Κυριακή 15 Απριλίου 2018

"Μια χαρά" του Χρίστου Κυθρεώτη


Μια χαρά
του Χρίστου Κυθρεώτη

Ο Χρίστος Κυθρεώτης γεννήθηκε το 1979 στη Λευκωσία και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά, ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Έχει κερδίσει το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό διηγήματος των εκδόσεων Πατάκη για νέους συγγραφείς (2007), καθώς και στον αντίστοιχο διαγωνισμό του Βρετανικού Συμβουλίου (2009). Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και στα λογοτεχνικά περιοδικά "(δε)κατά", "Εντευκτήριο" και "The Books' Journal", ενώ βιβλιοκριτικές του έχουν δημοσιευτεί στην "Εφημερίδα των Συντακτών" και στο "The Books' Journal". Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων "Μια χαρά", για την οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2015 (εξ ημισείας με την Μαρία Φίλη).
*
Έξι διηγήματα, με τον τίτλο «Μια χαρά». Μια χαρά με τόση αλήθεια, όσο όταν την λέμε πικρή.  «Το ψέμα είναι συχνά η έκφραση της αγωνίας ότι θα μπορούσε κανείς να συνθλιβεί από την αλήθεια» ( λέει ο Κάφκα) .  Η αλήθεια και των έξι διηγημάτων κάτω από το πικρόγελο βλέμμα του συγγραφέα. Αφήγηση διαφορετικής θερμοκρασίας φωνής και ύφους. Γραφή ώριμου συγγραφέα, αν και  είναι το πρώτο βιβλίο του Κυθρεώτη. Ψυχογραφεί μέσα από την κάθε ιστορία του, τον χουλιγκανισμό, την οικογένεια, το φόβο της μοναξιάς, το sex, τον φόβο της δέσμευσης, την λύτρωση από δεσμεύσεις επαγγελματικές και ερωτικές, τα ολέθρια λάθη των γονιών έναντι παιδιών με περιορισμένη νοημοσύνη. Εν ολίγοις θέματα καθημερινά, θέματα που μας απασχολούν και τίθενται επί τάπητος.

Το μυστικό του  χούλιγκαν Μιχάλη, θανάσιμο για ‘κείνον από τους συντρόφους του. Η μανία των οπαδών-χουλιγκάνων, των ποδοσφαιρικών ομάδων. Η γλώσσα και τα μέσα που χρησιμοποιούν. Οι αντιμαχόμενοι μέχρι θανάτου. Η κιμωλία, η σκόνη της κιμωλίας η μόνη θύμηση της πατρίδας. Και τέλος ο θάνατος. Ο θάνατος του Μιχάλη από χέρι χούλιγκαν, σαν το δικό του, σαν το χέρι των δικών του, σαν το χέρι των  εχθρών του.
**Τέλος πάντων η ουσία είναι ότι στην τελετή πήγα μόνος μου. Δεν  πά’ να γινόταν της πουτάνας. Εγώ ήμουνα μόνος μου. Με τον Μιχάλη. Σε ίση απόσταση απ’ τους δικούς του κι απ’ τους μαλάκες του κλαμπ. Εκεί που θα καθόταν κι ο ίδιος δηλαδή, αν ζούσε. Κι όταν κατέβηκε το φέρετρο και ούρλιαζε η μάνα του Μιχάλη και πετάγαν οι μαλάκες τα κασκόλ και οι διάφοροι άσχετοι λουλούδια, εγώ το μόνο που τράβηξα απ’ την τσέπη μου για να ρίξω μέσα ήταν η κιμωλία. Την κράτησα για λίγο και την έσφιγγα με τόση δύναμη, που όταν την έβγαλα απ’ το νάιλον είχε γίνει σκόνη. Δεν πειράζει. Πέταξα τη σκόνη…»

Πόσο ρόλο παίζει η ασχήμια ενός έξυπνου αγοριού και  ο κρυφός έρωτάς του για την ωραία συμφοιτήτριά του; Τι μπορεί να κάνει στο πρώτο ραντεβού, ο  βαθιά ερωτευμένος ήρωάς μας, για να της αρέσει; Ίσως μια κίνηση απροσεξίας που μόλις σκέφτηκε για την προστασία της ασχήμιας του.
**«Το έχω μάθει πολύ καλά αυτό, περνώντας τη μισή μου εφηβεία μπροστά σε καθρέφτες, παρατηρώντας το πρόσωπό μου και προσπαθώντας να επιβάλω μια κάποια πειθαρχία στα ακανόνιστα εξογκώματα και στις στραβές του γραμμές. Τι εννοεί δηλαδή όταν λέει ότι τα περιγράμματα γίνονται πιο σκληρά. Λες και δεν είναι ήδη αρκετά σκληρά. Οι γωνίες βγαίνουν προς τα έξω; Η μύτη μου, δηλαδή που είναι ήδη μεγάλη σαν το τακούνι της, και το πιγούνι μου και τα αυτιά μου- μα πόσο έξω μπορεί να βγει μια γωνία;…..»

Τι ζητάει ένα κορίτσι από του χωρισμένους γονείς;  Τι μπορεί να συλλάβει ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι, μειωμένης αντίληψης,  με νευρικές κρίσεις  εξ αιτίας όλων αυτών που υποκρίνονται οι γονείς; Μπορεί άραγε με ένα δώρο, ένα κόκκινο φουστάνι στη μάνα, να την δεχτεί την πρωτοχρονιά στο σπίτι της; Γιατί άραγε δεν την δέχεται η μάνα τι προφασίζεται στο απονήρευτο παιδί της;
**¨ Ήθελε να πάει στο ΙΕΚ και να κάνει φασαρία οπότε κι εγώ σκέφτηκα πως αν του έλεγα πως το λυκάκι είναι παντρεμένο, ίσως και να μην πήγαινε για να μην καταστρέψει μια οικογένεια. Μόλις όμως το έμαθε κι αυτό, ο πατέρας μου λίγο έλειψε να πάθει εγκεφαλικό. Είπε  πως θα έπαιρνε τηλέφωνο τη μητέρα μου για να αποφασίσουν μαζί τι θα έκαναν. Άρχισα να τον παρακαλάω να μην το κάνει, παρόλο που δεν μπορούσα να του πω  ακριβώς το λόγο που δεν ήθελα να μάθει τίποτα η μητέρα μου…… όμως ο πατέρας μου τηλεφώνησε. Τα είπε όλα στη μητέρα μου και μετά απ’ αυτό εγώ έπαθε πάλι νευρική κρίση».

Μπορεί, άραγε, ένας τριαντάρης  να παρατήσει τόσο εύκολα την πετυχημένη δουλειά του, να διαλύσει τον επικείμενο γάμο του, να εναντιωθεί στο κοινωνικοοικονομικό και θρησκευτικό σύστημα,  περίκλειστος στον εαυτό του και να εκτονώνεται μόνος σεξουαλικά; 
** Σε ένα ταξίδι μου στη Γερμανία επισκέφτηκα ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου μια επιζώσα του ολοκαυτώματος έδινε ομιλία. Ήταν δεκαπέντε χρονών όταν τελείωσε ο πόλεμος και, όπως μας είπε, είχε ζήσε έκτοτε μια βαρετή ζωή. Όταν όμως κάποιος απ’ το κοινό τη ρώτησε αν της είχε ποτέ να νοσταλγήσει εκείνη την εποχή, μας κοίταξε όλους λες και ήμασταν από άλλον πλανήτη. Είπε πως κάποτε είχε διαβάσει μια φράση που της έκανε τόση εντύπωση ώστε είχε ζητήσει να τη χαράξουν στον τάφο της. Την αποτελούσαν δυο φαινομενικά αντιφατικές προτάσεις, που όμως ίσχυαν ταυτόχρονα. Οι προτάσεις  ήταν οι εξής. –είναι θλιβερό όταν δεν συμβαίνει τίποτα. / Το τίποτα είναι το καλύτερο που μπορεί να συμβεί».

Πώς μια χειραφετημένη ελεύθερη γυναίκα, ασυμβίβαστη με την κοινή ζωή του γάμου, της οικογένειας, της δέσμευσης, των μικροαστικών συνηθειών αλλάζει κατά την κλιμακτήριό της; Και στο τέλος θέλει οπωσδήποτε να μείνει μέσα σε μια μέτρια ερωτική σχέση; Γιατί μόλις αντιλαμβάνεται ότι την έχει πλησιάσει επικίνδυνα ο πανδαμάτωρ χρόνος, η μοναχικότητα, η φθορά του σώματός της και το χειρότερο η αλλαγή της προσωπικότητάς της.
**Να περιμένω κάποιον, ενώ το ξέρω πως δεν θα ‘ρθει κανείς. Να περιμένω ξαπλωμένη. Να μετράω το χρόνο. Με ένα σύστημα που δεν μπορεί να τον μετρήσει. Μπορεί μόνο να τον ανακατέψει και να τον ξαναμοιράσει σαν τράπουλα. Μπορεί μόνο να μου φέρει εικόνες μέσα στις οποίες βλέπω τον εαυτό όλο και μεγαλύτερο. Με όλο και μεγαλύτερο μίσος.»

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Ταξίδια με τον Επίκουρο Του Ντάνιελ Κλάιν


Ταξίδια με τον Επίκουρο
  Του Ντάνιελ Κλάιν
           (γεν. 1939 στο Wilmington Delaware)


Ο Ντάνιελ Κλάιν είναι αμερικανός συγγραφέας, απόφοιτος του Τμήματος Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Έχει συγγράψει μαζί με τον Τόμας Κάθκαρτ το διεθνές μπεστ σέλερ Plato and Platypur Walk into a Bar και το Heidegger and a Hippo Walk Through These Pearly Gates. Έχει επίσης συγγράψει ή συν-γγραψει άλλα τριάντα βιβλία, μεταξύ των οποίων το The Half-Jewish Book, μια σειρά μυστηρίου με τον ΄Ελβις Πρίσλεϋ (Kill Me Tender, Blue Suede Clues) και το βραβευμένο μυθιστόρημα The History of Now.

Αρχίζω με το «αυτί» του οπισθόφυλλου του βιβλίου, όπου ο/η  αναγνώστης/ρια, θα διαπιστώσει την αλήθεια της ζωής, βασισμένη στη φιλοσοφία όχι μόνο του Επίκουρο (και άλλων φιλοσόφων που αναφέρονται στο βιβλίο) αλλά και του συγγραφέα που με χιούμορ και στοργή μας αφηγείται τρόπους να σκεφτόμαστε με διαύγεια γύρω από τον κόσμο και το πώς να ζήσουμε  σ’ αυτόν.

            Κάνοντας τη βόλτα του στην Ύδρα, ένας ελληνοαμερικανός  που βρίσκεται σε διακοπές συναντά έναν ηλικιωμένο Έλληνα που κάθεται σε έναν βράχο και αργοπίνει το ουζάκι του, ατενίζοντας ράθυμα τον ήλιο που δύει στη θάλασσα. Ο Αμερικανός παρατηρεί ότι στους λόφους πίσω από τον γέροντα υπάρχουν αφρόντιστα ελαιόδεντρα, με τις ελιές τους απλώς να πέφτουν και να κείτονται εδώ κι εκεί στο έδαφος. Τον ρωτάει σε ποιον ανήκουν τα δέντρα. «Δικά μου είναι» απαντάει ο Έλληνας.
«Δε μαζεύεις τις ελιές;» ρωτάει ο Αμερικανός.
«Κόβω καμιά σαν τη χρειαστώ» λέει ο γέροντας.
«Μα δεν καταλαβαίνεις ότι, αν κλαδεύεις τα δέντρα και μαζεύεις τις ελιές στην ώρα τους, θα μπορείς να τις πουλάς; Στην Αμερική όλοι τρελαίνονται για παρθένο ελαιόλαδο και θα πλήρωναν ακριβά για να το έχουν».
«Τι να τα κάνω τα λεφτά;» ρωτάει ο γέρος Έλληνας.
«Ε’ θα μπορούσες ν’ αγοράσεις ένα μεγάλο σπίτι και να προσλάβεις υπηρέτες να σου κάνουν όλες τις δουλειές».
«Και μετά τι θα έκανα;»
«Θα μπορούσες να κάνεις ό,τι θέλεις!»
«Δηλαδή να κάθομαι έξω και να πίνω ούζο στο ηλιοβασίλεμα;»

Διαβάζοντας το βιβλίο γέλασα, αλλά και μια γλυκιά μελαγχολία με συνεπήρε με την αλήθεια του,  συλλογιζόμενη τα γηρατειά με τις ανημποριές και το πλησίασμά τους με τον θάνατο.
Ο ογδοηκοντούτις συγγραφέας μας αφηγείται ότι, όταν ο οδοντογιατρός του τον συμβούλεψε, αντί μασέλας, παλιομοδίτικης και γεροντίστικης, να βάλει οδοντικά εμφυτεύματα, τότε εκείνος αντί να μπει σ’ αυτήν την δαπανηρή διαδικασία ταξίδεψε στην Ελλάδα. Είχε στη σκέψη τον αγαπημένο του, μεταξύ άλλων, σοφό Επίκουρο και τη διδασκαλία του γύρω από τις απολαύσεις της τρίτης ηλικίας. Όμως ο Επίκουρος δεν πίστευε στη μετά θάνατον ζωή, έτσι  εκείνο που απομένει στον ήρωά μας είναι να μάθει όχι μόνο τις απολαύσεις της τρίτης ηλικίας, αλλά και εκείνες που τον εμποδίζουν να ευτυχήσει.
Στην Αργολίδα και το νησί Ύδρα ο τελικός προορισμός. Το φυσικό σκηνικό πάνω από το λιμάνι, σαν αρχαίο θέατρο, όπου στην ταβέρνα του Δημήτρη μαζεύονται φίλοι να πιουν, να σχολιάσουν και να ρεμβάσουν απέναντι το ηλιοβασίλεμα της Πελοποννήσου. Στην παρέα, τέσσερις συνταξιούχοι. Ένας ψαράς, ένας σερβιτόρος, ένας δάσκαλος, ένας δικαστής, κάπου χωράει και ο ήρωάς μας, ζουν με Επικούρειο τρόπο, όπως  στον κήπο του Επίκουρου μαζεύονταν όχι μόνο μαθητές, αλλά δούλοι, γυναίκες, εταίρες και άλλοι, προς αναζήτηση της μάθησης ζωής και θανάτου. Έτσι και στην παρέα της ταβέρνας∙  διαφορές δεν υπάρχουν μεταξύ τους, παίζουν πρέφα, συζητούν, γελούν, σκέφτονται, τρώγουν τα ντολμαδάκια, τις ελιές, το τζατζίκι, παραγγέλνουν κι άλλη κανάτα ρετσίνα κι άλλους μεζέδες στον ταβερνιάρη και ο ήρωάς μας αναρωτιέται αν αξίζει ο κόπος να διατηρηθεί κανείς νέος όταν βρίσκεται στην όγδοη δεκαετία της ζωής του. Αρχέτυπες οι συνήθειές τους, οι αρχαίοι πρόγονοι φιλόσοφοι τους μεταλαμπάδευσαν φως, πνεύμα και γνώση.
Συμπυκνωμένα φιλοσοφικά νοήματα γραμμένα με χιούμορ και στοργή, θα έλεγα, για την τρίτη ηλικία, για τη φιλία, την κοινωνική τάξη, το εμπόριο, την πολιτική, την απελευθέρωση από το άγχος της καθημερινότητας, της ανίας, την απόλαυση της μουσικής, του περιπάτου, της κουβέντας, της ταβέρνας, της διασκέδασης του παιχνιδιού, των αναμνήσεων, της αλλαγής μας, το να είμαστε υγιείς, το σήμερα,  το τώρα, και όλα με βάση τη χαλαρότητα που προσφέρει ο χρόνος των γηρατειών.

-Όσα εγχειρίδια διοίκησης προσωπικού και αν προτείνουν τη δημιουργία αυθεντικών ανθρώπινων σχέσεων ανάμεσα σε προϊστάμενους και υφιστάμενους, δεν αλλάζει το γεγονός ότι μια εμπορική συνθήκη είναι πάντα  εγγενώς πολιτική…. Ο Επίκουρος μας προειδοποιούσε για τους κινδύνους του εμπορίου και της πολιτικής…. ανοίγονται μοναδικές δυνατότητες για τη φιλία όταν έχουμε αφήσει πίσω μας την πολιτική και το εμπόριο.
-Η καλή παρέα ήταν για τον Επίκουρο η κορυφαία απόλαυση της ζωής.
-Στο δοκίμιό της για τον χρόνο η Χόφμαν  αντιπαραβάλλει τον βραδύ «βιωμένο χρόνο» με την πρώτη εμπειρία της από τον αμερικανικό χρόνο, όταν μετανάστευσε στις ΗΠΑ. «ο χρόνος δεν κινούνταν απλώς ταχύτερα στην Αμερική, πίεζε προς τα εμπρός με περισσότερο αγχωτικούς τρόπους…. Οι πάντες υπέφεραν από άγχος ότι δεν έκαναν αρκετά ή ότι ίσως μπορούσαν να κάνουν περισσότερα, ή τουλάχιστον από το άγχος να νιώθουν καλά ή άσχημα με τον εαυτό τους αναφορικά με αυτό».
-Λαρς Σβέντσεν: Μια κοινωνία που λειτουργεί καλά ενισχύει την ικανότητα του ανθρώπου να βρίσκει νόημα στον κόσμο. Μια κοινωνία που λειτουργεί άσκημα δεν το κάνει.
-Στίβεν Ράιτ: Η σκληρή δουλειά αποδίδει στο μέλλον. Η τεμπελιά αποδίδει τώρα.
-Ζαν Πολ Σαρτρ: Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένο να είναι ελεύθερος, γιατί από τη στιγμή που ρίχτηκε μέσα στον κόσμο  είναι υπεύθυνος για το κάθε τι που κάνει.
- … Όταν, ας πούμε, έχω πείσει τον εαυτό μου ότι είμαι ουσιαστικά ένας άνθρωπος που αδιαφορεί για τα συναισθήματα των άλλων και δεν μπορεί να γίνει τίποτα γι’ αυτό, δε νιώθω απλώς ηττημένος, νιώθω ότι με το να αρνιούμαι την ικανότητά μου να αλλάζω σύμφωνα με την προσωπική μου βούληση έχω πάψει να ζω αληθινά. Ταυτόχρονα όμως θα ήταν γελοίο να μην αποδέχομαι ό,τι βρίσκεται πέρα από τον έλεγχό μου όσο είναι θέμα επιλογής μου το να είμαι ψηλός και γαλανομάτης άλλο τόσο είναι και το να είμαι νέος.
- Όσο για μένα, υποθέτω πως ο καλύτερος τρόπος για να αποτρέψω την πρόωρη απελπισία για τα επικείμενα βαθιά γηρατειά είναι να αφομοιώσω το μάθημα που πήρα από τους Στωικούς, ότι το να ανησυχώ  για τα βάσανα των βαθιών γηρατειών προτού φτάσω σε αυτά αποτελεί χάσιμο πολύτιμου χρόνου… θα προτιμούσα απλώς να προσπαθήσω να ανακαλύψω πώς μπορώ να περάσω αυτόν τον χρόνο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
…………-------……..
                                   

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Αναμνήσεις δι’ αλληλογραφίας της Έμμα Ρέγιες

                             Αναμνήσεις δι’ αλληλογραφίας
                                  της Έμμα Ρέγιες (1919-2003)
                                       εκδόσεις Ίκαρος
Η Emma Reyes  γεννήθηκε στην Μπογκοτά της Κολομβίας το 1919. Ήταν καλλιτέχνις και διακρίθηκε ως ζωγράφος και σκιτσογράφος. Έζησε στο Μπουένος Άιρες, στο Μοντεβιδέο, στην Ιερουσαλήμ, στην Ουάσιγκτον και στη Ρώμη, πριν εγκατασταθεί στο Παρίσι το 1960. Το 2003, τη χρονιά που πέθανε, η Γαλλική κυβέρνηση την τίμησε με τα διάσημα του Ιππότη του Τάγματος Γραμμάτων και Τεχνών. Σπουδαία έργα της βρίσκονται στην Ισπανία, Κολομβία, Γαλλία. Εργάστηκε πλάι στον Ντιέγκο Ριβέρα και την Φρίντα Κάλο.
Στο «Αναμνήσεις δι’ αλληλογραφίας», αναφέρονται είκοσι τρεις επιστολές, που έστειλε η  διάσημη ζωγράφος Έμμα Ρέγιες,  στον διανοούμενο  φίλο της  Χερμάν Αρσινιέγας. Οι επιστολές της Ρέγιες είναι αυτοβιογραφικές  της παιδικής ηλικίας της.


Το διάβασα μέσα σ’ ένα απόγευμα. Καθώς το διάβαζα, είχα την εικόνα του εαυτού μου μαθήτρια στο δημοτικό να διαβάζει με μανία ιστορίες του Ντίκενς, στα κλασικά εικονογραφημένα. Με βλέπω να πνίγομαι στο κλάμα και στην αγανάκτηση με τον Όλιβερ Τουίστ, με τον Πιπ στις Μεγάλες προσδοκίες και με τη δίψα που είχα, να ρουφώ (αυτή η λέξη στην κυριολεξία μου πηγαίνει) μέχρι τέλους  τα έργα.
Η αυτοβιογραφία των παιδικών χρόνων της Έμμα Ρέγιες, σε γεμίζει αγανάκτηση, συγκίνηση και προπάντων αισιοδοξία.
Αυτό που κεντρίζει το ενδιαφέρον μου είναι πώς κατορθώνει ένα παιδί που ποτέ δεν είδε, δεν έζησε και δεν ξέρει τι θα πει κόσμος, αφού είναι κλεισμένο σ’ ένα μοναστήρι-φυλακή, να απελευθερωθεί και να εξελιχθεί σε σπουδαία καλλιτέχνιδα και άνθρωπο με ανώτερη σκέψη. Η ρήση του Καζαντζάκη «Σε κάθε είδους σκλαβιά απαντάμε με ελευθερία», ήταν, ως φαίνεται, γραμμένη στο γενετικό της κύτταρο.


            Ας δούμε την ιστορία της πεντάχρονης ΄Εμμα.  Ζούσε με την λίγο μεγαλύτερη αδελφή της, ένα μικρό αγόρι και μια πολύ νέα κυρία, τη Μαρία. Τα μαύρα μαλλιά της κυρίας Μαρίας την κάλυπταν ολόκληρη, κι όταν τ’ άφηνε ελεύθερα ήταν σαν ένας θάμνος που την αγρίευε και η Έμμα κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι τρομαγμένη. Το πολύ μικρό σπίτι τους, είχε ένα μόνο δωμάτιο χωρίς παράθυρα και μια πόρτα που έβγαζε στο δρόμο. Δεν είχε ηλεκτρικό ούτε τουαλέτα. Άδειαζε καθημερινά σε ένα σκουπιδότοπο το ουροδοχείο τους και το σκούπιζε με παλιόχαρτα. Εκεί παίζανε με τα παιδιά της γειτονιάς. Μέσα στον σκουπιδότοπο περνούσε η ζωή τους. Μια μέρα πήρε το μικρό αγόρι κι έφυγε η κυρία Μαρία, αφού κλείδωσε τα κοριτσάκια στη μικρή κάμαρα για μέρες, βρόμικα, πεινασμένα, να κλαίνε και να περπατούν στα αποπατήματά τους. Από τα κακά στα χειρότερα όταν την έκλεισαν με την αδελφή της σε μοναστήρι, σχεδόν για δεκαπέντε χρόνια. Να εργάζεται σκληρά, κάθε μέρα, όχι σαν εργάτης, αλλά σαν δούλος, για ένα πιάτο χυλό. Παιδιά θύματα θρησκευτικών μηχανορραφιών, εργασιακής εκμετάλλευσης, εξουσίας και απανθρωπιάς  από την ιεραρχία των καλογριών του μοναστηριού της Παναγίας της Βοήθειας.

Μέχρι που το σκάει. Έτσι απλά το σκάει. Είναι περίπου δέκα οχτώ χρονών, ξέρει λίγα γράμματα, καλό κέντημα, έχει άδειες τσέπες και προχωράει. Θέλει να γνωρίσει τον κόσμο, τις φωνές των ανθρώπων, τα γράμματα, τα λουλούδια, τα χρώματα, όλα αυτά που σαν όνειρο επαναλαμβανόμενο την σπρώχνουν στην ελευθερία και η ελευθερία αφήνει να ξεχυθούν τα φυσικά της χαρίσματα στα μάτια του παγκόσμιου θαυμασμού της ζωγραφικής και πεζογραφίας.
---------……………….-----------


Δεν υπήρχε μέρα που να μην ήταν το δοχείο γεμάτο ως επάνω και οι μυρωδιές που έβγαιναν απ’ αυτό το δοχείο ήταν τόσο εμετικές που πολλές φορές εγώ ξερνούσα από πάνω….. Η μεταφορά του ξέχειλου δοχείου από το σπίτι στο σκουπιδότοπο ήταν η πιο πικρή στιγμή της ημέρας. Έπρεπε να περπατήσω χωρίς να παίρνω ανάσα σχεδόν με το βλέμμα καρφωμένο  στα κακά, ακολουθώντας το ρυθμό της κίνησής τους, κυριευμένη απ’ τον τρόμο μη μου χυθούν πριν φτάσω, πράγμα που σήμαινε φοβερή  τιμωρία.

Φοβόμασταν ότι θα μας εγκατέλειπαν γιατί είχαμε πέσει σε αμαρτία. Τι είναι η αμαρτία; Και ο διάβολος που παίρνει τα αμαρτωλά κορίτσια, ποιος να είναι αυτό ο διάβολος;
Να κάνουμε πιπί ήταν ένα tour de force. Όταν μας άνοιγαν τις πόρτες των κοιτώνων , βγαίναμε σαν αληθινές φοράδες, ολοταχώς για να φτάσουμε πρώτες στις μοναδικές πέντε τουαλέτες που υπήρχαν…. Ήταν σχεδόν κωμικό να βλέπεις ν’ αναπηδούν στο ένα πόδι , να κάνουν κουτσό, όπως λέγαμε για να συγκρατήσουν την ανάγκη τους … ασφαλώς εγώ δεν μπορούσα να περιμένω και κατέληγα να κάνω πιπί στο πάτωμα. Μ’ έλεγαν βρομιάρα, γουρούνα, πρωτόγονη Ινδιάνα.
 Ο ιερέας στεκόταν όρθιος… ξαφνικά ένιωσα το χέρι του ν’ αγκαλιάζει τη μέση μου και με το άλλο να σπρώχνει το κεφάλι πίσω και να μου δίνει ένα φιλί στο στόμα κι ύστερα κατέβασε τα χέρια του και μου ζούληξε τα στήθη…. Δεν ξέρω πως σκέφτηκα  να τραβήξω με το ένα μου πόδι το πόδι του τραπεζιού κι έριξα όλο το πρωινό στο πάτωμα. Ο θόρυβος που έκανε ο δίσκος, ήταν τόσο  δυνατός που τρόμαξε ακόμη κι ο ιερέας κι αφάγωτος έφυγε τρέχοντας αλλά πριν φύγει μου έδωσε μια σπρωξιά τόσο δυνατή που πήγα κι έσκασα με το κεφάλι πάνω στον Σαν Κριστόμπαλ.
Όταν έκλεισα πίσω μου τη χοντρή, βαριά πόρτα, ανάσανα έναν αέρα που δεν μύριζε μοναστήρι κι ο κρύος άνεμος μου έδωσε την εντύπωση πως είχε βγει πίσω από την πόρτα για να με τρομάξει, αλλά τώρα πια ήταν αργά για όλα. Ο δρόμος ήταν μακρύς κι ανηφορικός. Στο βάθος είδα ένα κομματάκι του καμπαναριού μιας εκκλησίας. Πριν ξεκινήσω για τον κόσμο, κατάλαβα πως είχε περάσει πια πολύς καιρός από τότε που ήμουνα κοριτσάκι. Στο δρόμο δεν υπήρχε  κανένας, μόνο δυο κοκαλιάρικα σκυλιά που μύριζαν το ένα τον κώλο του άλλου.


Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

ΙΑΚΩΒΟΣ
                   του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου
                          εκδόσεις ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ

Ο Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα. Ασχολήθηκε με την παραγωγή ταινιών Super 8 και με την προβολή τους, μέσω της Ομάδας Κίνε, σε αυτοσχέδιους χώρους (ταράτσες, ιδιωτικούς χώρους), σε αίθουσες τέχνης και σε εγκαταστάσεις σύγχρονης τέχνης της Αθήνας. Το σενάριό του για ταινία μικρού μήκους "Συνάντηση δύο διηγημάτων του Ιωάννη Μ. Δαμβέργη" βραβεύτηκε από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου το 2006 στο πλαίσιο του διαγωνισμού διασκευασμένου σεναρίου εκείνης της χρονιάς. Το θεατρικό του έργο "Αντίσκυλος", σε σκηνοθεσία Θοδωρή Αμπατζή, παρουσιάστηκε στο Θεατρικό Αναλόγιο Νέων Δημιουργών του Εθνικού Θεάτρου, στο Σύγχρονο Θέατρο Αθηνών, τον Μάρτιο του 2009. Η ταινία "Παγόνι" (Super 8/video, 2003/2013), συμμετείχε τον Οκτώβριο του 2013 στην 4η Μπιενάλε της Αθήνας, στην οδό Σοφοκλέους, με τίτλο "Agora". Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά ("Ποιητική") και έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες ("Futures: Poetry of the Greek Crisis", μτφρ. & επιμ. Θοδωρής Χιώτης, εκδ. Penned in the Margins, 2015). Απο το 2015 αρθρογραφεί για θέματα βιβλίου και λογοτεχνίας στο ένθετο "Τέχνες και Γράμματα" της εφημερίδας "Η Καθημερινή". Το πρώτο του μυθιστόρημα, "Ιάκωβος" (Αντίποδες, Δεκέμβριος 2016), εvισχύθηκε στη φάση της συγγραφής του από το κοινό Πρόγραμμα Eνίσχυσης Συγγραφέων, Μεταφραστών και Εκδοτών του ελληνικού και του γαλλικού Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ-CNL), 2011-2013.

Πολυσχιδής προσωπικότητα ο Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, ως το παραπάνω βιογραφικό του βεβαιώνει.
Ο  ΙΑΚΩΒΟΣ, είναι το πρώτο του βιβλίου. Ένα βιβλίο που έχει ψηλά τον δείχτη της λογοτεχνικής γλώσσας, της δόμησης, του γρήγορου ρυθμού, την εναλλαγή της τριτοπρόσωπης και πρωτοπρόσωπης φωνής, από Αόριστο σε Ενεστώτα, έτσι που ο αναγνώστης ακολουθεί, το κινηματογραφικό μάτι του αφηγητή, ασθμαίνοντας την ιστορία των δραματικών γεγονότων του ελληνικού χωροχρόνου.
Ένα βιβλίο αγωνίας, θυμίζει Κάφκα, ένα βιβλίο παράδοξο και βαθιά πολιτικό θα έλεγα, ένας λαβύρινθος, χωρίς διέξοδο.  Πρόσωπα απρόσωπα, χωρίς ανθρώπινα συναισθήματα, απαίδευτα, σιωπηλά, χαιρέκακα φαντάσματα σε τόπο δυστοπίας, σαν μια φυλακή καταδικασμένων.
 Ένα φως που το καταπίνει το σκοτάδι, διαδοχή από σκοτάδι σε φως, από παγωνιά σε ζεστασιά. Η λασπουριά του ερημότοπου, που ξεραίνεται και η σκόνη του σε πνίγει, το ψύχος που τρυπάει κόκαλα, το βρόμικο χιόνι, ενισχύουν τις κατώτερες παρορμήσεις ανθρώπου και γίνεται ένα το χάος με τον τρόμο και το αντίθετο. Η απώλεια της μνήμης, η διαρκής ανησυχία  ο εξουσιαστής πατριάρχης οικογένειας και το Ιψενικό τρίγωνο, άνθρωποι και πράγματα, φυτεμένα λες, στα καταστραμμένα τους σπίτια και διεφθαρμένα στην αθλιότητα της καταστροφής τους. Ένα κεράκι στο σκοτάδι, η ωραία φωνή της τυφλής Νίνας, της κοινής πόρνης, που ικανοποιεί και ικανοποιείται στον έρωτα, αφού πιστεύει ότι ο καθένας που την επισκέπτεται είναι ο μοναδικός αγαπημένος της.
Ένα μυθιστόρημα όνειρο εφιαλτικό, μπροστά γκρεμός και πίσω ρέμα για τον ήρωα, χωρίς όνομα, χωρίς μνήμη, εγκλωβισμένος σ’ έναν τόπο σκοτεινό, άνυδρο, βρόμικο, ύπουλο, που οι κάτοικοι βρόμικοι και πεινασμένοι,  σέρνουν βαριά τα πατήματα τους (Έλιοτ –Έρημη Χώρα) στη γη.
 Ένα κλειδί η λύση για τον ερχομό της άνοιξης, της ακμής, της σκέψης, της μνήμης που χαμένη σιγά σιγά επανέρχεται και χρόνια κλειδωμένη δεν γνωρίζουμε αν ποθεί τελικά την απελευθέρωση  ή τη βολή της κάτω από την πατριαρχική εξουσία του Ιάκωβου, του σκοτεινού αυτού χαρακτήρα, που πρωταγωνιστεί μαζί με τον ξένο άντρα,  που βρέθηκε στον τόπο του, με χαμένη τη μνήμη του και  τον περιθάλπει. Σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, η δουλειά που αναθέτει ο Ιάκωβος στον άντρα, να σκάβει καθημερινά ένα ξεροχώραφο  γεμάτο πέτρες και  μετά από καιρό στον πυθμένα του ορύγματος, που έσκαψε,  είδε ένα άλογο να τρέχει στην περίμετρο του πηγαδιού, και άλλα δυο άλογα μετά…. Άλογα στον πυθμένα. Άλογα της φυγής, της απελευθέρωσης. Όμως, κάποτε, εκεί στο ίδιο μέρος θα σκάψει ο άντρας ένα λάκκο για να θάψει ένα κορίτσι  μιασμένο από τον πατέρα-πατριάρχη. Όμως, κάποτε, ο άντρας, χωρίς μνήμη, σε μια έξοδο χωρίς να τον συνοδεύει ο Ιάκωβος, χάθηκε στο χάος του άγριου  τόπου και όταν εμφανίστηκε από μακριά ο Ιάκωβος κουνώντας του το χέρι, ήταν για εκείνον ο σωτήρας του, ο πατέρας του. 

Έγραψα όλα αυτά χωρίς να εξηγώ τίποτα ούτε σε σας που έχετε διαβάσει το βιβλίο, ούτε σε εσάς που θα διαβάσετε το κείμενό μου, γιατί απλά η παραδοξότητα του ονείρου δεν εξηγείται….

…  Η Μίνα τραγουδά ψιθυριστά μα ο ψίθυρός της είναι σαν να περνά μέσα απ’ όλα τα ζωτικά της όργανα, απ’ τα νεφρά και την καρδιά και το συκώτι και στους πνεύμονες και  ν’ ανακατώνεται  με το αίμα στις φλέβες της κι ύστερα να βγαίνει μέσα απ’ όλους τους πόρους του κοριού της σαν αχνιστός ιδρώτας και είναι σαν η φωνή της να έχει φτιάξει ένα λάκκο κάτω από τη φωνή και να έχει βάλει μέσα στο λάκκο αυτό που τραγουδά και αυτό που είναι η ίδια  και είναι σαν να έχει σφηνώσει όλα της τα υπάρχοντα γύρω της σαν στουπιά και όταν τελειώνει το τραγούδι είναι σαν να κλείνει το λάκκο με το σώμα της λες και το σώμα της είναι κλαδιά λες και είναι μανδύας ή ένα τριμμένο σεντόνι που το τεντώνει με πέτρες πάνω από το άνοιγμα ενώ η ίδια είναι ήδη μέσα στο λάκκο. 
           
            ….ο άντρας είδε κάτω απ’ τα πόδια του το χώμα να πετάγεται σαν πίδακας προς το μέρος του λες και κάποιος το φυσούσε από πίσω. Τότε,  σ’ ένα βάθος που δεν είχε φτάσει ακόμη με το φτυάρι του, είδε ένα άλογο που κάλπαζε γύρω απ’ την περίμετρο ενός πέτρινου πηγαδιού. Ο πάτος  του πηγαδιού ήταν γεμάτος άμμο όπως στις αρένες. Το χείλος του, που πατούσε το άλογο, ήταν ασφαλτοστρωμένος και κόκκινο, σαν διάδρομος. Επομένως οι οπλές του δεν άφηναν κανένα ίχνος κάτω. Έπειτα, από πίσω του, εμφανίστηκαν δυο ακόμη άλογα που ακολούθησαν την τροχιά του πρώτου.                                                                                                                                                                                                                                                                                                      



Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Η μεταμόρφωση -του Φραντς Κάφκα

                  Η μεταμόρφωση
           του Φραντς Κάφκα (1883-1924)

O Φραντς Κάφκα ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς  μυθιστοριογράφους και διηγηματογράφους  του 20ού αιώνα. Γερμανόφωνος και εβραϊκής καταγωγής, έζησε στη σημερινή Τσεχία και έγραψε όλα τα βιβλία του στη γερμανική γλώσσα. Γεννήθηκε στην Πράγα και πέθανε (από φυματίωση) στην Αυστρία σε ηλικία σαράντα ενός ετών.
Έργα του: Η δίκη, Ταξικές σχέσεις, Ο Πύργος, Στην αποικία των τιμωρημένων, Αμερική, Η μεταμόρφωση, κ.α.

Πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα, γνωστό, αλληγορικό και τόσο αληθινό, που ο αναγνώστης μπορεί να βρει, στον χαρακτήρα του ήρωα Γκρέγκορ Σάμσα, τον εαυτό του κι αν όχι, μπορεί τα μέλη της οικογένειας του Γκρέγκορ να του θυμίσουν πρόσωπα οικεία που σε δύσκολες στιγμές, κοιτάζουν μόνο τον εαυτό τους, την επιβίωσή τους, το μέλλον τους. Έτσι, πολλές φορές όταν κάποιο μέλος της οικογένειας είναι ασήκωτο βάρος στην προκοπή ή στην επιβίωση των υπολοίπων, τότε η αποπομπή ή ο θάνατός του είναι η λύτρωσή τους. Είναι έτσι;

 Ας δούμε τι μας λέει η ιστορία του Γκρέγκορ Σάμσα.

Ο Γκρέγκορ εργάζεται σκληρά, ως πλασιέ,  σε μια επιχείρηση υφασμάτων, όπου ο αυταρχισμός των διοικούντων περισσεύει. Η δουλειά του τον φθείρει, τον εξαντλεί, διέξοδος δεν υπάρχει. Κουβαλάει στην πλάτη του τα βάρη της οικογένειας. Ο πατέρας του έχει σταματήσει να εργάζεται και εκείνος έχει αναλάβει να ξεπληρώσει τα χρέη του. Προσπαθεί με τη δουλειά  να εκπληρώσει, όσο γίνεται, τις προσδοκίες των γονιών  και της αδελφής του.  Σκέφτεται, μάλιστα, να πληρώσει τα δίδακτρα ενός καλού  ωδείου, ώστε να πάρει μαθήματα βιολιού η αδελφή του και να πραγματοποιηθεί το όνειρό της.  Νοιάζεται για ‘κείνη, που δείχνει  άβουλη, για τα  δεκαεφτά της χρόνια.

Ξυπνώντας ο Γκρέγκορ εκείνο το πρωί, από κακό όνειρο βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε τεράστιο έντομο. Αισθανόταν πολύ κουρασμένος και σκέφτηκε να κοιμηθεί λίγο ακόμα. Όμως η φουσκωτή κοιλιά και τα πολλά λεπτά ποδάρια του,  δεν του επέτρεπαν σχεδόν καμιά κίνηση. Έτσι, παρακολουθούμε τη ζωή του Γκρέγκορ-κατσαρίδα, όμως με λογική και συναίσθημα ανθρώπου.

Ο μοντερνιστής, για την εποχή του, Κάφκα, γελάει κάτω από τα μουστάκια του, γράφοντας μια αληθοφανή  ιστορία τρόμου, μια παράδοξη ιστορία, όπως εξ’ άλλου και σε άλλα του διηγήματα.

Αυτή η μεταμόρφωση βάζει τον αναγνώστη σε δίλημμα, τον αφορά. Η ευαισθησία του Γκρέγκορ, η ευγένειά του,  η φιλοπονία και η μέριμνα για την οικογένειά του, είναι ο ηθικός κανόνας του μέλους, εκείνου της οικογένειας, που συνήθως εκτιμούμε. Όμως όταν αναστατώνονται, και δεν μπορούν να λειτουργήσουν, να εξελιχθούν μέσα στην κοινωνία, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, κι ακόμη όταν τον βλέπουν όχι σαν ο άνθρωπος, που ήταν και αγάπησαν, αλλά ως κατσαρίδα που προκαλεί αποστροφή, τότε τι;
Ο εκλεπτυσμένος Γκρέγκορ θα δώσει κι αυτή τη φορά, δυνατότητες καλής διαβίωσης στα μέλη της οικογένειάς του, με την εξαφάνισή του.

-Άκουγε τις φωνές πίσω του, αλλά δε ηχούσαν πια σαν τις φωνές ενός πατέρα∙ το πράγμα δεν ήταν καθόλου αστείο∙  ο Γκρέγκορ στριμώχτηκε στην πόρτα – ό,τι γίνει ας γίνει. Η μια πλευρά του σώματός του ανασηκώθηκε, βρέθηκε λοξός μέσα στο άνοιγμα, το ένα του πλευρό καταγδάρθηκε, η άσπρη πόρτα γέμισε με αηδιαστικούς λεκέδες∙  σε λίγο ο Γκρέγκορ είχε σφηνωθεί εντελώς και του ήταν αδύνατο να κινηθεί, τα ποδαράκια του από τη μια μεριά κλοτσούσαν στον αέρα μετέωρα, ενώ από την άλλη ήταν επώδυνα ζουληγμένα στο πάτωμα- και τότε ο πατέρας του έδωσε ένα γερό σπρώξιμο, πραγματικά λυτρωτικό που έστειλε τον Γκρέγκορ να προσγειωθεί αιμορραγώντας άσχημα μέσα στο δωμάτιο.

-Πρέπει να πάρει δρόμο, φώναξε η αδερφή του, δεν υπάρχει άλλη λύση, πατέρα. πρέπει απλώς να απαλλαγείς από την ψευδαίσθηση πως αυτό το πράγμα είναι ο Γκρέγκορ. Τόσο καιρό αυτό πιστεύαμε, να ποια είναι τελικά η δυστυχία μας. Από πού κι ως πού όμως να είναι τούτο δω ο Γκρέγκορ; αν ήταν πραγματικά αυτός, θα είχε από καιρό καταλάβει πως οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να συμβιώνουν με ένα τέτοιο θηρίο και θα ‘χε φύγει μόνος του.

-Στο χέρι της έτυχε να κρατά μια μακριά σκούπα. Την άπλωσε από την πόρτα προς τον Γκρέγκορ και προσπάθησε να τον γαργαλήσει, χωρίς επιτυχία όμως. Τότε θύμωσε και τον έσπρωξε λίγο με τη σκούπα. Έπειτα τον έσπρωξε πάλι και μόνο όταν είδε πως δεν της έφερνε καμιά αντίσταση κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Σύντομα συνειδητοποίησε ακριβώς τι συνέβαινε, γούρλωσε τα μάτια της, άρχισε να σφυρίζει αλλά δεν έμεινε με τα χέρια σταυρωμένα∙ άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και φώναξε μέσα στο σκοτάδι. –Ελάτε να δείτε, ετούτος ψόφησε. Είναι εκεί μέσα, έχει ψοφήσει για τα καλά σάς λέω.

.