Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Πότε μας αρέσει ένα βιβλίο;




Πότε μας αρέσει ένα βιβλίο;

ο αναγνώστης στις 17 Ιουνίου, 2013
Της Βενετίας Αποστολίδου.  
Όταν ολοκληρώνουμε την ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου, λέμε στον εαυτό μας ή/και στους άλλους αν μας άρεσε. Η απόφαση αυτή δεν είναι εύκολη και δε μπορεί πάντα να απαντηθεί με ένα ναι ή όχι. Από το «μου άρεσε πολύ» ή «με ενθουσίασε» μέχρι το «δεν μου άρεσε καθόλου» ή «το αντιπάθησα» υπάρχει μεγάλη απόσταση και πολλές άλλες δυνατές απαντήσεις: «καταλαβαίνω την αξία του αλλά προσωπικά δε μου είπε τίποτε», «δεν το κατάλαβα καθόλου», «έχω διαβάσει πολλά παρόμοια, δεν μου είπε τίποτε καινούριο», «το διάβασα με ενδιαφέρον αλλά τελικά δεν μου άρεσε και πολύ», «καλό είναι αλλά πολύ κουραστικός ο τρόπος που είναι γραμμένο» κ.ο.κ.
Ποιο είναι το ειδικό βάρος κάθε μιας απάντησης; Τι υπονοεί ο αναγνώστης για τη σχέση που ανέπτυξε ή δεν ανέπτυξε με το βιβλίο που μόλις διάβασε; Τι είναι αυτό που ονομάζεται «προσωπικό γούστο» στην ανάγνωση και από τι εξαρτάται; Έχει καμιά σημασία να θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις ή καλύτερα να αφεθούμε στο μυστήριο της τέχνης, να περιπλανηθούμε στον κόσμο των βιβλίων με βάση το ένστικτό μας, να απολαύσουμε ό,τι μας αρέσει χωρίς να το ψάχνουμε και να πετάξουμε ό,τι δεν μας αρέσει;
Δεν θα είχα κανέναν ενδοιασμό να διαλέξω το δεύτερο δρόμο, αν δεν είχε δύο σοβαρές συνέπειες: η πρώτη είναι ότι δε μπορώ να διορθώσω τις επιλογές μου. Όταν δηλαδή δεν αναρωτιέμαι για τους λόγους για τους οποίους μου αρέσει ή όχι ένα βιβλίο είναι πολύ πιθανό είτε να κολλήσω σε ένα είδος ή συγγραφέα για να επαναλαμβάνω την απόλαυση είτε να πέφτω διαρκώς σε βιβλία που δεν μου αρέσουν. Και οι δύο καταστάσεις συναντώνται συχνά στους νεαρούς αναγνώστες, ακριβώς επειδή είναι άπειροι. Η δεύτερη συνέπεια έχει να κάνει με την επικοινωνία ανάμεσα στους αναγνώστες· όταν δεν γνωρίζουν οι ίδιοι γιατί τους άρεσε ένα βιβλίο, δε μπορούν να το εξηγήσουν στους άλλους αλλά και δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τις διαφορετικές αντιδράσεις απέναντι στο βιβλίο. Πολύ συνηθισμένο φαινόμενο στις παρέες, η συζήτηση για ένα βιβλίο να εξαντλείται σε αποφθέγματα του τύπου «μεγάλος συγγραφέας ο τάδε!» ή «μα είναι αριστούργημα, πώς δεν το βλέπεις;»
Είναι πολλοί οι παράγοντες που μας επηρεάζουν ώστε να καταλήξουμε στο αν μας άρεσε ένα βιβλίο. Μάλιστα οι παράγοντες αυτοί ενεργούν πριν ακόμα ξεκινήσει η ανάγνωση: λ.χ. το ποιος μας σύστησε το βιβλίο, αν είναι ένα αγαπημένο πρόσωπο ή όχι, ένα πρόσωπο που εμπιστευόμαστε και το οποίο μας μίλησε θετικά δημιουργεί μια ευνοϊκή προδιάθεση. Από κει και πέρα, ο ορίζοντας προσδοκιών μας, όπως λέγεται, επηρεάζεται από το αν γνωρίζουμε τον συγγραφέα, αν είμαστε εξοικειωμένοι με το είδος στο οποίο ανήκει το βιβλίο, αν μας ενδιαφέρει το θέμα και αν σχετίζεται με εμπειρίες της ζωής μας, αν μας είναι οικείο το ύφος και οι αφηγηματικές τεχνικές, αν ταυτιζόμαστε ή όχι με τους ήρωες, αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με τα μηνύματα και τις θέσεις που νομίζουμε ότι βγαίνουν από το κείμενο.
Θα ήθελα να μείνω λίγο στον τελευταίο παράγοντα· οι περισσότεροι αναγνώστες όταν διαφωνούν – ας το πούμε συντομογραφικά – με την ιδεολογία του κειμένου αποφαίνονται ότι δεν τους άρεσε, χωρίς να συνειδητοποιούν πως η ιδεολογική τους διαφωνία τους δημιούργησε τέτοια ενόχληση που επηρέασε την πρόσληψη των υπολοίπων στοιχείων του. Μπορεί όμως να συμβεί και το αντίθετο: κάποιος να απορρίψει ένα βιβλίο λόγω του ότι η μορφή του είναι εντελώς ανοίκεια. Άρα λοιπόν φτάνουμε σε ένα μεγάλο ζήτημα που δεν είναι δυνατόν να συζητήσουμε τώρα: τη σχέση αισθητικής και ιδεολογίας. Πόσοι αναγνώστες αντιμετωπίζουν το λογοτεχνικό βιβλίο αισθητικά, πόσοι ιδεολογικά και πόσοι μπορούν να ξεχωρίσουν ανάμεσα στα δύο;

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ



                       
                                    Του ΤΕΥΚΡΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ
                                                (Εκδ. ΠΟΛΙΣ)
          
Έργα του: Πυθαγόρεια Εγκλήματα
                Αχμές, ο γιος του φεγγαριού
                Μαθηματικά Επίκαιρα-Συνειρμοί διαβάζοντας την εφημερίδα
                 Μέτοικος και Συμμετρία                κ.α.

            Σου προκαλούν λύπη αλλά  και θαυμασμό για τη δύναμή τους οι  τρεις ηρωίδες του έργου, γιατί έζησαν δραματικά γεγονότα εξ αιτίας έρωτα  για  άνδρες που  αντιμετωπίστηκαν ως εχθροί (και μέχρι ενός σημείου σωστά) από την κοινότητα του νησιού της Σερίφου. Στο «φόντο», σε σημαντικό ρόλο,  ένα μαθηματικό πρόβλημα τόσο απλά διατυπωμένο που με την πρώτη ματιά το λύνεις, κι ας μην συμπαθείς τα μαθηματικά, ως η αφεντιά μου. Έλα όμως που έτσι και πάρεις χαρτί, μολύβι και έναν επίπεδο χάρτη, απαραίτητος για βοήθεια στη λύση, (κάτι σαν τυφλοσούρτης) όχι μόνο σε δυσκολεύει, αλλά διαβάζοντας μαθαίνεις ότι το πρόβλημα των τεσσάρων χρωμάτων δεν μπόρεσαν να το λύσουν ιδιοφυίες μαθηματικοί για έναν περίπου αιώνα. Το έλυσε λεει η τεχνολογία, αφού χρειάστηκε χίλιες ώρες ένας ηλεκτρονικός  υπολογιστής να επεξεργαστεί τα δεδομένα! Μάλιστα χίλιες ολόκληρες ώρες.. όμως κι αυτό θέλει άλλο μυθιστόρημα (από το συγγραφέα) το πόσο και εάν «η μηχανή»,  βρήκε  και απέδειξε 100% τη λύση του προβλήματος..
            Τώρα, να σας πω την αλήθεια μου, δεν ξέρω αν είναι, ερωτικό, μαθηματικό ή πολιτικο-ιστορικό μυθιστόρημα. Πάντως εγώ το κατέταξα και στις τρεις κατηγορίες.
            Τρεις συγγένισσες από τη Σέριφο, τρεις έρωτες διαφορετικών γενεών που ενώνουν παρελθόν και παρόν. Η γιαγιά Μαριγώ που αγάπησε και παντρεύτηκε ένα Γάλλο μηχανικό των μεταλλείων της Σερίφου, την ιδιοκτησία των οποίων είχε η Γερμανική οικογένεια Γκρόμαν. Η απεργία των εργατών των μεταλλείων, εξ αιτίας των απάνθρωπων συνθηκών εργασίας και εξευτελιστικών αμοιβών από τους ανελέητους Γκρόμαν, πνίγηκε στο αίμα το 1916. Ο Γάλλος μηχανικός φεύγει, αναγκαστικά, με τη Μαριγώ και την κόρη τους Δανάη για το Παρίσι.  Στα χαρακώματα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου εκείνος σκοτώνεται, και η Μαριγώ μεγαλώνει μόνη το παιδί της. 
            Η Δανάη μεγαλώνει στο Παρίσι.  Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το σπίτι τους επιτάχτηκε από του Γερμανούς. Η νεαρή Δανάη ερωτεύεται ένα μαθηματικό  Γερμανό αξιωματικό που έμενε στο σπίτι τους, τον Ερνστ Ντύπερματ. Καρπός του έρωτα τους είναι η Ερνεστίν. Ο Ντύπερματ χάνεται στη δίνη του πολέμου. Όμως μετά τον πόλεμο η Δανάη πληρώνει φρικτά το τίμημα του έρωτα∙  διαπομπεύεται στους δρόμους της Μπουρ Λα Ρεν, ως πόρνη που πήγε με Γερμανό (όπως η μάνα της Ραραού, στο μυθιστόρημα του Μάτεση «η μητέρα του σκύλου»). Η Δανάη αναγκάζεται να επιστρέψει στη Σέριφο, όπου διατηρούσε καφενείο.
            Το 1970 ένας νεαρός μαθηματικός πήγε για διακοπές στη Σέριφο, μετά την πρόσκληση ενός Σερφιώτη φίλου του. Ο φίλος του τον περίμενε στην ξύλινη προβλήτα∙  μόλις τον είδε κατακίτρινο και  εξαντλημένο από ναυτία, θεώρησε καλό να πάνε πρώτα  για ένα σκέτο καφέ που θα τον συνέφερνε εντελώς∙  έτσι πήγαν στο παραλιακό καφενείο της Ερνεστίν, την κόρη της φραντσέζας, όπως την έλεγαν, γιατί η μητέρα της ήταν Γαλλίδα, όπως εξήγησε ο Σερφιώτης Δημήτρης στον Αθηναίο φίλο του.  Έρωτας κεραυνοβόλος από την πρώτη ματιά για το νεαρό μας μαθηματικό και ευτυχής που πολύ γρήγορα η Ερνεστίν ανταποκρίθηκε στον έρωτά του.
            Να τώρα που έρχεται μπροστά το μαθηματικό πρόβλημα των «τεσσάρων χρωμάτων» και τους κάνει άνω κάτω τη ζωή∙  έχει  τόση δύναμη που παραγκωνίζει έρωτες και αγάπες.....
            Αμάν πια αυτά τα γριφώδη των αριθμών. Ευτυχώς,  στο τέλος,  ως  ο  «από μηχανής θεός» συγγραφέας δίνει διέξοδο σε λαθεμένες λύσεις...
 

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Η ροζ φούσκα και ο συγγραφέας.



Η ροζ φούσκα και ο συγγραφέας

ο αναγνώστης στις 26 Απριλίου, 2013

Του Μάρκου Χατζή
Προ ημερών επισκέφθηκα μαζί με ένα φίλο μεγάλο κεντρικό βιβλιοπωλείο αναζητώντας κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο. Προχωρώντας στα δεξιά μας ένας ολόκληρος τοίχος παρουσίαζε τις προτάσεις του βιβλιοπωλείου όσον αφορά την ελληνική λογοτεχνία. Καίτοι θεωρώ τον εαυτό μου σχετικά μορφωμένο και γνώστη της σύγχρονης εκδοτικής παραγωγής, διαπίστωσα έκπληκτος ότι δεν γνώριζα σχεδόν κανέναν από τους προτεινόμενους τίτλους η τους συγγραφείς τους. Ταυτόχρονα παρατήρησα το εξής παράδοξο: μία πρωτοφανής ομοιομορφία  χαρακτήριζε τα εν λόγω βιβλία: ίδιος αριθμός σελίδων, παραπλήσιο εξώφυλλο σε έντονες αποχρώσεις, ουχί του γκρι αλλά του σιελ, του ροζ ενίοτε και του κόκκινου της φωτιάς, παρόμοιοι τίτλοι, φέροντες ανεξίτηλα σημάδια από τα βέλη του έρωτος ή εμποτισμένους από τα μυστήρια της λαγγεμένης Ανατολής και τους καημούς των χαμένων πατρίδων. Οποία έκπληξις όταν έπεσε το μάτι μου στους εκδότες! Μήπως η εκδοτική παραγωγή εν Ελλάδι είχε συρρικνωθεί εν μία νυκτί και δεν περιελάμβανε πλέον παρά δύο ονόματα, το πολύ τρία; Ο φίλος μου μού ψιθύρισε στο αυτί: «Είναι τρομακτικό με τι ταχύτητα εξαπλώνεται ε; Σαν άγνωστος θανατηφόρος ιός. Πριν από δυο χρόνια, κάλυπτε το μισό τοίχο, πριν από πέντε τρία μόλις ράφια. Λέγαμε πως πρόκειται για κάποιο αμελητέο ποσοστό, εσύ ήσουν μάλιστα πεπεισμένος πως με τη σωστή καθοδήγηση και προτροπή εκ μέρους των υπαλλήλων το κοινό αυτό θα μετακινιόταν σταδιακά προς άλλου είδους αναγνώσματα. Ε λοιπόν διαψεύστηκες εντελώς! Το φαινόμενο όχι μόνο δεν περιορίζεται αλλά παίρνει διαστάσεις πανδημίας. Έτσι που πάμε σε λίγα χρόνια το καλό βιβλίο θα κηρυχτεί παράνομο και θα πουλιέται στη μαύρη αγορά!»
Απαντώντας στον κύριο που δημοσίευσε προ ημερών στο site σας το άρθρο «Η δυσκολία να είσαι νέος λογοτέχνης», θα έλεγα πως συμφωνώ σε όλα πλην του τίτλου όπου απλώς θα αφαιρούσα τη λέξη νέος. Σήμερα γνωστοί συγγραφείς δυσκολεύονται να εκδώσουν το βιβλίο τους, η κατάσταση δε είναι ακόμα χειρότερη για τους ποιητές. Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι καινούριο. Ο καλός συγγραφέας σε πολλές ιστορικές περιόδους εβάλλετο  από  την εξουσία –πολιτική, οικονομική και θρησκευτική -  βιβλία καίγονταν και εξακολουθούν να καίγονται στην πυρά. Σε άλλους καιρούς όμως, λιγότερο χαλεπούς, είχε ενίοτε σύμμαχό του τον εκδότη του με τον οποίο κάποιες φορές δημιουργούσαν σχέση ολόκληρης ζωής. Σε άλλους καιρούς,  δημοσιογράφοι και  κριτικοί διατηρούσαν την αξιοπιστία τους και ο βιβλιοπώλης ήταν γνώστης και πολύτιμος σύμβουλος. Σήμερα, πλην ευτυχώς ορισμένων εξαιρέσεων, ο εκδότης διαχειρίζεται το «προϊόν» με όρους μάρκετινγκ και αντίληψη πανομοιότυπη με εκείνη του χονδρέμπορα ή του μεγαλομανάβη (προτιμώνται τα μεγάλα μεγέθη όπως στα καρπούζια και τα μεταλλαγμένα σχήματα-τετραγωνισμένα ροδάκινα, «στρογγυλεμένα» βιβλία). «Καλό το βιβλίο σου αλλά δεν θέλει τέτοια η αγορά», είναι το μότο. Και ποιος ακριβώς τη διαμορφώνει την αγορά; Όχι ο συγγραφέας – nègre που γράφει κατά παραγγελίαν επιλέγοντας θέματα πιασάρικα και χαϊδεύοντας τα αυτιά του κοινού; Όχι ο εκδότης που προωθεί ή απορρίπτει; Όχι τα έντυπα που προβάλλουν ή αποσιωπούν; Όχι ο βιβλιοπώλης που κοστολογεί τους πάγκους και τα ράφια του; Ω αφελή αναγνώστη που διατηρείς την ψευδαίσθηση ότι μπαίνεις σ’ ένα βιβλιοπωλείο και επιλέγεις μόνο σου το βιβλίο που θα πάρεις!
Σε κάποιο άλλο άρθρο του site σας, διάβασα πως η Ελλάδα δεν διαθέτει λογοτεχνία του φανταστικού πέραν της σχετιζομένης με την αρχαία γραμματεία και το δημοτικό τραγούδι. Ο αρθρογράφος φαίνεται να γνωρίζει καλά τους ανάλογους ξένους συγγραφείς ενώ αγνοεί εξαιρετικά δείγματα της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού που δεν εντάσσονται στις προαναφερθείσες κατηγορίες. Έχει διαβάσει άραγε «Το φύλλο» του Β. Βασιλικού για να αλιεύσω ένα εκ των πολλών; Μήπως η άγνοια των νεοτέρων οφείλεται ακριβώς στη γενικότερη απαξίωση της ελληνικής λογοτεχνίας στην οποία καταλήγουν με όλα αυτά που βλέπουν γύρω τους; Μήπως τα οικονομικά συμφέροντα επιβάλλουν την αισθητική του Jumbo, την αισθητική της γατούλας Barbie και του ανεγκέφαλου Ρόμποκοπ σε όλα τα επίπεδα; Μήπως η ευθύνη βαραίνει όλους μας κάθε φορά που κάνουμε μια τέτοια επιλογή, κάθε φορά που επιλέγουμε το φτηνό-ευτελές και το διατυμπανίζουμε αυτάρεσκα νομίζοντας ότι έτσι γινόμαστε trendy; Ενόσω μας καταπίνει  σιγά σιγά μια τεράστια ασημαντότητα, η ροζ φούσκα του κιτς που  αντιμετωπίζει τους πνευματικούς ανθρώπους σαν εξάμβλωμα, είδος παρωχημένο και άρα περιττό, μήπως κάποιοι έχουν αρχίσει να αποστηθίζουν σελίδες από τα καλά βιβλία πριν αυτά συρθούν στην πυρά που σήμερα ονομάζεται πολτοποίηση;


Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Τρυφερή είναι η νύχτα.



                         

                            Του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (Francis Scott Key Fitzgerald  24 Σεπτεμβρίου 1896 – 21 Δεκεμβρίου 1940) Αμερικανός συγγραφέας. Αποτελεί έναν από τους κύριους εκπροσώπους της αποκαλούμενης Χαμένης Γενιάς των Αμερικανών λογοτεχνών και θεωρείται γενικότερα ένας από τους μείζονες συγγραφείς του 20ου αιώνα.
Έργα του:
                Δώθε από τον παράδεισο.
                Ο μεγάλος Γκάτσμπι,
               Το ράγισμα.
                Η απίστευτη ιστορία του Μπένζαμιν Μπάτον.
                Όμορφοι και καταραμένοι.
                Έρωτας μέσα στη νύχτα.
                Το πλουσιόπαιδο και άλλες ιστορίες.
                                 κ.α.

            Πολυτάραχη η ζωή του ήρωα της μυθιστορίας Ντικ Ντάιβερ, ψυχίατρου, ίδια όπως του συγγραφέα Φ.Σ.Φιτζέραλντ, που  ανιστορεί (αυτοβιογραφικά σχεδόν) μέσα από το έργο τη ζωή του. Μια σπουδαία αποτύπωση της χαμένης γενιάς του 1920 της εποχής της τζαζ, όπως αποκάλεσαν τη δεκαετία του 1920.
             Εκκεντρικά πρόσωπα σε χλιδάτα περιβάλλοντα,  χαμένα σε  ονομαστικούς τίτλους, σε ταξίδια, σε ηδονισμούς, σε τρυφηλότητες, στον αλκοολισμό και  επαρμένα της ανωτερότητάς τους. Ένας ψεύτικος παράδεισος κενοδοξίας, που αποτέλεσε το  αμερικάνικο όνειρο  και ο καθένας στόχευε,  για την πρόοδο και εξέλιξή του∙  ο πολιτισμός (αν θέλετε) της εποχής, μέχρι σήμερα.
            Έτσι έχουν τα πράγματα, όταν ο Ντικ Ντάιβερ φτάνει στο «ζενίθ».  Γίνεται ένας διάσημος ψυχοθεραπευτής. Ερωτευμένος παντρεύεται την (επίσης ερωτευμένη μαζί του) νεαρή και πάμπλουτη σχιζοφρενή ασθενή του, που  σε μικρή ηλικία, είχε βιαστεί από τον πατέρα της.
            Μοιχικοί οι δυο σύζυγοι μέσα στα περιβάλλοντα της μεγαλοαστικής τάξης και της ηθικής της, μέχρι που χωρίζουν.
            Ξεπέφτει ο Ντικ στο «ναδίρ» αλκοολικός, μόνος και απογοητευμένος. 

(σελ.32 Θεέ μου, λες να είμαι κ’ εγώ στο τέλος-τέλος σαν τους άλλους; Να είμαι σαν τους άλλους; Η σκέψη αυτή ήταν βέβαια πενιχρή για ένα σοσιαλιστή, αλλά αξιόλογη για τους ανθρώπους εκείνους  που δημιουργούν τα σπανιότερα έργα στον κόσμο.  
(σελ.34) Εκείνη χαμογελούσε μ’ ένα συγκινητικό χαμόγελο που έμοιαζε μ’ όλη τη νιότη που χάνεται στον κόσμο.             
(σελ.58) Η φωνή της χαμήλωσε, την κατάπιε το στήθος της και απλώθηκε σ’ ολόκληρο τον κορμό της, ως την καρδιά της καθώς τον πλησίασε. Ένιωσε τα νεανικά της χείλια, το σώμα της, που στέναζε με ανακούφιση επάνω στο μπράτσο του, που γινόταν δυνατότερο για να την κρατήσει. Είχαν γίνει ένα  ωσάν ο Ντικ να είχε κάνει αυθαίρετα κάποιο αδιάλυτο μείγμα, με ενωμένα και αδιαχώριστα άτομα-μπορούσε να το πετάξει όλο μαζί, μα ποτέ πια δεν θα μπορούσε να ξαναγυρίσει το καθένα τους σε ατομική κλίμακα.
(σελ.286) Είχε την αλαζονεία των ψηλών ανθρώπων που ανήκουν σε κοντή φυλή και που νομίζουν πως δεν έχουν άλλη αποστολή από το να είναι ψηλοί.

Ευγενία Μακαριάδη.

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Μια διαφορετική απεργία



Μια διαφορετική απεργία

Ο Δημήτρης Ψαθάς στο βιβλίο του “Αντίσταση” περιγράφει μια διαφορετική απεργία που έγινε το Μάρτιο του 1943: Μάρτιος του 1943. Ανάστατη είναι η Αθήνα από μια είδηση. Οι Γερμανοί αποφάσισαν να κηρύξουν επιστράτευση πολιτική. Όλοι οι άνδρες από 16 θα επιστρατευθούν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Άξονα. Πρόσωπα ανήσυχα ολούθε. -Τα ‘μαθες; Επιστράτευση! Ο κόσμος τρομάζει με τούτη την καινούρια συμφορά που ζυγώνει την Ελλάδα. Μάνες τρέμουν για τα παιδιά τους, γυναίκες για τους άντρες, παιδιά για τους πατεράδες. Κι ο φόβος γίνεται αναβρασμός. Κι ο αναβρασμός, μια θέληση. Κι η θέληση, μια κραυγή που τη βροντοφωνά ο τοίχος: ΚΑΤΩ Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ. Την παίρνει το χωνί και τη διαλαλά στις γειτονιές. Κάτω η επιστράτευση! Τυπώνουν τα μυστικά τυπογραφεία προκηρύξεις. Κάτω η επιστράτευση. Κυκλοφορούν οι μυστικές εφημερίδες: Κάτω η επιστράτευση. Γεμίζουν οι δρόμοι μ’ αμέτρητα χαρτάκια: Κάτω η επιστράτευση. Κι όλος αυτός ο αναβρασμός φουσκώνει στα στήθια του λαού για να ξεσπάσει σ’ ένα απ’ τα πιο μεγάλα κι απίστευτα συλλαλητήρια που βλέπει η Αθήνα. 5 Μαρτίου. Είναι η μέρα που όρισε το ΕΑΜ για το συλλαλητήριο. Ο τρόπος κι ο μηχανισμός του ο ίδιος, όπως πάντα. Σε μικρές ομάδες θα ξεχυθεί ο κόσμος προς το κέντρο. Σε μικρές ομάδες θα πιάσει τις παρόδους. Κρυμμένες θα είναι οι σημαίες κάτω απ’ τα σακάκια, τα φουστάνια, κρυμμένες κι οι ταμπέλες με τις επιγραφές. Κι όταν δοθεί το σύνθημα την ορισμένη ώρα, τότε θα χυθεί ο λαός στον κεντρικό δρόμο που ορίστηκε για το συλλαλητήριο. Ας χτυπήσουν. Το μόνο που δεν λογαριάζουν ως την ώρα που θα πέσουν τα κορμιά. Δεκαπέντε μέρες τώρα απεργίες, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες. Ο συνετός βλέπει τα συλλαλητήρια -τ’ ακούει δηλαδή- και λέει πως τούτοι οι άνθρωποι σίγουρα είναι τρελοί. Τρελοί όμως ήταν κι όσοι πολέμησαν στον Μαραθώνα. Τρελοί όσοι σκοτώθηκαν στις Θερμοπύλες. Τρελοί ήταν η φούχτα των ανθρώπων που ξεσηκώθηκε το ‘21. Τρελοί ήταν αυτοί που χύμηξαν στην Πίνδο. Η ιστορία της Ελλάδας για την οποίαν πολύ καυχιέσαι, συνετέ, είναι μια αλυσίδα από τρέλες. (……) Το σκέφτονται οι Γερμανοί… Πώς να τον επιστρατεύσεις τούτον τον λαό; Και τι υπηρεσίες μπορεί να σου προσφέρει; Απ’ τη στιγμή που μαθεύτηκαν τα σχέδιά τους, βλέπουν ολούθε τον αναβρασμό. Ολούθε συγκεντρώσεις. Ολούθε ομιλίες. Στις γειτονιές, στις λαϊκές αγορές, στις εκκλησίες. Ζητούν τρόπους κατευνασμού. Ο Λογοθετόπουλος δημοσιεύει ανακοίνωση ότι δεν πρόκειται να γίνει η επιστράτευση κι ότι κάθε συγκέντρωση θα χτυπηθεί με όπλα. Ο δήμαρχος της Αθήνας Γεωργάτος ζητά με το καλό 3.000 εργάτες για τα οχυρωματικά έργα των Γερμανών και βεβαιώνει ότι δεν θα βγουν όξω απ’ την Αθήνα. Ο μυστικός τύπος λυσσά: Όσοι παρουσιάστηκαν στην πρόσκληση έχουν σταλεί στη Γερμανία. Στη Θεσσαλονίκη κηρύχθηκε η επιστράτευση “εν ονόματι του Φύρερ”. Κοχλάζει η Αθήνα. Αστυνομία, χωροφυλακή στο πόδι. Ισχυρές δυνάμεις Γερμανών κι Ιταλών έχουν διαταγή να χτυπήσουν κάθε συγκέντρωση στους δρόμους. Και φτάνει η μέρα. Ξεσπάει η απεργία. Τράπεζες, δημόσια γραφεία, ταχυδρομεία, τηλεγραφεία, μαγαζιά -όλα κλειστά. Τρίζει τα δόντια η ψευτοκυβέρνηση. Οι απεργοί θα παταχθούν! Κι όταν ο Γκοτζαμάνης στρώνεται να γράψει το διάταγμα της απόλυσης των απεργών, δεν βρίσκει μια δακτυλογράφο να το δακτυλογραφήσει! Τα εργοστάσια σταματημένα. Κι όλες οι επιχειρήσεις. Η κίνηση της πόλης έχει νεκρωθεί. Πλημμυρίζει η πόλη με παράνομο Τύπο. Μπρος λαέ της Αθήνας! Μπρος αδούλωτη Ελλάδα! Μπρος για τη μάχη των μαχών! Κι ας περιμένουν στους δρόμος έτοιμα τα ντουφέκια. Τα μάθαμε αυτά. Άλλο από το να σκοτώνουν δεν μπορούν. (…..) Στην οδό Πραξιτέλους γίνεται κακό. Οι Ιταλοί σκορπίζουνε το πλήθος. Σηκώνουν τα όπλα, βαράνε κοντακιές, ρίχνουν. Μια κοπέλα ορθώνεται μπροστά τους: -Πίσω, παλιόσκυλα! Ένας Ιταλός τη σημαδεύει. Βροντά το όπλο, σωριάζεται η κοπέλα. Φεύγουν άλλοι, χυμάνε να πάρουν το κορμί. Σε λίγο ο κόσμος που περνά βλέπει στον τόπο που έπεσε η κοπέλα και δακρύζει. Γύρω – τριγύρω στα αίματα έχουν βάλει πέτρες. Τάφος συμβολικός. Όλη μέρα περνάει πλήθος και ρίχνει λουλούδια. Γλυκοχαράζει η άνοιξη στη γη της Αττικής. Κι εκεί, στην οδό Πραξιτέλους, πάνω στην άσφαλτο που βάφηκε με το αίμα ενός κοριτσιού, στέλνει τριαντάφυλλα, γαρούφαλα και πασχαλιές. Ένας σωρός από λουλούδια. Αλλού μάχες σωστές. Κοντά εκατό χιλιάδες τραβούν προς το πολιτικό γραφείο. Φωτιά σκορπίζουν οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί. Μηχανοκίνητα βογγούν. Χειροβομβίδες σκάνε. Πέφτουν οι λαβωμένοι, οι νεκροί. Τους αρπάζουν οι διαδηλωτές και φεύγουν μην πέσουν στα χέρια του κατακτητή. Πρόθυμα ανοίγουν τις πόρτες τους τα σπίτια για να δεχτούν τα θύματα. Γιατροί, νοσοκόμοι, τραυματιοφορείς βοηθάνε. Κι ο κόσμος που βρίσκεται μπροστά στις μπούκες των όπλων σκορπίζει, αλλά δεν εννοεί να διαλυθεί: -Στου υπουργείο Εργασίας! Άλλο κακό εκεί. Στις 11.30΄ είναι μαζεμένοι κοντά πενήντα χιλιάδες διαδηλωτές γύρω – τριγύρω χωμένοι στις παρόδους. Τραγουδάνε τον Εθνικό Ύμνο και χυμάνε με πέτρες και με ξύλα. Σπάζουν τις πόρτες και τα παράθυρα. Κατακίτρινος ο υπουργός Καλύβας ακούει την οχλοβοή ανάμεσα στους καραμπινιέρους που τον φρουρούνε. Φτάνει ενίσχυση της δύναμης. Αστυνομία ελληνική, Ιταλιάνοι, Γκεστάπο. -Πίσω! Διαλυθείτε! -Μπρος, παιδιά! Απάνω τους! -Θα σας σκοτώσουμε! -Σκοτώστε μας! Αρχίζει το πολυβόλο. Σκάει η χειροβομβίδα. Και τότε γίνεται τούτο τ’ απίστευτο. Γυναίκες, άντρες και παιδιά ορμούν με πέτρες και με ξύλα πάνω στην ένοπλη δύναμη που ρίχνει. Λαβώνονται πολλοί. Κι άλλοι κουβαλάνε πέτρες στα μαντίλια, άλλοι ξεριζώνουν τις πλάκες απ’ τα πεζοδρόμια. Μάχη πρωτάκουστη. Τους κυνηγάνε εδώ, φυτρώνουν από κει. Κι ένα πράμα μονάχα δεν έχουν στο μυαλό τους – να διαλυθούν. Τρελοί; Τρελοί! Εδώ ένας σωριάστηκε τραυματισμένος. Εκεί άλλος κείτεται νεκρός. Εδώ μια ομάδα κοριτσιών που ρίχνουνε πέτρες. Αλλού άλλη ομάδα που κυνηγιέται για να κρυφτεί στους γύρω δρόμους. Εδώ με ξύλα δέρνονται διαδηλωτές και αστυφύλακες. Εκεί δουλεύει πιστολίδι. Χτυπάν τις πόρτες. Ανοίξτε, τραυματίες! Κι οι πόρτες ανοίγουν όλες. Γεμίζουν οι δρόμοι με χαρτάκια: Κάτω η πολιτική επιστράτευση. Αρπάζει η Γκεστάπο πολλούς απ’ τους διαδηλωτές: Μαζέψτε τα! Τα μαζεύουν και, καθώς τους πάνε στην Κομαντατούρ ή στο Κομάντο Πιάτσα, τα ξανασκορπάνε. Το μυρίζονται οι Γερμανοί. Ξύλο. Ώρες κρατάνε οι διαδηλώσεις. Ώρες αντηχεί η αντάρα κι ο αλαλαγμός της πόλης. Το βράδυ απεργούν οι κινηματογράφοι και ο Τύπος. Το άλλο πρωί δεν έχει εφημερίδες. Πόσα τα θύματα; Η αστυνομία δίνει νούμερο. Μόνο 3 νεκρούς και 77 τραυματίες. Ο παράνομος τύπος δίνει άλλα: 13 νεκροί και 134 τραυματίες. Κι είναι σωστότεροι αυτοί οι αριθμοί, γιατί η Αστυνομία μετρά μονάχα τα θύματα που πάνε στα νοσοκομεία. Αυτούς που νοσηλεύονται στα σπίτια δεν τους ξέρει. Ούτε βάζει στους νεκρούς, αυτούς που πρόφτασαν να αρπάξουν οι διαδηλωτές ή τους άλλους που βαριά τραυματισμένοι πέθαναν σε λίγες μέρες. 5 Μαρτίου 1943. Μια μέρα ακόμα ανοιχτού πολέμου μέσα στην Αθήνα. Η ιστορία της Αντίστασης γραμμένη με το αίμα του ανυπόταχτου λαού στους δρόμους της. Η επιστράτευση δεν έγινε.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ “Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ” Εκδόσεις ΜΑΡΙΑ Δ. ΨΑΘΑ
Αναρτημένο στο logomnimon.wordpress.com