Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Έθιμα Ταφής της Hannah Kent



                                    Έθιμα Ταφής της Hannah Kent



                                                Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου.

                                                     Εκδόσεις: ΙΚΑΡΟΣ


Η Χάννα Κεντ γεννήθηκε στην Αδελαϊδα της Ν. Αυστραλίας το 1985.
Το 2011 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο αδημοσίευτου χειρογράφου. Τα Έθιμα Ταφής είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Το βιβλίο έχει αποσπάσει τα εξής βραβεία: ABIA Literary Fiction Book Of The Year 2014, ABA Nielsen Bookdata Bookseller's Choice Award 2014, FAW Christina Stead Award 2013, 2014 Indie Awards Debut Fiction Of The Year, Victorian Premier’s Literary Award People’s, Choice Award 2014.
Ήταν στη βραχεία λίστα για: The Stella Prize 2014, The Baileys Women’s Prize For Fiction 2014, The Victorian Premier’s Prize For Fiction 2014, The ALS Gold Medal 2014, Guardian First Book Award 2013, Nib Waverley Award For Literature 2013.

Πήρα το βιβλίο κι άρχισα να το ξεφυλλίζω∙ ασθενής ούσα, σκέφτηκα ότι αδυνατώ να διαβάσω τετρακόσιες και πλέον σελίδες... όμως...  με ματιές στο τέλος -σημείωμα της συγγραφέως- στην αρχή  στον πρόλογο, άρχισα μια κούρσα ανάγνωσης, ένα ξενύχτι  ψάχνοντας παθιασμένα, σαν τον «Σερλοκ Χολμς», να βρω τι; αφού ξέρω από την αρχή τους δολοφόνους, τα θύματα και σχεδόν τους λόγους των φόνων... όμως ψάχνω αφανίζοντας  σελίδα τη σελίδα το αντικείμενο εκείνο που θα μου δείξει τον τρόπο των εγκλημάτων, το γιατί και όχι μόνο. Η κάθε σελίδα σε ταξιδεύει ποιητικά, λογοτεχνικά, σε κερδίζει με τις λεπτομερείς περιγραφές της παγωμένης γης των χωριών της Ισλανδίας. Η συγγραφέας δίνει μια νοηματοδοτημένη εικόνα του κόσμου της Ισλανδίας του 19ου αιώνα, τα ήθη, τις συνήθειες και τις κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις-πρότυπα της εποχής∙ τις συνθήκες επίσης των εργατών και εργατριών σε υποστατικά που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, αλλά η ζωή τους εξαρτάται από τα αφεντικά. Σε κερδίζουν οι χαρακτήρες των ηρώων και ιδίως (εμένα τουλάχιστον) της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, των Μαργκρέτ και Στέινα Γιονστότιρ, καθώς και του νεαρού ιεροδιάκονου Θόρβαρδουρ Γιόνσον ή Τότι.  Η νεαρή συγγραφέας κέντησε έναν έναν τους χαρακτήρες∙  σε καθήλωναν έντονα συναισθήματα αγωνίας και συγκίνησης, ενώ η αγριότητα έπαιζε σε παράλληλη ευθεία με την ανθρωπιά, την αγάπη, τη συμπόνια.

Τριτοπρόσωπη γραφή στις περιγραφές και πρωτοπρόσωπη στους εσωτερικούς μονολόγους-αφηγήσεις της τραγικής Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, που κρίθηκε ένοχη διπλής δολοφονίας, μαζί με δυο συναυτουργούς.  Διεισδύει ο αναγνώστης στην ψυχοσύνθεση μελλοθανάτου, όπου αναρωτιέται αν η εκτέλεση γίνει δια πνιγμού...  ενώ νιώθεις τον πόνο του χειμώνα βαθιά στα πνευμόνια σου. 

Ας δούμε τώρα τις μας λεει στην υπόθεση του βιβλίου, των δεκατριών κεφαλαίων, η συγγραφέας, που όπως διευκρινίζει είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα της εποχής, όπου ζωντανεύουν πρόσωπα και πράγματα που είχαν δράση στην υπόθεση, και τα έδεσε με επινοήσεις μυθοπλασίας τόσο ωραία, που είναι σαν να βλέπεις  κινηματογραφική ταινία.  

Η Άγκνες Μάγκνουσντότιρ είναι καταδικασμένη μαζί με δυο συναυτουργούς έναν άντρα και μια γυναίκα, γιατί σκότωσαν το αφεντικό της. Την φυλάκισαν μόνη σ’ ένα μπουντρούμι,  την βασάνιζαν αλυσοδεμένη, νηστική και διψασμένη∙  ακούμε τη φωνή της  χωμένη στα σπλάχνα της : μ’ άφησαν δίχως φως και δεν έχω τρόπο να ξεχωρίζω τη μέρα από τη νύχτα. Έχω ξεχάσει τη μυρωδιά του καθαρού αέρα. Το καθίκι κοντεύει να ξεχειλίσει από τις ακαθαρσίες μου... σύντομα θ’ αρχίσει να χύνεται κατάχαμα.

Μέχρι να την αποκεφαλίσουν, αποφασίζουν να την πάνε βόρεια σε ένα υποστατικό μιας οικογένειας, ως παραδουλεύτρα. Τα μέλη της οικογένειας τρομοκρατούνται, μια στυγερή φόνισσα στο σπίτι τους. Η Μαργκρέτ Γιονστότιρ, ιδιοκτήτρια του υποστατικού,  που την έκοβε η ανησυχία και σκεφτόταν ότι δεν άξιζε συμπόνια σ’ αυτή τη γυναίκα, ανατρίχιασε μόλις οι χωροφύλακες την έστησαν μπροστά της. Η Μαργκρέτ δεν είχε ματαδεί και μυρίσει τόση βρόμα. Η γυναίκα μες την ψείρα,  τα μαλλιά τζίβα από τη λέρα που έφτανε μέχρι τα σκισμένα της παπούτσια. Και όταν διέταξε την κρατούμενη να σηκώσει κεφάλι, βόγκηξε σαν είδε  το λασπωμένο, μελανιασμένο πρόσωπό της, και τα ξεραμένα αίματα γύρω από το στόμα της. Την τράβηξε μέσα στο σπίτι και με θυμό να την πνίγει είπε στους χωροφύλακες να της βγάλουν τις χειροπέδες..

Στο σπιτικό τής Μαργκρέτ, η Άγκνες  χόρτασε νερό, φαϊ και καθαριότητα, δούλεψε και βοήθησε στο υποστατικό όπως όλοι και μέρα τη μέρα ο φόβος, η σιωπή, παραμερίστηκαν∙  η συμπόνια έγινε στοργή, συμπάθεια, φιλία, ενδιαφέρον και τέλος αγάπη, όταν η Άγκνες άρχισε δειλά δειλά να διηγείται στον ιεροδιάκονο Τότι,  και μετά στην Μαργκρέτ, τη ζωή της από παιδούλα πέντε χρονών πεταμένη από τη μητέρα της, μέχρι το πώς έγινε ο φόνος του αφεντικού και ερωμένου της. 

Ο Νάταν, ο αγαπημένος της, τ’ αφεντικό της, που έπιανε τις αλεπούδες και τις έγδερνε για την πολύτιμη γούνα τους κι όταν τον ρώτησε η Άγκνες  πώς τις έπιανε στα βουνά, εκείνος απάντησε ότι το κόλπο ήταν νά πιάσει ένα αλεπουδάκι, του σπαγε τα πόδια, εκείνο ούρλιαζε κι έρχονταν η μάνα του.... «Και το αλεπουδάκι;»  Ξαναρώτησε η Άγκνες.  Κι ο Νάταν είπε: Πολλοί κυνηγοί τ’ αφήνουν εκεί να πεθάνει.  Εγώ του λιώνω το κεφάλι με μια πέτρα».  «Αυτό είναι το σωστό», είπε η Άγκνες.

Κι εγώ ως αναγνώστρια βλέπω σ’ αυτή τη φράση της, καθολικά τη σκέψη της ηρωίδας για τον μαρτυρικό και θανατηφόρο πόνο,  μέχρι τη λύτρωση με θάνατο.

Και τώρα απανθίσματα που σημείωσα:

1) Για τον έρωτα:

Σταμάτησα με φιλιά τα γέλια του κι ένιωσα τη γλώσσα του να πιέζει μαλακά τη δική μου... με φίλησε στο λαιμό και οι σκέψεις μου χάθηκαν στον στρόβιλο του πόθου που ξύπνησε μέσα μου. Με ανασήκωσε στο τραπέζι, παλέψαμε με τα ρούχα μας και πριν καταλάβω τι κάναμε, μπήκε μέσα μου. Δεν ήμουν έτοιμη. Μου κόπηκε η ανάσα. Ένιωθα τα χαρτιά του κάτω από το κορμί μου, φαντάστηκα τις λέξεις να ξεκολλάνε από τις σελίδες και να χώνονται στο δέρμα μου. Τα πόδια μου ήταν τυλιγμένα σφιχτά γύρω του. και ο κρύος θαλασσινός αέρας με είχε αρπάξει από τον λαιμό.

2) Για τον θάνατο:

Μ’ έχουν δέσει στη σέλα, σαν κουφάρι που το πάνε να το θάψουν. Γι αυτούς είμαι μια γυναίκα κιόλας πεθαμένη... τα χέρια μου είναι δεμένα μπροστά μου. Και καθώς προχωράμε, φριχτή πομπή, τα σίδερα χώνονται στη σάρκα μου που ματώνει.... με αλυσοδένουν και με τραβολογάνε... κι εγώ σαν το ζώο πηγαίνω όπου με πάνε, δεν αντιστέκομαι. Γιατί αλλιώς με περιμένει το μαχαίρι. Με περιμένει το σκοινί. Είμαι το άψυχο πουλί στην ακτή. Είμαι στεγνή, φοβάμαι πως δεν θ’ χω ούτε αίμα να τρέξει, όταν θα με σύρουν και θα μου κόψουν με πελέκι το κεφάλι. Όχι, ακόμα ζεστή είμαι το αίμα σφυρίζει στις φλέβες ακόμα, δυνατά σαν τον άνεμο. Αυτοί, που κανείς δεν τους σέρνει με το ζόρι στο θάνατο, δεν καταλαβαίνουν πόσο σκληρά και κοφτερή γίνεται η καρδιά...

Η γυναίκα κοίταξε ψηλά τον άδειο ουρανό. Ο ξαφνικός γδούπος της πρώτης τσεκουριάς αντήχησε σ’ όλη την κοιλάδα.
                                    ...------------------...

Τζένη Μακαριάδη



Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Προσωπικοί αγώνες του Γιάννη Μακριδάκη- φυσικός καλλιεργητής- συγγραφέας



Προσωπικοί αγώνες

του Γιάννη Μακριδάκη- φυσικός καλλιεργητής- συγγραφέας

Posted on
Ησυχία απόλυτη. Ούτε τzιτzίκια δεν ακούγονται. Μόνο το βουητό καμιάς μύγας και μερικά πουλάκια που περνούν πότε πότε από κοντά μας κι αφήνουν ένα κελάηδισμα κοφτό. Το χωράφι καταπράσινο, ανεμίzουν τα φυτά στο ελαφρύ αεράκι, χαϊδεύει το ένα το άλλο, όλα μαzί συνυπάρχουν.
Τα πότισα πριν να προβάλει ο ήλιος πάνω από το βουνό, μάzεψα και το μεσημεριανό μας και το ‘βαλα σ’ ένα βάzο με νεράκι για να κρατηθεί φρέσκο. Γλυστρίδα, σέσκουλα, παντzαρόφυλλα, μαϊντανό, σέλινο, ραδίκια διάφορα, ρόκα και δυο σπαράγγια. Από κοντά και μερικές ντομάτες, δυο κολοκυθάκια, καμπόσες πιπεριές και ένα ξυλάγγουρο όψιμο.
Η πορτοκαλιά μεγαλώνει ένα πορτοκαλάκι πάνω στο διάβα μου το καθημερινό και άρχισα εδώ και λίγες μέρες να το κουτουλάω με την κορφή του κεφαλιού. Μου υπενθυμίzει έτσι, ότι όλα τα πλάσματα γύρω μου zουν και αναπτύσσονται στον φυσικό ρυθμό και σ’ όλα ανήκει ο τόπος.
Όποιος zει με τα φυτά και με τα zωντανά, όποιος παράγει και συλλέγει την τροφή του από τη γη, δε μπορεί να ξεχνά ούτε στιγμή ότι τα έχει ανάγκη όλα αυτά τα όντα για να zήσει, διότι ο ίδιος μόνος του, όσο χρήμα κι αν έχει, έναν καρπό να φτιάξει δεν μπορεί. Το χρήμα ξεγελάει τον καταναλωτή, είναι η μέγιστη πλάνη του, διότι τον κάνει να νιώθει παντοδύναμος, αυτόν που δίχως ρίzες έχει ποδάρια ξύλινα και δε μπορεί να zήσει ούτε μέρα από μόνος του χωρίς τα άλλα πλάσματα που θεωρεί κατώτερα απ’ αυτόν αλλά τον τρέφουν και τον zουν. Δίχως νερό, δίχως χώμα, δίχως τη μέλισσα να αναπαράξει τα φυτά και να γονιμοποιήσει τα άνθη τους, να κάνουνε καρπό, ο δυστυχής ο άνθρωπος θα μείνει νηστικός, θα κανιβαλιστεί σε χρόνο πολύ σύντομο, αφού πρώτα, μες στην απόγνωση του θα έχει φάει όλα τα άνοστα χαρτονομίσματά του.
Όλα αυτά θυμάμαι κάθε πρωί που τριγυρνώ μες στο χωράφι και κόβω τη σαλάτα μου, χειμώνα καλοκαίρι.
Αν δεν ήμουν ον ενταγμένο και καταγεγραμμένο στο σύστημα από τη γέννησή μου κιόλας, αν δεν είχα ΑΦΜ, ΑΜΚΑ, ΑΤ και λοιπούς αριθμούς να μου ορίzουν και να μου περιορίzουν την ύπαρξη, θα ήμουν απλά ένα ευτυχές ον και δυνατό, που θα ακολουθούσε τη φυσική ανάπτυξη σαν όλα τ’ άλλα γύρω μου.
Αν δεν ήμουν κάποτε ένα παιδί μεγαλωμένο σε μια καταναλωτική κοινωνία σάπια και παρακμιακή, υποταγμένη στη λογική και την ηθική του χρήματος, θα ήμουν υγιέστερος και καλύτερος φυσικός άνθρωπος.
Δεν είμαι όμως. Ούτε ευτυχής σαν zωντανό πλάσμα, ελεύθερο της φύσης που χαίρεται τη μέρα του ως μοναδικό σκοπό zωής, ούτε υγιής σαν ισορροπημένο έμβιο ον που zει σε κοινωνία μεγάλης ποικιλότητας, ούτε σοφός και στωικός σαν δέντρο που στέκει κάνοντας μόνο καλό και αγαπά τα πάντα.
Για να αντισταθώ λοιπόν στο σύστημα που με περιορίzει και με απειλεί με ισοπέδωση, για να υπερασπιστώ τα άλλα πλάσματα, αφού νιώθω πως χωρίς αυτά δεν θα μπορώ να zήσω, από την εγωιστική μανία των αχόρταγων και ασυνείδητων καθημερινών καταναλωτών και ρυπαντών της γης, για να το αλλάξω αυτό το σύστημα όσο μπορώ και να μη με αλλάξει, είμαι ενεργό ον πολιτικό και δρω καθημερινά με τον λόγο και τις πράξεις μου προς τον σκοπό αυτό.
Για να θεραπευτώ ταυτόχρονα από τη βαθιά σιχαμάρα μου για την θλιβερή καταναλωτική κοινωνία, για να γίνω όσο δύναμαι υγιής κάποτε και καλύτερος άνθρωπος, για να έχω έναν όσο το δυνατόν πιο ομαλό και zωογόνο θάνατο, μιας και είμαι βέβαιος πια πως η zωή είναι μοναχά μία θανάτου άσκηση και τίποτε παραπάνω, περνώ τις μέρες μου λάθρα από το σύστημα, στο περιθώριο της κοινωνίας αυτής, μαzί με τα φυτά και γράφω λογοτεχνία.
Η λογοτεχνία είναι η προσωπική μου οδός για να θυμάμαι την αγάπη μου για τον βαθύ φυσικό άνθρωπο, για να ξεχνώ και να αποστρέφω το βλέμμα μου από την ρηχή, πλανημένη και ανόητη καταναλωτική του υπόσταση.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ στον γιατρό Γεώργιο Πολυχρονίδη

10.11.2015.







                                               

                                                            ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ
                                      στον γιατρό Γεώργιο Πολυχρονίδη

          Είχα την εντύπωση του τέλους γιατρέ, όταν ήρθες και έμεινες κοντά μου σαράντα πέντε ολόκληρα λεπτά προσφέροντάς μου τις πολύτιμες  βοήθειές της επιστημοσύνης σου. Μ’ έκανες καλά∙  μου έδωσες το θάρρος της παροδικής αρρώστιας, όπως και είναι. Κι εγώ αυτά που νιώθω αδυνατώ να εκφράσω∙  μόνο αναφέρω κάτι που σε διακρίνει και κάνει εμάς τους ασθενείς σου όχι μόνο να σ’ εμπιστευόμαστε ως επιστήμονα,  να σ’ αγαπάμε για την ανθρωπιά σου, αλλά    και να σε ξεχωρίζουμε για τη σπάνια συγκαταβατική σου ιδιότητα, εκείνη της           μείωσης ή και       απαξίωσης υλικής προφοράς.
                                        Σε ευγνωμονώ,
                                      

                   Με αγάπη
            Ευγενία Μακαριάδη

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

Οἱ ξεριζωμένοι (Los desarraigados) της Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi



Οἱ ξεριζωμένοι

(Los desarraigados)
 της
Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi

Από το περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ: (https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/)

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009.

Πη­γή: La ciudad de Luzbel y otros relatos, 1992.

ΤΟΥΣ ΒΛΕΠΕΙ κα­νεὶς συ­χνὰ νὰ περ­πα­τοῦν στοὺς δρό­μους τῶν με­γα­λου­πό­λε­ων, ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­πι­πλέ­ουν στὸν ἀ­έ­ρα, σὲ χρό­νο καὶ τό­πο στα­μα­τη­μέ­νο. Τοὺς λεί­πουν ρί­ζες στὰ πό­δια καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ τοὺς λεί­πουν ἀ­κό­μη καὶ πό­δια. Ἀ­π’ τὰ μαλ­λιά τους δὲν ξε­φυ­τρώ­νουν ρί­ζες, οὔ­τε ἁ­πα­λὲς ἴ­νες δέ­νουν τὸν κορ­μό τους σὲ κά­ποι­ο εἶ­δος ἐ­δά­φους. Μοιά­ζουν μὲ φύ­κια ποὺ πα­ρα­σύ­ρουν τὰ θα­λασ­σι­νὰ ρεύ­μα­τα καὶ ὅ­ταν στα­θε­ρο­ποι­οῦν­ται πά­νω σὲ κά­ποι­α ἐ­πι­φά­νεια εἶ­ναι κα­τὰ τύ­χη καὶ δια­ρκεῖ μό­νο μιὰ στιγ­μή. Ἀ­μέ­σως ἐ­πι­πλέ­ουν ἐκ νέ­ου καὶ ὑ­πάρ­χει σ’ αὐ­τὸ ὁ­ρι­σμέ­νη νο­σταλ­γί­α. Ἡ ἀ­που­σί­α ρι­ζῶν τοὺς προσ­δί­δει ἕ­ναν ἀ­έ­ρα ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τας, ἀ­να­κρί­βειας. Εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸ ποὺ νι­ώ­θουν παν­τοῦ ἄ­βο­λα καὶ δὲν τοὺς προ­σκα­λοῦν σὲ γι­ορ­τές, οὔ­τε σὲ σπί­τια, για­τί φαί­νον­ται ὕ­πο­πτοι. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι φαι­νο­με­νι­κὰ πραγ­μα­το­ποι­οῦν τὶς ἴ­δι­ες ἐ­νέρ­γει­ες μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα: τρῶ­νε, κοι­μοῦν­ται, περ­πα­τοῦν, μέ­χρι καὶ πε­θαί­νουν, ἀλ­λὰ ὁ προ­σε­κτι­κὸς πα­ρα­τη­ρη­τὴς θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει πὼς ὑ­πάρ­χει μιὰ ἐ­λα­φριὰ καὶ σχε­δὸν ἀ­νε­παί­σθη­τη δι­α­φο­ρὰ στὸν τρό­πο ποὺ ἔ­χουν νὰ τρῶ­νε, νὰ κοι­μοῦν­ται, νὰ περ­πα­τοῦν καὶ νὰ πε­θαί­νουν. Τρῶ­νε χάμ­πουρ­γκερς Mac Donalds ἢ σάν­του­ιτς μὲ κο­τό­που­λο Pokins, εἴ­τε βρί­σκον­ται στὸ Βε­ρο­λί­νο, εἴ­τε στὴ Βαρ­κε­λώ­νη, εἴ­τε στὸ Μον­τε­βι­δέ­ο. Καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα, πα­ραγ­γέλ­νουν ἕ­να ἀ­νορ­θό­δο­ξο με­νοὺ ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ γκα­σπά­τσο, σού­πα ἢ ἀγ­γλι­κὴ κρέ­μα. Κοι­μοῦν­ται τὴ νύ­χτα, ὅ­πως ὅ­λος ὁ κό­σμος, ἀλ­λὰ ὅ­ταν ξυ­πνοῦν μὲς στὸ σκο­τά­δι ἑ­νὸς ἀ­ξι­ο­θρή­νη­του δω­μα­τί­ου ξε­νο­δο­χεί­ου τοὺς κα­τα­λαμ­βά­νει μιὰ στιγ­μὴ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τας: δὲν θυ­μοῦν­ται ποῦ βρί­σκον­ται, οὔ­τε τί μέ­ρα εἶ­ναι, οὔ­τε τὸ ὄ­νο­μα τῆς πό­λης στὴν ὁ­ποί­α ζοῦν. Ἡ ἔλ­λει­ψη ρι­ζῶν δί­νει στὸ βλέμ­μα τους ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ἕ­ναν τό­νο γα­λά­ζιο καὶ νε­ρου­λό, φευ­γα­λέ­ο, αὐ­τὸν κά­ποι­ου ποὺ ἀν­τὶ νὰ κρα­τι­έ­ται στα­θε­ρὰ ἀ­πὸ ρί­ζες ποὺ ἀ­πορ­ρέ­ουν ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν καὶ ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ἐ­πι­πλέ­ει μέ­σα ἕ­να χῶ­ρο θο­λὸ καὶ ἀ­να­κρι­βῆ.
       Ἂν καὶ με­ρι­κοὶ εἶ­χαν κα­τὰ τὴ γέν­νη­σή τους με­ρι­κὰ ρο­ζι­α­σμέ­να νή­μα­τα ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ θὰ με­τα­τρέ­πον­ταν ἀ­ναμ­φί­βο­λα σὲ γε­ρὲς ρί­ζες, γιὰ τὸν ἕ­να ἢ τὸν ἄλ­λο λό­γο τὰ ἔ­χα­σαν, τοὺς ἀ­φαι­ρέ­θη­καν ἢ τοὺς τὰ ἀ­κρω­τη­ρί­α­σαν καὶ αὐ­τὸ τὸ ἀ­τυ­χὲς γε­γο­νὸς τοὺς κα­θι­στᾶ ἕ­να εἶ­δος ἀ­πω­θη­τι­κὸ. Ἀλ­λά, ἀν­τὶ νὰ προ­κα­λοῦν τὴν συμ­πό­νοι­α τοῦ κό­σμου, ξυ­πνοῦν συ­νή­θως ἔ­χθρα. Πλα­νᾶ­ται ἡ ὑ­πο­ψί­α ὅ­τι εἶ­ναι ἔ­νο­χοι κά­ποι­ου σκο­τει­νοῦ πα­ρα­πτώ­μα­τος, ἡ δι­αρ­πα­γή τους χρή­ζει ἐ­νό­χους. Ἀ­π’ τὴ στιγ­μὴ ποὺ χά­νον­ται οἱ ρί­ζες δὲν μπο­ροῦν πιὰ νὰ ἐ­πα­να­κτη­θοῦν. Μά­ται­α μέ­νει ὁ ξε­ρι­ζω­μέ­νος γιὰ ὧ­ρες στα­μα­τη­μέ­νος σὲ μιὰ γω­νιὰ ἢ δί­πλα σ’ ἕ­να δέν­τρο, κοι­τών­τας λο­ξὰ τὰ μα­κριὰ προ­σαρ­τή­μα­τα ποὺ ἑ­νώ­νουν τὸ φυ­τὸ μὲ τὴ γῆ· οἱ ρί­ζες δὲν εἶ­ναι με­τα­δο­τι­κές, οὔ­τε προ­σκολ­λοῦν­ται σὲ ξέ­νο σῶ­μα. Ἄλ­λοι νο­μί­ζουν ὅ­τι πα­ρα­μέ­νον­τας γιὰ πο­λὺ και­ρὸ στὴν ἴ­δια πό­λη ἢ χώ­ρα εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ τοὺς πα­ρα­χω­ρη­θοῦν κά­ποι­α στιγ­μὴ τε­χνη­τὲς ρί­ζες, πλα­στι­κὲς γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀλ­λὰ κα­μιὰ πό­λη δὲν εἶ­ναι τό­σο γεν­ναι­ό­δω­ρη.
       Ὑ­πάρ­χουν ὡ­στό­σο ξε­ρι­ζω­μέ­νοι αἰ­σι­ό­δο­ξοι. Εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ φρον­τί­ζουν νὰ βλέ­πουν τὴν κα­λὴ πλευ­ρὰ τῶν πραγ­μά­των καὶ δι­α­τεί­νον­ται ὅ­τι ἡ ἔλ­λει­ψη ρι­ζῶν δί­νει με­γά­λη ἐ­λευ­θε­ρί­α κι­νή­σε­ων, συμ­βάλ­λει στὴν ἀ­πο­φυ­γὴ ἄ­βο­λων ἐ­ξαρ­τή­σε­ων καὶ προ­ά­γει τὶς με­τα­κι­νή­σεις. Στὴ μέ­ση τῆς ὁ­μι­λί­ας τους φυ­σά­ει ἕ­νας δυ­να­τὸς ἄ­νε­μος καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται σὰν νὰ τοὺς κα­τά­πι­ε ὁ ἀ­έ­ρας.
Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Ανακοίνωση Απλεπιστημίου του Γιάννη Μακριδάκη



  Aνακοίνωση Απλεπιστημίου

                

       Γιάννης Μακριδάκης

(Φυσικός καλλιεργητής – συγγραφέας)


Posted on

Το Απλεπιστήμιο φέτος στη Βολισσό δεν θα γίνει διότι το κατασκηνωτικό κέντρο, παρ’ όλες τις προσπάθειές μου δεν κατάφερα να το εξασφαλίσω αφού η ηγεσία του σώματος προσκόπων που το διαχειρίζονται δεν μου το παραχωρεί.
Όσοι βρεθείτε για διακοπές εδώ, ευχαρίστως θα σας συναντήσουμε για δράσεις και κουβέντες επί του απλεπιστημιακού μας ιδεώδους, του αποστάγματός μας,
της Άσκησης Φυσικής:
Από τη γη ερχόμαστε και στη γη καταλήγουμε. Γεννιόμαστε ως πλάσματα φυσικά και μας διέπουν απόλυτα οι νόμοι και οι ρυθμοί του Οικοσυστήματος. Η ύπαρξή μας, κάθε μας κίνηση, δράση ή επέμβαση είναι συνιστώσα του Χάους του δημιουργικού και εξισορροπητικού της Φύσης.
Το διάστημα ανάμεσα στον ερχομό και την κατάληξή μας είναι ένα δώρο πολύτιμο, μοναδικό και λέγεται Ζωή, έχει δε ως Λόγο ύπαρξης έναν, μοναδικό και απόλυτο: Να βλέπουμε, να αγγίζουμε, να ακούμε, να οσφραινόμαστε, να γευόμαστε, να ψυχανεμιζόμαστε, να λογιζόμαστε κάθε στιγμή το προαιώνιο και συνεχές τούτο Θαύμα της Δημιουργίας, τον Κόσμο, αναπόσπαστο μέρος του οποίου είμαστε κι εμείς οι ίδιοι, κόσμημα και η ύπαρξή μας για τα άλλα όντα ολόγυρα. Για κανέναν απολύτως άλλο Λόγο δεν έχουμε γεννηθεί παρά μονάχα για Αυτόν, για να συμμετέχουμε του Θαύματος.
Για να μπορέσουμε όμως να είμαστε κάθε στιγμή αντάξιοι του δώρου της Ζωής που μας προσφέρθηκε από τη Φύση, έχουμε ένα Χρέος, εξίσου μοναδικό και απόλυτο: Το Είναι μας ολόκληρο, το σώμα, ο νους και η ψυχή μας να αποτελούν κάθε στιγμή κρίκο της αλυσίδας της Ζωής. Ζωή να μπαίνει μέσα μας ως ύλη, ως λογισμός και ως αίσθηση και πάλι Ζωή να βγαίνει ως ύλη, ως λόγος και ως πράξη. Έχουμε Χρέος απόλυτο και μοναδικό να μην τη σταματούμε με το φθαρτό σαρκίο μας την αέναη συνέχεια των κύκλων της Ζωής, να μην «καταναλώνουμε» Ζωή αφοδεύοντας υλικά, νοητικά και ψυχικά τον Θάνατο.
Και για να φέρνουμε εις πέρας κάθε στιγμή το Χρέος μας ετούτο, μία, μοναδική και απόλυτη επίσης είναι η Ευθύνη μας: Να αφοδεύουμε σπόρους ζωντανούς καθημερινά στη γη. Είναι η πλέον τρανή απόδειξη Πολιτισμού αυτή αλλά και η μόνη ασφαλής ένδειξη προσωπικής Υγείας.
Αν φτάσεις στο σημείο αυτό, να παράγεις Ζωή ως ύλη, ως πνεύμα και ως αίσθηση, να την προσλαμβάνεις από τη Φύση γύρω σου, να τρέφεσαι μ’ αυτήν σωματικά, πνευματικά και ψυχικά, να την μεταβολίζεις εντός του φυσικού και ταπεινού σαρκίου σου και να Την αφοδεύεις εν τέλει πάλι πίσω στη γη ως ύλη, λόγους, πράξεις και συναίσθημα, ανταποδίδοντάς της ό,τι αυτή σου πρόσφερε και αναπαράγοντας Ζωή, ανοίγοντας έτσι, άλλους και πάλι κύκλους Της, τότε τελείς πλέον εν Αρμονία απόλυτη με το Σύμπαν και δεν έχεις παρά να εμπιστεύεσαι απόλυτα το Χάος του το Δημιουργικό.

Featured

Posted on
Μια παλιά μέθοδος καταπολέμησης των ποντικιών είναι η δημιουργία κανίβαλων. Πιάνανε οι περιβολάρηδες καμπόσους ποντικούς, τους βάζανε σ’ ένα βαρέλι και τους μείωναν μέρα τη μέρα την τροφή, ώσπου τη μηδένιζαν εντελώς και τότε άρχιζε ο ένας ποντικός να τρώει τον άλλον. Αυτός που επικρατούσε όλων ήταν ο εκλεκτός κανίβαλος, γλυκαμένος από το κρέας των “συντρόφων” του αφηνόταν ελεύθερος μέσα στο περιβόλι και εξολόθρευε όποιον όμοιό του έβρισκε στο διάβα του.
Αυτά ακριβως τα χαρακτηριστικά έχει και η ιστορική στιγμή της ανθρωπότητας, την οποίαν βιώνουμε εμείς τώρα.
Αιχμάλωτοι των επιλογών μας και των επιλογών των προγόνων μας, ζούμε μέσα στο βαρέλι του χρηματοοικονομικού συστήματός μας, αποκομμένοι από τον πραγματικό πλούτο του Οικοσυστήματος, δηλαδή τους Φυσικούς Πόρους και περιμένουμε από τις Τράπεζες και τις Αγορές να μας ελεήσουν με κάποιον “πόρο” χρήματος για να “ζήσουμε” καταναλώνοντας και ταυτόχρονα αυτοκτονώντας λίγο λίγο καθημερινά.
Εδώ και πολύν καιρό, χρόνο με τον χρόνο, στο ελληνικό βαρέλι μας, μας μειώνουν συνεχώς τους “πόρους”, τελευταία μας έκλεισαν εντελώς και τη στρόφιγγα. Ο κανιβαλισμός λοιπόν δεν είναι μακριά, έχει φανεί στη γωνία, μπορεί πια να τον διακρίνει και ο πιο αδαής και φοβάται.
Ο κανιβαλισμός όμως πλησιάζει, ακόμη και αν ανοίξει ξανά άμεσα η στρόφιγγα του χρήματος. Διότι η πορεία μας ως ανθρωπότητα καταναλωτών ούτως ή άλλως προς τον κανιβαλισμό οδηγεί, λόγω της πλήρους απομύζησης και του αφανισμού όλων των άλλων πλασμάτων και των φυσικών πόρων του πλανήτη.
Ζούμε λοιπόν εμείς στην Ελλάδα σήμερα την προβολή στο παρόν του μέλλοντός μας ως ανθρωπότητα. Είτε επικρατήσει το ΝΑΙ είτε το ΟΧΙ, είτε δηλαδή δεχτούμε την κατάσταση ως έχει, είτε πάμε σε κάποιον άλλον, κατά τη γνώμη μου εξίσου επώδυνο συμβιβασμό, είτε όμως ακόμη και αν καταφέρουμε να καθυστερήσουμε την ισοπέδωσή μας και να προκαλέσουμε αλλαγή πολιτικής και αποκήρυξη της συστημικής “λιτότητας” στην ευρωζώνη, αυτό που πρέπει να νιώσουμε και να κατανοήσουμε, είναι ότι δεν πάει άλλο έτσι.
Ότι ο τρόπος που μάθαμε να ζούμε ως καταναλωτές ξόφλησε. Ότι το χρήμα δεν είναι πλούτος. Ότι το αξιακό σύστημα που υπάρχει μες στο βαρέλι είναι σαθρό, είναι φτηνό, είναι για πέταμα.
Ότι αν θέλουμε πραγματικά να ευημερήσουν οι επόμενες γενιές, ένας και μόνον τρόπος υπάρχει. Η πλήρης και ολιστική στροφή μας στο Οικοσύστημα, η συνειδητοποίηση της φυσικής μας υπόστασης, της θέσης και του ρόλου μας ανάμεσα στα άλλα φυσικά πλάσματα και στους φυσικούς πόρους, η επανάστηση του αξιακού μας συστήματος στις πραγματικές και αληθινές του βάσεις, ο σεβασμός της ζωής “απ’ όπου κι αν προέρχεται”, η οικουμενική ματιά και η συνείδηση των κοινών πόρων και των αρχέγονων αγαθών κοινοκτημοσυνης όλων των πλασμάτων, τέλος, η συνειδητοποίηση ότι η μόνη ανάπτυξη που υφίσταται είναι η αργή φυσική ανάπτυξη και ότι κάθε διατάραξη των ρυθμών και των νόμων αυτής είναι εις βάρος μας και έχει τρομακτικές συνέπειες.
Καλή ψήφο λοιπόν σε όλους και ας σεβαστούμε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, είναι άλλωστε η συνισταμένη των “θέλω” μας. Ας σεβαστούμε και τον Άλλον, ό,τι κι αν ψήφισε, ας μην αναλωθούμε σε φτηνές και ανούσιες αντιπαραθέσεις, σε επικίνδυνο διχασμό αλλά ας δώσουμε την ενέργειά μας προς όφελος όλων. Ας πάρουμε επιτέλους τη ζωή μας στα χέρια μας, ας βγούμε από το βαρέλι, ας βγάλουμε έστω το κεφάλι μας, ας δούμε τον πραγματικό κόσμο και την πραγματική ζωή.
Είναι το δημοψήφισμα αυτό, ό,τι κι αν βγάλει, ένα κομβικό σημείο στην ιστορική πορεία μας, μιας και, καθώς φαίνεται και όλοι αντιλαμβανόμαστε και ψυχανεμιζόμαστε, τίποτε δεν θα είναι το ίδιο μετά απ’ αυτό αλλά όλα πολύ δυσκολότερα. Ας το κάνουμε κομβικό σημείο και της προσωπικής μας ιστορίας και ζωής ο καθένας, διότι έτσι μόνο θα αλλάξει επιτέλους η πορεία της ανθρωπότητας.