Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

ΠΑΓΟΣ της ANNA KAVAN

 

                         ΠΑΓΟΣ της ANNA KAVAN

                        Εκδόσεις Gutenberg

 

Η ANNA KAVAN, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, ζωγράφος, διακοσμήτρια, γεννήθηκε το 1901 στη Γαλλία και πέθανε το 1968 στην Αγγλία.

 

Η γραφή της συγκλονίζει (θυμίζει Κάφκα), το θέμα ποικίλει, η φύση και ο χώρος πρωταγωνιστούν. Το βιβλίο προφητικό, ονειρικό, με στοιχεία νουάρ καθηλώνει τον αναγνώστη.

Το γεγονός ότι εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής,  των πάγων της Ανταρκτικής που ολοένα λιώνουν, η αύξηση της στάθμης της θάλασσας, το αέριο θερμοκηπίου που προκαλεί υπερθέρμανση του πλανήτη και αντιπροσώπευε σχεδόν το 80% του όγκου όλων των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ΕΕ.2021), είναι θέμα που προκαλεί ίλιγγο τρόμου για τον αφανισμού του πλανήτη. Ο πάγος είναι η κόλαση που πνίγει την ανάσα ζωής, είναι ο πόλεμος που μολύνει ψυχές, είναι η αιτία της καταστροφής του «καλού καγαθού» ως η φράση των Κλασικών Ελλήνων συγγραφέων, που περιέγραφαν την αγωγή ενός ιδεώδους ανθρωποτύπου ή αν θέλετε μιας ηθικής ακεραιότητας. Ο πόλεμος είναι πάγος καταστροφής, είναι απεχθής, μεταβάλλει τον άνθρωπο σε μηχανή μίσους, φόνων και εκμηδένιση της ζωτικής πνοής.

Η συγγραφέας θίγει πολλά ζητήματα που χρονίζουν, η θέση της γυναίκας όπως για παράδειγμα η θεωρία του φιλόσοφου Κοντ Ογκιστ (19ος αιώνας),  ότι «η γυναίκα είναι συμπληρωματική ψυχή». Στο έργο της Kavan βλέπουμε τη γυναίκα ως res, να την διεκδικούν δυο άντρες, μας θυμίζει γυναίκα της τουρκοκρατίας, φοβισμένη, απομονωμένη, φυλακισμένη και εξουσιαζόμενη από τον άντρα. Λίγο πριν το τέλος αφανισμού κάθε μορφή ζωής, ο πρωταγωνιστής σώζει τη γυναίκα από την φυλακή της και λυπάται για τον ασεβή τρόπο που της είχε φερθεί, όμως είναι αργά αφού η ανάσα του Πάγου τους πλησιάζει.

Το έργο μας λέει για έναν ξενιτεμένο άντρα, που επιστρέφει στα πάτρια εδάφη και ένας παλιός ανεκπλήρωτος έρωτας ξαναζωντανεύει με πεισματική εμμονή στα μάτια και στην καρδιά του, ιδίως για τα αργυρόχρωμα μαλλιά ενός λεπτοκαμωμένου κοριτσιού. Ένα ταξίδι κάτω από αντίξοες απειλητικές για τη ζωή του συνθήκες, που δεν  σταματούν να τον ακολουθούν ώσπου να βρει και να σώσει το αγαπημένο του κορίτσι από τα νύχια ενός κακοποιητικού συζύγου, ενός σκληρού φύλακα μιας υποταγμένης γυναίκας. Στο τέλος βρίσκει το κορίτσι το απελευθερώνει και ζουν ελάχιστες στιγμές θαλπωρής και αγάπης, γιατί ο αμείλικτος Πάγος τους ακολουθεί κατά πόδας. Τον άντρα καθησυχάζει ένα όπλο στην τσέπη του.

 

 

Απανθίσματα:

*Εκείνη τη στιγμή μ’ ένοιαζε πιο πολύ εκείνος, ήμουν στενά δεμένος μαζί του σαν να μας ένωνε το ίδιο αίμα. Δεν άντεχα να αποξενωθούμε. «Γιατί είστε τόσο θυμωμένος;» Έκανα ένα βήμα προς το μέρος του, προσπάθησα ν’ αγγίξω το μανίκι του, αλλά εκείνος αποτραβήχτηκε «Εκείνη είναι η μόνη αιτία;» Δεν μπορούσα να το πιστέψω αυτό, ο δεσμός ανάμεσά μας φαινόταν πολύ ισχυρός. Αντίθετα, τη δεδομένη χρονική στιγμή εκείνη δεν ήταν τίποτα για μένα, δεν ήταν καν πραγματική. Θα μπορούσαμε να την είχαμε μοιραστεί οι δυο μας.

*Παρατήρησα τον φυσικό κόσμο και μου φάνηκε να συμμερίζεται τα συναισθήματά μου, να προσπαθεί μάταια να ξεφύγει από τον όλεθρο που πλησίαζε. Τα κύματα της θάλασσας υψώνονταν ορμητικά προς τον ορίζοντα· τα θαλασσοπούλια, τα δελφίνια  και τα χελιδονόψαρα  τινάζονταν ξέφρενα στον αέρα· τα νησιά τρεμόπαιζαν και γίνονταν διάφανα, επιχειρώντας να αποκολληθούν από τις θέσεις τους, να ανέλθουν στον ουρανό υπό μορφή ατμών και να χαθούν κατόπιν στο διάστημα. Όμως δεν υπήρχε διέξοδος. Το μόνο που μπορούσε να κάνει η γη ήταν να περιμένει ανυπεράσπιστη  την καταστροφή της, είτε από χιονοστιβάδες είτε από αλυσιδωτές εκρήξεις, οι οποίες θα συνεχίζονταν χωρίς τελειωμό, μεταμορφώνοντάς την τελικά σε νεφέλωμα, εξαϋλώνοντας τη βαθύτερη ουσία της.

 


 

 

 

 

  annΗΗ

 

Τετάρτη 19 Απριλίου 2023

ΜΠΕΜΠΗΣ του ΘΩΜΑ ΚΟΡΟΒΙΝΗ

                      ΜΠΕΜΠΗΣ του Θωμά Κοροβίνη

                                 Εκδόσεις ΑΓΡΑ 

Ο Θωμάς Κοροβίνης γεννήθηκε το 1953 στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Από το 1988 έως το 1996 έζησε στην Κωνσταντινούπολη, υπηρετώντας στο Ζάππειο και το Κεντρικό Παρθεναγωγείο της. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Από το 1995 μέχρι και το 1999 εργάστηκε ως παραγωγός και επιμελητής ραδιοφωνικών εκπομπών στον 9,58 FM της Θεσσαλονίκης. Το 1995 βραβεύτηκε με το βραβείο Αμπντί Ιπεκτσί. Το 2011 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο του Ο γύρος του θανάτου, με θέμα την υπόθεση του «Δράκου του Σέιχ-Σου», Αριστείδη Παγκρατίδη. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Είναι επίσης συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών.

                                             ...---…

Ευανάγνωστο βιβλίο, από έναν θα έλεγα όχι μόνο συγγραφέα φιλόλογο, αλλά λαϊκό καλλιτέχνη, που ό,τι έχει γράψει είναι βασισμένο σ’ αληθινά γεγονότα με μυθιστορηματική δεξιοτεχνία. Είναι βαθύς γνώστης και κυνηγός των λαϊκών βάρδων της Ελλάδας και όχι μόνο. Μέσα από την άδολη σκέψη του και γνήσιος, ως ο λαϊκός  μας  πολιτισμός, έχουμε κείμενα μαρτυρίες για φημισμένους τραγουδοποιούς και άλλα πρόσωπα που εγώ τουλάχιστον αντιλαμβάνομαι όχι ως «παραμύθια» αλλά αληθινά γεγονότα τα οποία παρουσιάστηκαν κάποτε ή παρουσιάζονται ακόμα με υπονομευτική ενέργεια, όπως ο βασικός χαρακτήρας στο  βιβλίο του «Ο γύρος του θανάτου», του  δυστυχή Αριστείδη Παγκρατίδη.

Στο καινούργιο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη, διαβάζουμε την βιογραφία του σολίστα στο μπουζούκι και κιθάρα Δημήτρη Στεργίου -γεννήθηκε στον Πειραιά το 1927 και πέθανε το 1972, σε ηλικία σαράντα πέντε χρόνων. Μπουζουκίστας με μεγάλη φήμη, όσο ζούσε, αλλά και μετά τον θάνατό του, οι πενιές του στο σόλο μπουζούκι έχουν θρυλική μνεία. Δημήτρης Στεργίου γνωστός με το ψευδώνυμο «Μπέμπης», σκωπτικό παρανόμι όπως έδιναν σε πολλούς επώνυμους της εποχής για το νεαρό και τη φρεσκάδα της ηλικίας τους. Στο βιβλίο αφηγείται ο ίδιος τη ζωή του και την αυτοκαταστροφική του τάση στο ποτό. Μορφωμένος μουσικός για την εποχή του, μεγάλο ταλέντο, ιδιοφυής με αξιοθαύμαστη ευρηματικότητα στα μουσικά όργανα. Ο Μπέμπης και ο Χιώτης. Δυο μεγάλοι καλλιτέχνες με άδοξο τέλος και σε ηλικία που θα μπορούσαν να δώσουν πολλά ακόμη. Ο συγγραφέας είναι ας πούμε ο φίλος που ακούει τον μονόλογο του πρωταγωνιστή-χαρακτήρα -αυτού του όμορφου αριστοκράτη μάγκα- για τη ζωή του, διανθισμένη με πολλές φράσεις σε γλώσσα αργκό, όπου σιγοντάρουν πενιές του και λαϊκά τραγούδια.

Ερωτικός με πάθος,  θαυμαστής του θηλυκού φύλου, όπως ακριβώς περιγράφει με έρωτα την ομορφιά της τραγουδίστριας Μπέμπας Μπλανς.

Το έργο του Κοροβίνη βρίθει λεπτομερειών για τραγουδιστές λαϊκής μουσικής, (που συνεργάστηκε ο Μπέμπης)  και στίχων τραγουδιών που μέχρι σήμερα έχουμε στα χείλη σε κάθε διασκέδασή και ιδίως στα μεράκια μας. Το τέλος είναι συγκλονιστικό και προκαλεί πολλά συναισθήματα.

Ιστορίες των δεκαετιών ’40, 60 και κατά τη διάρκεια της Χούντας, πολιτικές, καλλιτεχνικές, έρωτες, ανταγωνισμοί, μικρά πικάντικα μεταξύ των μουσικών, τραγουδιστών, κάτι σαν παλιός καλός κινηματογράφος, που σε χαροποιεί και σε συγκινεί.

Ο εξαιρετικός συγγραφέας Θωμάς Κοροβίνης, μας συστήνει να διαβάσουμε γιατί αξίζει το νέο του βιβλίο, που δεν είναι παρά ένα απάνθισμα, μια συμπυκνωμένη έκθεση της ιστορίας, της μουσικής και γλώσσας του λαϊκού πολιτισμού μας.

 

Απανθίσματα:

*Κάθε λαϊκό τραγούδι, ας είναι σύντομο, είναι ένα πλήρες έργο τέχνης, είναι μια ολόκληρη ταινία, ένα μυθιστόρημα, μια παράσταση στο θέατρο, κάθε λαϊκό τραγούδι φυλάει ένα κομμάτι παρμένο μέσα απ’ τη ζωή, το μπουζούκι, ο ήχος που βγάζει είναι τακίμι με τον ανθρώπινο πόνο, γι αυτό κολλάνε μαζί του εκείνοι που σηκώνουν κάποιο σταυρό, οι άλλοι, όσοι είναι αναίσθητοι κι όσοι κάθονται στα πουγκιά και δεν λογαριάζουν τους κολασμένους τι να νιώσουν….

 

**Σουρούπωνε στην ακτή Τζελέπη, έσκιζαν τ’ αυτιά μας οι μπουρούδες, σαλπάρανε γκαζάδικα και φορτηγά, για αγριεμένες θάλασσες, για σκοτεινά νερά, κι άλλα βαπόρια με σημαία ξένη, απ’ τα πέρατα του κόσμου, έδεναν τα ποστάλια, τα επιβατηγά της γραμμής, ξεφόρτωναν κόσμο κάθε λογής στην επιστροφή απ’ τα νησιά, ταξιδιάρικα πλεούμενα σαν τις ζωές μας, ο κάθε άνθρωπος μοιάζει με καράβι που θαλασσοδέρνεται βράδυ και πρωί ,  ανεμότρατες όργωναν στα βαθιά, αλαργεμένα ψαροκάικα έριχναν δίχτυα, βαρκούλες ξεμάκραιναν στ’ ανοιχτά για παραγάδι, αρμενάκι είμαι, κυρά μου, πάρε με, έλα πάρε με, ήμασταν στο ’43, είχα κλείσει τα δεκάξι, τα βρακιά μου έβραζαν, όρμα, ρε, βάλε ταχύτητα τώρα που μετράς, ποια μορφονιά να κάνει κόνξες σε τέτοιο ταυράκι, μου τα ‘λεγες, κι εγώ σχεδόν κοκκίνιζα σαν παρθενάκι, ήμουν βέρτζινος…

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 5 Απριλίου 2023

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΙΔΗ

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη,

εκδόσεις Το Ροδακιό

                                                                                                        

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης γεννήθηκε στις Σέρρες, 4 Ιουλίου του 1967, και έζησε εκεί τα πρώτα του παιδικά χρόνια. Σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και στη Δραματική Σχολή Βεάκη. Για λίγα χρόνια εργάστηκε ως ηθοποιός σε θεατρικές παραστάσεις. Μετά ασχολήθηκε με το γράψιμο. Πεζογραφήματα και θεατρικά.  Κυκλοφορούν ως τώρα τα μυθιστορήματα Οι τέσσερις τοίχοι (2000), Ο φιλοξενούμενος (2004), Το ελάχιστο ίχνος (2013), η συλλογή διηγημάτων Φυσικές Ιστορίες (2006), το αφήγημα Ύπνος (2008), Το όνομά σου  και άλλα. όλα από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό». Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε θεματικές ανθολογίες και έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά.

 

Τα βιβλία του αξιόλογου συγγραφέα Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη μας εντυπωσιάζουν ιδιαιτέρως· είναι γλώσσα καθημερινή - λόγια συμπυκνωμένα, ουσιώδη- και αλληγορική, κάτι μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Μονόλογος με στοιχεία νουάρ. Η ροή του έργου θυμίζει κινηματογράφο, το δε στήσιμο των χαρακτήρων θέατρο.

Το θέμα μεγάλο, (σ’ ένα βιβλίο που δεν φτάνει τις εκατό σελίδες) έντονη η αρχέγονη σχέση πατέρα-γιού, η θρησκευτικότητα, ο αυταρχισμός του δυνατού, του εξουσιαστή, του πατέρα, της μητέρας, του πατέρα Θεού. Η υποταγή είναι το προσκύνημα στη λατρεία, στην υπακοή, στην αυστηρή-αυταρχική τήρηση κανόνων λατρείας, ευλάβειας σε ό,τι υπαγορεύει αλάθητο ή λανθασμένο, ο κανόνας που σε αναγκάζει να σκύβεις το κεφάλι, όπως για παράδειγμα οι δρακόντειοι νόμοι.

Ο συγγραφέας και στο βιβλίο του «Το ελάχιστο ίχνος» έχει να διηγηθεί την ολέθρια σχέση γιου και πατέρα. Μου θύμισε τον Κάφκα στο βιβλίο «Γράμμα στον πατέρα». Την απογοητευτική συμπεριφορά του γονιού, την ακατανοησία του να δεχθεί το μέρος εκείνο του παιδιού που αποζητά τον δικό του δρόμο, τα όνειρά του, την ελευθερία του και τον υποβιβάζει, τον θεωρεί κατώτερο του δικού του «θέλω» και «ονείρου» ή καλύτερα του δικού του ομοιώματος. Ως αναφέρει ο συγγραφέας, στη σελίδα 7 του βιβλίου,  την εντολή «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα».

 

Η υποταγή του γιου, κατά τον «πατριάρχη» πατέρα, εξυπακούεται και κάθε ανατροπή στα καθιερωμένα, κοινωνικοπολιτικά ή ιερά, είναι γι αυτόν επίκληση καταστροφής εναντίον του, προς δικαίωση της ορθότητάς του, προς δικαίωση της τιμής και του ονόματός του στην κοινωνία και δεν εννοεί ή αφουγκράζεται τον αράχνειο ενοχικό ιστό που εξευτελίζει σωματικά και ψυχικά το τέκνο του. Η έξοδος από τον παράδεισο, η απείθεια, ο εγκλεισμός, όλα τα στοιχεία εκείνα που προκαλούν ψυχικό δέος, τα αναφέρει ο συγγραφέας ακατάγγελτα, σφιχτά, ακόμα και το ανοσιούργημα του αφηγητή- χαρακτήρα.

Ο αφηγητής μετά από πολύχρονη φυλάκιση, απογοητεύεται που δεν τον υποδέχεται στην πύλη, κατά την αποφυλάκισή του, κανείς και ιδιαιτέρως ο πατέρας του, Απευθύνεται σαν να γράφει επιστολή στον πατέρα του και αφηγείται πως πέρασε οκτώμισι χρόνια έγκλειστος κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Διηγείται τις αισχρές συμπεριφορές των συγκρατουμένων του, τον εξευτελισμό της προσωπικότητάς του και εξομολογείται στον δικό του άνθρωπο, τον πατέρα του, την εξιλέωσή του για την φρικτή πράξη του. Συνεχίζει να αφηγείται ενώ φτάνει στο σπίτι του, που το βρίσκει χωρίς ρεύμα και νερό, χωρίς τη φροντίδα κανενός, κλεισμένο κι αυτό ως ο εγκλεισμός του ιδιοκτήτη του. Η επιστροφή, λοιπόν, του ασώτου που ζητά συγχώρεση.

… Και για μας τους αναγνώστες, η ευχάριστη επιστροφή του συγγραφέα (μετά από το 2013) μ’ αυτήν την εξαιρετική νουβέλα.

 

 Απανθίσματα:

Είμαι βέβαιος  πως μ’ έχεις συγχωρήσει. Αν δεν το έχεις κάνει, το απαιτώ. Συγγνώμη, εννοώ πως το δικαιούμαι. Πρώτον γιατί πλήρωσα την ποινή μου, αυτή που κρίθηκε η αρμόζουσα τέλος πάντων για τα παραπτώματά μου. Δεύτερον,  για το λόγο ότι κι εγώ ο ίδιος συγχωρώ πάντα όσους με βλάπτουν. Ίσως δεν του συγχωρώ ακριβώς, πάντως ξεχνάω τις βρωμιές τους, δεν με απασχολούν πλέον, αδιαφορώ για κείνους που μ’ αδίκησαν, δεν κρατάω κακίες, σβήνω απ’  τα τεφτέρια μου τις οφειλές τους. Είναι κι η λήθη ένας είδος συγχώρεσης.

 

Τα λέω όλα αυτά καθώς σκέφτομαι πώς ίσως να μην έχει νόημα να σου γράψω αυτό το γράμμα. Γιατί  όλα τούτα που είναι για μένα σημαντικά-και δυστυχώς δεν πρόκειται για όνειρα κι εφιάλτες, αλλά για βιώματα απολύτως αληθινά- ίσως να είναι αδιάφορα σε κάποιον που τα’ ακούει ή τα διαβάζει. Ακόμη κι αν αυτός ο κάποιος είσαι εσύ. Ο πατέρας μου.

                                        ***                ***

Σάββατο 25 Μαρτίου 2023

 

 Ξαναγράφω την εισήγηση, (την είχα γράψει στις 23.10.2013 που διάβασα το βιβλίο) για τα νέα μέλη της Δημοτικής Λέσχης Διονύσου.

 

 

ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΙΧΝΟΣ

                                                       του

                               ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΙΔΗ (γεν. 1967, Σέρρες)

                                           (εκδόσεις: ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ)

 

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης γεννήθηκε στις Σέρρες, 4 Ιουλίου του 1967, και έζησε εκεί τα πρώτα του παιδικά χρόνια. Σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και στη Δραματική Σχολή Βεάκη. Για λίγα χρόνια εργάστηκε ως ηθοποιός σε θεατρικές παραστάσεις. Μετά ασχολήθηκε με το γράψιμο. Πεζογραφήματα και θεατρικά.  Κυκλοφορούν ως τώρα τα μυθιστορήματα Οι τέσσερις τοίχοι (2000), Ο φιλοξενούμενος (2004), Το ελάχιστο ίχνος (2013), η συλλογή διηγημάτων Φυσικές Ιστορίες (2006), το αφήγημα Ύπνος (2008), Το όνομά σου  και άλλα. όλα από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό». Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε θεματικές ανθολογίες και έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά.

 

 

Διάβασα τόσο γρήγορα αυτό το βιβλίο, που νιώθω την ανάγκη να το ξαναδιαβάσω, μπας και μου ξέφυγε κάτι.. Τόσο απλό, παράξενα γοητευτικό, κινηματογραφικό και τέλος πραγματικό μέσα στο παραμύθι του.

 

Ήρωες της καθημερινότητας που ζουν και συμπεριφέρονται παρορμητικά και βίαια εξ αιτίας φόβου κοινωνικής απόρριψης, υπερφίαλοι καλλιτέχνες και ένα σωρό συναισθηματικές τάσεις στη μαγεία, στο θάνατο, στην αφοσίωση, στην αγάπη, ακόμα και  σε δύσμορφα άτομα, όπως η ερωτική έλξη του κεντρικού προσώπου της μυθιστορίας για μια άσκημη ζητιάνα.

 

Το ελάχιστο ίχνος, όπως αυτό του αφηγητή-συγγραφέα, πιθανόν και του καθένα μας, που πατάει και φεύγει απ’ αυτή τη γη  σβήνεται σε λίγο χρόνο ή το πολύ πολύ να μείνει στη μνήμη του περίγυρού του∙ κι αυτό για πόσο άραγε.. Όμως αυτό το ελάχιστο που μπορεί να μείνει  στην ιστορία, είναι το σπάνιο, είναι εκείνο που συγκλονίζει, και  δε φεύγει εύκολα από τη μνήμη.

 

Ο ήρωας του έργου, Αυγουστίνος Ψυχός, είναι νόθο παιδί, από το ερωτικό σμίξιμο ενός πλούσιου έφηβου και της  παραμάνας του, της Χαρίκλειας. Η πλούσια οικογένεια, για να αποφύγει το σκάνδαλο, αποδιώχνει την εγκυμονούσα παραμάνα. Η τελευταία γεννάει ένα υγιέστατο αγόρι και το μεγαλώνει σ’ ένα χαμόσπιτο.

 

Παράλληλα σε μια επαρχιακή πόλη ο Ανδρέας Ψυχός κι η γυναίκα του  Φανή αδυνατούν  να τεκνοποιήσουν  παρ’ όλες τις οδύσσειες περιπλανήσεις και περίεργες αναζητήσεις, όπως η συνεύρεσή τους σε εξωκλήσι, μπρος στην εικόνα της Αγίας Κυριακής. Τελικά η Φανή έμεινε έγκυος, με τη μεσολάβηση της εξαδέλφης της, Σμαρούλας. Πράγματι η Σμαρούλα, που από μικρή είχε το χάρισμα της «μάγισσας»,  ζωγράφισε στα γυμνά τους σώματα περίεργα σύμβολα και τους ορμήνεψε να συνευρίσκονται άπλυτοι  μέχρι να εξαφανιστούν τα γραμμογραφήματά της, από τις επαφές τους.  Η Φανή γέννησε. ΄Ομως το μωρό βγήκε σακάτικο.  

 

Με κινηματογραφικό στυλ, ο «προσβλημένος» πατέρας με το μωρό αγκαλιά περιπλανάται από γειτονιά σε γειτονιά και από δρόμους σε σοκάκια, μέχρι που σταματά σ’ ένα χαμόσπιτο, όπου από το ανοιχτό παράθυρο βλέπει μια μάνα ξαπλωμένη να κοιμάται και παραδίπλα σε μια κούνια να κοιμάται επίσης ένα μωρό. Χωρίς χρονοτριβή, μπήκε μέσα από το παράθυρο κι έκανε την «ανταλλαγή»,  αρπάζοντας το υγιές αγόρι, ενώ  στη θέση του άφησε το σακάτικο. 

 

Ο Αυγουστίνος με καλλιτεχνικές τάσεις, καταφέρνει να σπουδάσει ηθοποιός στα τριάντα του χρόνια, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του. Έχει πάθος για το θέατρο, αργότερα για τη σκηνοθεσία (μετά την παρότρυνση φίλου), όμως του λείπει το «ταλέντο», του λείπει το «χάρισμα» που έχει ο συμμαθητής του, στη Δραματική Σχολή, ο Σέργιος Λυκίδης, τον οποίον και ανταγωνίζεται∙  παρότι ο γραμματέας της σχολής, επονομαζόμενος «Βουνό», και φίλος του αργότερα, θα του επισημάνει ότι, «ο Στ. ηθοποιός υπήρξε καλός, αλλά όχι χαρισματικός και όλοι οι μη χαρισματικοί είτε θα έχουν την αυταπάτη πως είναι χαρισματικοί, είτε θα διατείνονται πως το χάρισμα δεν υφίσταται.»  

 

 Ο Αυγουστίνος θα παίξει σε πολλές παραστάσεις του δικού του θεάτρου, που απέκτησε μετά τη χορηγία του βιολογικού του πατέρα, με τον οποίο ήρθε σε μυστική συμφωνία να μη μαθευτεί ποτέ η συγγένειά τους. Η ερμηνεία του μάλιστα, στην τελευταία σκηνή στο έργο του Ίψεν, Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν, ήταν μοναδική στα θεατρικά χρονικά, όπως μας βεβαιώνει ο παρακάτω διάλογος δυο ιθυνόντων του θεάτρου: (Σέργιος Λυκίδης και «Βουνό»)

Λυκίδης: -Θα τον θυμούνται πάντα, ενώ άλλοι κι άλλοι θα έχουν ξεχαστεί. Ο ηθοποιός που εισχώρησε απόλυτα στο πετσί του ρόλου. Δεν το πιστεύεις;

Βουνό: -Μπορεί ποιος ξέρει.

Λυκίδης: -Θ’ αφήσει ένα ίχνος. (Το Βουνό έμεινε για μα στιγμή σκεφτικό.)

 Βουνό: -Ένα ελάχιστο. Ίσως.

                              ***

Σελίδα 20: Ταλέντο; Δεν ξέρω τι φαντάζεσθε λέγοντας αυτή τη λέξη. Ξέρετε τι είναι ταλέντο; Ταλέντο είναι το πάθος σου να δουλέψεις σκληρά. Άλλου είδους ταλέντα δεν υπάρχουν.

 

Σελίδα 264: είναι μερικοί που παθιάζονται τόσο πολύ καθώς εξηγούν γιατί δεν τους άρεσε κάτι, ώστε παρασύρονται από την ορμή των επιχειρημάτων τους. Χτίζουν το σκεπτικό τους αραδιάζοντας τη μια γκρίνια μετά την άλλη, κι όσο εξάπτονται, τόσο πιο κατηγορηματικοί γίνονται, με αποτέλεσμα να εκφράζουν στο τέλος μια γνώμη πολύ πιο αρνητική απ’ αυτή που έχουν στην πραγματικότητα σχηματίσει. Το θάψιμο προοδευτικά γίνεται ηδονικό. 

 

Σελίδα 266: Συνειδητοποίησε ότι υπήρχε μια κλίμακα αξιών. Σ’ ένα σκαλί της πατούσε κι αυτός. Όσοι βρίσκονταν πιο κάτω του έδειχναν σεβασμό. Αυτοί, πάλι, οι παρακατιανοί του, είχανε άλλους πιο παρακατιανούς, τους οποίους κοιτάζανε αφ’ υψηλού. Κι αυτοί άλλους, κι οι άλλοι άλλους. Δύσκολο να διακρίνεις ποιος στεκόταν στο χαμηλότερο και ποιος στο ψηλότερο σκαλί της κλίμακας, τόσο μεγάλη ήταν. Αν άλλαζες σκαλοπάτι, ανέβαινες ή κατέβαινες, άλλαζε ο συσχετισμός: περιφρονούσες εκείνον που λίγο πρωτύτερα υποληπτόσουν άπλωνες το χέρι σε όποιον χθες γύρναγες την πλάτη. Αλλά – κι επειδή μιλάμε για σκάλα- δεν είχες οπτικό πεδίο ευρύ. Ούτε καν ήξερες, στη συνολική εικόνα, αν βρίσκεσαι πριν από τη μέση ή μετά. Μόνο στους κοντινούς σου αντιλαμβανόσουν, λίγους πιο ψηλά, λίγους πιο χαμηλά. Στεκόταν, λοιπόν, κι αυτός στο σκαλοπάτι του∙ φθονούσε τους αποπάνω και οίκτιρε τους αποκάτω.

 

 

Ευγενία (Τζένη) Μακαριάδη

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΦΙΝΤΣ του JULIAN BARNES, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 

          ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΦΙΝΤΣ

           του JULIAN BARNES

 

                                                                      Διόνυσος, 02.02.2023.

Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας JULIAN BARNES γεννήθηκε το 1946 στο Λέστερ της Μεγάλης Βρετανίας. Σπούδασε νομικά και γαλλική φιλολογία στην Οξφόρδη.

Έργα του:

-Metroland,

-Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ,

-Άρθρουρ & Τζορτζ,

-England, England,

-Ένα κάποιο τέλος,

      κ.α.

Ας χωρίσουμε το έργο σε τρία επίπεδα:

Το Σεμινάριο «Κουλτούρα και Πολιτισμός» που παρακολουθεί ο Νιλ,  κεντρικός ήρωας του βιβλίου, η συνταξιούχος Πανεπιστημιακή καθηγήτρια Ελίζαμπεθ Φινς, που διδάσκει, οι ενήλικες –διαφόρων ηλικιών- που το παρακολουθούν, η παρεμβολή στο έργο της βιογραφίας του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Ιουλιανού-(Φλάβιος Κλάυδιος Ιουλιανός-γεν.331-332-363μ.Χ.) ο επονομαζόμενος Ιουλιανός ο Παραβάτης ή Ιουλιανός ο Αποστάτης, αλλά και Ιουλιανός ο Μέγας, αξιοσημείωτος φιλόσοφος και συγγραφέας στην ελληνική γλώσσα, (συμβασίλευσε ως Καίσαρας, με τον Κωνστάντιο Β).Ο έρωτας και η σημασία του στη ζωή και τέλος η μνήμη όπως τη βιώνει ο καθένας, ώστε να αποδώσει την ιστορία των παλαιών χρόνων με τις αντιλήψεις της εποχής του σήμερα και πώς σήμερα ερευνώντας και με τη δέουσα προσοχή και λογική μπορούμε αντικειμενικά να επιχειρηματολογήσουμε ή να αναιρέσουμε, αυτά που ήδη έχουμε διδαχθεί και πιστέψει.

Το θέμα του βιβλίου δεν είναι ένα είναι πολλά ειπωμένα από την καθηγήτρια Ελίζαμπεθ Φινς και όπως μας αφηγείται ο Νιλ, --έχει μαλλιά σε απόχρωση γκριζωπής άμμου, ντύσιμο σοβαρό και κομψό, παπούτσια δετά, μαύρου χρώματος τον χειμώνα, καφέ σουέτ το φθινόπωρο και άνοιξη, φούστες πλισέ πάντα κάτω από το γόνατο. Κάποιος με μια επιπόλαιη ματιά θα την έλεγε παλιομοδίτικη, όμως μετά από δέκα χρόνια, ίσως βίντατζ. Το κάπνισμα ήταν κι αυτό κάτι όχι πρόσθετο αλλά στοιχείο της περιβολής και προσωπικότητάς της.

Οι ακροατές κυμαίνονταν από τριάντα χρονών μέχρι σαράντα. Την παρακολουθούσαν χωρίς να κρατούν σημειώσεις· άλλοι με δέος, άλλοι μισοερωτευμένοι, άλλοι αδιάφοροι ή εκνευρισμένοι, από την άνεση της διδασκαλίας, τους στοχασμούς, τα παραδείγματα, τις γνώσεις σχετικές με την έρευνα στο αντικείμενό της.

 Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, θέματα φιλοσοφίας, έρωτα, αγάπης, θανάτου, ιστορικά, έρευνας της ιστορίας παρελθόντων χρόνων, η ελευθερία της σκέψης με έρευνα και μελέτη διαφόρων ή μη γεγονότων, που συνήθως διαστρεβλώνονται από ισχυρούς κληρονόμους τίτλων, πλούτου και νικητές πολέμων, χωρίς λύσεις, χωρίς ηθικές αρχές, χωρίς την πνευματική ανθρώπινη υπόστασης και εξύψωση.

Παράδειγμα της Ελίζαμπεθ Φιντς, ο μαρτυρικός θάνατός της Αγίας Ούρσουλας μαζί με τις έντεκα χιλιάδες παρθένες που την συνόδευαν· είναι έτσι ακριβώς η ιστορία; Η Αγία είπε στις ακόλουθές της ότι της μήνυσε άγγελος να επιστρέψουν στη Βρετανία μέσω Κολωνίας, για να ευλογηθούν με το στέφανο του μαρτυρίου (γνωστό ότι οι Ούνοι είχαν φτάσει στην Κολωνία). Τι τίτλο προτείνετε; Και χωρίς να απαντήσει κανείς από τους φοιτητές εκείνη είπε: προτείνω: Αυτοκτονία μέσω τρίτων.

Η Αγία Ουρσούλη ή Αγία Ούρσουλα είναι Αγία της Δυτικής Εκκλησίας. Ήταν πριγκίπισσα κόρη του Βασιλιά της Βρετάνης Δεονάτου. Εχριστιανίσθηκε στη Γαλατία και στις Χώρες του Ρήνου. Θανατώθηκε από τους Ούνους το 453. Η μνήμη της εορτάζεται, από τη Δυτική Εκκλησία στις 21 Οκτωβρίου.

Υπό τη προστασία της Αγίας Ουρσούλης δημιουργήθηκε τον 6ο αιώνα το γνωστό γυναικείο μοναχικό Τάγμα Ουρσουλινών (καλογριών).

Προς τιμή της Αγίας και παρθένου Ούρσουλας ο Χριστόφορος Κολόμβος ονομάτησε τις νήσους που ανακάλυψε στο δεύτερο ταξίδι του το 1493, τις γνωστές Νήσοι Παρθένου ή Νήσοι Παρθένων (Virgin island

 

 

Ο Νιλ θαυμάζει την Ελίζαμπεθ Φιντς, της ζητάει ραντεβού και προς μεγάλη του έκπληξη εκείνη δέχεται. Οι συναντήσεις γίνονται για μεσημεριανό φαγητό, που πάντα εκείνη πληρώνει· οι απέραντες συζητήσεις για τον Ιουλιανό, ως ηγέτη και φιλόσοφο, για θέματα ιστορίας, κοινωνιολογίας, θρησκείας, γοητεύουν τον Νιλ, που κοιτάζει την ηλικιωμένη διδάσκουσα να τον τροφοδοτεί με εικασίες παρελθόντων ιστορικών και σημερινών γεγονότων. Ένα ραντεβού σε συνέχειες, κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού φαγητού, για ατέλειωτες νοηματικές συζητήσεις και διακαές ενδιαφέρον που διαρκεί είκοσι ολόκληρα χρόνια. Η ζωή του Νιλ γεμίζει το κενό που του άφησαν δυο γάμοι, παιδιά και ερωμένες, εφόσον συντονίζει τη σκέψη του με τις γνώσεις και με την πρωτόγνωρη ευφυΐα της Ελίζαμπεθ Φιντς. Ο Νιλ είχε να την συναντήσει ένα χρόνο, όταν έμαθε ότι ήταν άρρωστη  κι εδώ φαίνεται η θέση της Ελίζαμπεθ Φιντς που είχε ανάμεσα σε συγγενείς και φίλους, να κρατά τα προσωπικά της ζητήματα ακόμα και την αρρώστιά της μόνο για τον εαυτό της. Τέλος μένει ενεός όταν μαθαίνει ότι η Ε.Φ. πέθανε και εκείνος κληρονομεί τις σημειώσεις της και την πλούσια βιβλιοθήκη της. Από τον αδελφό της μαθαίνει ότι δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με συγγενείς, ούτε και με τον ίδιο και το μόνο που μπορεί να απαντήσει, σε σχετική ερώτηση του Νιλ, ήταν ότι την είχε δει με κάποιον κύριο και του φάνηκε πως ήταν ερωτικό και όχι τυχαίο το συναπάντημα. Κάτι κεντρίζει τον ήρωά μας, ίσως ένας ανεκπλήρωτος έρωτας, όμως όπως λένε «ποτέ μη γυρίζεις πίσω. Μην κυνηγάς χρόνια αργότερα εκείνον τον χαμένο έρωτα, τον μισοξεχασμένο και παρεξηγημένο. Αν πήγε στραβά την πρώτη φορά, θα πάει στραβά και τη δεύτερη…"

Απανθίσματα:

·        «Επιβεβλημένη μονογαμία… είναι σαν να λέμε επιβεβλημένη ευτυχία, την οποία γνωρίζουν ότι δεν είναι εφικτή. Η μη επιβεβλημένη μονογαμία πιθανόν να φαίνεται δυνατή. Η ρομαντική μονογαμία πιθανόν να φαίνεται δυνατή. Αλλά η πρώτη συνήθως καταρρέει σε μια εκδοχή της επιβεβλημένης μονογαμίας, ενώ η δεύτερη είναι πιθανό να καταλήξει σε εμμονή και υστερία. Και έτσι, αναπόφευκτα πλησιάζει τη μονομανία. Πρέπει πάντα να κάνουμε διάκριση μεταξύ αμοιβαίου πάθους και κοινής μονομανίας»

 

·        «Ο Ερνεστ Ρενάν, μεγάλος Γάλλος ιστορικός και φιλόσοφος του 19ου αιώνα έγραψε:

 

Είμαστε εξοικειωμένοι με τους ιδρυτικούς μύθους στους οποίους βασίζονται οι χώρες και τους οποίους προπαγανδίζουν μανιωδώς. Μύθους ηρωικών αγώνων εναντίον μιας κατοχικής δύναμης, εναντίον της τυραννίας της αριστοκρατίας και της εκκλησίας· αγώνων από τους οποίους αναδείχθηκαν μάρτυρες που έχυσαν το αίμα τους για να ποτίσουν το ευαίσθητο δέντρο της ελευθερίας. Αλλά ο Ρενάν δεν μιλάει γι’ αυτό. Λέει ότι το να προσλαμβάνεις λάθος την ιστορία σου αποτελεί μέρος τού να είσαι έθνος. Με άλλα λόγια, για να πιστέψουμε σ’ αυτό που νομίζουμε ότι πρεσβεύει το έθνος μας, πρέπει συνεχώς, κάθε μέρα, με μικρές και μεγάλες πράξεις ή σκέψεις, να εξαπατάμε τον εαυτό μας, επαναλαμβάνοντας συνεχώς τα ανακουφιστικά μας παραμύθια. Μύθους φυλετικής και πολιτισμικής ανωτερότητας. Πίστη σε καλοκάγαθους μονάρχες, αλάθητους πάπες και έντιμες κυβερνήσεις. Και την υπόθεση ότι η θρησκείας με την οποία γεννηθήκαμε ή στην οποία επιλέξαμε να πιστέψουμε τυχαίνει να είναι η μόνη αληθινή ανάμεσα σε εκατοντάδες αιρέσεις, παγανιστικές δοξασίες και αποστασίες που υπάρχουν σ’ όλο τον κόσμο.

 

          Τζένη Μακαριάδη, για τη  Δημοτική Λέσχη Ανάγνωσης Διονύσου.