Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Ανακοίνωση Απλεπιστημίου του Γιάννη Μακριδάκη



  Aνακοίνωση Απλεπιστημίου

                

       Γιάννης Μακριδάκης

(Φυσικός καλλιεργητής – συγγραφέας)


Posted on

Το Απλεπιστήμιο φέτος στη Βολισσό δεν θα γίνει διότι το κατασκηνωτικό κέντρο, παρ’ όλες τις προσπάθειές μου δεν κατάφερα να το εξασφαλίσω αφού η ηγεσία του σώματος προσκόπων που το διαχειρίζονται δεν μου το παραχωρεί.
Όσοι βρεθείτε για διακοπές εδώ, ευχαρίστως θα σας συναντήσουμε για δράσεις και κουβέντες επί του απλεπιστημιακού μας ιδεώδους, του αποστάγματός μας,
της Άσκησης Φυσικής:
Από τη γη ερχόμαστε και στη γη καταλήγουμε. Γεννιόμαστε ως πλάσματα φυσικά και μας διέπουν απόλυτα οι νόμοι και οι ρυθμοί του Οικοσυστήματος. Η ύπαρξή μας, κάθε μας κίνηση, δράση ή επέμβαση είναι συνιστώσα του Χάους του δημιουργικού και εξισορροπητικού της Φύσης.
Το διάστημα ανάμεσα στον ερχομό και την κατάληξή μας είναι ένα δώρο πολύτιμο, μοναδικό και λέγεται Ζωή, έχει δε ως Λόγο ύπαρξης έναν, μοναδικό και απόλυτο: Να βλέπουμε, να αγγίζουμε, να ακούμε, να οσφραινόμαστε, να γευόμαστε, να ψυχανεμιζόμαστε, να λογιζόμαστε κάθε στιγμή το προαιώνιο και συνεχές τούτο Θαύμα της Δημιουργίας, τον Κόσμο, αναπόσπαστο μέρος του οποίου είμαστε κι εμείς οι ίδιοι, κόσμημα και η ύπαρξή μας για τα άλλα όντα ολόγυρα. Για κανέναν απολύτως άλλο Λόγο δεν έχουμε γεννηθεί παρά μονάχα για Αυτόν, για να συμμετέχουμε του Θαύματος.
Για να μπορέσουμε όμως να είμαστε κάθε στιγμή αντάξιοι του δώρου της Ζωής που μας προσφέρθηκε από τη Φύση, έχουμε ένα Χρέος, εξίσου μοναδικό και απόλυτο: Το Είναι μας ολόκληρο, το σώμα, ο νους και η ψυχή μας να αποτελούν κάθε στιγμή κρίκο της αλυσίδας της Ζωής. Ζωή να μπαίνει μέσα μας ως ύλη, ως λογισμός και ως αίσθηση και πάλι Ζωή να βγαίνει ως ύλη, ως λόγος και ως πράξη. Έχουμε Χρέος απόλυτο και μοναδικό να μην τη σταματούμε με το φθαρτό σαρκίο μας την αέναη συνέχεια των κύκλων της Ζωής, να μην «καταναλώνουμε» Ζωή αφοδεύοντας υλικά, νοητικά και ψυχικά τον Θάνατο.
Και για να φέρνουμε εις πέρας κάθε στιγμή το Χρέος μας ετούτο, μία, μοναδική και απόλυτη επίσης είναι η Ευθύνη μας: Να αφοδεύουμε σπόρους ζωντανούς καθημερινά στη γη. Είναι η πλέον τρανή απόδειξη Πολιτισμού αυτή αλλά και η μόνη ασφαλής ένδειξη προσωπικής Υγείας.
Αν φτάσεις στο σημείο αυτό, να παράγεις Ζωή ως ύλη, ως πνεύμα και ως αίσθηση, να την προσλαμβάνεις από τη Φύση γύρω σου, να τρέφεσαι μ’ αυτήν σωματικά, πνευματικά και ψυχικά, να την μεταβολίζεις εντός του φυσικού και ταπεινού σαρκίου σου και να Την αφοδεύεις εν τέλει πάλι πίσω στη γη ως ύλη, λόγους, πράξεις και συναίσθημα, ανταποδίδοντάς της ό,τι αυτή σου πρόσφερε και αναπαράγοντας Ζωή, ανοίγοντας έτσι, άλλους και πάλι κύκλους Της, τότε τελείς πλέον εν Αρμονία απόλυτη με το Σύμπαν και δεν έχεις παρά να εμπιστεύεσαι απόλυτα το Χάος του το Δημιουργικό.

Featured

Posted on
Μια παλιά μέθοδος καταπολέμησης των ποντικιών είναι η δημιουργία κανίβαλων. Πιάνανε οι περιβολάρηδες καμπόσους ποντικούς, τους βάζανε σ’ ένα βαρέλι και τους μείωναν μέρα τη μέρα την τροφή, ώσπου τη μηδένιζαν εντελώς και τότε άρχιζε ο ένας ποντικός να τρώει τον άλλον. Αυτός που επικρατούσε όλων ήταν ο εκλεκτός κανίβαλος, γλυκαμένος από το κρέας των “συντρόφων” του αφηνόταν ελεύθερος μέσα στο περιβόλι και εξολόθρευε όποιον όμοιό του έβρισκε στο διάβα του.
Αυτά ακριβως τα χαρακτηριστικά έχει και η ιστορική στιγμή της ανθρωπότητας, την οποίαν βιώνουμε εμείς τώρα.
Αιχμάλωτοι των επιλογών μας και των επιλογών των προγόνων μας, ζούμε μέσα στο βαρέλι του χρηματοοικονομικού συστήματός μας, αποκομμένοι από τον πραγματικό πλούτο του Οικοσυστήματος, δηλαδή τους Φυσικούς Πόρους και περιμένουμε από τις Τράπεζες και τις Αγορές να μας ελεήσουν με κάποιον “πόρο” χρήματος για να “ζήσουμε” καταναλώνοντας και ταυτόχρονα αυτοκτονώντας λίγο λίγο καθημερινά.
Εδώ και πολύν καιρό, χρόνο με τον χρόνο, στο ελληνικό βαρέλι μας, μας μειώνουν συνεχώς τους “πόρους”, τελευταία μας έκλεισαν εντελώς και τη στρόφιγγα. Ο κανιβαλισμός λοιπόν δεν είναι μακριά, έχει φανεί στη γωνία, μπορεί πια να τον διακρίνει και ο πιο αδαής και φοβάται.
Ο κανιβαλισμός όμως πλησιάζει, ακόμη και αν ανοίξει ξανά άμεσα η στρόφιγγα του χρήματος. Διότι η πορεία μας ως ανθρωπότητα καταναλωτών ούτως ή άλλως προς τον κανιβαλισμό οδηγεί, λόγω της πλήρους απομύζησης και του αφανισμού όλων των άλλων πλασμάτων και των φυσικών πόρων του πλανήτη.
Ζούμε λοιπόν εμείς στην Ελλάδα σήμερα την προβολή στο παρόν του μέλλοντός μας ως ανθρωπότητα. Είτε επικρατήσει το ΝΑΙ είτε το ΟΧΙ, είτε δηλαδή δεχτούμε την κατάσταση ως έχει, είτε πάμε σε κάποιον άλλον, κατά τη γνώμη μου εξίσου επώδυνο συμβιβασμό, είτε όμως ακόμη και αν καταφέρουμε να καθυστερήσουμε την ισοπέδωσή μας και να προκαλέσουμε αλλαγή πολιτικής και αποκήρυξη της συστημικής “λιτότητας” στην ευρωζώνη, αυτό που πρέπει να νιώσουμε και να κατανοήσουμε, είναι ότι δεν πάει άλλο έτσι.
Ότι ο τρόπος που μάθαμε να ζούμε ως καταναλωτές ξόφλησε. Ότι το χρήμα δεν είναι πλούτος. Ότι το αξιακό σύστημα που υπάρχει μες στο βαρέλι είναι σαθρό, είναι φτηνό, είναι για πέταμα.
Ότι αν θέλουμε πραγματικά να ευημερήσουν οι επόμενες γενιές, ένας και μόνον τρόπος υπάρχει. Η πλήρης και ολιστική στροφή μας στο Οικοσύστημα, η συνειδητοποίηση της φυσικής μας υπόστασης, της θέσης και του ρόλου μας ανάμεσα στα άλλα φυσικά πλάσματα και στους φυσικούς πόρους, η επανάστηση του αξιακού μας συστήματος στις πραγματικές και αληθινές του βάσεις, ο σεβασμός της ζωής “απ’ όπου κι αν προέρχεται”, η οικουμενική ματιά και η συνείδηση των κοινών πόρων και των αρχέγονων αγαθών κοινοκτημοσυνης όλων των πλασμάτων, τέλος, η συνειδητοποίηση ότι η μόνη ανάπτυξη που υφίσταται είναι η αργή φυσική ανάπτυξη και ότι κάθε διατάραξη των ρυθμών και των νόμων αυτής είναι εις βάρος μας και έχει τρομακτικές συνέπειες.
Καλή ψήφο λοιπόν σε όλους και ας σεβαστούμε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, είναι άλλωστε η συνισταμένη των “θέλω” μας. Ας σεβαστούμε και τον Άλλον, ό,τι κι αν ψήφισε, ας μην αναλωθούμε σε φτηνές και ανούσιες αντιπαραθέσεις, σε επικίνδυνο διχασμό αλλά ας δώσουμε την ενέργειά μας προς όφελος όλων. Ας πάρουμε επιτέλους τη ζωή μας στα χέρια μας, ας βγούμε από το βαρέλι, ας βγάλουμε έστω το κεφάλι μας, ας δούμε τον πραγματικό κόσμο και την πραγματική ζωή.
Είναι το δημοψήφισμα αυτό, ό,τι κι αν βγάλει, ένα κομβικό σημείο στην ιστορική πορεία μας, μιας και, καθώς φαίνεται και όλοι αντιλαμβανόμαστε και ψυχανεμιζόμαστε, τίποτε δεν θα είναι το ίδιο μετά απ’ αυτό αλλά όλα πολύ δυσκολότερα. Ας το κάνουμε κομβικό σημείο και της προσωπικής μας ιστορίας και ζωής ο καθένας, διότι έτσι μόνο θα αλλάξει επιτέλους η πορεία της ανθρωπότητας.

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Καρυότυπος του Άκη Παπαντώνη



                               Καρυότυπος
                         του Άκη Παπαντώνη

                                   εκδ. ΚΙΧΛΗ



Ο Άκης Παπαντώνης (γεν. 1978-Αθήνα) σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εργάστηκε ως ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και από το 2013 είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας.
Έχει δημοσιεύσει πεζά σε ελληνικά και αγγλόγλωσσα λογοτεχνικά περιοδικά, κριτικά σημειώματα στην Εφημερίδα των Συντακτών, ενώ διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους  «Είμαστε όλοι μετανάστες και 11 λέξεις». Ο Καρυότυπος είναι το πρώτο του βιβλίο.


Ένα βιβλίο (117 σελίδων), που χωράει στο τσαντάκι σου, τ’ ανοίγεις στο λεωφορείο, όμως μια τ’ ανοίγεις, μια το κλείνεις, δεν είναι για το λεωφορείο, σκέφτεσαι, από τις πρώτες σελίδες η βαρύτητα του πονήματος σε ελκύει σε τέτοιο βάθος, που αναζητάς την απομόνωση – αφοσίωση  να ταξιδέψεις στον πυρήνα, στο πρωτόπλασμα, αν θέλετε, και να μελετήσεις τη δομή των χρωματοσωμάτων.. της κυτταρογενετικής,  αν γίνεται... Χορταστικό βιβλίο; Ναι είναι γιατί δεν φτάνει να το διαβάσεις μια φορά...

Ένα έργο χωρίς σπιτικές μυρουδιές, λουλούδια, έρωτες, φιλίες, λύπες, αγάπη μητρική-πατρική ή νοσταλγικές μνήμες, παρά μόνο κάποιες ριπές μνημών που αμυδρά φωτίζουν μια  ξένη γλώσσα, έναν αριθμό νόμου μιας πολιτείας με απάνθρωπη νομοθετική εξουσία, που έχει να κάνει με την εξόντωση της στοργής-τρυφερότητας σε παιδιά, που γεννιούνται  «καθ’ υπαγόρευσιν».  Υποκινούν οι στυγνοί εξουσιαστές τους γεννήτορες να τους παραδίνουν (παραπετούν) τα παιδιά τους – για το δήθεν καλό μιας πατρίδας που οφείλει να είναι μεγάλη και πολυπληθής..

-Διάταγμα 770/1966: Κάθε γόνιμη γυναίκα, κάτω των 45 ετών, αναλαμβάνει βάσει νόμου το πατριωτικό καθήκον να προσφέρει στη Σοσιαλιστική Δημοκρατίας της Ρουμανίας το ελάχιστο 5 παιδιά-.    Χιλιάδες παιδιά στα ιδρύματα Τσαουσέσκου.

Σελ. 31.  όλα του έφερναν στον νου εικόνες ασπριδερών χεριών που χαϊδεύουν ξανθά κεφαλάκια μέσα από τα κάγκελα της περίφραξης, στόματα που μιλούσαν αγγλικά με βαριά προφορά. Και τον αριθμό 770/1966.

Εξαιρετική λογοτεχνική  τριτοπρόσωπη γραφή,   όπου, σαν έργο θεατρικό, παρεμβάλλεται ιντερμέτζο  σε  πρώτο πρόσωπο. Γλώσσα απέριττη, λέξεις επιλεγμένες, θέμα η μοναξιά, (η μοναχικότητα θα έλεγα), η οικογένεια, οι σχέσεις, η στοργή κι αν αυτή κληρονομείται, όπως τα πειράματά του ήρωα  - βιολόγου με τα ποντίκια, που άλλα τα απομακρύνει από τη μητέρα τους, σ’ άλλα δίνει την οσμή και φωνή της..  Θα διαφέρουν; και πώς.. άλλα μικρόσωμα, άλλα μεγαλόσωμα, άραγε τι επιπτώσεις θα έχουν μετά την απομάκρυνσή τους από τη μητέρα τους..

Σελ. 33: Μετά τον απογαλακτισμό επιδεικνύουν φοβική συμπεριφορά στο έντονο φως και στη διάδραση με άλλους ποντικούς, ενώ εμφανίζονται αποπροσανατολισμένα στις διαδρομές του λαβυρίνθου. Συμπέρασμα: η θαλπωρή της γενετικής καταγωγής δεν αναπληρώνεται επιγενετικά.


Ψυχογράφημα ε­νός  νέου, του Νικολάε, που υιοθετήθηκε γύ­ρω στα δέ­κα του χρόνια, με α­πο­τέ­λε­σμα να συ­γκρα­τεί μνή­μες α­πό την προ­η­γού­με­νη ζωή του.
Ο Νικολάε, μοριακός βιολόγος, μετακομίζει από την Αθήνα, για να εργαστεί στην Οξφόρδη. Φεύγει δηλαδή από μια ηλιόφωτη πόλη και πηγαίνει σ’ άλλη με υγρό, μουχρό και παγωμένο περιβάλλον, σχεδόν ίδιο με τις  ψυχικές του εμπειρίες.  
Η καθημερινότητά του, είναι η ερευνητική του εργασία στο εργαστήριο με τα ποντίκια, οι  ίδιες - προσχεδιασμένες διαδρομές  σε δρόμους γειτονικούς, η αποξένωσή του, η σιωπή, οι ίδιες ρομποτικές κινήσεις, τα ίδια πρόσωπα, οι λίγες  (ίδιες)  καθημερινές κουβέντες, που χρειάζεται να ειπωθούν∙

Σελ. 34: Φίλους δεν είχε. Αποδεχόταν προσκλήσεις για να βγει μόνο όταν δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. κι όταν δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και έβγαινε, δεν ήταν πολύ ομιλητικός. Προτιμούσε να αφήνει  τα ρούχα να τον ρουφάνε. Και το βλέμμα του να πέφτει στις μύτες των παπουτσιών του...

 Τα ανάπηρα αισθήματα, όπως όταν τηλεφωνούσε στη μητέρα του κάθε βράδυ και την άκουγε να κλαιει, για το θάνατο του πατέρα του και προσπάθησε να της εξηγήσει:

Σελ.36:  Της μίλησε για το φαινόμενο της εξοικείωσης του υποδοχέα..... της ήταν αδύνατο να καταλάβει πώς μπορεί κανείς να πάψει να αισθάνεται. Της ζήτησε να κάνουν ένα πείραμα (το μόνο πράγμα που γνώριζε να κάνει). Να πιέσει με δύναμη το μπράτσο της σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο. Τη ρώτησε αν το νιώθει. Εκείνη απάντησε καταφατικά. Μερικά λεπτά αργότερα, κι ενώ δεν έλεγαν τίποτα, την ξαναρώτησε. «όχι πια», του είπε. «Αυτό λέγεται εξοικείωση του υποδοχέα. Δεν θα σου πάρει καιρό να συνηθίσεις την απουσία του, ξέρω τι σου λέω».  «Αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου», απάντησε εκείνη.

Σελ. 44: Πώς μαθαίνεις σε κάποιον να περιμένει το αναπόφευκτο;....
....... .η μοναξιά της μνήμης είναι το μοναδικό απολύτως συντηρημένο χαρακτηριστικό της ζωής απ’  τα βακτήρια ως τα θηλαστικά..... “ η ζωή είναι τόσο προσωπικό ψέμα, πού να βρεις την δύναμη να την μοιραστείς;”

Σελ. 53: Ξηλώνω το δίχτυ ασφαλείας που έπλεκαν τόσα χρόνια οι βεβαιότητές μου. Αυτό κάνω. Κάθε μέρα το ίδιο.... Τελειώσαμε και με τους έρωτες και με τη στοργή. Οκέι; Έτσι κι αλλιώς ο καθένας ζει με τον εαυτό του..... Περπατάω τριάντα χρόνια χωρίς πατημασιές, χωρίς σκιά, χωρίς ίχνος εαυτού, τριάντα χρόνια σπαταλημένα σε ένα αναλώσιμο τίποτα, σε ασκήσεις κοινωνικής άλγεβρας και γεωμετρίας, τι θα πεις, πώς και πού και πότε θα το πεις. Έτσι λειτουργούν τα δανεισμένα μας γονίδια και δεν σκοπεύουν να αλλάξουν τρόπο τώρα για κανέναν από εμάς....


Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Los de cuero- Τα δερμάτινα



Revista Almiar
Margen Cero
Inicio » Publicaciones » Los de cuero

Los de cuero

06/06/2015 | MargenCero
 por
Evgenía Makariadi
  
Me crié en una familia pobre y numerosa: abuela, abuelo,
 padres y cinco hijos, todos varones.
 Yo, el último.
Casi ninguno de nosotros estrenaba ropa. Los hermanos mayores heredaban 
la ropa vieja del 
padre y los menores, la de los mayores; y lo mismo pasaba con los zapatos, 
unas veces grandes, 
otras veces estrechos. Nos las arreglábamos. No me quejaba de la ropa vieja 
y mal combinada, 
ya que todos los niños del pueblo andaban mal vestidos. En cuanto a los zapatos, 
prefería andar descalzo más que llevar los zapatos deformados de los mayores. 
Hasta que fui a la escuela, donde 
 era obligatorio que los alumnos llevaran zapatos.
Los años iban pasando y yo los sobrepasaba a todos en altura; la ropa ya no me 
quedaba pero 
esto nunca me molestó. Mi problema era encontrar zapatos de mi número. 
Nadie en el pueblo 
usaba zapatos más grandes del cuarenta y mi número era el cuarenta y tres.
Durante un año esperé la feria en donde me comprarían zapatos. La feria, a punto 
de terminar, 
y mi padre seguía buscando zapatos de acuerdo a su bolsillo y no a mi pie. 
Envueltos en papel de periódico, los trajo a casa y no se dignó nunca a llamarlos zapatos,
para mi padre eran 
«los de cuero».
Delante de toda la familia, que me miraba asombrada —es que nunca habían 
visto otros zapatos
 más que las albarcas—, extendí mis piernas y mi padre intentaba con 
el calzador meterme 
el pie en el zapato. Me puse de pie e hice grandes esfuerzos para ponérmelos, 
pero no hubo 
manera. Desesperados, clavamos la mirada en los zapatos de cuero que se negaban 
a caberme.
Durante meses los pusimos en la horma, pero se quedaron del mismo tamaño. 
Hasta que un día 
mi padre tomó una cuchilla de zapatero y les hizo un corte redondeado en la punta 
y me los puso. 
A duras penas mis dedos pasaron por el agujero y, como hojas de lechuga marchitas,
 tocaron el suelo.
 Llevé años estos zapatos, porque como decía mi difunto padre: «Venga, hombre, 
son de cuero.
 ¿Quién tiraría unos de cuero?».
Hoy, cuando me miro los pies, sonrío al ver mis dedos torcidos 
llenos de callos.



Evgenía Makariadi es una escritora griega. En 2001 publicó la novela Μύριαμ και Χάννα («Miriam y Hanna»).
 Sus relatos han sido publicados tanto en revistas literarias como en las páginas literarias de varios periódicos.

La traducción colectiva se ha realizado en el marco de la asignatura «Traducción literaria del griego al español» del Máster en Traducción, Comunicación y Mundo Editorial (Universidad Aristóteles de Salónica) impartida durante el curso 2014-2015 por Enrique Íñiguez Rodríguez. Participaron los estudiantes:
-Vasiliki Dosemetzi
-Luisa Marisol Fuentes Bustamante
-Zacharoula Kampouri
-Gabriela Larrieux
-Giorgos Maniotis
-Dimitra Papadopoulou
El relato Los de cuero fue publicado originalmente (en griego)
en la revista digital Planodion.
*Ilustración relato: PikiWiki Israel 13497 shoe trees, By
נעמי זינגר [Public domain], via Wikimedia Commons.


Revista Almiar – nº 80 / mayo-junio 2015 – MARGEN CERO ™ – Aviso legal

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

ΜΗΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΓΙΟΙ, του Θοδωρή Καλλιφατίδη



                                 ΜΗΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΓΙΟΙ
                           του ΘΟΔΩΡΗ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗ
                              γεν. 1938 Μολάους Λακωνίας
Μυθιστοριογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.
Σπούδασε στη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν. Σπούδασε επίσης από το 1969 ως το 1972 φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, όπου αργότερα έγινε καθηγητής.
«Ο Καλλιφατίδης συγκαταλέγεται σήμερα στους σημαντικότερους συγγραφείς της σουηδικής γλώσσας. Ανήκει στις σπάνιες περιπτώσεις της λογοτεχνικής διγλωσσίας. Γράφει στα σουηδικά και ύστερα μεταφράζει τα βιβλία στα ελληνικά. Γράφοντας, περισσότερο διερωτάται παρά καταφάσκει ή κρίνει.»
Έργα του:
Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που με κάνει να διαβάζω ξανά και ξανά ένα λιτό βιβλίο, (όπως τα περισσότερα του Καλλιφατίδη), που φαντάζει τόσο μεγάλο, τόσο σπουδαίο στα μάτια μου. Τα θέματά του: αυτοβιογραφικά,  η μετανάστευση, η ξενιτιά, η νοσταλγία για την πατρίδα, η καθημερινότητα, και σε πολλά να επαναλαμβάνει τις οικογενειακές-φιλικές του σχέσεις με ευαισθησία και χιούμορ... 
Θα πω με σιγουριά ότι είναι η τέχνη της γραφής, η τέχνη να παρατηρεί, με την ευαισθησία που διακρίνει τον συγγραφέα, να συγκινείται, να συγκινεί. Θα πω ότι είναι η μανία του βιβλιοσκώληκα να υποτάσσεται στα βιβλία, να αφουγκράζεται – αποτυπώνει, τις εκφράσεις του άλλου και να μπαίνει στα άδυτα της ψυχής του, έτσι που με μια λέξη, έναν μορφασμό να γράφει μυθιστόρημα.. Γράφοντας  μου ‘ρχεται στο νου μια λέξη, μια λέξη που αόρατα περιτυλίγει τις ιστορίες του. είναι η λέξη τρυφερότητα. Η τρυφερότητα που σου απλώνει το χέρι και χαϊδεύει το κεφάλι σου. Μπορεί να είναι το χέρι της μάνας που έχεις χάσει, του πατέρα, του αγαπημένου. Η τρυφερότητα λοιπόν που διατρέχει τα κείμενά του και χωρίς  τραγικότητα των γεγονότων να δακρύζεις από μια λέξη, μια κίνηση. Ακόμα ακόμα να υπογραμμίζεις στοχαστικές φράσεις με φιλοσοφικό βάθος.
Ο ξενιτεμένος στη Σουηδία γιος, που τηλεφωνεί στην Αθήνα κάθε Σάββατο να μιλήσει με τη μάνα του την ίδια ώρα που πίνουν και οι δυο τον πρωινό καφέ τους. Ο ηλικιωμένος γιος που επισκέπτεται την υπερήλικη μάνα μια φορά το χρόνο για εφτά μέρες. Η κάθε μέρα μια ιστορία παράλληλη με ένα γράμμα-κληροδότημα αυτοβιογραφίας, του μακαρίτη πατέρα του- διωγμένου το ’22 από τον Πόντο. Μια διαδρομή της οικογένειάς του μέσα από την κάπνα της πολεμικής απόγνωσης των διωγμών, τους σκληρούς κόπους για επιβίωση και προκοπή, μετά ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ο τρομακτικότερος στη συνέχεια εμφύλιος..  Στα κενά της γραφής του μακαρίτη πατέρα, η ζωντανή μνήμη της ενενήντα δυο χρονών μητέρας του.
Σελ. 7: όταν ήμουν παιδί πίστευα ότι θα πέθαινα πριν από τη μητέρα μου, σύμφωνα με την αρχή ότι το δέντρο επιβιώνει του καρπού του. Με τον καιρό κατάλαβα την ορθή ή τουλάχιστον τη φυσική σειρά των πραγμάτων, οπότε απέκτησα ένα νέο πρόβλημα: πώς θα μπορούσα να της δώσω μια τέτοια λύπη σαν το θάνατό μου;
Σελ. 9: έχουμε γεράσει κι οι δυο κι είναι ώρα να κάνω αυτό που πάντα ήθελα: να γράψω κάτι για κείνη. Δεν ήθελα να το κάνω όσο ζούσε. Τώρα όμως μου φαίνεται πως δεν έχω άλλη επιλογή. Ο θάνατος μας πλησιάζει και τους δυο.
Σελ. 19 & 20: Τα περασμένα είναι το μόνο που έχουμε. Πώς μπορεί κανείς να ζήσει μια αυθεντική ζωή χωρίς να έχει τη σκιά της ανθρωπότητας πίσω του;
Σελ. 70. Καμιά φορά έχω την εντύπωση ότι δε διαλέγουμε τις μνήμες μας αλλά μας διαλέγουν.
Σελ. 195: Με ένα αίσθημα ότι είχα αγγίξει μια λύπη που παραήταν μεγάλη και απομακρυσμένη για να χωρέσει στην ψυχή μου συνέχισα το διάβασμα..
Σελ. 214: -εσύ μαμά, θα γίνεις εκατό, της φώναξα. – Γιατί μόνο εκατό, παρακαλώ; Πες μου πως θα ‘ρχεσαι να με βλέπεις και δε θα πεθάνω ποτέ.
Σελ. 259: οι γονείς μου πέρασαν πολλές δύσκολες στιγμές. Ίσως να έκαναν πράγματα για τα οποία δεν ήταν περήφανοι. Ίσως να είχαν μυστικά. Δε μ’ ενδιαφέρουν τα μυστικά, δεν είμαι της Ασφάλειας. Ένα μοναδικό φως στο σκοτάδι μου αρκεί. Ο πατέρας ήταν ένα τέτοιο φως κι η μαμά είναι ακόμα.
                       


Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Ο ΙΛΙΓΓΟΣ του Πολ Όστερ




                                                                   Ο ΙΛΙΓΓΟΣ
                                                 του  Πολ Όστερ

 Ο Πολ Μπέντζαμιν Όστερ είναι Αμερικανός συγγραφέας. Γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1947 στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, από εβραίους γονείς, πολωνικής καταγωγής. Ποιητής, συγγραφέας, μεταφραστής και σκηνοθέτης.

Είναι πιο γνωστός για την Τριλογία της Νέας Υόρκης.

Έγραψε τα σενάρια των ταινιών Καπνός και το Μελανιασμένο Πρόσωπο. Στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου το 1995 η ταινία Καπνός βραβεύτηκε με την Αργυρή ’άρκτο, με το Ειδικό Βραβείο Κριτών, με το Βραβείο Κοινού για την καλύτερη ταινία. Το 1998 έγραψε το σενάριο και σκηνοθέτησε το κινηματογραφικό έργο Η Λουλού πάνω στη γέφυρα. Το έργο του έχει μεταφραστεί σε είκοσι μία γλώσσες. Έχει κερδίσει το βραβείο Πούλιτζερ.

Έργα του:
  • Squeeze Play (με το ψευδώνυμο Πολ Μπέντζαμιν)- 1976
  • The New York Trilogy - Η Τριλογία της Νέας Υόρκης
    • City of Glass (Γυάλινη Πόλη) - 1985
    • Ghosts (Φαντάσματα) - 1986
    • The Locked Room (Το Κλειδωμένο Δωμάτιο) - 1986
  • In the Country of Last Things (Στη χώρα των Έσχατων Πραγμάτων) - 1987
  • Moon Palace (Το Παλάτι του Φεγγαριού) - 1989
  • The Music of Chance (Η Μουσική του Πεπρωμένου) - 1990
  • Leviathan (Λεβιάθαν) - 1992
  • Mr. Vertigo (Ίλιγγος) - 1994
  • Timbuktu (Τιμπουκτού) - 1999
  • The Book of Illusions (Το Βιβλίο των Ψευδαισθήσεων) - 2002
  • Oracle Night (Η Νύχτα των Χρησμών) - 2004
  • The Brooklyn Follies (Τρέλες στο Μπρούκλιν) - 2005
  • Travels in the Scriptorium (Ενοχές δίχως Τύψεις) - 2006
  • Man in the Dark, 2008
  • Invisible, 2009
  • Sunset Park, 2010
«Λέγεται πως αν κάποιος δεν μπορεί να ονειρευτεί τη νύχτα θα τρελαθεί. Με τον ίδιο τρόπο, αν σε ένα παιδί δεν επιτραπεί να επισκεφτεί το χώρο της φαντασίας αυτό το παιδί δεν θα συμφιλιωθεί ποτέ με την πραγματικότητα».  Αυτά είναι λόγια του μεγάλου –παραμυθά- της εποχής μας Πολ Όστερ.
Το κείμενο της μυθιστορίας είναι γοητευτικό και πολυδιάστατο.  ο Όστερ το ‘γραψε από καρδιάς  και μας κατευθύνει εκεί που οι άνθρωποι αναζητούν το μάταιο και τι άλλο είναι η ζωή από την αναζήτηση νοήματος, από την αναζήτηση ταυτότητας. Δομεί και αποδομεί τους ήρωές του, συμβολίζοντας το φως που διαπερνά το σκοτάδι, την ελπίδα έναντι της δυστυχίας, την συντροφιά έναντι της μοναξιάς.  Σκηνές της δεκαετίας του ’20, ο απόηχος των συνεπειών του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι τόποι που χτίζονται, που γκρεμίζονται, που αλλάζουν ως χαρακτήρες.  Ένα σπίτι σε αγρόκτημα, σαν μια μεγάλη σκηνή θεάτρου, όπου ζουν οι πρωταγωνιστές:  ένας δάσκαλος ονόματι Γιεχούντι, ο 9χρονος αλητάκος,  ο πιο βρώμικος και πιο απορριγμένος  απ’ όλους, όπως ο ίδιος λεει, μια ωραία γυναίκα και πλούσια η Γουίδερσπουν, μεγάλος έρωτας του Γιεχούντι, μια ευτραφής Ινδιάνα η Μάμα Σιου, που μαγειρεύει, συγυρίζει, αγαπά, χαμογελά και με το φαφούτικο στόμα της  δίνει το πρώτο μητρικό φιλί στον αλητάκο Γουόλτ. Μαζί τους επίσης ο Αίσωπος, δεκαπέντε χρόνων,  από την Αιθιοπία, τόσο άσκημος και μαύρος, που το χαμίνι, ο Γουόλτ του δείχνει τα ρατσιστικά του δόντια, μέχρι που ο Αίσωπος με τη μόρφωσή του (εκπαιδευμένος από τον δάσκαλο Γιεχούντι, που έχει όνειρα να τον στείλει στο Πανεπιστήμιο Γέιλ και να γίνει κάποτε, αρχηγός της φυλής του) και  την ανώτερη σκέψη του γίνεται ο καλύτερος φίλος του αθυρόστομου Γουόλτ.  Συνταξιδεύουν στη ζωή και βοηθούν όλοι μαζί το δάσκαλο να καταφέρει τον ατίθασο μικρό, που κατά τον δάσκαλο έχει το «χάρισμα», να φτάσει το στόχο και να μπορέσει να πετάξει ψηλά στον ουρανό. Η αμορφωσιά του μικρού, δεν πτοεί το δάσκαλο που του λεει «δεν θα χρειαστεί να χασομερήσουμε για να ξεμάθεις αυτά που ξέρεις, όσο πιο τούβλο είσαι, τόσο πιο εύκολη θα ‘ναι η εκπαίδευσή σου. Εσύ κι εγώ, γιε μου, ξεκινάμε ένα πολύ μακρύ ταξίδι..»
Μια Οδύσσεια με  Λαιστρυγόνους και Κύκλωπες, όπως ο Αλεξανδρινός ποιητής μας λεει. Ταξίδι πηγαιμού, ταξίδι με ανυπέρβλητες δυσκολίες∙  άραγε θα πετύχει το στόχο ο Δάσκαλος;. θα τα καταφέρει ο μαθητής να πετάξει; Θα αντέξει της εκπαίδευσης τα βασανιστήρια, τις τυραννίες, τους εικονικούς θανάτους, όπως  να τον θάβουν και ξεθάβουν; (σελ. 55: ο θάνατος ζει πια μέσα σου, κατατρώει την αθωότητα και τις ελπίδες σου και στο τέλος το μόνο που σου μένει είναι το χώμα, η σταθερότητα, η ανώτερη δύναμη και ο θρίαμβός του).   Η πάλη του πνεύματος και της ύλης. Αρχικά η νίκη του πνεύματος μέχρι που η ύλη κατρακυλώντας παίρνει τη ρεβάνς.
Σελ. 9:  .. αφού από τη στιγμή που δε σε νοιάζει η ίδια η ζωή σου, δε σε νοιάζει και τι θα σου συμβεί κι είσαι έτοιμος να κάνεις τα πιο παλαβά πράγματα, όπως για παράδειγμα να φύγεις μες στη νύχτα με κάποιον που δεν έχεις ξαναδεί.
Σελ. 50/51: -Όσα νομίζεις πως υπόφερες μέχρι σήμερα, δεν τίποτα μπρος σ’ αυτά που σε περιμένουν.  –Μα τα πουλιά δεν υποφέρουν. Απλώνουν απλώς τα φτερά τους κι αφήνονται στον άνεμο. Αν λοιπόν έχω, όπως λες, το χάρισμα, δε βλέπω που είναι η δυσκολία. –Μα εσύ δεν είσαι πουλί, μπουμπουνοκέφαλε. Να που είναι η δυσκολία! Είσαι άνθρωπος και για να ξεκολλήσεις απ’ το χώμα θα χρειαστεί να σκίσουμε στα δυο τον ουρανό να γυρίσουμε το σύμπαν τα μέσα έξω..
Σελ. 95: Συνέχιζε να προσπαθείς κι ας αποτυχαίνεις. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να φτάσεις στο τέλος κάπου. Βρίσκεσαι στο τέλος της εκπαίδευσής σου και θα ήταν κουτό να περιμένεις να γίνουν όλα στα άψε σβήσε.
Σελ. 278:   Ο θάνατος δεν είναι τόσο τρομερός Γουόλτ. Όταν ένας άνθρωπος φτάσει στα έσχατα όριά του, ο θάνατος είναι το μόνο πράγμα που όντως θέλει.
                                                                        *********