Τετάρτη 25 Αυγούστου 2021

 Ευγνωμοσύνη!

Πώς νιώθετε ρωτάει το φατσοβιβλίο.

Κι εγώ δεν ξέρω τι νιώθω. Μου γράφουν λόγια αγάπης γνωστοί και άγνωστοι φίλοι, χαμογελώ και συνάμα σκέπτομαι ότι έβαλα σε κόπο να εκφράσουν κάποιοι την αγάπη, το ενδιαφέρον, την καλή συμπεριφορά αν θέλετε, όμως: Σήμερα σε επίσκεψη γιατρού, (αναρρώνω πολύ καλά) πλέον των προφυλάξεων έναντι της αρρώστιας, τα λόγια που άκουσα ήταν κάτι παραπάνω από ιάματα∙ ήταν εκείνα που ξεδιψούν ψυχές, που επουλώνουν πληγές, σκέψεις, επιθυμίες, λάθη, πετούν κι ακούς τον λόγο, που σε συνεπαίρνει, που γλυκαίνει τη σκέψη όπως ένας λόγος λογοτεχνικός, λυρικός, αληθινός, όπως ο νιτσεϊκός λόγος, όπως ο θεϊκός λόγος. Ευχαριστώ και ευγνωμονώ τον γείτονα γιατρό μου και μετανιώνω που δεν είχα μαζί μου ένα σημειωματάριο να σημειώσω όσες σκέψεις υπέροχες και παρηγορητικές έκφρασε για την αφεντιά μου (δεν ξέρω αν το αξίζω να αφιερώσει τόσο πολύ χρόνο για μένα, αλλά έχω την αίσθηση ότι ακούμπησαν στην πληγή μου και την γιάτρεψαν). Σας ευγνωμονώ κύριε Πολυχρονίδη.

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

ΑΝΕΜΕΛΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ του Πέτερ Χάντκε Εκδόσεις ΕΣΤΙΑΣ

 

ΑΝΕΜΕΛΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ

  του Πέτερ Χάντκε

 

    Εκδόσεις ΕΣΤΙΑΣ

 

 

Ο Πέτερ Χάντκε (Peter Handke) είναι Αυστριακός συγγραφέας και μεταφραστής. Γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1942 στο Γκρίφεν της Αυστρίας και έχει ασχοληθεί με κάθε είδος γραπτού και λυρικού λόγου. Μετέφρασε ξένους συγγραφείς στα γερμανικά καθώς και τραγωδίες του Αισχύλου, Σοφοκλή και Ευριπίδη.

 Ήταν ένας από τους ελάχιστους λόγιους ανά τον κόσμο που πήρε θέση ενάντια στους βομβαρδισμούς της Σερβίας από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ, το 1999.

Του απονεμήθηκε  το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2019.

 

Βιβλία του:

Σφήκες

Η κλέφτρα των φρούτων

Η αριστερόχειρη γυναίκα

Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτυ

Η μεγάλη πτώση

Κάσπαρ

Ακόμη  μια φορά για τον Θουκυδίδη

Βρίζοντας το κοινό (θεατρικό)

      κ.α.

 

Η αφήγηση του έργου αρχίζει ως εξής: Η Κυριακάτικη εφημερίδα Λαϊκή Ημερησία της Καρινθίας δημοσίευσε: Νοικοκυρά ετών πενήντα ενός αυτοκτόνησε τη Νύχτα προς Σάββατο παίρνοντας υπερβολική δόση υπνωτικών χαπιών.  

Η είδηση αυτή μπορεί να περνά αδιάφορα ίσως και με στάση συμπόνιας για την αυτόχειρα από οποιονδήποτε αναγνώστη  εκτός  εάν ο αναγνώστης είναι ο γιος του θύματος, τότε αν μη τι άλλο επικρατεί η φρίκη. Η συνείδηση τραντάζεται από φρίκη, όπως μας λέει ο συγγραφέας.

 

Ο Πέτερ Χάντκε μας αφηγείται, πώς, γιατί και ίσως, τους λόγους αυτοκτονίας της μητέρας του, όχι ως μυθιστόρημα, όχι ως κατασκευή, όχι ως επινόηση. Φαντάζεται ο αναγνώστης πόσο πολύ μπορεί να επηρεάζει ένα παιδί η λέξη «αυτοκτονία» της μητέρας του, έτσι που ο συγγραφέας μας την αναφέρει ως ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΗ ΘΑΝΑΤΟ.  

 

Αλλά πώς μπορεί να γράψει, όσο γίνεται, από απόσταση, την υφιστάμενη κατάσταση των πραγμάτων του περασμένου αιώνα της ζωής της μητέρας του (και θα έλεγα και μέχρι τον αιώνα μας) ώστε ανάμεσα στην υπάρχουσα βιαιότητα να παραχώσει και την αυτοχειρία της. 

 

Παρότι τέτοιου είδους βιώματα παραμένουν καρφιά στις ψυχές των τέκνων και σιωπούν έναντι της φρίκης, ο αφηγητής μας εξομολογείται αυτό που δεν αντέχεται και αυτό που δεν κουβεντιάζεται. Σαν νυγμός ανεμελιάς στη δυστυχία. Οπωσδήποτε ο αναγνώστης διαβάζοντας προσεκτικά το έργο θα επισημάνει σπαράγματα πόνου, λύπης και πένθους.

 

Μου είναι πολύ αγαπητός ο Χάντκε όταν στα βιβλία του αναφέρει τη γυναίκα, την κάθε γυναίκα∙ έχει μαζί της τέτοια εξοικείωση που προσαρμόζει κάθε εξωτερικό παράγοντα στη διαμόρφωσή της. Μπαίνει στη σκέψη, στη θέση και ψυχοσύνθεσή της. Διαβάζοντας το βιβλίο μου ‘ρχονται μνήμες συζύγων, μανάδων, γιαγιάδων όχι μόνο του περασμένου αιώνα, κατά τον οποίο έζησε η μητέρα του συγγραφέα, αλλά και μέχρι σήμερα στην Ελλάδα και ανά τον κόσμο το πόσο υπέφεραν και υποφέρουν ψάχνοντας τον εαυτό τους ή μάλλον ψάχνοντας ένα γιατί.

 

Αναφέρει τοιχογραφικά την ένδεια ανθρώπων της υπαίθρου, όταν προ πενήντα χρόνων γεννήθηκε η μητέρα του, όπου επικρατούσαν ακόμα συνθήκες του 1848 με δουλοπάροικους και φεουδάρχες, μια και εξηγεί ότι ο παππούς του υπήρξε νόθο παιδί, όπως τα παιδιά των περισσοτέρων μικροκαλλιεργητών. Η μητέρα του ήταν κόρη πλουσίου αγρότη, όπου υπηρέτης ήταν ο πατέρας του, που γι αυτόν δεν ήταν τίποτα παραπάνω παρά ο γεννήτοράς του.  

Χρόνια ενδεή του 20’ του ‘30’ του ’40, σκληρά χρόνια για άντρες και ακόμα σκληρότερα για τις γυναίκες. Άραγε οι λόγοι αυτοκτονίας, είναι η φτώχεια; Η διακοπή των σπουδών της μητέρας; Ο ανεκπλήρωτος έρωτας από τον οποίο αυτός γεννήθηκε; Ο μετέπειτα γάμος της, που έγινε κατόπιν κοινωνικών συνθηκών και ζήτημα καθήκοντος να δώσει στο παιδί της έναν πατέρα; Ασχέτως αν εκείνη τον αντιπαθούσε. Αν κι εκείνος τη λάτρευε και δεν τον ένοιαζε αν γεννούσε το παιδί ενός άλλου. Μήπως μεταξύ όλων αυτών ήταν και τα κενά που γέμιζε με ανέλπιδα όνειρα για κάτι άλλο; Ένα δρόμο, για παράδειγμα, ένα διάλεγμα που θα την απελευθέρωνε; Μήπως η συμπόνια, η ενσυναίσθηση για την οικογένεια, τα καθήκοντα, τα πρέπει της δημιουργούσαν νέα κενά; Μήπως τα πολλαπλασιαζόμενα κενά έκοβαν μαχαίρι κάθε μικρή φτερούγα που γεννιόνταν σαν γαλήνευε η τρικυμία της καθημερινότητά της; Μήπως ήταν η αποστροφή για τον σύζυγο της που την ξυλοκοπούσε; Μήπως το νοιάζει του για ‘κεινη ήταν για την ίδια φορτίο ενόχλησης; Μήπως, όπως αφηγείται ο συγγραφέας, μετατράπηκε σ’ ένα ουδέτερο πλάσμα που ξοδευόταν στην καθημερινή ρουτίνα; Μήπως τελικά πήρε το μυστικό της στον τάφο;

 

 Μήπως, μήπως, μήπως; Μπορώ να γράφω ένα σωρό εικασίες για κάθε γυναίκα, για κάθε γυναίκα που έθαψε και θάβει τα όνειρά της, για κάθε γυναίκα που στιγματίζεται με νόθο παιδί, για κάθε λέξη που ο συγγραφέας τοποθετεί ακριβώς στη θέση της και κουρελιάζει τις κοινωνικές συμπεριφορές που περιθωριοποιούν ανθρώπους.   

 

Απανθίσματα:

*όλα άρχισαν όταν η μητέρα μου ανέπτυξε ξαφνικά τη διάθεση για κάτι: ήθελε να μάθει∙ γιατί μαθαίνοντας τότε που ήταν παιδί, ένιωθε κάτι από την ίδια. Ήταν όπως όταν λέει κάποιος «Αισθάνομαι» Για πρώτη φορά μια επιθυμία, που μάλιστα εκφραζόταν κάθε τόσο, ώσπου στο τέλος καταντούσε έμμονη ιδέα. Η μητέρα διηγούνταν ότι «παρακαλούσε γονατιστή» τον παππού να την αφήσει να μάθει κάτι. Αυτό όμως αποκλειόταν: ένα νεύμα με το χέρι αρκούσε για την απόρριψη∙ μια κίνηση αποδοκιμασίας για κάτι που ήταν αδιανόητο.

 

*η μητέρα δεν έγινε τίποτα…

*η επώδυνη ανάμνησή της, οι καθημερινές κινήσεις της, ιδίως στην κουζίνα.

 

*τον πρώτο καιρό το χαροπάλεμά της μου παρουσιαζόταν ολοζώντανο, ειδικά όταν επανερχόταν η ημέρα της εβδομάδας που είχε πεθάνει. Κάθε Παρασκευή το σούρουπο ήταν οδυνηρό και μετά νύχτωνε. Το κιτρινωπό φως στον δρόμο του χωριού μέσα στη νυχτερινή ομίχλη∙ βρώμικο χιόνι και μυρωδιά αποχέτευσης∙ σταυρωμένα χέρια στην πολυθρόνα μπροστά στην τηλεόραση∙ το τελευταίο καζανάκι δυο φορές.

 

*αυτή η ιστορία όμως έχει όντως να κάνει με ακατονόμαστα πράγματα, με βουβές στιγμές τρόμου. Πραγματεύεται στιγμές, στις οποίες η συνείδηση τραντάζεται από τη φρίκη∙ ….

όνειρα τόσο αποτρόπαια ώστε τα ζει κανείς πράγματι σαν σκουλήκια μέσα στη συνείδηση. Όταν κόβεται η αναπνοή, όταν κάποιος κοκκαλώνει, «ένα σύγκρυο σκαρφάλωνε στη ραχοκοκαλιά μου, μου σηκωνόταν η τρίχα…

 

**η φρίκη υπάγεται στους φυσικούς νόμους είναι ο horror vacui στη συνείδηση. Μόλις η παράσταση αρχίσει να παίρνει σχήμα στη φαντασία, παρατηρεί αίφνης ότι δεν υπάρχει τίποτα ποια για να παραστήσει. Κι εκεί καταρρέει, σαν φιγούρα κινούμενων σχεδίων που συνειδητοποιεί ότι όλη την ώρα αεροβατούσε.

 

Τζένη Μακαριάδη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

ΑΝΤΙΟ ΤΩΡΑ, ΤΑ ΛΕΜΕ ΑΥΡΙΟ του William Maxwell Εκδόσεις GUTENBERG

 

          ΑΝΤΙΟ ΤΩΡΑ, ΤΑ ΛΕΜΕ ΑΥΡΙΟ του William Maxwell

                       Εκδόσεις GUTENBERG

 

Ο Γουίλιαμ Μάξγουελ γεννήθηκε το 1908 στο Λίνκολν του Ιλινόις  και πέθανε το 2000 στη Νέα Υόρκη.

Συγγραφέας και επιμελητής του «New Yorker» για 40 χρόνια. Υπήρξε μέντορας πολλών συγγραφέων της γενιάς του όπως οι Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Iσαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, Τζον Απντάικ, Τζερόμ Ντέιβιντ  Σάλιντζερ. Ο Σάλιντζερ μάλιστα, όταν ολοκλήρωσε το χειρόγραφο του «Φύλακας στη σίκαλη», έσπευσε στο σπίτι του Μάξγουελ για να του το διαβάσει και να ζητήσει τη γνώμη του.

Το έργο αρχίζει δημοσιογραφικά, όταν οι εφημερίδες της εποχής αναφέρονται στο έγκλημα που διέπραξε ο πατέρας του δεκάχρονου Κλίτους, σκοτώνοντας τον εραστή της γυναίκας του. Αμέσως μετά αυτοκτόνησε πέφτοντας στο σκυρωρυχείο, που έμοιαζε με μικρή λίμνη και ήταν τόσο βαθύ, που έλεγαν ότι δεν έχει πυθμένα

Ένα βιβλίο που θέλεις να ξαναδιαβάσεις. Ευαίσθητο, συγκινητικά αληθινό, συνεκτικό σε δυο ιστορίες με θέμα την απώλεια – τον θάνατο. Ο θάνατος στιγματίζει δυο δεκάχρονους φίλους όταν ο μεν ένας χάνει τη μητέρα του και ο άλλος τον πατέρα του.

Πώς ένας θάνατος μπορεί να καταστρέψει μια οικογένεια, μια στέγη που προστατεύει, μια στέγη υποστήριγμα για τα παιδιά και την ανάπτυξή τους. Η παιδική ψυχή που φρικιάζει έναντι του θανάτου των γονιών.  

Μια εξομολογητική μνήμη του αφηγητή, μια κατασκευή μνήμης του συγγραφέα, μια υπέροχη ιστορία.

Τοιχογραφία μιας εποχής σε αγροτικές περιοχές στο Λίνκολν του Ιλινόις, όπου ο συγγραφέας εικονοποιητικά και ποιητικά μας μεταφέρει στην πατρίδα του απαρχές του 20ου αιώνα, στη νοοτροπία των κατοίκων και στα ήθη και έθιμά τους. Αναφέρονται τα ανέμελα παιδικά του χρόνια παίζοντας με τον φίλο του τον Κλίτους, πριν ορφανέψουν ο αφηγητής από τη μητέρα του και ο Κλίτους, όταν ο πατέρας του σκότωσε τον εραστή της μητέρας του και μετά αυτοκτόνησε.

Η φαντασία του αφηγητή πρωταγωνιστεί, καλπάζει ανάμεσα σε πραγματικά γεγονότα και μιλάμε για γεγονότα που συνέβησαν προ πενήντα χρόνων και όπως λέει ο συγγραφέας «όταν μιλάμε για το παρελθόν δεν σταματάμε να λέμε ψέματα».

Ο αφηγητής μας μεταφέρει την αληθινή ιστορία γεμίζοντας τα κενά με υποψίες και επινοήσεις.

Εντέλει και ο χρόνος που προκαλεί το γήρας και επαναφέρει στη μνήμη του αφηγητή τα δραματικά γεγονότα, όπου δίνει άφεση στον εαυτό του από ενοχές, όταν είδε τον φίλο του χρόνια μετά και δεν του μίλησε, όχι εσκεμμένα. Άξιο λόγου θα ήταν να ξέρει ο Κλίτους ότι διαφύλαξε ευλαβικά το μυστικό του, κανείς δεν έμαθε το παραμικρό στο νέο σχολείο που φοιτούσαν.

Τέλος ο αφηγητής εύχεται γαλήνη στον παιδικό του φίλο.

 

Απανθίσματα:

Ο θάνατος της μητέρας μου είχε οδηγήσει τον πατέρα μου στα όρια της κατάρρευσης. Το βράδυ, μετά το δείπνο, βημάτιζε μέσα στο σπίτι κι εγώ βημάτιζα μαζί του, με το χέρι μου περασμένο στη μέση του. Ήμουν δέκα χρονών. Πήγαινε από το καθιστικό στο χολ και όταν έφτανε μπροστά στο ρολόι του τοίχου έστριβε κι έμπαινε στη βιβλιοθήκη, και από τη βιβλιοθήκη στην τραπεζαρία και μετά έμπαινε στο καθιστικό από μια άλλη πόρτα, και τέλος πίσω στο χολ. Δεν μιλούσε, κι έτσι δεν μιλούσα ούτε κι εγώ. Προσπαθούσα μόνο να μαντέψω, όταν ετοιμαζόταν να στρίψει για να μην κουτουλήσουμε ο ένας με τον άλλο.

Τα παιδιά δεν μπορούν να πουν αν αυτά ανήκουν στο σπίτι ή το σπίτι ανήκει σ’ αυτά. Μόλις πάρεις τη σκύλα μακριά, πάρε και την κουζίνα – πάρε τη μυρωδιά από κάτι νόστιμο, που ψήνεται στο φούρνο. Τη μυρωδιά της μπουγάδας, των μάλλινων που στεγνώνουν στην απλώστρα. Της στάχτης. Της σούπας που σιγοβράζει στη στόφα. Πάρε και το γέρικο άλογο που περιμένει υπομονετικά δίπλα στο φράχτη. Πάρε τι μικροδουλειές που τον κρατούσαν απασχολημένο απ’ όταν γύριζε απ’ το σχολείο μέχρι την ώρα του βραδινού. Πάρε την πάχνη νωρίς το πρωί, το οργισμένο κρώξιμο ων κορακιών στις κορφές των δέντρων.

Τα ρούχα του για τις δουλειές είναι ακόμη κρεμασμένα στο δωμάτιό του, στο καρφί δίπλα στην πόρτα, αλλά κανείς δεν τα βάζει και κανείς δεν τα βγάζει. Κανείς δεν κοιμάται στο κρεβάτι. Ούτε διαβάζει τον Τομ Σουίφτ και την ιπτάμενη μηχανή με την τσαλακωμένη ράχη. Μιας και είσ’ εδώ, παρ’ το κι αυτό.

Πάρε το κανάτι και το μπολ, στεγνά και σκονισμένα. Πάρε το στάβλο με τις αγελάδες όπου οι γάτες κάθονται στη σειρά και περιμένουν με το στόμα ορθάνοιχτο κάποιον να τους δώσει λίγο γάλα. Πάρε και το στάβλο με τα άλογα-τη μυρωδιά απ’ το σανό και τη σκόνη και το αλογήσιο κάτουρο και τα λουριά λερωμένα απ’ τον ιδρώτα, πάρε και τη βροχή που πέφτει δυνατά στο οργωμένο χωράφι έξω απ’ την ανοιχτή πόρτα. Παρ’ τα όλα αυτά μακριά, και τι μένει; Μετά από τέτοια απώλεια, τι νόημα έχει να του ζητήσεις να συνεχίσει να είναι το αγόρι που ήταν πριν; Καλύτερα να ξεκινήσει τη ζωή απ’ την αρχή σαν κάποιο άλλο αγόρι.

 

Τρίτη 13 Απριλίου 2021

ΤΑΛΓΚΟ του Βασίλη Αλεξάκη

 

                                    ΤΑΛΓΚΟ

                            του Βασίλη Αλεξάκη

                                

Ο Βασίλης Αλεξάκης ελληνογάλλος συγγραφέας,  γεννήθηκε στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 1943 και πέθανε το 2021. Σπούδασε στην ανωτάτη Δημοσιογραφική Σχολή της Λιλ. Εγκατεστημένος στη Γαλλία από το 1969, υπήρξε επί σειρά ετών συνεργάτης της εφημερίδας Le Monde έγραφε στα γαλλικά και ελληνικά.

Έχει πάρει μεταξύ άλλων τα βραβεία του: Αλμπέρ Καμί, Αλεξάντρ Βαιλάτ, Σαρλ Εσμπραγιά, Medicis, αλλά και το Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας το 2007, για το βιβλίο του "μ.Χ."

Ηταν 17 χρονών, όταν έγραψε την πρώτη του φράση στα γαλλικά, ως συγγραφέας. Τη φράση που ήθελε να γραφτεί στο μνήμα του, «Δεν υπάρχει θεός. Είμαι σε θέση να το γνωρίζω». Έλεγε: «Παντρεύτηκα την ιστορία, το παραμύθι. Η ελληνική γλώσσα αξίζει περισσότερο και από την Ακρόπολη».

Δεν θέλησε ποτέ να πάρει τη γαλλική υπηκοότητα∙ έζησε από έφηβος ως το 2015 κυρίως στη Γαλλία με μεγάλα διαλείμματα στην Αθήνα και την Τήνο, όμως πατρίδα ένιωθε πάντα την Ελλάδα. Όταν έγινε η χούντα σταμάτησε να γράφει στα ελληνικά και κάθε του λέξη ήταν γαλλική.

************………………..**************

Ευκολονόητο και ευκολοδιάβαστο το βιβλίο Τάλγκο, του πρόσφατα θανόντος συγγραφέα Βασίλη Αλεξάκη. Η γλώσσα απλή, ρυθμική, ρέει ο λόγος του.

Η λέξη Τάλγκο είναι ακρωνύμιο ενός «ελαφρού-σπονδυλωτού» τρένου,  (τρεν, αρτικολάντο λιχέρο∙ του Γκουικοτσέα που το εφεύρε, και του Οριόλ που το χρηματοδότησε. Είναι το τρένο εκείνο όπου η ερωτευμένη –μέχρι τα μπούνια, όπως θα λέγαμε- ηρωίδα του βιβλίου ταξιδεύει να συναντήσει τον εραστή της.

Το Τάλγκο είναι το πρώτο στα ελληνικά που έγραψε ο Αλεξάκης. Είναι ένα  ιντερμέδιο τρελού έρωτα μιας γυναίκας και ενός άντρα. Η ζυγαριά στην παραζάλη του έρωτα κλείνει περισσότερο από της γυναίκας τη μεριά, έτσι τουλάχιστον μας δείχνει η αφηγήτρια και πρωταγωνίστρια του έργου. Έργο δραματικό ερωτικό και ελπιδοφόρο. Ο πόνος του ανεκπλήρωτου έρωτα ζητωκραυγάζει, η αγάπη λυγίζει. Και όπως στις πιο πολλές δραματικές στιγμές της ζωής, έρχεται ο χρόνος να καταπραΰνει πληγές και η σκέψη να βάζει τα πράγματα στη θέση τους, κρύβοντας  στο κουτάκι των γλυκών αναμνήσεων ένα μικρό μπουκαλάκι παριζιάνικης βροχής. 

Ο Αλεξάκης μπαίνει ολόκληρος στην ψυχοσύνθεση της ερωτευμένης γυναίκας, όμως ο αναγνώστης μπορεί να παρατηρήσει μιαν αχνάδα αντρική που παίζει τα νήματα στη λίαν ευαίσθητη νότα του έρωτα.

Διανθίζεται το έργο με το γνωστό χιουμοριστικό υπομειδίαμα του συγγραφέα. 

Η Ιστορία έχει να κάνει με τον εξωσυζυγικό έρωτα δυο νέων ανθρώπων της Ελένης και του Γρηγόρη. Γνωρίζονται σε μια παρέα κοινών φίλων. Ο Γρηγόρης είναι οικονομολόγος, εργάζεται στην ΕΟΚ και μένει στη Γαλλία. Η Ελένη τον ερωτεύεται με την πρώτη ματιά. Η καθημερινότητα της συζυγικής ζωής τούς έχει κουράσει και ψάχνουν τη μαγεία στον έρωτα. Ο ξαφνικός έρωτας δίνει τη θέση του στην αγάπη, στη συναισθηματική σχέση και όλα συστρέφονται σ’ ένα απίστευτο ερωτικό και μαγευτικό ταξίδι στις πόλεις Αθήνα, Παρίσι, Βαρκελώνη με αξέχαστο το τρένο Τάλγκο. Τέλος ένα γράμμα χωρισμού που έλαβε η Ελένη από τον Γρηγόρη, την κάνει να αναπολεί και να γράφει ώρα την ώρα και μέρα τη μέρα που έζησε μαζί του. Το ζευγάρι χωρίζει και επιστρέφει ο καθείς στην οικογένειά του. Πολλές φορές η καθημερινότητα κουράζει, όμως όταν οι άνθρωποι της οικογένειάς σου, σε αγαπούν και σου συμπαραστέκονται, τότε βρίσκεις να ξεκουράσεις τον πόνο στη γαλήνη, όπως ακριβώς η Ελένη.  

Αποσπάσματα:

Έμεινα να σε κοιτάζω κι όσο ξυριζόσουν καθισμένη στο χείλος της μπανιέρας.

-Άλλους, είπες, μπορεί απλώς να τους στενοχωρεί το γεγονός ότι γερνάνε, ότι χάνουν τα μαλλιά τους, τα δόντια τους.. Εγώ γίνομαι έξω φρενών,  μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι κάθε που κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Είναι σαν να βλέπεις να σου γκρεμίζουν το ίδιο σου το σπίτι και να μη μπορείς να κάνεις τίποτε! Σε ποιον να κάνω μήνυση; Πού να υποβάλω έγγραφη διαμαρτυρία με συνημμένες φωτογραφίες που να με δείχνουν παιδί και πως κατάντησα τώρα;

 

Τις ξανάζησα φορές και φορές τι στιγμές που περάσαμε μαζι απ’ όλες όμως προτιμώ εκείνες τις πρώτες ώρες στο Κουκάκι, σ’ εκείνη την ταβέρνα, γιατί εκεί συντελέστηκε κάτι σαν θαύμα, που δε θα μπορέσω ίσως ποτέ να το εξηγήσω, γιατί εκεί αισθάνθηκα, ξέρεις πώς αισθάνθηκα αγάπη μου; Σαν τον πρώτο άνθρωπο που είδε τον ήλιο ν’ ανατέλλει έρωτα όπως τρώει ο Καραγκιόζης, με βουλιμία, μέχρι σκασμού! Καλά καλά δεν προλαβαίναμε να καπνίσουμε ένα τσιγάρο κι άντε πάλι απ’ την αρχή! Κοντέψαμε να κάψουμε τα σεντόνια! Να διαμελίσουμε το κρεβάτι, ένα ωραίο ξύλινο κρεβάτι με λουλουδάκι ζωγραφισμένα στην πλάτη του. Πήγαιναν πέρα δώθε σαν να τα φυσούσε ο αέρας!

«Έκλεισα πίσω μου την πόρτα του διαμερίσματος, ακούμπησα το πακέτο στο τραπέζι, το κοίταξα κάμποση ώρα. Μετά βάλθηκα να λύσω τον σπάγκο, δεν τα κατάφερα, τον έκοψα μ’ ένα ψαλίδι. Μέσα στο πακέτο βρήκα ένα γυάλινο μπουκαλάκι, σαν αυτά του φαρμακείου, μ’ ένα διαφανές υγρό. Επάνω στο μπουκαλάκι είχες γράψει με σινική μελάνι: ΠΑΡΙΣΙΝΗ ΒΡΟΧΗ. Βρήκα κι αυτό το σημείωμα: Τη μάζεψα με μια κατσαρόλα, απ’ το παράθυρο. Το μανίκι μου έγινε μούσκεμα. Γρηγόρης».

**************************************************************************************

 

 

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Τίποτε δεν χάνεται της Cloe Mehdi γεν. 1992 Γαλλία. Εκδόσεις: ΠΟΛΙΣ

 

                   Τίποτε δεν χάνεται

             της Cloe Mehdi  γεν. 1992 Γαλλία.

                        Εκδόσεις: ΠΟΛΙΣ

 

Η νεαρή συγγραφέας Κλοέ Μεντί με το βιβλίο της «Τίποτα δεν χάνεται» τιμήθηκε με πολλά βραβεία (Prix Mystere de la critique 2017, Prix Dora Suarez 2017, Prix Etudiant du polar 2016, Prix Blues & Polar και Prix Mille et Une feuilles Noires).

Το έργο της έχει πλοκή νουάρ λογοτεχνίας, με αστυνόμους –μπάτσους- όπως τους χαρακτηρίζει. Μέσα από τα μάτια του ιδιοφυούς 11χρονου Ματιά που μεγαλώνει πληγωμένος από τις κακοτυχίες-δυστυχίες της οικογένειάς του, όπως η ψυχασθένεια του πατέρα του και η αυτοκτονία του. Κρεμάστηκε στο ψυχιατρείο όπου νοσηλευόταν. Η υπεροψία του μεγάλου ετεροθαλούς αδελφού του, ιατρός στο επάγγελμα, η περίεργη συμπεριφορά της αδελφής του Τζίνας και περισσότερο η εξαφάνιση της μητέρας του, η οποία δε δίστασε να αποδεχθεί την κηδεμονία του από 22χρονο νεαρό του οποίου το παρελθόν, ψυχικές διαταραχές και υποψίες για φόνο συμμαθήτριάς του δεν ήταν οι καταλληλότερες, φαινομενικά τουλάχιστον.

Η συγγραφέας είναι κριτική και καταγγελτική στην άγρια συμπεριφορά της αστυνομίας όταν συλλαμβάνει και σκοτώνει 15χρονο αγόρι –αραβικής καταγωγής- για μικροαπάτες. Ο φόνος αυτός ξεσηκώνει τους ομόφυλούς του καθώς και κάθε άνθρωπο που σηκώνει ανάστημα συμπαράστασης διαδηλώνοντας την αυθαιρεσία της εξουσίας. Ο φόνος αυτός είναι η απαρχή των κακουχιών της οικογένειας του Ματιά ακόμα πριν γεννηθεί ο ίδιος. Ας σημειώσω εδώ ότι η φονική πολλές φορές επίθεση των αστυνομικών σε πολίτες και μάλιστα νεαρούς δεν μας είναι άγνωστη και μας θυμίζει το φόνο του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον 37χρονο αστυνομικό Επαμεινώνδα Κορκονέα, το 2008.

Κεντρικός ήρωας του έργου είναι ο Ματιά και ακολουθούν: ο Ζε που τον κηδεμονεύει, η ηλικιωμένη Γκαμπριέλ -αγαπημένη του Ζε- που έχει τάσεις αυτοκτονικές και μάλιστα η πρόσφατη απόπειρά της να κόψει τις φλέβες της. Στο περιβάλλον αυτό ο μικρός Ματιά κάνει πρόβα αυτοκτονίας, ατυχή ευτυχώς,  κόβοντας επιπόλαια τις φλέβες του. 

Ο Ματιά δεν μοιάζει με τα παιδιά της ηλικίας του, που παίζουν χαρούμενα, είναι μελαγχολικός, εσωστρεφής, ώριμος, στοχαστικός, σκεπτόμενος και σε πολλές περιπτώσεις σκωπτικός ή καλύτερα με χιούμορ.

Χαρακτήρας του έργου η «σιωπή», εφ’ όσον κανένα από τα πρόσωπα του έργου δεν εκφράζει τα συναισθήματά του και συνηθίζει να σωπαίνει. Ο Ματιά όμως ακούει και ερμηνεύει τη σιωπή και μας λέει «Η σιωπή ορμά και μας συντρίβει με τον άμορφο όγκο της. Οι ώμοι μου λυγίζουν κάτω από το βάρος της». 

Τα πρόσωπα του έργου ζουν κρυφά και σε απελπισία εφ’ όσον όλα έχουν σχέση φιλική ή συγγενική με τον δολοφονημένο 15χρονο ονόματι Σαϊντ Ζαϊντί.  Ο Σαϊντ δεν ξεχνιέται μια και σε τοίχους σπιτιών και σε φράχτες ζωγραφίζουν πάντα το σκίτσο του και η επιγραφή από κάτω «Δικαιοσύνη», παρότι η αστυνομία κάνει φιλότιμες προσπάθειες να το σβήνει.

Ο Ματιά σκέπτεται, αλλά και αποστηθίζει, αποσπάσματα φιλοσοφίας του Καμύ καθώς και ποιήματα των Ρεμπώ και Μπωντλέρ, που ο Ζε διαβάζει και απαγγέλλει καθημερινά. Επιπρόσθετα, παραμονεύει τα λόγια των μεγάλων και μαντεύει τις σιωπές τους. Θέλει να μάθει τα μυστικά της αληθινής ζωής, αυτά που δεν αποκαλύπτουν στα παιδιά. Η αλήθεια είναι ότι οι ιστορίες της αληθινής ζωής δεν είναι φτιαγμένες για τις ψυχές μικρών παιδιών.

Στο βιβλίο αναφέρονται -με πλαγιογράμματα- οι χαρακτήρες του βιβλίου, τα αισθήματα τους και η οδύνη τους για την άδικη ζωή που τους βασανίζει.                

Η συγγραφέας μ’ αυτό το έργο της επισημαίνει τις συλλογικές δυστυχίες μέσα από την καταστροφική πορεία της ατομικής ζωής κακότυχων προσώπων και οικογενειών ιδιαίτερα αυτών που τυγχάνουν αλλοεθνείς και υμνεί την αγάπη, την πίστη στη φιλία, καθώς και την ηρωική, θα έλεγα, πράξη της μάνας για τη σωτηρία δυο κοριτσιών, της αδελφής του αδικοχαμένου Σαϊντ και της κόρης της.

Απεικονίζει επίσης τον ψυχικό κόσμο των ανθρώπων και ιδίως ατόμων ειδικής ψυχοσύνθεσης (θα έλεγα ψυχολογικός ρεαλισμός). Άποψη της συγγραφέα επίσης να αντιμετωπίζει καταγγελτικά την εξουσία τοποθετώντας τους ήρωές της ανάμεσα στα θύματα του κοινωνικού περιβάλλοντος.

 Το βιβλίο είναι ευανάγνωστο.  Όμως ο λόγος του μικρού Ματιά δεν με πείθει. Σε πολλές περιπτώσεις φιλολογικός, φιλοσοφικός, ψυχολογικός. Αν και γνωρίζει καλά το δικαίωμα κάποιου που δεν του αρέσει η Ζωή και οι αδικίες της να αυτοκτονεί, όπως οι πολλές απόπειρες -της συμπαθούς κατά τα άλλα στην ιστορία- Γκαμπριέλ. Είναι μαθητής δημοτικού ο Ματιά αλλά έχει την ευχέρεια να ακούει τον Ζε και να αποστηθίζει Ρεμπώ, Αραγκόν και άλλους ποιητές-φιλοσόφους.

Τέλος με πείθει ο Ματιά ως η φωνή της συλλογικής συνείδησης, αρχέτυπο  ανθρωπιάς, αγάπης και  φιλίας,

Αποσπάσματα:

** Έριχνα πέτρες στη λιμνούλα και μετρούσα τις φορές που αναπηδούσαν. Ήμουν ρεαλιστής. Έβαζα τον πήχη ψηλά.

            Στα πέντε, ο μπαμπάς θα γιατρευόταν.

            Στα έξι, θα επέστρεφε στο σπίτι για τα γενέθλιά μου

            Στα οχτώ, δεν θα ξαναρρώσταινε ποτέ.

Λίγο αργότερα το άλλαξα.

            Στα πέντε, δεν έχει πεθάνει στ’ αλήθεια.

            Δεν κατάφερα ποτέ να ξεπεράσω το τρία. Μπορεί βαθιά μέσα μου να μην ήθελα να γυρίσει. Μπορεί να έφταιγα εγώ που δεν γύριζε.

            Να  έφταιγα εγώ που κρεμάστηκε.

**Η Γκαμπριέλ δεν έχει εγκαταλείψει το σχέδιό της να φύγει. Νομίζω ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο μένει ακόμα είναι για να εξοικειωθεί σιγά σιγά ο Ζε με την ιδέα της απουσίας της. Δεν μου αρέσει να σκέφτομαι, αλλά νομίζω ότι είμαι προετοιμασμένος. Μένει να δούμε πώς θα  συνέλθει ο Ζε μετά απ’ αυτό. Σιγά σιγά αποδέχεται το εύρος της αδυναμίας του. Όπως έλεγε η μητέρα μου, δεν φτάνει η αγάπη κάποιου για να σε κρατήσει στη ζωή.                    

Θα είμαι εδώ για κείνον όταν φύγει η Γκαμπριέλ.