Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Τρυφερή είναι η νύχτα.



                         

                            Του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (Francis Scott Key Fitzgerald  24 Σεπτεμβρίου 1896 – 21 Δεκεμβρίου 1940) Αμερικανός συγγραφέας. Αποτελεί έναν από τους κύριους εκπροσώπους της αποκαλούμενης Χαμένης Γενιάς των Αμερικανών λογοτεχνών και θεωρείται γενικότερα ένας από τους μείζονες συγγραφείς του 20ου αιώνα.
Έργα του:
                Δώθε από τον παράδεισο.
                Ο μεγάλος Γκάτσμπι,
               Το ράγισμα.
                Η απίστευτη ιστορία του Μπένζαμιν Μπάτον.
                Όμορφοι και καταραμένοι.
                Έρωτας μέσα στη νύχτα.
                Το πλουσιόπαιδο και άλλες ιστορίες.
                                 κ.α.

            Πολυτάραχη η ζωή του ήρωα της μυθιστορίας Ντικ Ντάιβερ, ψυχίατρου, ίδια όπως του συγγραφέα Φ.Σ.Φιτζέραλντ, που  ανιστορεί (αυτοβιογραφικά σχεδόν) μέσα από το έργο τη ζωή του. Μια σπουδαία αποτύπωση της χαμένης γενιάς του 1920 της εποχής της τζαζ, όπως αποκάλεσαν τη δεκαετία του 1920.
             Εκκεντρικά πρόσωπα σε χλιδάτα περιβάλλοντα,  χαμένα σε  ονομαστικούς τίτλους, σε ταξίδια, σε ηδονισμούς, σε τρυφηλότητες, στον αλκοολισμό και  επαρμένα της ανωτερότητάς τους. Ένας ψεύτικος παράδεισος κενοδοξίας, που αποτέλεσε το  αμερικάνικο όνειρο  και ο καθένας στόχευε,  για την πρόοδο και εξέλιξή του∙  ο πολιτισμός (αν θέλετε) της εποχής, μέχρι σήμερα.
            Έτσι έχουν τα πράγματα, όταν ο Ντικ Ντάιβερ φτάνει στο «ζενίθ».  Γίνεται ένας διάσημος ψυχοθεραπευτής. Ερωτευμένος παντρεύεται την (επίσης ερωτευμένη μαζί του) νεαρή και πάμπλουτη σχιζοφρενή ασθενή του, που  σε μικρή ηλικία, είχε βιαστεί από τον πατέρα της.
            Μοιχικοί οι δυο σύζυγοι μέσα στα περιβάλλοντα της μεγαλοαστικής τάξης και της ηθικής της, μέχρι που χωρίζουν.
            Ξεπέφτει ο Ντικ στο «ναδίρ» αλκοολικός, μόνος και απογοητευμένος. 

(σελ.32 Θεέ μου, λες να είμαι κ’ εγώ στο τέλος-τέλος σαν τους άλλους; Να είμαι σαν τους άλλους; Η σκέψη αυτή ήταν βέβαια πενιχρή για ένα σοσιαλιστή, αλλά αξιόλογη για τους ανθρώπους εκείνους  που δημιουργούν τα σπανιότερα έργα στον κόσμο.  
(σελ.34) Εκείνη χαμογελούσε μ’ ένα συγκινητικό χαμόγελο που έμοιαζε μ’ όλη τη νιότη που χάνεται στον κόσμο.             
(σελ.58) Η φωνή της χαμήλωσε, την κατάπιε το στήθος της και απλώθηκε σ’ ολόκληρο τον κορμό της, ως την καρδιά της καθώς τον πλησίασε. Ένιωσε τα νεανικά της χείλια, το σώμα της, που στέναζε με ανακούφιση επάνω στο μπράτσο του, που γινόταν δυνατότερο για να την κρατήσει. Είχαν γίνει ένα  ωσάν ο Ντικ να είχε κάνει αυθαίρετα κάποιο αδιάλυτο μείγμα, με ενωμένα και αδιαχώριστα άτομα-μπορούσε να το πετάξει όλο μαζί, μα ποτέ πια δεν θα μπορούσε να ξαναγυρίσει το καθένα τους σε ατομική κλίμακα.
(σελ.286) Είχε την αλαζονεία των ψηλών ανθρώπων που ανήκουν σε κοντή φυλή και που νομίζουν πως δεν έχουν άλλη αποστολή από το να είναι ψηλοί.

Ευγενία Μακαριάδη.

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Μια διαφορετική απεργία



Μια διαφορετική απεργία

Ο Δημήτρης Ψαθάς στο βιβλίο του “Αντίσταση” περιγράφει μια διαφορετική απεργία που έγινε το Μάρτιο του 1943: Μάρτιος του 1943. Ανάστατη είναι η Αθήνα από μια είδηση. Οι Γερμανοί αποφάσισαν να κηρύξουν επιστράτευση πολιτική. Όλοι οι άνδρες από 16 θα επιστρατευθούν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Άξονα. Πρόσωπα ανήσυχα ολούθε. -Τα ‘μαθες; Επιστράτευση! Ο κόσμος τρομάζει με τούτη την καινούρια συμφορά που ζυγώνει την Ελλάδα. Μάνες τρέμουν για τα παιδιά τους, γυναίκες για τους άντρες, παιδιά για τους πατεράδες. Κι ο φόβος γίνεται αναβρασμός. Κι ο αναβρασμός, μια θέληση. Κι η θέληση, μια κραυγή που τη βροντοφωνά ο τοίχος: ΚΑΤΩ Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ. Την παίρνει το χωνί και τη διαλαλά στις γειτονιές. Κάτω η επιστράτευση! Τυπώνουν τα μυστικά τυπογραφεία προκηρύξεις. Κάτω η επιστράτευση. Κυκλοφορούν οι μυστικές εφημερίδες: Κάτω η επιστράτευση. Γεμίζουν οι δρόμοι μ’ αμέτρητα χαρτάκια: Κάτω η επιστράτευση. Κι όλος αυτός ο αναβρασμός φουσκώνει στα στήθια του λαού για να ξεσπάσει σ’ ένα απ’ τα πιο μεγάλα κι απίστευτα συλλαλητήρια που βλέπει η Αθήνα. 5 Μαρτίου. Είναι η μέρα που όρισε το ΕΑΜ για το συλλαλητήριο. Ο τρόπος κι ο μηχανισμός του ο ίδιος, όπως πάντα. Σε μικρές ομάδες θα ξεχυθεί ο κόσμος προς το κέντρο. Σε μικρές ομάδες θα πιάσει τις παρόδους. Κρυμμένες θα είναι οι σημαίες κάτω απ’ τα σακάκια, τα φουστάνια, κρυμμένες κι οι ταμπέλες με τις επιγραφές. Κι όταν δοθεί το σύνθημα την ορισμένη ώρα, τότε θα χυθεί ο λαός στον κεντρικό δρόμο που ορίστηκε για το συλλαλητήριο. Ας χτυπήσουν. Το μόνο που δεν λογαριάζουν ως την ώρα που θα πέσουν τα κορμιά. Δεκαπέντε μέρες τώρα απεργίες, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες. Ο συνετός βλέπει τα συλλαλητήρια -τ’ ακούει δηλαδή- και λέει πως τούτοι οι άνθρωποι σίγουρα είναι τρελοί. Τρελοί όμως ήταν κι όσοι πολέμησαν στον Μαραθώνα. Τρελοί όσοι σκοτώθηκαν στις Θερμοπύλες. Τρελοί ήταν η φούχτα των ανθρώπων που ξεσηκώθηκε το ‘21. Τρελοί ήταν αυτοί που χύμηξαν στην Πίνδο. Η ιστορία της Ελλάδας για την οποίαν πολύ καυχιέσαι, συνετέ, είναι μια αλυσίδα από τρέλες. (……) Το σκέφτονται οι Γερμανοί… Πώς να τον επιστρατεύσεις τούτον τον λαό; Και τι υπηρεσίες μπορεί να σου προσφέρει; Απ’ τη στιγμή που μαθεύτηκαν τα σχέδιά τους, βλέπουν ολούθε τον αναβρασμό. Ολούθε συγκεντρώσεις. Ολούθε ομιλίες. Στις γειτονιές, στις λαϊκές αγορές, στις εκκλησίες. Ζητούν τρόπους κατευνασμού. Ο Λογοθετόπουλος δημοσιεύει ανακοίνωση ότι δεν πρόκειται να γίνει η επιστράτευση κι ότι κάθε συγκέντρωση θα χτυπηθεί με όπλα. Ο δήμαρχος της Αθήνας Γεωργάτος ζητά με το καλό 3.000 εργάτες για τα οχυρωματικά έργα των Γερμανών και βεβαιώνει ότι δεν θα βγουν όξω απ’ την Αθήνα. Ο μυστικός τύπος λυσσά: Όσοι παρουσιάστηκαν στην πρόσκληση έχουν σταλεί στη Γερμανία. Στη Θεσσαλονίκη κηρύχθηκε η επιστράτευση “εν ονόματι του Φύρερ”. Κοχλάζει η Αθήνα. Αστυνομία, χωροφυλακή στο πόδι. Ισχυρές δυνάμεις Γερμανών κι Ιταλών έχουν διαταγή να χτυπήσουν κάθε συγκέντρωση στους δρόμους. Και φτάνει η μέρα. Ξεσπάει η απεργία. Τράπεζες, δημόσια γραφεία, ταχυδρομεία, τηλεγραφεία, μαγαζιά -όλα κλειστά. Τρίζει τα δόντια η ψευτοκυβέρνηση. Οι απεργοί θα παταχθούν! Κι όταν ο Γκοτζαμάνης στρώνεται να γράψει το διάταγμα της απόλυσης των απεργών, δεν βρίσκει μια δακτυλογράφο να το δακτυλογραφήσει! Τα εργοστάσια σταματημένα. Κι όλες οι επιχειρήσεις. Η κίνηση της πόλης έχει νεκρωθεί. Πλημμυρίζει η πόλη με παράνομο Τύπο. Μπρος λαέ της Αθήνας! Μπρος αδούλωτη Ελλάδα! Μπρος για τη μάχη των μαχών! Κι ας περιμένουν στους δρόμος έτοιμα τα ντουφέκια. Τα μάθαμε αυτά. Άλλο από το να σκοτώνουν δεν μπορούν. (…..) Στην οδό Πραξιτέλους γίνεται κακό. Οι Ιταλοί σκορπίζουνε το πλήθος. Σηκώνουν τα όπλα, βαράνε κοντακιές, ρίχνουν. Μια κοπέλα ορθώνεται μπροστά τους: -Πίσω, παλιόσκυλα! Ένας Ιταλός τη σημαδεύει. Βροντά το όπλο, σωριάζεται η κοπέλα. Φεύγουν άλλοι, χυμάνε να πάρουν το κορμί. Σε λίγο ο κόσμος που περνά βλέπει στον τόπο που έπεσε η κοπέλα και δακρύζει. Γύρω – τριγύρω στα αίματα έχουν βάλει πέτρες. Τάφος συμβολικός. Όλη μέρα περνάει πλήθος και ρίχνει λουλούδια. Γλυκοχαράζει η άνοιξη στη γη της Αττικής. Κι εκεί, στην οδό Πραξιτέλους, πάνω στην άσφαλτο που βάφηκε με το αίμα ενός κοριτσιού, στέλνει τριαντάφυλλα, γαρούφαλα και πασχαλιές. Ένας σωρός από λουλούδια. Αλλού μάχες σωστές. Κοντά εκατό χιλιάδες τραβούν προς το πολιτικό γραφείο. Φωτιά σκορπίζουν οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί. Μηχανοκίνητα βογγούν. Χειροβομβίδες σκάνε. Πέφτουν οι λαβωμένοι, οι νεκροί. Τους αρπάζουν οι διαδηλωτές και φεύγουν μην πέσουν στα χέρια του κατακτητή. Πρόθυμα ανοίγουν τις πόρτες τους τα σπίτια για να δεχτούν τα θύματα. Γιατροί, νοσοκόμοι, τραυματιοφορείς βοηθάνε. Κι ο κόσμος που βρίσκεται μπροστά στις μπούκες των όπλων σκορπίζει, αλλά δεν εννοεί να διαλυθεί: -Στου υπουργείο Εργασίας! Άλλο κακό εκεί. Στις 11.30΄ είναι μαζεμένοι κοντά πενήντα χιλιάδες διαδηλωτές γύρω – τριγύρω χωμένοι στις παρόδους. Τραγουδάνε τον Εθνικό Ύμνο και χυμάνε με πέτρες και με ξύλα. Σπάζουν τις πόρτες και τα παράθυρα. Κατακίτρινος ο υπουργός Καλύβας ακούει την οχλοβοή ανάμεσα στους καραμπινιέρους που τον φρουρούνε. Φτάνει ενίσχυση της δύναμης. Αστυνομία ελληνική, Ιταλιάνοι, Γκεστάπο. -Πίσω! Διαλυθείτε! -Μπρος, παιδιά! Απάνω τους! -Θα σας σκοτώσουμε! -Σκοτώστε μας! Αρχίζει το πολυβόλο. Σκάει η χειροβομβίδα. Και τότε γίνεται τούτο τ’ απίστευτο. Γυναίκες, άντρες και παιδιά ορμούν με πέτρες και με ξύλα πάνω στην ένοπλη δύναμη που ρίχνει. Λαβώνονται πολλοί. Κι άλλοι κουβαλάνε πέτρες στα μαντίλια, άλλοι ξεριζώνουν τις πλάκες απ’ τα πεζοδρόμια. Μάχη πρωτάκουστη. Τους κυνηγάνε εδώ, φυτρώνουν από κει. Κι ένα πράμα μονάχα δεν έχουν στο μυαλό τους – να διαλυθούν. Τρελοί; Τρελοί! Εδώ ένας σωριάστηκε τραυματισμένος. Εκεί άλλος κείτεται νεκρός. Εδώ μια ομάδα κοριτσιών που ρίχνουνε πέτρες. Αλλού άλλη ομάδα που κυνηγιέται για να κρυφτεί στους γύρω δρόμους. Εδώ με ξύλα δέρνονται διαδηλωτές και αστυφύλακες. Εκεί δουλεύει πιστολίδι. Χτυπάν τις πόρτες. Ανοίξτε, τραυματίες! Κι οι πόρτες ανοίγουν όλες. Γεμίζουν οι δρόμοι με χαρτάκια: Κάτω η πολιτική επιστράτευση. Αρπάζει η Γκεστάπο πολλούς απ’ τους διαδηλωτές: Μαζέψτε τα! Τα μαζεύουν και, καθώς τους πάνε στην Κομαντατούρ ή στο Κομάντο Πιάτσα, τα ξανασκορπάνε. Το μυρίζονται οι Γερμανοί. Ξύλο. Ώρες κρατάνε οι διαδηλώσεις. Ώρες αντηχεί η αντάρα κι ο αλαλαγμός της πόλης. Το βράδυ απεργούν οι κινηματογράφοι και ο Τύπος. Το άλλο πρωί δεν έχει εφημερίδες. Πόσα τα θύματα; Η αστυνομία δίνει νούμερο. Μόνο 3 νεκρούς και 77 τραυματίες. Ο παράνομος τύπος δίνει άλλα: 13 νεκροί και 134 τραυματίες. Κι είναι σωστότεροι αυτοί οι αριθμοί, γιατί η Αστυνομία μετρά μονάχα τα θύματα που πάνε στα νοσοκομεία. Αυτούς που νοσηλεύονται στα σπίτια δεν τους ξέρει. Ούτε βάζει στους νεκρούς, αυτούς που πρόφτασαν να αρπάξουν οι διαδηλωτές ή τους άλλους που βαριά τραυματισμένοι πέθαναν σε λίγες μέρες. 5 Μαρτίου 1943. Μια μέρα ακόμα ανοιχτού πολέμου μέσα στην Αθήνα. Η ιστορία της Αντίστασης γραμμένη με το αίμα του ανυπόταχτου λαού στους δρόμους της. Η επιστράτευση δεν έγινε.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ “Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ” Εκδόσεις ΜΑΡΙΑ Δ. ΨΑΘΑ
Αναρτημένο στο logomnimon.wordpress.com

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Ίσλα Μπόα.



  
                                            Ίσλα Μπόα.
                                  Μυθιστόρημα.
                                  (εκδ. ΠΟΛΙΣ)

                  Του Χρήστου Αστερίου. ( γεν. 1971, Αθήνα).
                  Έργα του:  Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες.
                                                                          Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη.

Ίσλα Μπόα,  μια νησίδα στο πουθενά∙ μια «φέτα» γης στον απέραντο ωκεανό, ίσως κάπου στον Ατλαντικό. Το μέρος αυτό διάλεξε, για συμφερτικούς λόγους, η εταιρία CNC παραγωγής τηλεοπτικών προγραμμάτων, για την παραγωγή ενός παιχνιδιού.
       Παιχνίδια ονοματίζουν τα απ’ ευθείας shows ομάδας ατόμων που παίρνουν μέρος σε τόπους που ενέχουν κινδύνους και εκεί θα δείξει ο καθένας τις ικανότητές του για επιβίωση. Στο τέλος νικά ο πιο επιτήδειος, που πετυχαίνει το δυσκολότερο κατόρθωμα της αποστολής αυτής και  κερδίζει (συνήθως) μεγάλο χρηματικό ποσό.
         
Στο βιβλίο τα επιλεγμένα, από την εταιρία παραγωγής, δέκα άτομα είναι άγνωστα μεταξύ τους, προέρχονται από διάφορες χώρες και το μόνο κοινό τους σημείο είναι ότι βρίσκονται σε οικονομική δυσπραγία. Εκείνο που κάνει το παιχνίδι να ξεχωρίζει από τα συνηθισμένα είναι ότι οι παίκτες δε γνωρίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού, δεν ξέρουν σε ποιο μέρος θα ταξιδέψουν και αγνοούν το πώς επιλέχτηκαν για το συγκεκριμένο παιχνίδι∙  το μόνο που ξέρουν είναι ότι τα πάντα βασίζονται στην εχεμύθειά τους∙ εξ’ άλλου υπογράφουν συμβόλαιο ότι αν μαθευόταν οτιδήποτε για το «Πείραμα του Ίσλα Μπόα» από τον οικογενειακό ή φιλικό τους κύκλο θα ακυρώνονταν αμέσως, ακόμα κι αν είχαν κερδίσει∙  έτσι  η αποστολή αυτή μένει μυστική  και στα πιο οικεία τους πρόσωπα. Δέλεαρ συμμετοχής στο παιχνίδι είναι το έπαθλο του ενός εκατομμυρίου δολαρίων. 

   Τι γίνεται όταν λένε πως μια χώρα βρίσκεται σε κρίση ή πτώχευση; Τίποτα άλλο παρά μια αποκτηνωτική απαξίωση των ιθυνόντων για τους απελπισμένους σε οικονομικά αδιέξοδα, για τους εξαχρειωμένους που αυτοκτονούν από φτώχια,  γι αυτούς που η πείνα έχει παγώσει το αίμα και ροκανίζει στομάχι, έντερα, εγκέφαλο και η προσφορά στο θάνατο είναι μια σκιά κάτισχνου ανθρώπου.

   Τι γίνεται όταν μια εταιρία, και εδώ έχουμε την εταιρία τηλεοπτικών προγραμμάτων  CNC, λεει ότι πτωχεύει και, κατά τα ειωθότα, οι μέτοχοι της εξαφανίζονται αφού έχουν κατακλέψει το μέλι και έχουν κάψει  το μελίσσι; Εξαφανίζονται αφήνοντας στο έλεος άνυδρης γης τους παίκτες ενός άθλιου (με κανόνες ή χωρίς) παιχνιδιού.

   Παιχνίδια με πιόνια ανθρώπους, κάτω από τη συνεχή στόχευση κάμερας και  τα άπληστα βλέμματα κουσκουσούρηδων τηλεθεατών.

   Ένα δραματικό, περιπετειώδες, πολιτικο-κοινωνικό μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί!!

(σελ.314) Θα πρέπει να σας ομολογήσω, παρά η φρίκη, που επακολούθησε, πως η αφετηρία του παιχνιδιού υπήρξε για κάποιον σαν εμένα μια ακόμα ευκαιρία να θέσει τον εαυτό μου υπό αμφισβήτηση, να τον εκθέσει σε μια θεία εκπόρνευση με μόνο αντάλλαγμα τη θέα σε μια άλλη ζωή.   
(σελ.339) την πείνα διαδέχεται η εξαθλίωση, φίλοι μου, κι ως εξαθλιωμένος εκπίπτεις του ανθρωπίνου αξιώματος ώρα με την ώρα.

Ευγενία Μακαριάδη.
                           


 .

        


Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Το βιβλίο στην Εποχή της Κρίσης.

Συμφωνώ με την επιστολή προς τους εκδότες βιβλίων της κ. Βιβής Γεωργαντοπούλου, της Λέσχης Ανάγνωσης "Degas", γι αυτό και την παραθέτω:

Το Βιβλίο στην Εποχή της Κρίσης

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Κυρίες και κύριοι εκδότες,

            ζητούμενο, τόσο για σας όσο και για μας τους βιβλιόφιλους ιστολόγους, είναι να αυξηθεί η αναγνωσιμότητα σε μια Ελλάδα, που διαβάζει όλο και λιγότερο.

Βασικό πρόβλημα τα τελευταία χρόνια είναι η κρίση. Μια κρίση οξύτατη και πολυεπίπεδη. Έχει εισβάλει στις επιχειρήσεις σας, αλλά διαστρωματωμένα αποτυπώνεται πλέον και στο μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και επηρεάζει, αντιστοίχως αναλογικά και πάντως δραματικά, τη ζωή όλων μας. Όταν η ανεργία και η κάθετη πτώση του εισοδήματος έχουν εκτοξευθεί στους πιο υψηλούς δείκτες των τελευταίων δεκαετιών, η βασική βεβαίως προτεραιότητα δεν μπορεί παρά να είναι η υπεράσπιση της Αξιοπρέπειας στην καθημερινή διαβίωση με όλα όσα πρέπει αυτή να περιλαμβάνει σε συνθήκες Δημοκρατίας: Υγεία, Στέγη, Τροφή, Εκπαίδευση, Ελευθερία.

Για τους βιβλιόφιλους αυτής της χώρας, που στην πλειονότητά τους δεν είναι ένα προνομιούχο κομμάτι, που ζει εκτός κοινής οικονομικής πραγματικότητας, το βιβλίο αποτελεί ένα πολύ σημαντικό αγαθό ενταγμένο στα παραπάνω, το οποίο δεν μπορεί και δεν πρέπει να μπει στην λίστα εκείνων, που θα μειωθούν ή θα κοπούν εντελώς, επειδή η ακρίβεια το καθιστά συχνά απλησίαστο.

Αν με τις προσφορές, τα παζάρια, την στροφή στους παλιούς τίτλους και την επιστροφή στις βιβλιοθήκες διαφαίνεται μια καλή λύση, τι θα γίνει με τους καινούργιους τίτλους;

Θα αφορούν σε όλο και πιο λίγους; Και αν παγιωθεί αυτό ως αναγκαστική συνθήκη στην κρίση, θα πάμε από την εκδοτική πλημμυρίδα σε μιαν εκδοτική άμπωτη, της οποίας τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά θα περιγράφονται με την φράση εκδίδουμε ό,τι μπορεί να αποσβέσει;
 
          Είχαν ακουστεί και παλιότερα αντιρρήσεις για την τιμή του βιβλίου, τόσο από αναγνώστες όσο και από τους ειδικούς του χώρου, δημοσιογράφους και κριτικούς. Όταν ένα μέσο βιβλίο στοιχίζει 15-20€, οι περισσότεροι θα προτιμήσουν να παρακολουθήσουν μια ταινία στον κινηματογράφο, που κοστίζει πολύ κάτω από 10€ ή τα ίδια χρήματα να τα αφιερώσουν σε άλλου είδους (ψυχαγωγική) διέξοδο.

Το ίδιο δυστυχώς ισχύει και για το ηλεκτρονικό βιβλίο. Εκεί που θα έπρεπε η τιμή να είναι πολύ χαμηλότερη, δεδομένου ότι τα έξοδα έκδοσης είναι μικρότερα, παρατηρούνται μικρές διαφορές σε σχέση με το έντυπο βιβλίο. Το λογικό θα ήταν ο αναγνώστης, που έχει την ανάλογη συσκευή, να παρακινηθεί να αγοράζει άυλα κείμενα, ενώ αυτός που δεν έχει, να βρει κίνητρο για να ακολουθήσει την εξέλιξη.
 
Πριν φτάσουμε στο θλιβερό και στρεφόμενο στην ουσία κατά του πολιτισμού μας σημείο, να εκμηδενιστεί δηλαδή εντελώς ο αριθμός των αναγνωστών, ας επιχειρήσετε εσείς, οι εκδοτικοί οίκοι, καθώς σ’ εσάς πέφτει πρωτίστως αυτή η υποχρέωση,ένα θαρραλέο βήμα: μείωση της τιμής των καινούργιων τίτλων, ώστε να μην ανακοπεί η δημιουργική έκφραση όλων αυτών, στους οποίους ανάμεσα, πάντοτε, υπάρχουν ταλέντα που δεν πρέπει να χαθούν, επειδή θα έχει προκριθεί λόγω ωμής ανάγκης, το εφήμερο και το ευπώλητο.

 
Το βιβλίο,σήμερα, είναι ακριβό και αποτρέπει την αγορά του.Αυτή είναι η πραγματικότητα,την οποία όμως, εσείς, μπορείτε να αλλάξετε.

Ως αναγνώστες, ιστολόγοι και πολίτες, σας ζητάμε την μεγαλύτερη δυνατή μείωση και, αν το πράξετε, πρώτοι εμείς, θα την υποστηρίξουμε.

Αντιλαμβανόμαστε τις ποικίλες δυσκολίες,από τις  υποχρεώσεις σας στους εργαζόμενους, το κόστος χαρτιού, τα βάρη των δικαιωμάτων, των μεταφράσεων και ούτω καθεξής μέσα μάλιστα στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς με τους γλωσσικούς της περιορισμούς και τον ελάχιστο πληθυσμό, όμως και πάλι  το βιβλίο, ακριβώς στην παρούσα κρίση, οφείλουμε να το διαδώσουμε ως αγαθό και όχι ως πολυτέλεια των ολίγων.

Τα ιστολόγιά μας, πάντα φιλόξενα και χωρίς κανενός είδους αντάλλαγμα, λειτουργήσαμε και λειτουργούμε, εκ των πραγμάτων, ως… διαφημιστές βιβλίων! Ειδικά εκείνων που υπερβαίνουν το εφήμερο…

Εμείς μπορούμε να συνεχίσουμε υπηρετώντας από κοινού με σας την Λογοτεχνία (και κάθε άλλου είδους λόγο) και συμβάλλοντας στην επιβίωσή της, αν κι εσείς θελήσετε να προχωρήσετε σ’ αυτό, που επιτακτικά πλέον σας ζητάμε: χαμηλές τιμές σε όλα και ειδικότερα στα καινούργια βιβλία, χωρίς αλλαγή στην αισθητική και την ποιότητά τους.

 

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΠΑΡΑΜΕΣΟΣ. της Γιόκο Ογκάουα.



                                       «Ο ΠΑΡΑΜΕΣΟΣ»
                                  Της Γιόκο Ογκάουα (γεν. 1962)
                                           Εκδόσεις ΑΓΡΑ.


Διάβασα μέσα σ’ ένα απόγευμα το βιβλίο της διάσημης, γιαπωνέζας, συγγραφέα Γιόκο Ογκάουα.

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση.
Γλώσσα «κοφτή».  Εννοώ την ανύπαρκτη καλολογία ή αν θέλετε την αισθητικότητα εκείνη που ο έρωτας προτρέπει.

Διακρίνεις την παγωνιά της θανατηφόρας μαχαιριάς του έρωτα που δίνεται με το «γάντι».

 Διακρίνεις τον «φετιχιστή» που μόνο ο θάνατος, ο φόνος καλύτερα, είναι αυτός που σεξουαλικά τον διεγείρει.

Διακρίνεις την ερωτευμένη νεαρή, με τον αισθησιασμό της στο ζενίθ του μαζοχισμού, να ανέχεται και  να δέχεται το μαγικό του δώρο που βήμα το βήμα την αλλοιώνει.

Τελικά, η ζηλοτυπία είναι εκείνη που θα συντομεύσει το «βήμα» της να του δωρίσει εκείνο που ο «καταχανάς» περιμένει για να φτάσει σε «οργασμό».

 Μια γραφή που με λίγα λόγια σε βάζει σε μια ατμόσφαιρα μαγική, τρομακτική και επικίνδυνη, κάτι σαν μια ασπρόμαυρη ταινία του Χίτσκοκ.

Η Ηρωίδα του βιβλίου αφηγείται χωρίς να μας συστήνεται, δε μας λεει ούτε το όνομά της, ούτε τ’ όνομα κανενός άλλου που έχουν κάποιο ρόλο στο βιβλίο, όπως τις δυο γηραιές γυναίκες που κατοικούν στο παλιό, ερημωμένο, μαυρισμένο μπετονιένιο κτίριο, του εργαστηρίου δειγμάτων, που εργάζεται. Αυτές τις αποκαλεί με τους αριθμούς της πόρτας του δωματίου τους. Είναι η κυρία του 309 και η κυρία του 223. Το μόνο όνομα που επικρατεί σ’ όλη την αφήγηση είναι το όνομα του κυρίου Ντεσιμάρου.

Ο κύριος Ντεσιμάρου που επάνω του υπερισχύει η απάθεια, η νέκρα (θα ‘λεγα) καλύτερα, είναι τ’ αφεντικό τής πρόσφατης δουλειάς της στο εργαστήριο δειγμάτων.

Για την πρώτη της δουλειά, σ ένα εργαστάσιο που έφτιαχνε αναψυκτικά, μας λεει ότι παραιτήθηκε μετά το ατύχημά της. Τότε που πιάστηκε το χέρι της σ’ έναν ιμάντα μεταφοράς και απλά  κόπηκε ένα μικρό κομμάτι σάρκας από την άκρη του παράμεσου του αριστερού της χεριού.

Γραμματειακή η δουλειά της στο εργαστήριο δειγμάτων του κου Ντεσιμάρου.

Τα δείγματα που αποθήκευε και συντηρούσε ο κος Ντεσιμάρου, και κατέτασσε η ηρωίδα μας ήταν οτιδήποτε έφερνε ο πελάτης∙  μπορεί ένα αντικείμενο, μπορεί κάποιο κομμάτι μουσικής, μπορεί παράσιτα και ένα σωρό άλλα.. Ακόμα και κοκαλάκια κάποιου αγαπημένου πουλιού, ενός σπουργιτιού της Ιάβας συγκεκριμένα, που έφερε ένας γέρος, λούστρος στο επάγγελμα,  και κοιτάζοντάς την προείκασε τον όλεθρο, όμως εκείνη δεν έκανε τίποτα για να τον αποφύγει.

Τι ήταν άραγε τα δείγματα για κάποιον που τα κατέθετε στο εργαστήριο του κου Ντεσιμάρου; Ήταν κάτι που μισούσαν; Κάτι που αγαπούσαν; Κάτι που ήθελαν να απαλλαγούν; Κάτι που ήθελαν να πετάξουν; Ή κάτι που δεν ήθελαν ποτέ να ξεχάσουν;

Πάντως τα δείγματα ήταν τα μόνο, για τα οποία ο κύριος Ντεσιμάρου εξέφραζε στοργή.

Την επεξεργασία των αντικειμένων των πελατών βάσει των οποίων ο κος Ντεσιμάρου έφτιαχνε το δείγμα για αποθήκευση, ήταν αποκλειστικά δική του δουλειά και απαγορευόταν σε οποιονδήποτε να κατέβει στο υπόγειο δωμάτιο, όπου γινόταν αυτή η αλχημική, θα ’λεγα, επεξεργασία..

Μόνο εκείνη η νεαρή πελάτισσα με τα κατατεθειμένα παράσιτα, που όμως δεν ήρθε για να τα δει, αλλά όπως είπε στον κύριο Ντεσιμάρου να δώσει δείγμα, που δεν ήταν άλλο παρά κομμάτι από την καμένη ουλή  στο μάγουλό της. Εκείνος την πήρε αγκαλιαστά, ενώ εκείνη σαν σε κατάσταση ύπνωσης και ηδονής στο στήθος του, πήρε καθοδική πορεία για το υπόγειο δωμάτιο, από όπου ποτέ δεν ξαναβγήκε..

Η ηρωίδα μας αδιαφορεί για τον πόνο από τα παπούτσια που της δώρισε ο Ντεσιμάρου με τον απεχθή όρο να μην τα βγάλει ποτέ κι ας φθείρουν μέρα τη μέρα τα πόδια της.  

Ακόμα και τότε μες το κρύο υπόγειο λουτρό που την ξάπλωσε στη μπανιέρα, τη  γύμνωσε και τα ρούχα της γλιστρούσαν από το κορμί της σαν φύλλα που ξεκολλάνε και πέφτουν, τα παπούτσια δεν τα έβγαλε... ο όρος ήταν απαράβατος.  
Ακόμα και τότε που ο γέρο-λούστρος της είπε πως αυτά τα παπούτσια είναι μοναδικά, εφαρμόζουν τόσο τέλεια στα πόδια που σαν τα βλέπει κάποιος, ως τρίτος, έχουν κάτι το τρομαχτικό. Εξ άλλου θυμήθηκε ότι ίδια παπούτσια είχε γυαλίσει πριν σαράντα χρόνια. Τα φορούσε ένας στρατιώτης με τεχνικά πόδια..

Μόνο για χάρη του δείγματος μπορεί να συνοδεύσει κάποιον στο υπόγειο εργαστήριο, γιατί πριν απ’ όλα την προτεραιότητα την έχουν τα δείγματα και κείνη είχε τα εξής ερωτήματα: είναι δηλαδή δυνατόν να κατέβω κι εγώ μαζί σου στο υπόγειο αν ζητήσω ένα δείγμα από κάτι που δεν μπορεί να χωριστεί από μένα; Άραγε μπορώ να γίνω ένα από τα δείγματα που σου εμπιστεύονται;

Περπατάει το μακρύ διάδρομο που οδηγεί στο υπόγειο δωμάτιο, αφού προσευχήθηκε αυτό το δάχτυλο που καθρεφτιζόταν πάνω στο γυαλί του δοκιμαστικού σωλήνα να είναι λαμπερό και όμορφο.

Πάντως αναρωτιέται: θα πάρει άραγε στα σοβαρά ο κύριος Ντεσιμάρου το δείγμα μου; Από καιρού εις καιρόν θα ήθελα να παίρνει στα χέρια του τον δοκιμαστικό σωλήνα και να καρφώνει τα μάτια του στον επιπλέοντα παράμεσό μου...


Πιστεύω πως η συγγραφέας έδωσε μέσα σε λίγες σελίδες αμέτρητες εικόνες τρόμου, θανάτου και σεξουαλικής ανωμαλίας (πετυχημένα ομολογώ) τόσο αδιάφορα και ψυχρά, όπως φαντάζομαι θα περιέγραφε κάποιον που έκανε χαρακίρι.