναι το τέταρτο) και σε μερικά υπάρχει η εισηγητική μου σ’ αυτό το μπλογκ. 
            Πολύ μεγάλο το ταξίδι (ζωής του ήρωα Ματίας Αλμοσίνο) με κούρασε, αν και πολύ ενδιαφέρον, όμως πολλές σελίδες τις διάβασα τροχάδην. Πολυπρόσωπο πόνημα.  Τι να πρωτοθυμηθώ. Όλοι με περγαμηνές, διάσημοι οι περισσότεροι του 17ου αιώνα, που η σοφία και η πολυγνωσία τους σφραγίζει τις εποχές μέχρι σήμερα.
            Η αλήθεια είναι πως από το χέρι μου δεν το άφησα, όπως κάνω σε άλλα μυθιστορήματα, πληκτικά κατά τη γνώμη μου. Δεν άφησα το μυθιστόρημα του Ζουργού για τις θαυμάσιες περιγραφές της Ευρώπης του 17ου αι., όπως Ελβετία, Βενετία, Ζάκυνθος, Κων/πολη, Λονδίνο, Μολδαβία, Ρωσία, Άγιον Όρος. Δεν το άφησα για την με λεπτομέρειες περιγραφή της ιατρικής επιστήμης, εκείνης της εποχής, για την καταπολέμηση θανατηφόρων νόσων.
            Ο συγγραφέας δημιούργησε έναν ήρωα χαρισματικό και ανθρώπινο που σε ελκύει η σκέψη, η ταπεινότητά, η πολυμάθεια και η επιστημοσύνη του, τον ιατρό Ματίας Αλμοσίνο. 
           
            Ο συγγραφέας μας αφηγείται την ζωή του κρυπτοεβραίου Ματίας Αλμοσίνο από την παιδική του ηλικία, στη Βασιλεία. Γιος του περουκοποιού Τομπίας και της Έστερ. Όλα αλλάζουν στην οικογένεια όταν θα φτάσει από το Άμστερνταμ ο θείος του Ματίας, ο Ισαάκ, που είναι δίδυμος αδελφός του Τομπίας.  Η Έστερ εγκυμονεί και πεθαίνει στη γέννα. Ο θείος Ισαάκ πείθει τον αδελφό του να φύγουν για Βενετία, όπως πολλοί Εβραίοι. Ο μικρός Ματίας συνοδεύεται στο δύσκολο αυτό ταξίδι από τον θρησκόληπτο πατέρα του και τον ανοιχτόμυαλο και διορατικό θείο του. Γρήγορα θα μάθει ότι πραγματικός του πατέρας είναι ο θείος Ισαάκ. Ο Τομπίας είναι στείρος. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα αρρωστήσει από ευλογιά και θα γλιτώσει το θάνατο με έντονα σημάδια στο πρόσωπο. Το ταξίδι συνεχίζεται και βρίσκονται στη Σαλονίκη, όπου ο θείος του εργάζεται στο σπίτι του εμπόρου Μελισσηνού. Όμως ο πατέρας Ισαάκ θα πεθάνει όταν μια επιδημία πανούκλας εξαπλώνεται στην περιοχή. Ο έμπορος Μελησσηνός θαυμάζει την οξυδέρκεια του μικρού, τον παίρνει μαζί του στη Βενετία. Η  Θεανώ υπηρέτρια και ερωμένη του Μελισσηνού, τον μεγαλώνει με πολύ αγάπη. Ο Μελισσηνός υιοθετεί τον Ματίας και τον στέλνει να σπουδάσει ιατρική στην Πάντοβα.
Με το νέο του όνομα, Ματέο Μελισσηνός, γιατρός  πλέον θα ταξιδέψει στην Κων/πολη, όπου συναντά παλιούς συμφοιτητές του και ως αυθεντία μπαίνει σε κύκλους ευγενών. Σε σκλαβοπάζαρο της Πόλης θα αγοράσει μια νέα γυναίκα και θα την παντρευτεί. Το ταξίδι θα συνεχιστεί στο Λονδίνο, όπου συναναστρέφεται με αυθεντίες της ιατρικής επιστήμης.
Για χατίρι της αγαπημένης του γυναίκας, της Όλγας, θα ταξιδέψει στην πατρίδα της την Μολδαβία. Εκείνη θα τραυματιστεί βαριά από ατύχημα και θα πεθάνει.
Η περιπετειώδης ζωή του Ματίας, όπου σε κάθε πόλη και χώρα ταξιδεύουμε μαζί του (χάριν των καταπληκτικών και λεπτομερών περιγραφών του συγγραφέα), θα τελειώσει στο Άγιον Όρος, ως εξώκοιτος καλόγερος, με το όνομα του «αδελφού» του ιερομόναχου Ιωαννίκιου, νόθο παιδί του εμπόρου Μελισσηνού και της Θεανώς, ο οποίος  πεθαίνει,  συνοδευόμενος από τον Ματίας, κατά τη διάρκεια ταξιδιού προς τον Άθω.


Σελ. 640.          «Δαιμόνια! Έξω απ’ το χωριό στις σπηλιές ο τόπος είναι γεμάτος δαιμόνια!»                             «Είδανε στην είσοδο απ’ το παλιό ορυχείο τέρατα».
                        «Τι τέρατα δηλαδή;»
                        «Λέγανε για κόκκινα πρόσωπα της κόλασης με πληγές κι ένα μάτι, που δε μιλάνε ανθρώπινα αλλά μουγκρίζουν, που τα πόδια τους είναι τριχωτά με τραγίσιες οπλές».
«Και λοιπόν;»
«Θα πάνε όλοι τους, με τον παπά μπροστά. Θέλουν να πας κι εσύ, σ’ έχουν για άνθρωπο σοφό».
«Δεν ξέρω να κάνω εξορκισμούς».
«Ματίας, σε σέβονται και σ’ αγαπάνε».


Σελ.642.    Η είσοδος του ορυχείου μύριζε ανθρωπίλα κι όχι δαιμόνια. Τότε μου ήρθε στη μύτη καπνός απ’ το θυμιατό – ο παπάς ερχόταν πίσω μου.
 «Πάτερ, δε νομίζω να μυρίζει έτσι η κόλαση  αυτό είναι απλυσιά και ιδρώτας».
«Ο διάβολος ξέρει, παιδί μου, να μεταμφιέζεται».
Έγειρα τους πυρσούς, για να μην ακουμπήσουν στη χαμηλή οροφή, και μπήκα. Κοντοσταθήκαμε. Η γαλαρία στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν γκρεμισμένη  άφηνε μόνο μια τρύπα στο βάθος απ’ όπου ίσα που χωρούσε να περάσει άνθρωπος Αφουγκραστήκαμε. Για λίγη ώρα ακουγόταν μόνο το ρετσίνι των πυρσών που καιγόταν ύστερα ήρθε κάτι σαν ψίθυρος απ’ την τρύπα κι ένα σύρσιμο σε πέτρες και χαλίκια. Κάτι μας πλησίαζε έρποντας. Οδήγησα τον πυρσό προς το άνοιγμα τότε ξεχωρίσαμε κάτι που προσπαθούσε να βγει απ’ την τρύπα. Ο Όλιβερ δίπλα μου είχε ήδη κρατήσει το μουσκέτο στο χέρι και σημάδευε.
Ο δαίμονας δεν μπορούσε να περπατήσει παρά μόνο σερνόταν. «Ένα σώμα κουλουριασμένο βγήκε απ’ την τρύπα και σταμάτησε μπροστά στη φωτιά των πυρσών. Είχε μόνο ένα μάτι, η μύτη έλειπε, μαλλιά μακριά, ένα πουκάμισο τρύπιο, παντού επάνω στο δέρμα τα σημάδια της κόλασης – ζαρωμένο δέρμα σαν της χελώνας, κοκκινίλες και πληγές.
Ο παπάς δίπλα μου ύψωσε τον σταυρό κι άρχισε να ψέλνει.
«Πίσω όλοι σας!» έβγαλα μια φωνή.
Ο δαίμονας, με φαγωμένο το πρόσωπο απ’ τα τέρατα της κόλασης, με κοίταζε ατάραχα.
«Πίσω, να μην ακουμπήσει κανείς, είναι λεπρός!»

Σελ. 731.          Καθώς πλησίαζαν τα γεράματα, είχε αποκτήσει και τη συνήθεια να προσεύχεται κάθε βράδυ πριν κλείσει τα μάτια. Χρόνια πριν, όταν του ερχόταν παρόμοια επιθυμία, είχε την αμηχανία πού να στρέψει την προσευχή και πώς να την πει. Τα τελευταία χρόνια προσευχόταν σ’ αυτόν τον Θεό που είχε βρει πως του ταίριαζε, σ’ Αυτόν που είχε αγαπήσει το ανθρώπινο σώμα σαν να ‘ταν γιατρός, που είχε νιώσει πώς είναι το κορμί όταν υποφέρει, σ’ Αυτόν που αγάπησε τη σάρκα των ανθρώπων και δεν τη χαράμισε για πάντα στο χώμα, αλλά της φύτεψε την ελπίδα της Ανάστασης.



Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Ανεχώρησε η "κυρία Μάνια"



Γιάννης Μακριδάκης


Posted on
Η “κυρία Μάνια” ήταν για μένα ο άνθρωπος, στου οποίου την κρίση και την εμπειρία επί της λογοτεχνίας οφείλω την όποια ύπαρξή μου στα ελληνικά γράμματα. Ήταν εκείνη που διάβασε το πρώτο μου βιβλίο, τον Ανάμιση ντενεκέ και το πρότεινε στην κόρη της την Εύα προς έκδοση από την Εστία. Ήμουν ουσιαστικά η τελευταία της επιλογή από τον μακρύ κατάλογο των συγγραφέων της Εστίας όλα αυτά τα χρόνια που διηύθυνε τον εκδοτικό οίκο ή που, αποτραβηγμένη στο γραφειάκι της, στο βάθος του ιστορικού βιβλιοπωλείου, παρακολουθούσε τα πάντα γύρω από το χώρο των εκδόσεων και της λογοτεχνίας.
Νιώθω πολύ τυχερός που αξιώθηκα να ζήσω την βγαλμένη από μια άλλη Αθήνα ατμόσφαιρα του γραφείου της, να ακούσω τις απόψεις της και τις εμπειρίες της επί των προβληματισμών μου, τις συμβουλές της κάποιες φορές και να γνωρίσω εξαίρετους ανθρώπους που την επισκέπτονταν συνεχώς εκεί. Θυμάμαι με γλύκα τα μεσημεριανά τσίπουρα και τις ρακές με τα ξηροκάρπια άλλοι όρθιοι, άλλοι στα σκαμπουδάκια κι άλλοι βυθισμένοι στις παλιές δερμάτινες πολυθρόνες, θυμάμαι τα περιστέρια, που ήξεραν πια την ώρα άφιξής της στο γραφείο και κατέβαιναν κι αυτά κατά σμήνη, συνοστίζονταν στον ακάλυπτο και στο κασαλίκι του μεγάλου συρόμενου παραθύρου περιμένοντας το σταράκι από τα χέρια της.
Θυμάμαι που έκανε εκείνο τεράστιο ταξίδι με ένα σαπιοκάραβο της άγονης γραμμής από την Λήμνο όπου έκανε διακοπές και ήρθε καταταλαιπωρημένη στη Χίο μαζί με την φίλη της την Ε.Ξ. για να με τιμήσουν στην παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου, ξαναγύρισαν δε στη Λήμνο με το επόμενο βαπόρι.
Θυμάμαι την τελευταία φορά που πήγαμε μαζί στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, εκεί που συνειδητοποίησα ότι αν έμπαινες μαζί με την κυρία Μάνια από την κεντρική πύλη της έκθεσης, μέχρι να φτάσεις στο βάθος, όπου βρισκόταν συνήθως το περίπτερο της Εστίας, χρειαζόταν σχεδόν μισή μέρα περπάτημα και ορθοστασία αφού από κάθε περίπτερο στη διαδρομή έβγαιναν οι εκδότες και το προσωπικό για να την χαιρετίσουν, να της δηλώσουν τον σεβασμό τους, να την προσκαλέσουν να καθίσει μαζί τους λίγο, να της πουν τα εκδοτικά τους νέα και την ρωτήσουν την γνώμη της. Μου έκανε εντύπωση με πόσο σεβασμό υποκλίνονταν εμπρός της οι άνθρωποι του βιβλίου κι εκείνη πάντα με το γέλιο και την ατάκα του αυτοσαρκασμού στο στόμα έδειχνε κατά βάθος να απολαμβάνει τον άτυπό της τίτλο της μητέρας των εκδοτών
Πολλά ακόμα θυμάμαι από την σχέση μου με την κυρία Μάνια. Τα τηλεφωνήματα που κάπου κάπου μου έκανε, για να μου χτυπήσει καμπανάκι σχετικά με κάποιο πολιτικό μου σχόλιο ή για να μάθει αν γράφω και πότε θα της στείλω να διαβάσει κανένα χειρόγραφο. Πάντα μου έλεγε να κάτσω εκεί που κάθομαι, να μείνω στη Χίο, στο χωριό μαζί με τα φυτά και τα ζώα, μη τυχόν και διανοηθώ να πάω στην Αθήνα και στις συναναστροφές, έτσι μου έλεγε με τον γνωστό σαρκασμό της και το μάτι της έλαμπε, ήταν γνωστή σε όλους η αγάπη της για τα φυτά και τα ζώα, για τα πουλιά, τα λουλούδια.
Ποτέ δεν έχασε το χιούμορ της, ακόμη και τους σωματικούς πόνους με αυτοσαρκασμό και γέλιο γάργαρο τους αντιμετώπιζε, ακόμη και σε αυτή την τελευταία πολύ δύσκολη περίοδο του εγκλεισμού της στο σπίτι στο Ψυχικό, γελούσαμε στις κουβέντες μας, πρώτα απ’ όλα για τον τρόπο που κουβεντιάζαμε γελούσαμε, εγώ μιλούσα κι εκείνη έγραφε, πάντα όμως είχε κάτι να μου πει για να με εμπνέει, να με κάνει να συνεχίζω δίχως ταλάντευση, δίχως αμφιβολία τον δρόμο της αφοσίωσης στη γη και στη συγγραφή.
Η κυρία Μάνια, ο άνθρωπος που ουσιαστικά με έβαλε στα ελληνικά γράμματα ανεχώρησε χθες για άλλους τόπους. Τώρα την αναλαμβάνουν πια τα πουλιά, τα ζωντανά, τα φυτά και τα λουλούδια. Να της ανταποδώσουν την τόση αγάπη που τους πρόσφερε όλα αυτά τα χρόνια της ανθρωπινής της υπόστασης. Είμαι βέβαιος ότι θα ζει μιαν αιώνια άνοιξη πλέον αφού όλα αυτά τα πλάσματα θα χαμογελούν συνέχεια με τις ατάκες της κι έτσι θα γίνει και ο δικός μας κόσμος εδώ κάτω πολύ καλύτερος σύντομα
Καλό ταξίδι κυρία Μάνια, καλά να περνάς εκεί με τις ψυχούλες αυτές γύρω σου και κοίτα να με κάνεις πάλι γραφιά άμα ξανανταμώσουμε, δεν το μετάνιωσα, μ’ άρεσε και σ’ ευχαριστώ από την καρδιά μου.