Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Ευγνωμοσύνη!



Ευγνωμοσύνη

Είχα κι έχω καλές  στιγμές στην καθημερινότητά μου, λάθος έκφραση, θα έλεγα τυχερές στιγμές. Όπως για παράδειγμα η σημερινή.  Μια ξαφνική αρρώστια συγγενούς. Σκέφτηκα τις πρώτες βοήθειες, η μνήμη μου από άλλο σοβαρό περιστατικό, η αναμονή, η ατέλειωτη σειρά, βλ. ουρά αρρώστων,  η οχλαγωγική συμπεριφορά του πλήθους και η χωρίς ιδιαίτερο  ενδιαφέρον των νοσοκομειακών, με απέτρεψε. Ο νους μου στον αγαπημένο-γείτονα, γιατρό. Όμως δέχεται με ραντεβού. Η ευαισθησία του ασθενούς και η δική μου, δεν μου επέτρεπε να απευθυνθώ σ’ αυτόν (συνήθως τα ραντεβού κλείνονται μετά από μέρες, βλέπετε πολλοί οι άρρωστοι). Το περιστατικό όμως το θεώρησα επείγον και η δική μου ευαισθησία πήγε στην άκρη. Ο γιατρός, πρωτίστως καλός ποιμήν (στην κυριολεξία) και θεράπων, θεράπευσε!!
Εκφράσαμε ευχαριστίες από καρδιάς,  όμως η λέξη «ευχαριστώ»
γι αυτόν τον γιατρό-άνθρωπο, δεν φτάνει. Αισθάνομαι γι αυτόν  βαθιά ψυχική συμπάθεια, φιλία, θαυμασμό για την αφοσίωση στο λειτούργημά του!!
Γιατρέ μου, αγαπητέ γείτονα Πολυχρονίδη, μεταξύ των πολλών που σε αγαπούν και σε εμπιστεύονται είμαι κι εγώ. Σ’ ευγνωμονώ!!

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

ΑΓΡΙΑ ΕΡΗΜΙΑ του Χεσούς Καρράσκο (γεν.1972-Ισπανία). Εκδ. αντίποδες


ΑΓΡΙΑ ΕΡΗΜΙΑ
                του Χεσούς Καρράσκο (γεν. 1972 Ισπανία)
                              εκδόσεις: αντίποδες

Ο Χεσούς Καρράσκο είναι μια από τις σημαντικότερες νέες φωνές της ισπανικής λογοτεχνίας. Το 2016 τιμήθηκε με το Βραβείο λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το δεύτερο βιβλίο του La tierra que pisamos.
Η Άγρια ερημιά (Intemperie), το πρώτο του μυθιστόρημα, που εκδόθηκε το 2013, γνώρισε μεγάλη επιτυχία, μεταφράστηκε σε δεκατρείς γλώσσες και βραβεύτηκε, μεταξύ άλλων με το English PEN Award και το Prix Ulysse για το καλύτερο πρώτο μυθιστόρημα.

 Ένα πολύ καλό βιβλίο, με χαρακτήρα παραμυθιού. Μια ζοφερή ιστορία. Το διαβάζεις με ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος. Θυμίζει έργο κλασικής λογοτεχνίας. Σκληρή η ιστορία ενός παιδιού – φυγά, από έναν τόπο δυστοπικό, άνυδρο, άγριο, ερημικό ως οι υπάνθρωποι κάτοικοι αυθέντες γυναικών, παιδιών και αμείλικτοι  κυνηγοί του. Το σκάει από το σπίτι του, ένα σπίτι κάθε άλλο τόπος εστίας, δημιουργίας, αγάπης. Σπίτι που αποπνέει σαπίλα διαφθοράς, φόβου και φαυλότητας. Στο «πατρικό» σπίτι, ο πατέρας-τέρας ανοίγει ορθάνοιχτα τις θύρες γι’ αυτούς που έχουν την εξουσιαστική κονκάρδα και ως λυκάνθρωποι καρπώνονται σώματα και ψυχές. Μια άνιση μάχη του καλού έναντι του κακού με μορφή ένοπλων χωροφυλάκων. Χαρακτήρας ο τόπος,  το υγρό στοιχείο, δάκρυα, ούρα φόβου, ούρα τυραννίας. Παντελής έλλειψη νερού. Το νερό ελπίδα ως λύτρωση. Το παιδί με ένα σακίδιο και λίγα τρόφιμα δραπετεύει από το σπίτι του.  Κρύβεται σε λαγούμι που σκάβει με τα χέρια του, το σκεπάζει με κλαδιά. Εκεί οι διώκτες από πάνω του μιλούν, τον ψάχνουν, ο πατέρας του, οι συγχωριανοί του,  ο δάσκαλος. Αναγνωρίζει τον δάσκαλο από τον ήχο, όταν φύσηξε τη μύτη του πάνω από τον λάκκο. “Ένας βλεννογόνος κεραυνός που δονούσε το στεγνό μαντήλι του κι έκοβε το γέλιο των παιδιών στο σχολείο”. Το παιδί κατουριέται πάνω του. Ο δάσκαλος κατουράει πάνω στα κλαριά. Τα μαλλιά του παιδιού κολλούν από τα ούρα του δάσκαλου. Περιπλανιέται διωκόμενος στην άγρια έρημο, χωρίς φαγητό και νερό. Κυνηγημένος συναντά στο δρόμο του έναν γέρο βοσκό. Θα σας έλεγα έναν ασήμαντο ανθρωπάκο, με την πρώτη ματιά, όμως με ιδιότητες αγίου. Σ’ αυτόν τον άνθρωπο βρίσκει μια αγκαλιά προστασίας, φιλίας, άδολης αγάπης. Τα συναισθήματα είναι αμοιβαία. Ο γέρο-βοσκός μεταδίδει γνώση, εμπειρία και όχι μόνο, μάχεται μέχρις εσχάτων εναντίον βίαιων πράξεων, προστατεύοντας το παιδί, τη ζωή, το καλό κατά του κακού. Φροντίζει ανυστερόβουλα τη νέα ζωή, που η φύση προστάζει τον άνθρωπο να προφυλάξει. Το παιδί περιπλανάται διψαλέο, κάτω από τον αμείλικτο ήλιο, σε τόπο εχθρικό, ξερό. Ο θεόσταλτος βοσκός γίνεται συνοδοιπόρος του.  Δένονται με φιλία, με στοργή ως πατέρα σε γιο. Αντιμετωπίζουν με γενναιοψυχία την κινδυνώδη πορεία, χωρίς σταγόνα νερό, μόνο δάκρυα, ούρα, λίγο γάλα από ισχνά γίδια. Μάχονται της ανθρωποφαγίας.

            Αφού έθαψε τον γέρο βοσκό, «ξεκίνησε να λέει ένα Πάτερ ημών… μέχρι που η προσευχή έσβησε στα χείλη του και θεώρησε πως είχε τελειώσει. Θα ήθελε να είχε μάθει το όνομα του γέρου».

«Ξάφνου, το αγόρι κατάπιε τις μύξες του, σηκώθηκε όρθιο, άρπαξε μια κατσίκα και την έφερε στον γέρο χωρίς να λύσει καν την αλυσίδα με τα κουδούνια. Ύστερα, κάθισε πλάι του και τον περίμενε μέχρι να βάλει το τενεκεδάκι στη θέση του. Όταν το έβαλε, ο βοσκός ζήτησε από το αγόρι να πιάσει τα μαστάρια. Το αγόρι έκλεισε στις χούφτες του τις θηλές και τις έσφιξε. Τότε ο βοσκός του έπιασε τους αντίχειρες και τους τοποθέτησε έτσι ώστε τα νύχια να πιέζουν τις θηλές προς το εσωτερικό των άλλων δαχτύλων. Έκλεισε τα χέρια του αγοριού στα δικά του και, χωρίς να πει λέξη, μάλαξε τα βυζιά κάνοντας το γάλα να πεταχτεί με ορμή. Κι έτσι, με αυτή τη χειροτονία, ο γέρος μετέδωσε στον μικρό τα χρειώδη του επαγγέλματος, παραδίδοντάς του, εκείνη τη στιγμή, το κλειδί μιας γνώσης ζωτικής και ακατάλυτης».

«Ένα πρωί εκεί που ξεκουραζόταν σ’ ένα παλιό σπίτι για περιπλανώμενους εργάτες, άκουσε τον ρυθμικό ήχο της βροχής…. Χοντρές σταγόνες έσκαγαν πέφτοντας στο σκονισμένο έδαφος, χωρίς να το διαπερνούν. Μπήκε στο σπίτι και ξαναβγήκε με το κιούπι υπό μάλης. Περπάτησε μερικά μέτρα μακριά από την είσοδο και άφησε το δοχείο καταγής. Ύστερα ξαναγύρισε στο κατώφλι κι έμεινε εκεί όσο κράτησε η βροχή, έμεινε να κοιτάζει πως χαλάρωνε για λίγο ο Θεός τις βίδες του μαρτυρίου του».


Ένα δύσκολο ταξίδι, μια προσπάθεια με στόχο για ό,τι καλύτερο στη ζωή, στην αξιοπρέπεια, στην ανθρωπιά.   




Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΟΡΑΝΙΤΗΣ 24 Διηγήματα Εκδόσεις Πατάκη


                                                     24
                                    Διηγήματα
                                  του Γιάννη Γορανίτη               Εκδόσεις Πατάκη


Ο Γιάννης Γορανίτης γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Κέρδισε το βραβείο του λογοτεχνικού Περιοδικού «Ο Αναγνώστης», ως πρωτοεμφανιζόμενος στην πεζογραφία
Εργάζεται ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Το 24 είναι το πρώτο του βιβλίο. Διηγήματά του έχουν βραβευτεί σε διαγωνισμούς, έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ιστοσελίδες και έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους.
Είκοσι τέσσερα διηγήματα, σπαράγματα μυθιστορήματος, κάθε στάση του τρένου και μια ιστορία. Ιστορίες έξω και μέσα στα βαγόνια. Ιστορίες που θυμίζουν τον εαυτό μας. Μια διαδρομή-ταξίδι από Κηφισιά μέχρι Πειραιά αρχή και τέλος; Τέλος και αρχή; Το ταξίδι κρύβει το συμπαντικό μικρόκοσμό μας, εικοσιτέσσερις στάσεις, κάθε στάση μια ανάσα και ξανά στο τρέξιμο. Μια  καθημερινή διαδικασία για την έγκαιρη επιβίβαση –μη χάσουμε το τρένο- μια διαδρομή άγχους –μην αργήσουμε στη δουλειά, αγωνίας να είμαστε στο νοσοκομείο κοντά σε αγαπημένο -η ζωή και ο θάνατος στο ζύγι- και άλλες φορές επιβίβαση με ρυθμούς περιπάτου και ραχατιού να γεμίσει μέρος του 24ώρου. Εικοσιτέσσερις φωτογραφίες, μαγνητοσκοπούν προφίλ ανφάς πρόσωπα, λόγια, σκέψεις. Βλέπουμε κι ακούμε μέσα σε μια ώρα τη ζωή  να φωνάζει, προσπαθώντας να ξεπεράσει τον σιδηροδρομικό θόρυβο,  να σταματάει απότομα με ένα κλικ. Μια ανάσα και η ζωή βοά, κινείται αέναα, ταξιδεύει κάθε φορά με παλιούς και νέους επιβάτες. Ταξιδεύει  με σκιές πάμπολλες. Τα ίχνη, οι μυρωδιές γέρων, νέων, παιδιών αιώνες τώρα στα ίδια βαγόνια. Στα ίδια βαγόνια χαμόγελα, λύπες, φωνές, γέλια, δάκρυα,  όπου ο συγγραφέας βάζει δάχτυλο εις τον τύπον των ήλων και όχι μόνο.
Στα ίδια βαγόνια καθόμαστε ενάμιση αιώνα τώρα, από Πειραιά ανεβαίνουμε Κηφισιά. Αρχή και τέρμα. Από Κηφισιά κατεβαίνουμε Πειραιά. Αρχή και τέρμα. Τέρμα και Αρχή. Το κάθε βαγόνι απορρόφησε και απορροφά αμέτρητες ιστορίες η μια παρεισφρέει στην άλλη. Ιστορίες που οι φωνές τους χάθηκαν και χάνονται στις χαλύβδινες σιδηροτροχιές.  Με το τρένο χωμένοι κατάβαθα στο σκοτάδι.  Με το τρένο ανασυρμένοι στο φως.
Τ’ αυτί του συγγραφέα καταγράφει τις συζητήσεις των επιβατών, τα προσωπικά τους τηλεφωνήματα, μπαίνει στη σκέψη τους, στη σκέψη που τρέχει μέσα στην αγωνία της καθημερινότητας. Χανόμαστε, δεν αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, τους γύρω μας, κολυμπάμε στο χάος της ζωής καθορίζουμε τον χρόνο με ημερομηνίες,             ακούμε μουσική με τα headphones στ’ αυτιά, ενόσω υποκρούουν φωνές συνανθρώπων μας. Στις γραμμές του τρένου αυτοκτονούν. Στα βαγόνια του την απόλυτη προσοχή μας. Όχι  όπως της μάνας που η κουβέντα την παρασύρει κατεβαίνει σε λάθος στάση και δεν αντιλαμβάνεται την εξαφάνιση του παιδιού της με τη μεστή, θα έλεγα, σκέψη. Και τέλος ας ψάξουμε μαζί με τον συγγραφέα ποιος είναι αυτός που δεν μιλάει με κανέναν, αλλά διηγείται με το «νι» και με το «σίγμα» την οικογενειακή του κατάσταση και όχι μόνο...
                                             **--**--**
*Η γυναίκα-μάνα στήριγμα στο παιδί της, παραδομένο στην καταστροφή των ουσιών, γιατί
«τόσα χρόνια στα προγράμματα, έναν πατέρα δεν είδα όλο μανάδες. Μαθημένες στα ψέματα, δεν τις χαλάει ένα ακόμα και η μάνα μου το ξέρει, αλλά ήθελε να το παλέψουμε. Έτσι έλεγε. Να το παλέψουμε».

*Αγωνία μέχρι να φτάσεις στο ΚΑΤ, θα προλάβεις να τον δεις ζωντανό; Ήταν ένας έρωτας. Ένας μεγάλος έρωτας αν και του ήσουν θυμωμένη.
«Μετράς από μέσα σου τα δευτερόλεπτα μέχρι να κλείσουν οι πόρτες, κάθε δευτερόλεπτο κι ένας χτύπος της καρδιάς..»

*Τι γυρεύεις μες στο τρένο με γαλάζιες παιδικές πιζάμες και παντοφλάκια με λιοντάρια; Ευτυχώς που δεν είμαι γυμνή σκέφτεσαι. Ποιος σε σημαδεύει με όπλο; Ζητάς βοήθεια. Κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει, ζεις στην αλήθεια του παραμυθιού σου.

*Η Έλλη νεαρή συγγραφέας σκέφτεται το κείμενο της που έστειλε στον εκδότη της, όταν άκουσε διαφορετικά το όνομά της
«Ελιζαβέτα». Μιλάει μια γυναίκα με σπαστά ελληνικά:
«(Η )Μπήκε νύχτα στο κλινική, άντρα πολλοί, φωνάζει έξω ξένοι έξω παράνομος. Στο νοσοκομείο την πιάσει. Μπήκε νύχτα στο κλινική, άντρας πολλοί, φωνάζει έξω ξένοι, έξω παράνομος, μπήκε θαλάμο έδιωχνε νοσοκόμα. Ελιζαβέτα φωνάζει, πώς φύγω, γιαγιά εγκεφαλικό, άντρας βγάλει έξω Ελιζαβέτα, κλοτσές, αστυνομία πάει, δεν πιάνει άντρας, πιάνει ‘Ελιζαβέτα, ε, τώρα απέλαυση». (Θ) Απέλαση το λένε>>.

* Ας ακούσουμε κι αυτή τη φωνή.
«Αυτοί κάνουνε πως με πληρώνουνε κι εγώ κάνω πως δουλεύω. Σιγά τα λεφτά, αλλά κι αυτά θα μου λείψουνε, έχω παιδιά να ταΐσω, γυναίκα να ταΐσω… για πάρτη μου δεν χαλώ τίποτα. Έναν καφέ την ημέρα. Ενενήντα σεντς, αφήνω ευρώ στην κοπέλα. Φτωχύναμε, αλλά μη γίνουμε και γύφτοι. Ωραίο κομμάτι. Της τον σφύραγα άνετα..»

*Να μην σου τύχει να είσαι μες στο τρένο, μαζί με τον αφηρημένο τρομοκράτη, αλλού προορίζεται η σακούλα με την προκήρυξη και τις ντομάτες στ’ αριστερό του χέρι και αλλού τα δυναμιτάκια με όσες ντομάτες περίσσεψαν στο δεξί.

Ας ακούσουμε κι άλλες φωνές. Πολλές ασταμάτητες φωνές σαν τα τζιτζίκια το καλοκαίρι.

*           «Κουβαληθήκανε εδώ πέρα και κάνανε τις ζωές μας άνω κάτω, μας βαράνε, μας ληστεύουνε, μας σπαν’ τα μαγαζιά, σε λίγο θα μας πηδάνε και τις κόρες. Συγγνώμη κιόλα, κυρ-Δημήτρη. Τι να κάνουμε, να καθόμαστε να τους κοιτάμε;……. Ε και να ‘χα καραμπίνα, έναν έναν θα τους καθάριζα».

*           <<Η μάνα του δεν ήξερε να γράφει. Ούτε να διαβάζει. Την τελευταία φορά στο γηροκομείο δεν τον αναγνώρισε καν. Κάθισε δίπλα της και κράτησε το αριστερό της χέρι μέσα στα δικά του. «Βοήθεια» φώναξε. Όλα τα κεφάλια γύρισαν προς το μέρος της… Ο Πέτρος έμεινε με τα χέρια ανοιχτά, παράλληλα μεταξύ τους, λες και είχε μόλις απελευθερώσει ένα αιχμάλωτο πουλί…. «καλά που ήρθες» είπε εκείνη στον νοσοκόμο και χάιδεψε την ανάστροφη της παλάμης του. «Αυτός θα με βίαζε» και έδειξε τον Πέτρο>>.

*           <<Ένα από αυτά τα δάχτυλα του γέρου –ο δείκτης του αριστερού χεριού για την ακρίβεια- είχε δείξει στον έφηβο τότε Προκόπη τον δρόμο της εξόδου. «Δεν μπορεί αυτή η πόρνη να κοιμηθεί στο κρεβάτι της μάνας μου» του είχε πει με φωνή τρεμάμενη αλλά κατά βάθος σίγουρη ο Προκόπης…
Σήκωσε το αριστερό του χέρι…. ο Προκόπης ευχήθηκε να το κατεβάσει στη μούρη του, να του ανοίξει τη μύτη να του σκίσει τα χείλη, να του σπάσει ει δυνατόν ένα δυο δόντια….. «Όταν γυρίσω, μη σε βρω εδώ, είπε με σταθερή φωνή και του έδειξε την πόρτα>>.



*           «το πρωί στο βαγόνι άκουσε ένα νέο κορίτσι να διαμαρτύρεται «κάθε μέρα τίγκα ο ηλεκτρικός. Πού πάνε πέρα δώθε τόσοι γέροι;»……… Το πρόσωπό της εκπέμπει την ψευδαίσθηση του άφθαρτου. Στα διαυγή της μάτια διαβάζει τη βεβαιότητα ότι την περιμένει μια ζωή γεμάτη ευκαιρίες. Ούτε που θα καταλάβεις για πότε και πώς θα τις σπαταλήσεις, σκέφτεται. Ούτε που θα καταλάβεις για πότε θα συνωστίζεσαι σε γεμάτα βαγόνια, για πότε θα μετακινείσαι άσκοπα σε μια πόλη που δεν σ’ έχει ανάγκη».



Και άλλες φωνές αέναες, λέξεις, λόγια που φτερουγίζουν πάνω από τα κεφάλια μας, μπαινοβγαίνουν στα αυτιά μας, καμιά φορά στη σκέψη, ίσως και στην καρδιά μας.
                                                ..**..










Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Νόμος περί Τέκνων του Ίαν Ράσελ ΜακΓιούαν


Νόμος περί Τέκνων
        του  Ίαν Ράσελ ΜακΓιούαν

Ο Ίαν Ράσελ ΜακΓιούαν γεννήθηκε το 1948 στο Άλντερσοτ της Αγγλίας. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Σάσσεξ.
Είναι Βρετανός συγγραφέας και σεναριογράφος. Τιμήθηκε με το Βραβείο Μπούκερ για τη νουβέλα του Άμστερνταμ. Έχει βραβευτεί και με άλλα σημαντικά βιβλία, ενώ μυθιστορήματά του έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο.
Έχει γράψει διηγήματα (First love, last Rites, In Between the sheets) και μυθιστορήματα: Ο τσιμεντόκηπος, Ξένοι στη Βενετία, Ο αθώος, Έμμονη αγάπη, Άμστερνταμ, Σάββατο, Εξιλέωση, Στην ακτή.,  κ.α..

Πυκνή και ψυχρή, θα έλεγα, στο βιβλίο αυτό, η γραφή του πολυβραβευμένου – σπουδαίου συγγραφέα Ίαν Μακ Γιούαν. Θίγει θέματα κοινωνιολογικά, ως οι επαγγελματικές  και ερασιτεχνικές απασχολήσεις, οι δικαστικές αποφάσεις - άλλες σωστές, άλλες επικίνδυνα λαθεμένες- οι μακροχρόνιες συζυγικές σχέσεις με βασικό κορμό τη συνήθεια, όπως οι ηλικιωμένοι ήρωες του βιβλίου,  η εκτροπή της συνήθειας αυτής,   από την υποβόσκουσα ερωτική ορμή των νιάτων και τέλος οι αποφάσεις, στο ατομικό ζύγι του καθενός, άλλες σωστές και άλλες λαθεμένες μέχρι θανάτου.
Όπως τα περισσότερα έργα του συγγραφέα οι σκηνές κυλούν κινηματογραφικά. Στο «Νόμος περί Τέκνων», μας μεταφέρει σε περιβάλλον αστικό, ανθρώπων επιστημόνων, με οικονομική επιφάνεια και καριερίστικη αντίληψη. Οπωσδήποτε με χόμπι όπως το πιάνο και η κλασική μουσική για την 59χρονη δικαστίνα Φιόνα Μέι, ηρωίδα του έργου και τον σύζυγό της Τζακ, καθηγητή πανεπιστημίου, αφοσιωμένο στις γεωπολιτικές του διαλέξεις και στην αγάπη του για την τζαζ μουσική.
Η Φιόνα στο Ανώτατο δικαστήριο – τμήμα Οικογενειακών Υποθέσεων- είναι καθημερινά απασχολημένη και σε ετοιμότητα, καθ’ υπέρβαση,  με την απαιτητικότητα της δουλειάς της,  χρειάζεται την άμεση επίλυση σοβαρών υποθέσεων με λεπτό και ευκταίο τρόπο. Η οδύνη των υποθέσεων, γάμοι διαλύονται, καυγάδες συζύγων για τα  παιδιά, θρησκείες αντιδρούν με φανατισμό στον ορθό λόγο, παίζοντας τη ζωή 17χρονου παιδιού με τον   θάνατο, εξιτάρουν και εντυπωσιάζουν την Φιόνα, της οποίας το όνομα είναι στο επίκεντρο των αξιέπαινων δικαστών.
Έχει  στα χέρια της  την υπόθεση του 17χρονου Άνταμ, πάσχει από λευχαιμία, αλλά αρνείται πεισματικά, όπως και οι γονείς του,  στην μετάγγιση αίματος, που θα του σώσει τη ζωή του, για θρησκευτικούς λόγους.
Πριν βγάλει απόφαση,  η Φιόνα ζητάει να δει τον νεαρό Άνταμ, σε λίγους μήνες ενηλικιώνεται και δεν θα έχει καμιά  δικαιοδοσία επάνω του.
Μια συνάντηση, μια κουβέντα μ’ ένα άρρωστο παιδί. Ένα παιδί συγκροτημένο, με ιδέες, έγνοιες και ανησυχίες ενηλίκου. Μια συζήτηση μαζί του φέρνει την καθαρή εικόνα του προγενέστερα καλού γάμου της. Γάμος με έρωτα, γάμος χωρίς παιδιά, με την καριέρα αμφοτέρων να υπερτερεί. Γάμος  που φθείρεται με την κακή χρήση του χρόνου. Οι νόμοι είναι ορθοί, την καλύπτουν στις αποφάσεις της, έναντι εκείνων των συναισθημάτων, πίστεως και ηθικής του κάθε ανθρώπου.
Η Φιόνα με ένα βλέμμα, λίγα λόγια και σύμμαχο τον Νόμο σώζει το παιδί. Πρωτόγνωρα συναισθήματα διακατέχουν τον νεαρό και πέφτει με ορμή ταύρου για τα μάτια της Φιόνας, για τον έρωτα, για την αγάπη, για τη φιλία, για τη ματιά της μάνας, όπως εκείνος ήθελε.
Η Φιόνα τον τράβηξε πίσω στη ζωή, εκείνος  την ευχαριστεί με ένα ερωτικό φιλί  στο στόμα κι εκείνη ανταποδίδει με αίσθημα ενοχής και δεν αργεί να επανέλθει στις συμβατικές της υποχρεώσεις και στην κοινωνική ηθική, αναφορικά με τον έρωτα. Ο νεαρός της γράφει ποιητικές επιστολές σε αχνογάλαζες σελίδες, που εκείνη καταχωνιάζει κυρίως από τον εαυτό της. Μέχρι που τ’ αγόρι  αγνά και άδολα της επιστρέφει τη ζωή που του χάρισε.

**Βάδισε αργά στην οδό Θίομπαλντ συνεχίζοντας να αναβάλλει τη στιγμή της επιστροφής. Αναρωτιόταν ξανά μήπως η αγάπη που είχε χάσει ήταν γι’ αυτή μια σύγχρονη μορφή ευυποληψίας, μήπως αυτό που φοβόταν δεν ήταν η περιφρόνηση  και ο εξοστρακισμός, όπως στα μυθιστορήματα του
Φλωμπέρ και του Τολστόι, αλλά οίκτος. Η μετατροπή της σε αντικείμενο γενικευμένου οίκτου ήταν επίσης μια μορφή κοινωνικού θανάτου. Ο δέκατος ένατος αιώνας βρισκόταν πιο κοντά απ’ όσο πίστευαν οι περισσότερες γυναίκες. Το να την πιάσουν στα πράσα να παίζει τον ρόλο της σ’ ένα στερεότυπο φανέρωνε μάλλον κακό γούστο παρά ηθικό παράπτωμα. Ανήσυχος σύζυγος  στην τελευταία του ζαριά, γενναία συμβία που διατηρεί την αξιοπρέπειά της, νεότερη γυναίκα απόμακρη και ανεπίληπτη. Κι εκείνη που είχε νομίσει ότι οι μέρες που υποδυόταν το οτιδήποτε είχαν τελειώσει πάνω στο καλοκαιρινό γρασίδι,  ακριβώς πριν ερωτευεί.**




Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

ΜΕΛΑΝΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΜΟΥΡΑ της Αρετής Καράμπελα εκδόσεις θράκα



ΜΕΛΑΝΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΜΟΥΡΑ
              της Αρετής Καράμπελα
                        εκδόσεις θράκα

Η Αρετή Καράμπελα γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Εργάστηκε ως φιλόλογος  στην ιδιωτική και δημόσια εκπαίδευση. Εκτός από διηγήματα γράφει και παραμύθια. Αυτό είναι το πρώτο της πεζογραφικό βιβλίο.


Το βιβλίο «ΜΕΛΑΝΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΜΟΥΡΑ» παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι μια ευχάριστη έκπληξη για τον αναγνώστη. Μέσα σ’ αυτό το μικρό βιβλίο ξετυλίγονται είκοσι πέντε σπουδαία διηγήματα. Εξαιρετικά δυνατά κείμενα, πυκνή γραφή,  παραμυθητική αφήγηση∙  η δύναμη της γλώσσας απολύτως συνεπής με τις ευφάνταστες και ρεαλιστικές ιστορίες. Τα θέματα σε μαγεύουν κυριολεκτικά και δεν τα ξεχνάς εύκολα. Όλα πλάθονται σαν παραμύθι, όπως η σκοτεινή ενέργεια της ανθρώπινης φύσης, η θεϊκή φύση, η φύση ζώων-φυτών και το υγρό στοιχείο, λίμνες, καταρράκτες, θάλασσα, βάλτοι, διατρέχουν σχεδόν όλο το βιβλίο. Τα πάντα είναι παράξενα και μη αναμενόμενα, ανατρέπει τα κλασικά που συνήθως συναντάμε στα παραμύθια. Άγγελοι και δαίμονες, έρωτας σε αντιπαράθεση με τις εμμονές θανάτου, φως, σκοτάδι, μαγεία, υπέρβαση. Λιτές, αντιφατικές,  πληθωρικές ιστορίες με εσωτερική συνοχή. Ήρωες ζώα, δάση, λουλούδια.
Η Καράμπελα στη συλλογή της παραμυθογραφεί. Με τον τρόπο του σκληρού μαγικού ρεαλισμού, συνθέτει μικρές ιστορίες με πρωταγωνιστές το ένστικτο, το θάνατο και τον έρωτα. Το ένστικτο ως πρωτόγονη δοξασία, σύμφωνα με την οποία όλα τα όντα, τα φαινόμενα και τα πράγματα έχουν ανθρωπομορφική ψυχή, εμφανίζεται με τη μορφή ζώων. Τρωκτικά, πουλιά, σκυλιά, γάτες, παγώνια, παρελαύνουν ως πρωταγωνιστές η δευτεραγωνιστές στις ιστορίες. Το αρχέγονο, ανιμιστικό κομμάτι του εαυτού.
 Ο θάνατος εμφανίζεται στο βιβλίο, ως παρωδία, φάρσα, αστείο, παιχνίδι, θυσία, αναγέννηση, τιμωρία, αφορμή για διατράνωση της ζωής, νοσταλγική αποτίμηση.
Ο έρωτας στο βιβλίο, είναι μάλλον η αντιστροφή του θανάτου, τόσο όμως κοντινή, όσο το φιλί των εραστών.
Η γραφή της Καράμπελα είναι εικονοποιητική. Δεν εξηγεί, δεν ερμηνεύει, δεν αναλύει. Παραθέτει εικόνες, σκληρές, ζωντανές, ανεξίτηλες, μυστηριακές, εξώκοσμες. Και το τέλος ανοιχτό προς διερεύνηση. Καλεί τον αναγνώστη να διαδράσει με το κείμενο, να οραματιστεί το ενδεχόμενο και το πιθανό.

Σπαράγματα από τα 25 διηγήματα του βιβλίου:

1. Σιβηριανό χάσκι με λύκο (11-15)
-Σίγουρα την αγαπούσες την καλόκαρδη Βάγια, όμως την έριξες, απερίσκεπτα, στα δόντια του αγαπημένου σου λύκου,  με τη σειρά σου τον σκοτώνεις εξ επαφής και ας σε κοιτούσε με λυπημένο βλέμμα. Δεν ξέρω πως ένιωσες, όταν η Σενεγαλέζα χορεύτρια τραγούδησε ένα μακρόσυρτο μοιρολόι του τόπου της.

2. Τέσσερις τοίχοι  (16-18)
-Μήπως σε ξέχασαν; Μήπως δεν περισσεύει χρόνος για την μάνα; Κι εσύ μάνα έφτιαξες λαχταριστή κοτόσουπα, τάισες τις γάτες της γειτονιάς σου, ενώ σε παρακολουθούσαν παιδί με τη γάτα του αγκαλιά, βρόμικοι και πεινασμένοι. Είναι επίμονο το παιδί, όπως και η πείνα του, σου ζητάει τροφή. Τον ταΐζεις, τον δελεάζεις με μια μερίδα ακόμα αν πάει να πλύνει τα χέρια του. Και συ γιατί να μην έχεις ένα εγγόνι και αναγκάζεσαι να πλένεις και να ταΐζεις ξένα παιδιά; Μήπως όμως δεν είναι τόσο ξένα;…… κάτω από το τραπέζι, το αγόρι που την κοίταζε μέχρι το ύψος του λαιμού, δοκίμαζε την αντοχή ενός πλαστικού σκοινιού για μπουγάδα.

3. Πολύαιγος (19-21)
- Έχουν εντολή οι στρατιώτες  για τη διακομιδή της νεκρής γριάς του. Ο γέρος αρνείται πεισματικά κανείς δεν θα αγγίξει την γυναίκα του, τη μάγισσά του. Τους παρασύρει σε βαθύ λαγούμι,  τους θάβει ζωντανούς. «Θέλατε να μου την πάρετε; είπε και γύρω του σχηματίστηκε χορός από κερασφόρες  σκιές. Χάραμα ήταν, όταν υποβασταζόμενη η γριά, με μια αρμαθιά  κέρατα γύρω από το λαιμό, βγήκε από το σπίτι και πολύ αργά πλησίασε το λάκκο». 
4.  Ζώντα ζώα (22-24)
-Θες δεν θες, θα αγοράσεις από το ανθρωπόμορφο παγώνι έξι παρδαλές πουλάδες. Στο σύρμα ανεμίζει ένα σημείωμα «μου τις πληρώνεις όταν ξαναπεράσω».

5.Σταφύλια από πέρδικες (25-31)
-Ζεις σε περίοδο μεγάλης θλίψης λόγω του χωρισμού σου. Έντονα συναισθήματα όπως απογοήτευση, μελαγχολία, στεναχώρια σε επηρεάζουν. Μπήκε σπίτι σου είναι μαυριδερή έχει ένα μάτι γυάλινο, της είπες ότι η γυναίκα σου σε παράτησε για κάποιον άλλο.. Σου έκανε έρωτα η μαυριδερή γύφτισσα με το γυάλινο μάτι.

6.  Διπλής κοπής (32-36)
-Είχα μπροστά μου το πορτρέτο μιας θλιμμένης κοπέλας με ανοιχτόχρωμα μάτια, μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο και κατάλευκό δέρμα. Αισθάνθηκα άβολα. Ένιωθα σα να κοιτάω τον εαυτό μου από την κορνίζα.

7. Καφετιά σαλαμάνδρα (37-42)
-Στο κοίλωμα του βράχου με την κάπαρη, την έπιανα απλά απ’ τον ώμο και τα δάχτυλά μου άγγιζαν μόλις το λαιμό της. Ήξερα ότι θα γυρίσει να με κοιτάξει για να συνεχίσουμε μέχρι την πλακόστρωτη ανηφόρα. Η θέα από κει σε καθήλωνε.

8.  Κιτρινόμαυρη μουτζούρα στο τζάμι (43-48)
-Ο ατμός από το νερό του καταρράχτη με πιτσίλισε στα βλέφαρα και γύρισα το κεφάλι κλείνοντας τα μάτια. Όταν τα’ άνοιξα, τον είδα να με κοιτάζει κλαίγοντας. Τα μάτια του γυάλιζαν και ακούμπησε το πόδι του στο γόνατό μου.

9. Μαύρο σα μελάσα (49-52)
-Γυρίζω τη Νίτσα ανάσκελα και βυθίζω τα δάχτυλά μου πρώτα στα κατάμαυρα μαλλιά της και μετά στο σκοτάδι ανάμεσα στα πόδια της.

 10. Βούρκος στο παραθάλασσο (53-55)
-Από το κλαδί που της εμπόδιζε τη θέα, είχε φουρνίσει το μπαστούνι της.

11. Χύμα κολώνια λεμόνι (56-61)
-Δικό σου το διαμέρισμα μετά το θάνατο του θείου. Μετακομίζεις εκεί σε βολεύει είναι κοντά στη δουλειά. Όμως άρον άρον το παρατάς ξαναγυρίζεις στο παλιό σου σπίτι, αφού κόλλησες το «Ενοικιάζεται» με κόκκινα γράμματα.

12. Πράσινο του λαδιού (62-65)
-«Πώς θα σε πλύνουμε χωρίς σαπούνι;» της λέγαμε, «και να θέλεις να πεθάνεις, δεν μπορείς» Εκείνη πάντα έβρισκε τον τρόπο και το αντικαθιστούσε κι εμείς πάλι το κλέβαμε, γιατί ήταν ακριβό και μύριζα πασχαλιά.

13. Νάυλον κάλτσες στο μπαλκόνι (66-70)
-Ούτε τα αποκαΐδια από το δωμάτιο της μάνας μου, μπόρεσα να σκουπίσω. Έπεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι της, που μύριζε νάιλον κάλτσες και καμμένη σάρκα.
14. Creative Art (71-74)
-Είναι αλήθεια ότι στη σχολή δεν είχαν μάθει να μακιγιάρουν νεκρούς. Ο φαλακρός, θα μπορούσε να της φανεί χρήσιμος.

15. Ίχνος αέρα (75-78)
-Στοργικά, πλησίασε πρώτη η μάνα του και τον σήκωσε στα χέρια της, σκουπίζοντας με το μπροκάρ της φόρεμα το πρόσωπό του….

 16. Στα σκοτεινά (79-82)
-Πριν βγει, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είδε για πρώτη φορά τους  κροτάφους του γκρίζους, σχεδόν άσπρους. Το μέτωπό τους κίτρινο, σαν το κερί.

17. Καλύτερα πουθενά (83-86)
-Το νερό είχε ήδη σκεπάσει την ορχήστρα και τα τραπέζια, ανεβαίνοντας όλο και πιο ψηλά.

18. Γύρισε προς το μέρος μου (87-89)
-Δεν είχα δει ωραιότερο πρόσωπο προφίλ. Ψηλό μέτωπο, αρχαιοελληνική μύτη, καλογραμμένα χείλη, μακρύς λαιμός.

19. Πάντα σκυφτός (90-93)
-Για να με ευχαριστήσει, τις πιο πολλές φορές μ’ άφηνε να σκαρφαλώνω στην πλάτη του…  Η μάνα μου του είχε εμπιστοσύνη. Μ’ έβλεπε μάλιστα από το μπαλκόνι στην αγκαλιά του..
20. Σκοτεινό νερό (94-98)
-Τα αρχαία ξόρκια κατρακύλησαν από το μυαλό στη μύτη της κι από κει στο στόμα και μπούκωσαν το λαρύγγι της με πνιχτές κραυγές.

21.  Κατέβαινε τις μεγάλες σκάλες
πρωί, με τον ήλιο να αφήνει φωτεινές δέσμες στο γκρίζο μαρμάρινο πάτωμα, ανεβοκατέβαινε μουδιασμένο, σχεδόν κουτσό, αφήνοντας το βάρος του να πέσει πότε στο ένα και πότε στο άλλο πόδι, όπως οι ζητιάνοι στα παραμύθια και έφτανε μέχρι το βάθος εκείι που άρχιζε η στριφογυριστή σκάλα με τη σιδερένια κουπαστή και το φθαρμένο μωσαϊκό.

22. Χιονίζει άραγε τον Αύγουστο (102-105)
-Αχόρταγα χείλη με ρουφάνε. Αρχίζω πάλι να αναπνέω…

23. Ραφή κάτω απ’ το φτέρωμα (106-109)
-Ακούγεται πυροβολισμός. Το χέρι του κυνηγού μόλις που προεξέχει από το βάλτο. Το χέρι της ταριχεύτριας με το κοτσύφι, σα να κάνει νεύμα στο πουθενά. Τα μαυροπούλια σχηματίζουν ελλειπτικούς κύκλους πάνω απ’ το βάλτο.

24. Σταφύλι ροζακί (110-113)
-Όλο το σπίτι άκουσε καθαρά, αργά το βράδυ, τα ουρλιαχτά της, όταν μπήκαν στο δωμάτιο και την είδαν γυμνή από’ τη μέση και πάνω με το στήθος γεμάτο αίματα.

25. Μελανά όπως τα μούρα (114-116)
-Το πρωί, όταν σηκώθηκε, φόρεσε τις παντόφλες, κατέβασε το ξυπνητήρι και γύρισε στη μεριά του. Τα χείλη του, μελανά και γλυκά όπως τα μούρα.
                                                …..-----…..