Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Τίποτε δεν χάνεται της Cloe Mehdi γεν. 1992 Γαλλία. Εκδόσεις: ΠΟΛΙΣ

 

                   Τίποτε δεν χάνεται

             της Cloe Mehdi  γεν. 1992 Γαλλία.

                        Εκδόσεις: ΠΟΛΙΣ

 

Η νεαρή συγγραφέας Κλοέ Μεντί με το βιβλίο της «Τίποτα δεν χάνεται» τιμήθηκε με πολλά βραβεία (Prix Mystere de la critique 2017, Prix Dora Suarez 2017, Prix Etudiant du polar 2016, Prix Blues & Polar και Prix Mille et Une feuilles Noires).

Το έργο της έχει πλοκή νουάρ λογοτεχνίας, με αστυνόμους –μπάτσους- όπως τους χαρακτηρίζει. Μέσα από τα μάτια του ιδιοφυούς 11χρονου Ματιά που μεγαλώνει πληγωμένος από τις κακοτυχίες-δυστυχίες της οικογένειάς του, όπως η ψυχασθένεια του πατέρα του και η αυτοκτονία του. Κρεμάστηκε στο ψυχιατρείο όπου νοσηλευόταν. Η υπεροψία του μεγάλου ετεροθαλούς αδελφού του, ιατρός στο επάγγελμα, η περίεργη συμπεριφορά της αδελφής του Τζίνας και περισσότερο η εξαφάνιση της μητέρας του, η οποία δε δίστασε να αποδεχθεί την κηδεμονία του από 22χρονο νεαρό του οποίου το παρελθόν, ψυχικές διαταραχές και υποψίες για φόνο συμμαθήτριάς του δεν ήταν οι καταλληλότερες, φαινομενικά τουλάχιστον.

Η συγγραφέας είναι κριτική και καταγγελτική στην άγρια συμπεριφορά της αστυνομίας όταν συλλαμβάνει και σκοτώνει 15χρονο αγόρι –αραβικής καταγωγής- για μικροαπάτες. Ο φόνος αυτός ξεσηκώνει τους ομόφυλούς του καθώς και κάθε άνθρωπο που σηκώνει ανάστημα συμπαράστασης διαδηλώνοντας την αυθαιρεσία της εξουσίας. Ο φόνος αυτός είναι η απαρχή των κακουχιών της οικογένειας του Ματιά ακόμα πριν γεννηθεί ο ίδιος. Ας σημειώσω εδώ ότι η φονική πολλές φορές επίθεση των αστυνομικών σε πολίτες και μάλιστα νεαρούς δεν μας είναι άγνωστη και μας θυμίζει το φόνο του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον 37χρονο αστυνομικό Επαμεινώνδα Κορκονέα, το 2008.

Κεντρικός ήρωας του έργου είναι ο Ματιά και ακολουθούν: ο Ζε που τον κηδεμονεύει, η ηλικιωμένη Γκαμπριέλ -αγαπημένη του Ζε- που έχει τάσεις αυτοκτονικές και μάλιστα η πρόσφατη απόπειρά της να κόψει τις φλέβες της. Στο περιβάλλον αυτό ο μικρός Ματιά κάνει πρόβα αυτοκτονίας, ατυχή ευτυχώς,  κόβοντας επιπόλαια τις φλέβες του. 

Ο Ματιά δεν μοιάζει με τα παιδιά της ηλικίας του, που παίζουν χαρούμενα, είναι μελαγχολικός, εσωστρεφής, ώριμος, στοχαστικός, σκεπτόμενος και σε πολλές περιπτώσεις σκωπτικός ή καλύτερα με χιούμορ.

Χαρακτήρας του έργου η «σιωπή», εφ’ όσον κανένα από τα πρόσωπα του έργου δεν εκφράζει τα συναισθήματά του και συνηθίζει να σωπαίνει. Ο Ματιά όμως ακούει και ερμηνεύει τη σιωπή και μας λέει «Η σιωπή ορμά και μας συντρίβει με τον άμορφο όγκο της. Οι ώμοι μου λυγίζουν κάτω από το βάρος της». 

Τα πρόσωπα του έργου ζουν κρυφά και σε απελπισία εφ’ όσον όλα έχουν σχέση φιλική ή συγγενική με τον δολοφονημένο 15χρονο ονόματι Σαϊντ Ζαϊντί.  Ο Σαϊντ δεν ξεχνιέται μια και σε τοίχους σπιτιών και σε φράχτες ζωγραφίζουν πάντα το σκίτσο του και η επιγραφή από κάτω «Δικαιοσύνη», παρότι η αστυνομία κάνει φιλότιμες προσπάθειες να το σβήνει.

Ο Ματιά σκέπτεται, αλλά και αποστηθίζει, αποσπάσματα φιλοσοφίας του Καμύ καθώς και ποιήματα των Ρεμπώ και Μπωντλέρ, που ο Ζε διαβάζει και απαγγέλλει καθημερινά. Επιπρόσθετα, παραμονεύει τα λόγια των μεγάλων και μαντεύει τις σιωπές τους. Θέλει να μάθει τα μυστικά της αληθινής ζωής, αυτά που δεν αποκαλύπτουν στα παιδιά. Η αλήθεια είναι ότι οι ιστορίες της αληθινής ζωής δεν είναι φτιαγμένες για τις ψυχές μικρών παιδιών.

Στο βιβλίο αναφέρονται -με πλαγιογράμματα- οι χαρακτήρες του βιβλίου, τα αισθήματα τους και η οδύνη τους για την άδικη ζωή που τους βασανίζει.                

Η συγγραφέας μ’ αυτό το έργο της επισημαίνει τις συλλογικές δυστυχίες μέσα από την καταστροφική πορεία της ατομικής ζωής κακότυχων προσώπων και οικογενειών ιδιαίτερα αυτών που τυγχάνουν αλλοεθνείς και υμνεί την αγάπη, την πίστη στη φιλία, καθώς και την ηρωική, θα έλεγα, πράξη της μάνας για τη σωτηρία δυο κοριτσιών, της αδελφής του αδικοχαμένου Σαϊντ και της κόρης της.

Απεικονίζει επίσης τον ψυχικό κόσμο των ανθρώπων και ιδίως ατόμων ειδικής ψυχοσύνθεσης (θα έλεγα ψυχολογικός ρεαλισμός). Άποψη της συγγραφέα επίσης να αντιμετωπίζει καταγγελτικά την εξουσία τοποθετώντας τους ήρωές της ανάμεσα στα θύματα του κοινωνικού περιβάλλοντος.

 Το βιβλίο είναι ευανάγνωστο.  Όμως ο λόγος του μικρού Ματιά δεν με πείθει. Σε πολλές περιπτώσεις φιλολογικός, φιλοσοφικός, ψυχολογικός. Αν και γνωρίζει καλά το δικαίωμα κάποιου που δεν του αρέσει η Ζωή και οι αδικίες της να αυτοκτονεί, όπως οι πολλές απόπειρες -της συμπαθούς κατά τα άλλα στην ιστορία- Γκαμπριέλ. Είναι μαθητής δημοτικού ο Ματιά αλλά έχει την ευχέρεια να ακούει τον Ζε και να αποστηθίζει Ρεμπώ, Αραγκόν και άλλους ποιητές-φιλοσόφους.

Τέλος με πείθει ο Ματιά ως η φωνή της συλλογικής συνείδησης, αρχέτυπο  ανθρωπιάς, αγάπης και  φιλίας,

Αποσπάσματα:

** Έριχνα πέτρες στη λιμνούλα και μετρούσα τις φορές που αναπηδούσαν. Ήμουν ρεαλιστής. Έβαζα τον πήχη ψηλά.

            Στα πέντε, ο μπαμπάς θα γιατρευόταν.

            Στα έξι, θα επέστρεφε στο σπίτι για τα γενέθλιά μου

            Στα οχτώ, δεν θα ξαναρρώσταινε ποτέ.

Λίγο αργότερα το άλλαξα.

            Στα πέντε, δεν έχει πεθάνει στ’ αλήθεια.

            Δεν κατάφερα ποτέ να ξεπεράσω το τρία. Μπορεί βαθιά μέσα μου να μην ήθελα να γυρίσει. Μπορεί να έφταιγα εγώ που δεν γύριζε.

            Να  έφταιγα εγώ που κρεμάστηκε.

**Η Γκαμπριέλ δεν έχει εγκαταλείψει το σχέδιό της να φύγει. Νομίζω ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο μένει ακόμα είναι για να εξοικειωθεί σιγά σιγά ο Ζε με την ιδέα της απουσίας της. Δεν μου αρέσει να σκέφτομαι, αλλά νομίζω ότι είμαι προετοιμασμένος. Μένει να δούμε πώς θα  συνέλθει ο Ζε μετά απ’ αυτό. Σιγά σιγά αποδέχεται το εύρος της αδυναμίας του. Όπως έλεγε η μητέρα μου, δεν φτάνει η αγάπη κάποιου για να σε κρατήσει στη ζωή.                    

Θα είμαι εδώ για κείνον όταν φύγει η Γκαμπριέλ.

 

 

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

ΜΑΥΡΟ ΝΕΡΟ του Μιχάλη Μακρόπουλου Εκδόσεις ΚΙΧΛΗ

 

ΜΑΥΡΟ ΝΕΡΟ του Μιχάλη Μακρόπουλου

     Εκδόσεις ΚΙΧΛΗ

Ο Μιχάλης  Μακρόπουλος γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Είναι συγγραφέας και μεταφραστής.

Έχει γράψει τις  νουβέλες: Σπουργίτω, Το δέντρο του Ιούδα, Τσότσηγια και άλλες ιστορίες.

 

Τριτοπρόσωπη –κυκλική- αφήγηση. Υπέροχη γλώσσα, ρέει το κείμενο. Ήρωες μια δράκα ανθρώπων,  ένας Πατέρας με ανάπηρο γιο, τα ερειπωμένα εγκαταλειμμένα σπίτια, τα βουνά, τα δάση, η λίμνη, η λαβωμένη ομορφιά του ορεινού τοπίου με –ατάκτως ερριμμένα- εξαρτήματα εξόρυξης υδρογοναθράκων. Άνθρωποι που δεν εγκαταλείπουν τη γη τους -ορεινά  Ηπειρώτικα χωριά-.μέχρι θανάτου. Χρησιμοποιεί λέξεις ντοπιολαλιάς (θυμίζει Παπαδιαμάντη), η γραφή του ποιητική. Το θέμα  έχει να κάνει με τις  συνέπειες της οικολογικής καταστροφής (μεγάλο πρόβλημα). Η νουβέλα  διαβάζεται με εξαιρετικό ενδιαφέρον (δεν την αφήνεις απ’ τα χέρια σου).

Αλληγορικό έργο, ατμόσφαιρα δυστοπική, ένας λαβύρινθος ατομικής και συλλογικής σκέψης. Έντονα στοιχεία ηθογραφικά, περιβαλλοντικά, θρησκευτικά, κοινωνικά, πολιτικά. Καμιά ελπίδα αναδημιουργίας –ως η πράσινη ανάπτυξη- παρά μόνο οι θολές φιγούρες ανθρώπων της γης πιστοί της φύσης. Καθώς και σκόρπια, στα ολόγυρα ερημωμένα χωριά, εξωκλήσια με αχνές τοιχογραφίες αγίων, όπου με το προσκύνημα τους σε κάθε θρησκευτική γιορτή συνυπολογίζεται ο χρόνος.

Η μόλυνση του περιβάλλοντος εξ αιτίας της σύγχρονης ζωής και της τεχνολογίας. Η αποψίλωση των δασών, η υλοτομία, τα βιομηχανικά απόβλητα (με τις διάφορες χημικές ουσίες), και τα απόβλητα από πυρηνικές δοκιμές σκοτώνουν την πανίδα και τη χλωρίδα της γης.

Ο Μακρόπουλος μας οδηγεί σε τοπία της Ελληνικής υπαίθρου ανάμεσα σε ερείπια και δάση. Ανάμεσα στην ομορφιά και την εγκατάλειψη. Πηγαινοερχόμαστε  μαζί με τους ήρωές του σε διάφορα χωριά των Ιωαννίνων και συγκεκριμένα της επαρχίας Πωγωνίου, Καλπάκι, Δελβινάκι, τη λίμνη Ζαραβίνα, κ.α., που έχει επέλθει η καταστροφή και μόλυνση από την ρύπανση του περιβάλλοντος.

Το μολυσμένο νερό, τα δέντρα, οι δηλητηριασμένοι καρποί τους, οι άνθρωποι τα ζώα, με το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας, οι αυξημένες γενετικές μεταλλάξεις, το χαμηλό ποσοστό γεννήσεων. Παγκόσμια απειλή, που μπορεί ο αναγνώστης να πάρει μια μικρή πικρή πρόγευση καταστροφής κάθε μορφή ζωής από το βιβλίο του Μιχάλη Μακρόπουλου.

Μια δράκα ανθρώπων έχει μείνει στο μολυσμένο Πωγώνι. Άνθρωποι που δεν σκοπεύουν να εγκαταλείψουν τον τόπο που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, γέννησαν. Αποφασισμένοι στη γη αυτή να  αφήσουν τα κόκαλά τους.

Οι κεντρικοί ήρωες του έργου ο Πατέρας και ο γιος του Χριστόφορος, ανάπηρος, από τη γέννα, μόνο το ένα χέρι έχει γερό, και λίγοι χωρικοί –ας χρησιμοποιήσω εδώ τον τίτλο της ταινίας- «Οι τελευταίοι των Μοϊκανών», έχουν μείνει στο χωριό.. Ένας ύμνος αγάπης Πατέρα-γιού, ένας ύμνος αγάπης για τη γη τους, ένας ύμνος αξιοπρέπειας και στο τέλος του έργου μια χαραμάδα αισιοδοξίας μ’ ένα ανέλπιστο δώρο στον λαβωμένο άγγελο.

 

 

Απανθίζοντας:

**Ένας σκύλος τους πήρε για λίγο στο κατόπι. Απ’ την πείνα τα κόκαλα πετιόνταν κάτω από’  το πετσί του, έλεγες πως με κάθε κίνηση θα ‘σκιζαν το δέρμα-φαινόταν άρρωστος, με θολό μάτι και μαδημένη γούνα. Βάδιζε και ανάσαινε από συνήθειο, ήδη νεκρός χωρίς ακόμα να το’ χει καταλάβει- ή ίσως το ήξερε, γιατί ποιος μπορεί να πει τι ξέρει ένας σκύλος και τι όχι – κι απλώς ή δύναμη της συνήθειας ήταν πιο ισχυρή κι απ’ αυτήν του θανάτου ακόμη∙ όμως μετά απόκαμε και σωριάστηκε στις λάσπες.

**«Λένε ότι μας σκοτώνει να μένουμε εδώ».

«Έπρεπε να το ‘χαν πει πολύ παλιά αυτό, Γιάννη», είπε η Αθηνά του Κοτσίνη, με τα λόγια της πότε να σκαλώνουν καιι πότε να παίρνουν ξαφνικά φόρα. «Να μας πουν πως θα μας σκότωνε αυτό που θα έκαναν κα να μας ρωτήσουν έπειτα αν το θέλαμε. Τώρα είναι η μόνη ελευθερία που’ χουμε, ν’ αποφασίσουμε εμείς πού θα πεθάνουμε».

** Όποτε πεινούσε, άπλωνε το χέρι κι έκοβε ένα μήλο, ένα βερίκοκο, ένα αχλάδι, από δέντρα που οι χυμοί τους ήταν δηλητήριο και κανέναν χέρι δεν άγγιζε τους καρπούς τους. …… Άμα διψούσε, στεκόταν στην επάνω βρύση του χωριού, ή στην κάτω, έσκυβε κι έπινε με τις χούφτες το νερό που είχε δηλητηριάσει τον τόπο…. Η Αθηνά Κοτσίνι είχει γίνει ένα μ’ αυτόν τον τόπο, βάζοντας τον μέσα της μιλώντας με τα φαντάσματά του. Αν πέθαινε όπως ήταν βέβαιο ότι θα συνέβαινε σύντομα ο θάνατός της δεν θα ‘ταν τόσο ένα τέλος όσο μια συνάντηση, και το μολυσμένο χώμα θα τη δεχόταν στη σκοτεινή και νοτερή του αγκαλιά σαν ξενιτεμένη που παλινόστησε.

Τζένη Μακαριάδη

 

 

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΕ ΞΕΝΗ ΓΗ του David Park Εκδόσεις Gutenberg

 

 

                                                                                                (11.01.2021)

 

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΕ ΞΕΝΗ ΓΗ του David Park

       Εκδόσεις Gutenberg

  

 Ο David Park γεννήθηκε στο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας το 1953. Το μυθιστόρημά του «Ταξιδεύοντας σε ξένη γη» τιμήθηκε με το βραβείο του καλύτερου Ιρλανδικού Μυθιστορήματος της Χρονιάς για το 2019.

Πρώτη φορά διάβασα έργο του David Park και αμέσως ενθουσιάστηκα με την εξαιρετική αρχή του μυθιστορήματος.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, σε παροντικό χρόνο, σε ελκύει να μπαίνεις στις ενδόμυχες σκέψεις του ήρωα και να ζεις έντονα τις αναδρομές και το τώρα της ζωής του.

Ένα μυθιστόρημα συναισθηματικό, συγκινητικό, ρεαλιστικό, κοινωνικό, που αξίζει να διαβαστεί.

Ο ήρωας του έργου, ο Τομ, ξεκινάει ένα μεγάλο ταξίδι, για πρώτη φορά, από το Μπέλφαστ της Β. Ιρλανδίας στο Σάτερλαντ της Αγγλίας, με σκοπό να φέρει στο σπίτι για τη γιορτή των Χριστουγέννων τον γιο του Λιουκ, που έχει αποκλειστεί εκεί από την κακοκαιρία και επιπλέον είναι γριπωμένος.

Ένα ταξίδι ενδοσκόπησης, αυτοσυνείδησης, αλλά και με φωτογραφικές λήψεις. ο Τομ είναι επαγγελματίας φωτογράφος. Ταξίδι που συνοδεύεται μουσικά (μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τα κομμάτια, ως αναφέρονται στο τέλος του βιβλίου στο «σημείωμα του συγγραφέα», καθώς και τις λήψεις φωτογραφιών).

Αναφορά στις παραδόσεις, ως των Χριστουγέννων. Η παγωνιά της ενοχής στις οικογενειακές σχέσεις. Το χιόνι που απ τη μια μεριά ό,τι σκεπάζει το ομορφαίνει και από την άλλη τον πάγο, το κρύο το ψυχοσωματικό κρύο ως η απουσία, η απώλεια, ο θάνατος. Φόβοι, ενοχές, μνήμες, μυστικά κρυμμένα γυρεύουν την εξιλέωση. Ξένη γη ο τρόμος του άγνωστου ενός μοναχικού οδηγού σε συνθήκες σφοδρής κακοκαιρίας. Η ξένη γη η άγνωστη φύση των παιδιών που οδηγούν γονείς σε αδιέξοδο.

Ένα έργο που σε βάζει στη θέση κάθε γονιού που βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού, κυριολεκτικά. Μια πάλη ζωής και θανάτου του παιδιού του. Τι μπορεί να κάνει άραγε περισσότερο ένας πατέρας, ως ο ήρωας της ιστορίας, να σταματήσει το έρμαιο παιδί του -υποχείριο κερδοσκοπικών εξουσιών θανάτου- σε χείμαρρο ταραχής, ψυχοσωματικού πόνου και ευτέλειας.

Απανθίζοντας:

*.. Όλα είναι κρυμμένα, ακόμα και τα μυστικά που τ’ αγκαλιάζω σφιχτά για να τα εμποδίσω να βγουν στο φως, κι ο κόσμος απλώνεται σε τόσες άπειρες επιφάνειες, που αδυνατώ να τον αιχμαλωτίσω σε ένα και μόνο πλάνο κι έτσι μισοκλείνω τα μάτια μου, μονάχα για να κρατήσω εκτός το ανεμοδαρμένο χιόνι. Όλα τα πράγματα οφείλουν να έχουν ένα σκοπό, γι’ αυτό πρέπει κι εγώ να βρω τον δικό μου, ή αλλιώς να παραδοθώ στο κάλεσμα τούτης της παγωμένης γης που μου φωνάζει ν’ ακολουθήσω  την εξάντλησή μου και να αναπαύσω το κεφάλι μου στο μαλακό μαξιλάρι του χιονιού.

*…Και λέω κάτι που είναι λάθος κι εκείνη θυμώνει μαζί μου για μέρες, έτσι που μοιάζει πως η σκιά του εξακολουθεί να μας καταδιώκει, μα τελικά αντιλαμβάνομαι ότι το να είσαι παντρεμένος με κάποιον και όσο κοντά κι αν έχετε έρθει δεν σου δίνει δικαίωμα ιδιοκτησίας στις αναμνήσεις του ούτε σε κάνει κομμάτι της ιστορίας του που προηγήθηκε της γνωριμίας σας.

*.. Ψέματα και απουσίες γίνονται το μοτίβο των ημερών μας. Η Λόρνα μισεί το ψέμα γιατί έχει αυτή την αυστηρή αίσθηση ηθικής και δεν μπορεί παρά να οργίζεται μ’ αυτή την εσκεμμένη παρέκκλιση απ’ την αλήθεια. Εγώ δεν νιώθω ποτέ ότι δικαιούμαι να κρίνω γιατί γνωρίζω πως τα ψέματα είναι απλώς πράγματα που λέμε για ν’ αποφύγουμε να πονέσουμε είτε τον εαυτό μας είτε κάποιον άλλο. Γνωρίζω όμως επιπλέον ότι οι συνέπειές τους είναι απρόβλεπτες  κι ότι δεν έχουμε τρόπο να ξέρουμε που θα μας οδηγήσουν στο τέλος.

 

 

 

             

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΟΝΟΜΑΤΑ, του Colm Toibin. Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ


ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΟΝΟΜΑΤΑ
Του Colm Toibin
Εκδόσεις: ΙΚΑΡΟΣ

Ο Colm Toibin γεννήθηκε στην Ιρλανδία (Enniscorthy) στις 30 Μαϊου 1955.
Γράφει, Δοκίμια, μυθιστορήματα, διηγήματα, Ποιήματα. Έχει κερδίσει το βραβείο Μπούκερ. Τόσο στα δοκίμια όσο και στα μυθιστορήματα, βασικά θέματα είναι η ιρλανδική κοινωνία, η ζωή στο εξωτερικό, η διαδικασία της δημιουργικότητας, η ομοφυλοφιλία και η διαφύλαξη της ατομικής ταυτότητας.
                                                …..-----…..

Και σ’ αυτό το μυθιστόρημα «Σπίτι με ονόματα», όπως και στο έργο «Η διαθήκη της Μαρίας» διαπιστώνουμε ότι πρωταγωνιστεί γυναίκα. Βασισμένο το δεύτερο στην Καινή Διαθήκη, ο συγγραφέας μας παρουσιάζει τη γυναίκα που σηκώνει κεφάλι στην εξουσία, την οργισμένη μάνα που σκοτώνουν το παιδί της, τη γυναίκα που κάνει πολιτικοκοινωνική κριτική και αυτοκριτική. Στο μυθιστόρημά «Σπίτι με ονόματα» ο Colm Toibin έχει επίσης γυναίκες ως κεντρικούς χαρακτήρες, βασισμένος στις τραγωδίες των μεγάλων δραματικών ποιητών μας Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη.
Ηρωίδες η Κλυταιμνήστρα και η κόρη της Ιφιγένεια, με συμπρωταγωνιστές τον Ορέστη γιος της Κλυταιμνήστρας και τον ερωμένο της Αίγισθο. Δίνει το λόγο στις γυναίκες να μιλούν σε πρώτο πρόσωπο –μονόλογοι- και σε τριτοπρόσωπη αφήγηση τους άνδρες. Ο συγγραφέας φέρνει το χθες στο σήμερα, απομακρύνεται από τον μύθο, αλλά σ’ αυτόν βασίζεται φωτίζοντας τις ψυχές των εμπλεκομένων από μίσος, εκδίκηση, κατάκτηση με πολέμους και δη εμφύλιους για την εξουσία, όπως οι γνωστοί μας σημερινοί πόλεμοι. Βία στη βία, λοιπόν. Η βία είναι ο πυρήνας, θα έλεγα, του έργου, όπως ο πόλεμος των Ιρλανδών για την πλήρη ανεξαρτητοποίησή τους από την Μεγάλη Βρετανία και στη συνέχεια ο εμφύλιος, απ’ όπου κατάγεται ο συγγραφέας και εμπνεύστηκε από την αρχαία τραγωδία. Τη βία για εξουσία, τη βία για εκδίκηση, τη βία στον έρωτα, τη βία για καταστροφή της φύσης, τη βία για το μοναδικό της ατομικότητάς μας, τη βία ανθρώπου σε άνθρωπο.
Τι συμβαίνει στην καρδιά της Κλυταιμνήστρας το ξέρουμε άραγε; Θυμόμαστε πώς και γιατί παντρεύτηκε τον Αγαμέμνονα; Τον Αγαμέμνονα βασιλιά των Μυκηνών, ο οποίος είχε σκοτώσει το παιδί της από τον γάμο της με τον Τάνταλο; Τον Αγαμέμνονα, που για να μείνει δοξασμένος ως αρχιστράτηγος εκστρατείας και νικητής κατά της Τροίας, δεν τον σταματά τίποτα ακόμα και να θυσιάσει στους Θεούς την κόρη του Ιφιγένεια. Και όλα αυτά εξ αιτίας της άπνοιας που δε γινόταν να αποπλεύσει ο στόλος του από την Αυλίδα προς την Τροία. Έτσι με δόλο έφερε την Ιφιγένεια από τις Μυκήνες στην Αυλίδα, δήθεν ότι θα την αρραβώνιαζε με τον Αχιλλέα. Με χαρά την συνόδευσε η μητέρα της Κλυταιμνήστρα και ο μικρός αδελφός της Ορέστης, όμως αντί αρραβώνων ο πατέρας την παρέδωσε στον μάντη Κάλχα για θυσία.
Ο Αγαμέμνονας επιστρέφει στην πατρίδα με την ερωμένη του την μάντισσα Κασσάνδρα, κόρη του βασιλιά Πρίαμου της Τροίας. Η Κλυταιμνήστρα καταφέρνει να παρασύρει τον Αγαμέμνονα κολακεύοντάς τον μέχρι το μπάνιο και εκεί τον κατακρεουργεί. Όμως δεν σταματάει εκεί, δίνει το μαχαίρι στον Αίγισθο κι αυτός με τη σειρά του σκοτώνει την Κασσάνδρα. Οπότε η Κλυταιμνήστρα όχι μόνο εκδικείται, αλλά ο θρόνος είναι ελεύθερος όπως εποφθαλμιούσε.  
Ο Ορέστης, με τον Λέανδρο και τον Μήτρο, φυλακισμένοι μακριά από το παλάτι κατ’ εντολή της Κλυταιμνήστρας και του Αίγισθου, καταφέρνουν μαχόμενοι να αποδράσουν και μετά από ένα οδοιπορικό κακουχιών και μαχών ως κυνηγημένοι, φτάνουν στο σπίτι μιας υπερήλικης, η οποία τους φιλοξενεί με πολλή αγάπη και εκείνοι ανταποδίδουν κάνοντας τις απαραίτητες αγροτικές δουλειές. Το σπίτι της  γεμάτο με ονόματα πολλών αληθινών και μη ηρώων, ως οι ιστορίες που καθημερινά τους αφηγείται.
 Ήταν οι καλλίτερες μέρες για τους τρεις φίλους και ιδιαίτερα για τον Ορέστη, όπου τα βράδια κοιμόταν μαζί με τον Λέανδρο και συνευρίσκονταν ερωτικά.
Ο Ορέστης επιστρέφει στο παλάτι, μετά από χρόνια, αφού τον είχαν φυγαδεύσει οι στρατιώτες του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας. Η αδελφή του Ηλέκτρα κάνει υπομονή και τον περιμένει, πρέπει να ξεπλυθεί με αίμα η ατιμία της Κλυταιμνήστρας να σκοτώσει τον πατέρα τους για τον θρόνο. Ο Ορέστης εκτελεί τη μητέρα του. Το φάντασμά της τον καλεί στους διαδρόμους του παλατιού, οι φρουροί την ακούνε, τον ειδοποιούν, εκείνη του μιλάει και συνειδητοποιώντας ότι ο ίδιος ο γιος της την δολοφόνησε εξαφανίζεται με ένα ουρλιαχτό. Η Ηλέκτρα έχει ελεύθερο πεδίο για την κατάκτηση του θρόνου, ενώ τον χάνει ο Ορέστης, διότι είναι ύβρις στη Θεά της εκδίκησης και της τάξης η μητροκτονία. Εξ’ άλλου, κατά τον συγγραφέα, ο Ορέστης παντρεύεται την Ιάνθη αδελφή του φίλου του Λέανδρου και οι δυο μαζί περιμένουν έξω από το δωμάτιο της επίτοκου Ιάνθης για τον ερχομό του παιδιού τους. Οι δυο φίλοι βγήκαν έξω ακολουθούμενοι από τα βογκητά της Ιάνθης, στάθηκαν στα σκαλιά απολαμβάνοντας το πρωινό φως, πιο πλούσιο τώρα, πιο γεμάτο, όπως θα είναι πάντα στην αρχή της μέρας, άσχετα με το ποιος έρχεται και ποιος φεύγει, ποιος γεννιέται, τι ξεχάστηκε, τι έμεινε στη μνήμη. Στην ώρα του, όλα αυτά που κάποτε συμβαίνουν δεν θα στοιχειώνουν πια κανέναν, και δεν θα ανήκουν σε κανέναν, αφού και οι ίδιοι, με τη σειρά τους, θα γλιστρήσουν στο σκοτάδι και στους ίσκιους που όλο θα πυκνώνουν.




   


Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

The Poet's Room





The Poet's Room


3 Φεβ 2020

Το «εγώ» ως θύμα του «εμείς»


*
Ευγενία Μακαριάδη, Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες, Βακχικόν, Αθήνα, 2019.

Πεζά κείμενα μικρής έκτασης με γραφή ρεαλιστική και ίσως σε κάποιες σελίδες με βιωματικό περιεχόμενο. Γραφή που δεν ωραιοποιεί τις περιγραφές. Αφηγήσεις που περιστρέφονται γύρω από συγκεκριμένα κάθε φορά γεγονότα, δημιουργώντας ένα κλίμα εποχής, αλλά όχι και νοσταλγίας. Αστοί, υπάλληλοι, αγρότες, άνθρωποι «της διπλανής πόρτας», πρόσωπα της ζωής και της γραφής που ακολουθούν το πεπρωμένο χωρίς να έχουν τη δύναμη να παρέμβουν δραστικά σε αυτό. Μία θεατρική σκηνή που περιλαμβάνει ασύνδετα επεισόδια που χαράχτηκαν στη μνήμη των αφηγητών. Καθώς αφηγούνται, τα ξαναζούν. Τα χρόνια έχουν περάσει, αλλά τα πρόσωπα και το σκηνικό που συνοδεύει την κάθε ιστορία έχουν αποτυπωθεί μέσα τους με στατικό τρόπο, σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Το παρόν μοιάζει να απουσιάζει από το αντιληπτικό πεδίο των αφηγητών, που ζουν «με το ένα πόδι» στο παρελθόν, προσκολλημένοι σε τραύματα που τους είχε επιφέρει και σε εικόνες σκληρές και αληθινές, που έχουν νικήσει τη λήθη. Οι πολλές μικρές ιστορίες που συγκροτούν το βιβλίο εικονίζουν μία κοινωνία που εκτός από τις φωτεινές πλευρές της έχει και τους σκοτεινούς δρόμους και τα κρυμμένα μυστικά της. Το φως με το σκοτάδι βαδίζουν χέρι χέρι και η ζωή προχωρά σε δύο διαφορετικά επίπεδα, μακρινά και κοντινά μεταξύ τους ταυτόχρονα, που θυμίζουν τις δύο όψεις ενός χαρτιού: στην επιφάνεια, όπου όλα είναι ήσυχα, και στην άλλη όψη, όπου τίποτα δεν είναι σταθερό και προβλέψιμο.


Αγνή Αγγελούδη