Τετάρτη 30 Μαρτίου 2022

Το αμάρτημα της μητρός μου του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ

 Το αμάρτημα της μητρός μου του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ


 –πραγματικό ονοματεπώνυμο- Γεώργιος Σύρμας ή Μιχαηλίδης.

Γεννήθηκε το 1849 στη Βιζύη, κωμόπολη της Ανατολικής Θράκης.

Απεβίωσε το 1896 (47 ετών).

 

Λόγιος, ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, αρθογράφος και κριτικός.

 

Έργα του μεταφράστηκαν, στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Ρουμανικά

 

Ο  Γ. Βιζυηνός έζησε στερημένα παιδικά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και στην Κύπρο. Με υποτροφία ενός πλούσιου ομογενή σπούδασε στην Αθήνα και στη Γερμανία φιλοσοφία και ψυχολογία. Το 1881 πήρε στη Λιψία το διδακτορικό δίπλωμα. Το πέρασμα από το Παρίσι και η γνωριμία του με τον Βικέλα, πεζογράφο της ίδιας γενιάς, τον ωθούν προς το διήγημα. Από το 1883 ως το 1884 δημοσιεύει τα περισσότερα από τα διηγήματά του. Έγραψε επίσης ψυχολογικές μελέτες και διδακτικά εγχειρίδια. Το 1892 μια διανοητική ασθένεια του κλείνει τη σταδιοδρομία.

 

Μοντερνιστής συγγραφέας της γενιάς του ’80 και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ηθογραφικού διηγήματος στη νεοελληνική λογοτεχνία υπήρξε ο Γεώργιος Βιζυηνός, όπως και Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.  Ο Βιζυηνός θίγει -στα πεζογραφήματά του- τα ήθη, έθιμα και παραδόσεις της ελληνικής υπαίθρου, τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής του, τη ζωή  των απλών – λαϊκών ανθρώπων και υπεισέρχεται -εφ’ όσον οι σπουδές του στη φιλοσοφία και ψυχολογία τον κατευθύνουν- να αναλύει σε βάθος, το  περιεχόμενο της ψυχής των χαρακτήρων του.

 

 

 

 

 

 

 

Πεζογραφήματα:

·        Το αμάρτημα της μητρός μου 

·        Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως 

·        Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου 

·        Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας

·        Το μόνο της ζωής του ταξείδιον 

·        Πρωτομαγιά 

·        Ο Μοσκώβ-Σελήμ 

·         κ.α..

 

Το αμάρτημα της μητρός μου

 

 

           «Το Αμάρτημα της Μητρός μου» είναι το πρώτο διήγημα του Γ. Βιζυηνού και το πρώτο καθαυτό νεοελληνικό διήγημα.

Γλώσσα πλούσια, ποιητική, γοητευτική καθαρεύουσα.

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, θύμησες της παιδικής ηλικίας του αφηγητή-συγγραφέα.

Κεντρικό πρόσωπο η μητέρα και στο διήγημα η ίδια μητέρα του συγγραφέα. Ο αφηγητής-συγγραφέας βασανίζεται και απογοητεύεται από τη μεροληπτική στάση της μητέρας του, όταν η παθολογική αγάπη και στοργή της περιορίζεται μόνο στην αδελφή του, την Αννιώ, αγαπημένη εξάλλου  όλης της οικογένειας επειδή είναι ασθενής. Η μητέρα παραμελεί τα τρία της αγόρια, κάτι που ενοχλεί τον μεγαλύτερο τον Γιωργή, όμως το ξεπερνά γιατί αγαπά την μικρή καλόκαρδη Αννιώ, που και εκείνη αγαπά τα αδέλφια της και την αγαπούν χωρίς ζήλια, λόγω της αρρώστιάς της. Υποτροπιάζει όμως η αρρώστια και η χήρα μητέρα δεν έχει άλλη έννοια παρά μόνο την άρρωστη θυγατέρα της. Παραμελεί τελείως την οικογένειά της και ιδιαίτερα τα μικρά της αγόρια, που έχουν την ανάγκη της. Πιστεύει, όπως πίστευαν εκείνο τον καιρό, ότι είναι δαιμονική η αρρώστιά της Αννιώς και δεν κάνει κάτι άλλο παρά ξόρκια παπάδων για την απομάκρυνση των κακών πνευμάτων, μαγικά φυλαχτά και γιατροσόφια. Εντούτοις η Αννιώ  χειροτερεύει και η μητέρα αποφασίζει να πάει την άρρωστη στην εκκλησία, να την αφήσει εκεί για σαράντα μερόνυχτα. Τη συνοδεύουν τα αδέλφια της, όμως διανυκτερεύει μόνο ο Γιωργής με τη μητέρα του. Τις νύχτες ο μικρός Γιωργής τρομάζει από το άγριο περιβάλλον  κρύο και σκοτεινό της εκκλησίας και τρέχει αλαφιασμένος απ’ εκεί, όταν ακούει τη μητέρα του να προσεύχεται και να παρακαλάει τον Θεό να της πάρει ένα από τα αγόρια της και να αφήσει να ζήσει η Αννιώ. Η Αννιώ πεθαίνει. Η μητέρα επιστρέφει στα οικιακά της καθήκοντα. Ο Γιωργής ξενιτεύεται. Η μητέρα υιοθετεί ένα κορίτσι, το ανατρέφει με αγάπη, μέχρι που το αποκαθιστά παντρεύοντάς το. Στη συνέχεια υιοθετεί κι άλλο κορίτσι, που είναι κατά κάποιον τρόπο ελαττωματικό. Ο Γιωργής επιστρέφει στο σπίτι και είναι βαθιά απογοητευμένος από την μητέρα του, που υιοθετεί κορίτσια και μάλιστα από το τελευταίο, που πάσχει από μωρότητα. Σχεδιάζει να εγκαταλείψει την οικογένεια, που όμως τον έχει ανάγκη για οικονομικούς λόγους. Τελικά η μητέρα εκμυστηρεύεται το μυστικό, που φέρει βαρέως και θεωρεί το αμάρτημά της θανάσιμο που την κατατρύχει μια ολόκληρη ζωή, γιατί άθελά της μετά από γλεντοκόπι, πλάκωσε στον ύπνο της την μικρή της κόρη. 

Στο τέλος έχουμε… δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν»

 

 

Απανθίσματα:

Ἐδιασκέλισε μαῦρον γάτον, ὁ ὁποῖος ἦτο κυρίως ὁ ἔξω ἀπὸ ἐδῶ μεταμορφωμένος. Ἡ μήτηρ μου ἦτο μᾶλλον εὐλαβὴς παρὰ δεισιδαίμων. Κατ’ἀρχὰς ἀπετροπιάζετο τὰς τοιαῦτας διαγνώσεις, καὶ ἠρνεῖτο νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς προτεινομένας γοητείας, φοβουμένη μὴ ἁμαρτήσῃ. Ἄλλως τε ὁ ἱερεὺς ἀνέγνωσεν ἤδη ἐπὶ τῆς ἀσθενοῦς τοὺς ἐξορκισμοὺς τοῦ κακοὺ, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον. Ἀλλὰ μετ’ ὁλίγον μετέβαλε γνώμην. Ἡ κατάστασις τῆς ἀσθενοὺς ἐδεινοῦτο. Ἡ μητρικὴ στοργὴ ἐνίκησεν τὸν φόβον τῆς ἁμαρτίας. Ἡ θρησκεία ἔπρεπε νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὴν δεισιδαιμονίαν. Πλησίον εἰς τὸν σταυρὸν, ἐπὶ τοῦ στήθους τῆς Ἀννιῶς, ἐκρέμασεν ἐν χαμαγλί, μὲ μυστηριώδεις ἀραβικὰς λέξεις. Τα ἀγιάσματα διεδέχθησαν αἱ γοητείαι, καὶ μετὰ τὰ εὐχολόγια τῶν ιἐρέων ἦλθον τὰ σαλαβάτια τῶν μαγισσῶν. Ἀλλ’ ὅλα παρήρχοντο εἰς μάτην. Τὸ παιδίον ἐχειροτέρευεν ἀδιακόπως, καὶ ἡ μήτηρ μας ἐγίνετο ὁλονὲν ἀγνώριστος. Ἐνόμιζες, ὅτι ἐλησμόνησε πῶς εἴχε καὶ ἄλλα τέκνα.

 

 

Ἐν τούτοις ἡ ἀσθένεια τῆς Ἀννιῶς ὁλονὲν ἐδεινοῦτο καὶ ὁλονὲν περισσότερον συνεκεντροῦντο περὶ αὐτὴν τῆς μητρός μας αἱ φροντίδες. Ἀφ’ ὅτου ἀπέθανεν ὁ πατὴρ μας, δὲν εἶχεν ἐξέλθει τῆς οἰκίας. Διότι ἐχήρευσε πολὺ νέα καὶ ἐντρέπετο νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἐλευθερίας, ἥτις, καὶ ἐν αὐτῇ τῃ Τουρκίᾳ, ἰδιάζει εἰς πᾶσαν πολύτεκνον μητέρα. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἔπεσεν ἡ  Ἀννιὼ σπουδαίως εἰς τὸ στρῶμα, ἔβαλε τὴν ἐντροπὴν κατὰ μέρος. Κάποιος εἶχεν ἄλλοτε παρόμοιαν ἀσθένειαν-ἔτρεχε νὰ τὸν ἐρωτήσῃ, πῶς ἐθεραπεύθη. -Κάπου μιὰ γραῖα κρύπτει βότανα θαυμασίας ἰατρικῆς δυνάμεως, -ἔσπευδε νὰ τὰ ἐξαγοράσῃ. -Κάποθεν ἦλθε ξένος τις, παράδοξος τὸ ἐξωτερικόν, ἤ φημιζόμενος διὰ τὰς γνώσεις του, -δὲν ἐδίστασενὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀντίληψίν του:  Οἱ διαβασμένοι, κατὰ τοὺς λαοὺς, εἶνε παντογνῶσται. Καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα πτωχοῦ ὁδοιπόρου κρύπτονται ἐνίοτε μυστηριώδη ὄντα, πλήρη ὑπερφυσικὼν δυνάμεων.Ὁ χονδρὸς τῆς συνοικίας κουρεύς, αὐτὸς μᾶς ἐπεσκέπτετο αὐτόκλητος καὶ δικαιωματικῶς. ἦτον ὁ μόνος ἐπίσημος ἰατρὸς ἐν τῇ περιφερείᾳ μας. Ἄμᾳ τὸν ἔβλεπον ἐγὼ ἔπρεπε νὰ τρέχω εἰς τὸν μπακάλην. Διότι ποτὲ δὲν ἐπλησίαζε τὴν ἀσθενῆ, πρὶν ἤ καταπίῃ τοὐλάχιστον πενῆντα δράμια ρακῆς.

 Εἶμαι γέρος, μωρή, ἔλεγε πρὸς τὴν ἀνυπόμονον μητέρα, εἶμαι γέρος, καὶ ἂν δὲν τὸ τσούξω κομμάτι, δὲν βλέπουν καλὰ τὰ μάτια μου. Καὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐψεύδετo.. Διότι ὅσῳ περισσότερον ἔπινε, τόσο εὐκολώτερον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ ποῖα εἶναι ἡ παχυτέρα τῆς αὐλῆς μας ὄρνιθα, διὰ νὰ τὴν λάβῃ ἀπερχόμενος.

 


Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2022

Η ΧΟΡΤΟΦΑΓΟΣ, της ΧΑΝ ΓΚΑΝΓΚ, εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

          Η ΧΟΡΤΟΦΑΓΟΣ

                    Της Χαν Γκανγκ (γεν.1970  Ν.Κορέα)

 

«Η Χορτοφάγος» χάρισε στην Χαν Γκανγκ παγκόσμια αναγνώριση, καθώς η αγγλική του μετάφραση τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Booker 2016.  Έχει εκδώσει  μυθιστορήματα, ποιήματα, και συλλογές διηγημάτων. Η συγγραφέας ζει στη Σεούλ και είναι καθηγήτρια δημιουργικής γραφής.

 

                        ***---***

Τρία διηγήματα, τρεις συγκλονιστικές αφηγήσεις, απαρτίζουν το μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ, 

Έργο αλληγορικό, για την κοινωνική, πολιτική και οικονομική κατάσταση του ανθρώπου και στο έργο της Γκανγκ για τον περιορισμό και την εξάλειψη της έμφυλης ανισότητας  στα  δικαιώματα της γυναίκας. Θίγει ζητήματα οικουμενικά, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του σώματος της γυναίκας, της αναπαραγωγικής της ικανότητας, της γυναίκας ως σεξουαλικό αντικείμενο, την καταπίεση, την ενδο-οικογενειακή βία, τη σεξουαλική βία.

 

Τρία μέλη της οικογένειας της ΓιόνγκΧιε μας αφηγούνται την ιστορία της. Το έργο αρχίζει με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του συζύγου της Τζονγκ, συνεχίζει με τη αφήγηση του συζύγου της αδελφής της και στο τρίτο μέρος μας αφηγείται η  ΊνΧιε αδελφή της ΓιόνγκΧιε.

 

Στο πρώτο μέρος γνωρίζουμε την ΓιόνγκΧιε και τον σύζυγό της Τζονγκ. Η ΓιόνγκΧιε μια συνηθισμένη νοικοκυρά, αποφασίζει ξαφνικά να μην ξαναφάει κρέας, να μην ξαναφορέσει σουτιέν και αδιαφορεί αν φαίνεται ή όχι το στήθος της. Είναι σιωπηλή, απαντάει λακωνικά, γυμνά και αληθινά σ’ ό,τι την ρωτούν. Το αποτέλεσμα των αποφάσεών της έχει τραγικές συνέπειες. Έχει δικαίωμα και αξιώσεις στο σώμα της η ΓιόνγκΧιε; Ξαφνικά της ήρθε η χορτοφαγία; Θα έλεγα ότι όλα ξεκινούν από τα παιδικά χρόνια. Η ΓιόνγκΧιε έχει μεγαλώσει σε πατριαρχική οικογένεια και σε τέτοιες οικογένειες οι κακοποιήσεις παιδιών αποτελούν παράδοση. Η ΓιόνγκΧιε αντιδρά βίαια κατά του εαυτού της. Η εξέγερσή της είναι η λιμοκτονία, η εξέλιξή της να γίνει φυτό. Όμως στο έργο και οι άλλοι κεντρικοί χαρακτήρες είναι υπάρξεις αξιολύπητες, όπως ο Τζονγκ χωρίς όνειρα για κάτι καλύτερο στη ζωή του με τον γάμο, έχει χαμηλές προσδοκίες, η έλλειψη αξίας στην προσωπικότητα και εμφάνισή του, το μικρό του πέος, αξίζει μόνο σε μια μέτρια γυναίκα, νοικοκυρά, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις.

 Επίσης το ακατανίκητο ερωτικό πάθος του καλλιτέχνη συζύγου της ΊνΧιε για την ΓιόνγκΧιε τον ταπεινώνει σαν άνθρωπο, όταν χρησιμοποιεί το ισχνότατο σώμα της ΓιόνγκΧιε, την άρρωστη θα έλεγα ΓιόνγκΧιε,  σαν καμβά για να ζωγραφίσει πολύχρωμα λουλούδια και να την προκαλεί να κάνουν έρωτα, έρωτα που δέχεται η ΓιόνγκΧιε σαν μια αλήθεια της ανθρώπινης υπόστασης. Τέλος η αδελφή της ΓιόνγκΧιε, η οποία αδιαφορούσε μέχρι που βλέπει την αδελφή της στο ψυχιατρείο σε κωματώδη κατάσταση και η θύμησή της πήγε παλιά στα παιδικά τους χρόνια.

 

Απανθίσματα:

***Το πρωί που τελικά βρήκε το θάρρος να πάει στο μαιευτικό και γυναικολογικό τμήμα, εκεί που είχε γεννηθεί ο ΤζίΟυ, είχε σταθεί στην υπαίθρια πλατφόρμα στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό ΓουάνγκΣιμΝι περιμένοντας το τρένο, που έκανε ασυνήθιστα πολλή ώρα να περάσει. Απέναντι από την πλατφόρμα υπήρχε μια σειρά από προσωρινά κτήρια με τον ατσαλένιο σκελετό τους να σαπίζει, και άγρια χόρτα να αναρριχώνται ανάμεσα στις ράγες, στις άκρες των οποίων δεν περνούσαν τρένα. Η αίσθηση ότι δεν είχε ποτέ πραγματικά ζήσει σε αυτόν τον κόσμο την εξέπληξε. Ήταν γεγονός. Δεν είχε ζήσει ποτέ της. Ακόμη και όταν ήταν παιδί, τόσο παλαιά την πήγαινε η θύμησή της, δεν είχε κάνει τίποτε άλλο από το να επιβιώνει. Είχε πιστέψει στη δική της εγγενή καλοσύνη, στον ανθρωπισμό της, και είχε ζήσει με αυτές τις αρχές δίχως ποτέ της να προκαλέσει κακό σε κανέναν. Η αφοσίωσή της στο να κάνει τα πράγματα με τον σωστό τρόπο ήταν ακατάβλητη, όλη της η επιτυχία στηριζόταν  σε αυτό, και θα είχε συνεχίσει έτσι επ’ αόριστον. Δεν καταλάβαινε γιατί, αλλά, αντιμέτωπη με εκείνα τα κτήρια που σάπιζαν και τα αναρριχώμενα χόρτα, ένιωθε  σαν ένα παιδί που δεν είχε ζήσει.

 

***Έριξε άλλη μια ματιά γύρω στα διάφορα αντικείμενα μέσα στο σπίτι. Δεν της ανήκαν, όπως ακριβώς και η ζωή της δεν της ανήκε.

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2022

Ορατή σαν αόρατη, της Ζυράννας Ζατέλη, εκδόσεις Καστανιώτη

 Ορατή σαν αόρατη, της Ζυράννα Ζατέλη,

            Εκδόσεις Καστανιώτη


Η Ζυράννα Ζατέλη γεννήθηκε το 1951 στον Σοχό Θεσσαλονίκης. Σπούδασε θέατρο και εργάστηκε ως ηθοποιός, καθώς και στο ραδιόφωνο, μα τα εγκατέλειψε αρκετά γρήγορα -η πραγματική της κλίση ήταν και είναι το γράψιμο και ασχολείται πλέον αποκλειστικά μ' αυτό. Έχει εκδώσει ως τώρα τα βιβλία:
- "Περσινή αρραβωνιαστικιά", συλλογή εννέα διηγημάτων, εκδ. Σιγαρέτα 1984· Καστανιώτης, 1994
- "Στην ερημιά με χάρι", συλλογή τριάντα ενός διηγημάτων, εκδ. Σιγαρέτα 1986· Καστανιώτη, 1994
- "Και με το φως του λύκου επανέρχονται", μυθιστόρημα σε δέκα ιστορίες, εκδ. Καστανιώτη, 1993
- "Ο θάνατος ήρθε τελευταίος", μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, πρώτο βιβλίο της τριλογίας "Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους".
- "Το πάθος χιλιάδες φορές", μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2009, δεύτερο βιβλίο της τριλογίας "Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους".
Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της. Το μυθιστόρημά της "Και με το φως του λύκου επανέρχονται" μεταφράστηκε στα γερμανικά, ολλανδικά, λιθουανικά, ιταλικά, γαλλικά.
Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί και δημοσιευθεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά.

**********-------------------------------****************

Αόρατη σαν ορατή, σαν όνειρο που τσιμπιόμαστε μες στον ύπνο μας αν είμαστε ξύπνιοι-ορατοί, ή τριγυρίζουμε σαν σκιές αόρατοι στο φανταστικό σύμπαν της Ζατέλη.  Η συγγραφέας κρύβει σ’ ένα μεγάλο σεντούκι αγάπες, έρωτες, ποιήματα, τραγούδια, μαγεία, τέρατα, ζώα, φυτά, συγγραφείς, από παλιά τόσο παλιά που δεν χρειάζεται να ξέρουμε πότε, μόνο να γευτούμε τη λάμψη του νέου ή το αρχαιότερο συναρπαστικό με το χρώμα τεχνοτροπίας παλαίωσης. Η Λεύκα, η ονειροπόλα, η χωριατοπούλα που μεγαλώνει με παροιμίες, παραμύθια που εισπράττει από σιωπές, διαλέκτους, αγαπημένους, συγγενείς, φίλους, ξένους, ζώα, βουνά, δάση, λουλούδια, κρωγμούς, κελαδήματα, από τον παιδικό έρωτα μέχρι τον ανεκπλήρωτο της ενηλικίωσης. Η Λεύκα που άνοιξε πελώρια φτερά θέλοντας να ζήσει μόνη με χαρτιά και μολύβια, σε τόπους γνωστούς και άγνωστους· το κορίτσι που ένιωσε την αλήθεια μες στο παραμύθι, τον μύθο, τα πρόσωπα, τα μάτια, τις εκφράσεις τους που αμίλητα έβγαζαν δυνατή φωνή και η περιπατήτρια συγγραφέας κατέγραφε καταγράφει και θα καταγράφει εσαεί, και με ησυχία του χρόνου, του χρόνου που εκείνη ξέρει να κοντρολάρει και κοντρολάρει αποδεδειγμένα, γιατί η μελέτη σκέψης ή ψυχής, αν θέλετε, δεν είναι δοκίμιο επιστημόνων και χημείας, αλλά το χάδι στο κεφαλάκι ενός παιδιού που κοιμάται με τραγούδι ή παραμύθι. Κάπου εκεί βρίσκει κανείς τη Ζατέλη, να ανοίγει την αυλαία και  αργά αργά να παρουσιάζει θεατρικά την αληθινή ζωή, τη φανταστική ζωή, την κάθε ζωή πλασμάτων ζωντανών ή νεκρών. Γιατί όπως λέει και το βιβλίο της «…και δεν θα πρέπει να διαφωνούν πολλοί πως όταν σκέφτεσαι με ζήλο κάτι, όλο αυτί και μάτι, σου διαφεύγει πριν απ’ όλα ότι σκέφτεσαι, ακόμα και το τι μπορεί να σκέφτεσαι, καταγίνεσαι εκεί πέρα με ό,τι είναι δίχως σχεδόν να ευθύνεσαι· περίπου όπως στον ύπνο με τα όνειρα».

Ένα βιβλίο με εφτά ιστορίες, ιστορίες που ταυτοποιούν τη συγγραφέα, ιστορίες που θυμίζουν τα πρόσωπά μας όπως ακριβώς αποτυπώνονται στο έργο, ιστορίες παλιές και νέες στεφανώνονται μυστικά και η συγγραφέας τις φανερώνει με τον λόγο, τη γλώσσα, ως μαθητεία γραφής.

Πρωταγωνιστεί η Λεύκα την ακολουθούμε από τα παιδικάτα της στο χωριό μέχρι που φθάνει -εδώ κοντά μας- στην Αθήνα (εδώ μπορούμε να βάλουμε ημερομηνίες, μας τις  μαρτυρούν οι εικόνες). Τα πρώτα της βήματα στη δουλειά στη γραφή, στην παρατήρηση, στην αλήθεια, στη φαντασία, στο όνειρο, στην επινόηση, το ψέμα κι όλα να τοποθετούνται ανάκατα στο σεντούκι· όπως  μια κουκουβάγια· παρότι όμορφη είναι πρόδρομος θανάτου και η πιτσιρικαρία του χωριού ανδρώνεται με το να τα βάζει μαζί της· παλεύει με το φόβο νύχτα σε στοιχειωμένο σπίτι όπου κικκαβίζει το πουλί σκορπώντας τρόμο. Χιούμορ, γέλιο και συγκίνηση ένα πέπλο που απλώνει γενναιόδωρα η συγγραφέας σ’ όλο της το έργο.

Απανθίσματα:

*…..Μια κόλαση σαν να λέμε, ένας παραδαρμός. Κι όσο κι αν ήξερε από το παρελθόν πως είναι αναγκαία αυτή η κόλαση κι οφείλει να την διαβεί ολόκληρη, σπιθαμή προς σπιθαμή για να γίνουν μετά τα πράγματα πιο εύκολα, να σου δοθούν περίπου, έβλεπε από μέρα σε μέρα-καινούργιο αυτό- πως γίνονταν και πιο δύσκολα· ένα καράβι για ξεκίνημα που δεν ξεκινούσε. Και πόσο ακόμα να περιμένει να αποδημήσει ένας άνθρωπος για να λάβει το λάκτισμα, την ευλογία! Πως αντέχω και δεν απελπίζομαι; αναρωτιόταν στα τετράδιά της, την ώρα που μέσα της βαθειά εφτά φορές είχε αλλάξει δέρμα απ’ την απελπισία. Κι εκεί ήταν το ζήτημα οι φοβερότερες στιγμές και σκέψεις, οι πιο ανείπωτες, δύνανται άραγε να γραφούν σ’ ένα χαρτί ή μήτε στον αιώνα τον άπαντα; Δύναται να «κρυφτεί» η ίδια μέσα σ’ αυτά που έγραφε ή μόνο να κρυφτεί απ’ αυτά; κι αν δεν υπήρχε διαφορά;


 

 

   

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

ΣΤΗ ΓΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ ΥΠΕΡΟΧΟΙ του Ocean Vuong (γεν. 14.10.1988, Χο Τσι Μιν, Βιετνάμ)

 ΣΤΗ ΓΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ ΥΠΕΡΟΧΟΙ του Ocean Vuong (γεν. 14.10.1988, Χο Τσι Μιν, Βιετνάμ)

 

Ο Ocean Vuong είναι Βιετναμέζικος Αμερικανός ποιητής, δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος.

Ο Vuong είναι αποδέκτης της υποτροφίας Ruth Lilly / Sargent Rosenberg του 2014 από το Poetry Foundation, ένα βραβείο Whiting 2016 και το T.S. Βραβείο Eliot για την ποίησή του. 

Εκπαίδευση: Glastonbury High School, Κολέγιο του Μπρούκλιν, Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης

Βραβεία: American Book Award

Σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Τμήμα Λογοτεχνίας.

 

Ο Ocean Vuong είναι μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα. Το 2017 του απονέμεται το κορυφαίο βραβείο T.S. Eliot για την ποιητική του συλλογή Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου. Το 2018, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι, πάνω από 15 εφημερίδες και site το είχαν συμπεριλάβει στα πλέον αναμενόμενα βιβλία της χρονιάς. Μόλις κυκλοφόρησε έγινε best seller και μπήκε στη λίστα των New York Times. Αναδείχτηκε το καλύτερο βιβλίο του 2019 για: ΤΙΜΕ, New Yorker, Washington Post, The Guardian, New York Public Library, The Wall Street Journal Magazine, Vanity Fair, Esquire, GQ, Entertainment Weekly, The San Francisco Chronicle κ.ά.

Στα δύο του χρόνια, η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Βιετνάμ και να μείνει για οκτώ μήνες σε έναν καταυλισμό προσφύγων στις Φιλιππίνες πριν μεταναστεύσει στην Αμερική. Είναι ο πρώτος στην οικογένειά του που έμαθε να διαβάζει σε ηλικία 11 ετών και 18 χρόνια αργότερα (2017) έλαβε το βραβείο T.S. Eliot.

***                                    ***                          ***                ***               

Ένα βιβλίο πλέον των 300 σελίδων που το διαβάζεις μέσα σε μια μέρα. συνειρμική αφήγηση. Επιστολική πεζογραφία, μια κι ο αποστολέας αφηγητής και κεντρικός χαρακτήρας του έργου μάς προϊδεάζει να διαβάζουμε γραμμή-γραμμή αυτά που γράφει στη μητέρα του. Βιογραφικό, δραματικό όσο αισιόδοξο, ερωτικό, σκληρό κοινωνιολογικό, πολιτικοκοινωνικό, αντιπολεμικό, αντι-φυλετικό, φιλο-ομοφυλοφιλικό έργο σε διστοπικές περιοχές και γειτονιές, έργο λυρικό, ποιητικό, θρηνητικό, ύμνος στην αγάπη, στην στοργή, στον έρωτα. Ο νεαρός συγγραφέας κρατάει  ανοιχτή την καρδιά του κάνοντας τη δική μας να πάλλεται στους ρυθμούς που η γραφή του επιδιώκει.

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Ο συγγραφέας και πρωταγωνιστής του έργου, κινεί το ενδιαφέρον, την ευαισθησία, την τρυφεράδα, τον θυμό, τον φόβο κι αυτό το απαγορευμένο το περιθωριοποιημένο που σε πολλές περιπτώσεις αποφεύγουμε ή αδιαφορούμε να γίνεται οικείο, να δίνει μαθήματα ανθρωπιάς, αληθινής αγάπης, θαυμασμού για τα ζώα, τις πεταλούδες, τα φυτά κ.α. Ξέρετε; μας λέει, για τα βουβάλια που πέφτουν κατά σωρούς στον γκρεμό. αυτοκτονούν λοιπόν τα βουβάλια.  Πετυχαίνει όλα τα προαναφερόμενα όχι τόσο με το θέμα του έργου, όσο με τη λογοτεχνική γλώσσα που ρέει αργά και ήσυχα στο μυαλό, στην αλήθεια στον θρήνο μας για ξένο θάνατο, για ξένες αγάπες, για την έκπληξή μας στην σκληρότητα του έρωτα πλημμυρισμένου από στοργή κι αγάπη, όταν ο σύντροφος μαλάσσει με το στόμα του για να ζεστάνει τα κρύα και βρόμικα δάχτυλα των ποδιών αγαπημένου, τον έρωτα αυτόν που ο παράδεισος δήθεν εξοστράκισε και βασιζόμενοι σ’ αυτό αφορίζουμε -ναι αφορίζουμε- όταν τελικά όλα αυτά δεν είναι για τους πρωταγωνιστές και μόνο του έργου, αλλά για τον άνθρωπο τον κάθε άνθρωπο. Τον κάθε άνθρωπο ιθαγενή, γηγενή, αλλογενή, ταξικοποιημένο, άνεργο, πεινασμένο θήραμα εκμεταλλευτών και ναρκοδηλητηριάσεων. Τα ανθρώπινα αυτά όντα που κινούνται ανάμεσά μας αόρατα, γιατί ούτε το όνομά τους, ούτε την καταγωγή, ούτε τη γλώσσα, ούτε το φύλο τους αποδεχόμαστε. Έχουμε, λοιπόν, μια αυτοβιογραφία, μια τραγική οικογενειακή ιστορία Βιετναμέζων κυνηγημένων από τα πυρά ανελέητων πολεμοχαρών.

Ας πω λίγα λόγια για την υπόθεση του έργου. Ο νεαρός Ocean  γράφει τη βιογραφία του με εντιμότητα με αλήθειες -μπορεί και επινοήσεις- βασίζεται στην απώλεια, στην αγάπη για ανθρώπους και ζώα. Απευθυνόμενος στην αγράμματη μητέρα του, άραγε αν ήξερε να διαβάζει θα της έγραφε αυτό το γράμμα; αλλά και η μητέρα του θα έμπαινε στο νόημα της ψυχοσωτήριας εξομολόγησής του;  

 Η μητέρα του η Ρόουζ, εξ αιτίας του πολέμου στο Βιετνάμ, μετά την εγκατάστασή της στις ΗΠΑ, δεν έμαθε αγγλικά, παρά ελάχιστα ίσα να συνεννοείται. Η οικογένεια του συγγραφέα, η μητέρα του Ροουζ και η γιαγιά του Λαν, αναγκάστηκαν να φύγουν από το Βιετνάμ, το λευκό δέρμα της Ρόουζ πρόδιδε παιδί μεικτού γάμου, κάτι που δεν ήταν αποδεκτό στην πατρίδα και τοπική κοινωνία. Ο πόλεμος και η εγκατάλειψη από τον σύζυγό και πατέρα του Όσιαν αφήνει ανεξίτηλα ίχνη στην ψυχή της και πολλές φορές κακοποιεί τον μικρό Όσιαν. Η μητέρα της, η Λαν, είναι σχιζοφρενής όμως με συγκροτημένες ιδέες πολλες φορές για την αποφυγή  κακοτοπιάς. Στα έντεκα του χρόνια μαθαίνει να διαβάζει. Παίρνει εύκολα τα γράμματα. Ζει σε φτωχική συνοικία, στο Χαρτφορντ του Κονέκτικατ, ζει ως μη λευκός, νιώθει την απόρριψη και το μπούλινγκ από τα μικράτα του και στην εφηβεία του -ανακαλύπτοντας ίσως την ομοφυλοφιλία του- ερωτεύεται και αγαπά λευκό αμερικανό. Μετακομίζει στη Ν. Υόρκη και σπουδάζει αγγλική λογοτεχνία.

Απανθίσματα:

*Προσπαθούμε να διατηρήσουμε τη ζωή-ακόμα κι όταν ξέρουμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση το σώμα ν’ αντέξει. Θρέφουμε τη ζωή, της προσφέρουμε ανακούφιση, την μπανιάρουμε, της χορηγούμε φάρμακα, τη χαϊδεύουμε, της τραγουδάμε ακόμα. Επιτελούμε τις βασικές αυτές λειτουργίες, όχι επειδή είμαστε γενναίοι και αλτρουιστές, αλλά επειδή, σαν την ανάσα, αυτή είναι η πιο κεφαλαιώδης πράξη για το είδος μας: να διατηρούμε το σώμα ώσπου η ζωή να το αφήσει πίσω.

*Εδώ, καλά είναι να βρεις ένα δολάριο μαγγωμένο στη σχάρα του υπόνομου, καλά είναι όταν στη μαμά σου φτάνουν τα λεφτά για να νοικιάσει μια ταινία στα γενέθλιά σου και, αφού παραγγείλει και μια πίτσα πέντε δολαρίων από του Easy Frank, να μπήξει οκτώ κεράκια στο λειωμένο τυρί και το πεπερόνι. Καλά είναι όταν ξέρεις ότι έπεσαν πυροβολισμοί και ο αδελφός σου ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που γύρισν σπίτι, ήταν ήδη δίπλα σου με τα μούτρα χωμένα σε μια γαβάθα μακαρόνια με τυρί.

 ***


 

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2021

"ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΑ" της Ευγενίας Μακαριάδη, εκδόσεις ΒΑΚΧΙΚΟΝ

 


«Το ράγισμα», το τρίτο βιβλίο της Ευγενίας  Μακαριάδη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν, μας εξέπληξε ευχάριστα. Με πυκνή, ελλειπτική γραφή και γλώσσα ανάγλυφη περιπλέει το χώρο και το χρόνο των ηρώων της, προκαλώντας συναισθηματική αναστάσωση, χωρίς μελοδραματισμούς.

Αφήγηση που ισορροπεί ανάμεσα στο θέμα και τη γλώσσα, μέσω της ενάργειας των περιγραφών και των κινηματογραφικών της εικόνων, αναδεικνύει τον έρωτα, το πάθος και το θάνατο ως κύριο συστατικό ζωής.

Οι άνδρες κυρίως αφηγητές ή πρωταγωνιστές της, δεν φοβούνται να αποδελτιώσουν το παρελθόν τους, εκκινώντας από το ώριμο παρόν τους, εφοδιασμένοι με τα  σοφά και περίτεχνα ραγίσματα των βιωμάτων τους. Συνήθως οι ήρωες θυμούνται αυτοθεραπευόμενοι, βρίσκουν την απωλεσθείσα ταυτότητά τους, ή επαναλαμβάνουν λυτρωτικές συμπεριφορές όψιμα. Τολμούν να κοιτάξουν κατάματα αυτοκτονίες, δολοφονίες, ματαιώσεις, απώλειες, λάθη, χωρίς ενσταλάγματα ενοχής ή τιμωρίας. Ανήλικα παιδιά προσπερνούν το αμετάκλητο του θανάτου και συνεχίζουν τροπαιοφόρα τη ζωή τους.

Μικρές ατιμίες και μεγάλα σφάλματα χρεώνονται στους πρωταίτιους και οι αποδέκτες τους συνεχίζουν τη ζωή τους. Η ερωμένη ενός εβραίου στο  β΄ παγκόσμιο πόλεμο, αφηγείται όσα θυμάται από την τάφρο που άνοιξε και έκρυψε μέσα τον αγαπημένο της.  Γιος τολμά να μιλήσει για την αλκοολική μάνα του. Γυναίκα σπρώχνει μαλακά προς το θάνατο τον άρρωστο και άτολμο εραστή της. Ο Θάνατος με τη μορφή του γιού και τη βοήθεια της γυναίκας του, δολοφονεί την ανελέητη μάνα του. Ιστορίες απενοχοποιημένης σκληρότητας και άφατης ευαισθησίας βγάζουν με γενναιότητα τη γλώσσα στο αποτρόπαιο.

Εντύπωση επίσης κάνουν σ’ αυτό το βιβλίο της Μακαριάδη, όπως και στο προηγούμενο, η σύμπλευση ρεαλιστικού και παράλογου στοιχείου. Έχουμε διηγήματα τοπιογραφικά του άστεως με ακριβή προσανατολισμό του χώρου και της ανθρωπογεωγραφίας και διηγήματα όπου κυριαρχεί το όνειρο και το παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Το οικοτροφείο των καλογραιών στα περίχωρα της Αττικής, ο σιδηροδρομικός σταθμός στα Κιούρκα, το δάσος Χαϊδαρίου, τα Εξάρχεια, είναι απολύτως αναγνωρίσιμοι τόποι, όπως και η ταραχή του ονείρου ηλικιωμένης αθλήτριας  με  νεαρά ποντίκια να μεταγγίζουν το αίμα τους σε υπέργηρους, ή η συνομιλία των πρωταγωνιστών με ζώα αληθινά ή ψεύτικα ως το alter ego του εαυτού τους.

Το οδοιπορικό εν τέλει της Μακαριάδη έχει σταθμούς αξιέραστους, τέτοιους που μέσα από την πληγή και το θραύσμα οδηγούμαστε στην ενσυνείδητη ίαση και την κατάματη ενατένιση της ζωής.

Καράμπελα Αρετή