Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Τα δερμάτινα




H ιστοσελίδα bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com, δημοσίευσε το διήγημά μου
«Τα δερμάτινα». Θα χαρώ να το διαβάσετε.

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο





                        Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο
                                    του Ισίδωρου Ζουργού
                                          (εκδόσεις Πατάκη)
Έργα του:
Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού,
Στη σκιά της πεταλούδας,
Η αηδονόπιτα,
Ανεμώλια,
   κ.α..

            Συνήθως αποφεύγω τα πολυσέλιδα βιβλία, όμως έκανα εξαίρεση στον καλό συγγραφέα Ζουργό, για το πρόσφατο βιβλίο του των 780 σελίδων.  Έχω διαβάσει τρία βιβλία του (αυτό είναι το τέταρτο) και σε μερικά υπάρχει η εισηγητική μου σ’ αυτό το μπλογκ. 
            Πολύ μεγάλο το ταξίδι (ζωής του ήρωα Ματίας Αλμοσίνο) με κούρασε, αν και πολύ ενδιαφέρον, όμως πολλές σελίδες τις διάβασα τροχάδην. Πολυπρόσωπο πόνημα.  Τι να πρωτοθυμηθώ. Όλοι με περγαμηνές, διάσημοι οι περισσότεροι του 17ου αιώνα, που η σοφία και η πολυγνωσία τους σφραγίζει τις εποχές μέχρι σήμερα.
            Η αλήθεια είναι πως από το χέρι μου δεν το άφησα, όπως κάνω σε άλλα μυθιστορήματα, πληκτικά κατά τη γνώμη μου. Δεν άφησα το μυθιστόρημα του Ζουργού για τις θαυμάσιες περιγραφές της Ευρώπης του 17ου αι., όπως Ελβετία, Βενετία, Ζάκυνθος, Κων/πολη, Λονδίνο, Μολδαβία, Ρωσία, Άγιον Όρος. Δεν το άφησα για την με λεπτομέρειες περιγραφή της ιατρικής επιστήμης, εκείνης της εποχής, για την καταπολέμηση θανατηφόρων νόσων.
            Ο συγγραφέας δημιούργησε έναν ήρωα χαρισματικό και ανθρώπινο που σε ελκύει η σκέψη, η ταπεινότητά, η πολυμάθεια και η επιστημοσύνη του, τον ιατρό Ματίας Αλμοσίνο. 
           
            Ο συγγραφέας μας αφηγείται την ζωή του κρυπτοεβραίου Ματίας Αλμοσίνο από την παιδική του ηλικία, στη Βασιλεία. Γιος του περουκοποιού Τομπίας και της Έστερ. Όλα αλλάζουν στην οικογένεια όταν θα φτάσει από το Άμστερνταμ ο θείος του Ματίας, ο Ισαάκ, που είναι δίδυμος αδελφός του Τομπίας.  Η Έστερ εγκυμονεί και πεθαίνει στη γέννα. Ο θείος Ισαάκ πείθει τον αδελφό του να φύγουν για Βενετία, όπως πολλοί Εβραίοι. Ο μικρός Ματίας συνοδεύεται στο δύσκολο αυτό ταξίδι από τον θρησκόληπτο πατέρα του και τον ανοιχτόμυαλο και διορατικό θείο του. Γρήγορα θα μάθει ότι πραγματικός του πατέρας είναι ο θείος Ισαάκ. Ο Τομπίας είναι στείρος. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα αρρωστήσει από ευλογιά και θα γλιτώσει το θάνατο με έντονα σημάδια στο πρόσωπο. Το ταξίδι συνεχίζεται και βρίσκονται στη Σαλονίκη, όπου ο θείος του εργάζεται στο σπίτι του εμπόρου Μελισσηνού. Όμως ο πατέρας Ισαάκ θα πεθάνει όταν μια επιδημία πανούκλας εξαπλώνεται στην περιοχή. Ο έμπορος Μελησσηνός θαυμάζει την οξυδέρκεια του μικρού, τον παίρνει μαζί του στη Βενετία. Η  Θεανώ υπηρέτρια και ερωμένη του Μελισσηνού, τον μεγαλώνει με πολύ αγάπη. Ο Μελισσηνός υιοθετεί τον Ματίας και τον στέλνει να σπουδάσει ιατρική στην Πάντοβα.
Με το νέο του όνομα, Ματέο Μελισσηνός, γιατρός  πλέον θα ταξιδέψει στην Κων/πολη, όπου συναντά παλιούς συμφοιτητές του και ως αυθεντία μπαίνει σε κύκλους ευγενών. Σε σκλαβοπάζαρο της Πόλης θα αγοράσει μια νέα γυναίκα και θα την παντρευτεί. Το ταξίδι θα συνεχιστεί στο Λονδίνο, όπου συναναστρέφεται με αυθεντίες της ιατρικής επιστήμης.
Για χατίρι της αγαπημένης του γυναίκας, της Όλγας, θα ταξιδέψει στην πατρίδα της την Μολδαβία. Εκείνη θα τραυματιστεί βαριά από ατύχημα και θα πεθάνει.
Η περιπετειώδης ζωή του Ματίας, όπου σε κάθε πόλη και χώρα ταξιδεύουμε μαζί του (χάριν των καταπληκτικών και λεπτομερών περιγραφών του συγγραφέα), θα τελειώσει στο Άγιον Όρος, ως εξώκοιτος καλόγερος, με το όνομα του «αδελφού» του ιερομόναχου Ιωαννίκιου, νόθο παιδί του εμπόρου Μελισσηνού και της Θεανώς, ο οποίος  πεθαίνει,  συνοδευόμενος από τον Ματίας, κατά τη διάρκεια ταξιδιού προς τον Άθω.


Σελ. 640.          «Δαιμόνια! Έξω απ’ το χωριό στις σπηλιές ο τόπος είναι γεμάτος δαιμόνια!»                             «Είδανε στην είσοδο απ’ το παλιό ορυχείο τέρατα».
                        «Τι τέρατα δηλαδή;»
                        «Λέγανε για κόκκινα πρόσωπα της κόλασης με πληγές κι ένα μάτι, που δε μιλάνε ανθρώπινα αλλά μουγκρίζουν, που τα πόδια τους είναι τριχωτά με τραγίσιες οπλές».
«Και λοιπόν;»
«Θα πάνε όλοι τους, με τον παπά μπροστά. Θέλουν να πας κι εσύ, σ’ έχουν για άνθρωπο σοφό».
«Δεν ξέρω να κάνω εξορκισμούς».
«Ματίας, σε σέβονται και σ’ αγαπάνε».


Σελ.642.    Η είσοδος του ορυχείου μύριζε ανθρωπίλα κι όχι δαιμόνια. Τότε μου ήρθε στη μύτη καπνός απ’ το θυμιατό – ο παπάς ερχόταν πίσω μου.
 «Πάτερ, δε νομίζω να μυρίζει έτσι η κόλαση∙  αυτό είναι απλυσιά και ιδρώτας».
«Ο διάβολος ξέρει, παιδί μου, να μεταμφιέζεται».
Έγειρα τους πυρσούς, για να μην ακουμπήσουν στη χαμηλή οροφή, και μπήκα. Κοντοσταθήκαμε. Η γαλαρία στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν γκρεμισμένη∙  άφηνε μόνο μια τρύπα στο βάθος απ’ όπου ίσα που χωρούσε να περάσει άνθρωπος Αφουγκραστήκαμε. Για λίγη ώρα ακουγόταν μόνο το ρετσίνι των πυρσών που καιγόταν∙ ύστερα ήρθε κάτι σαν ψίθυρος απ’ την τρύπα κι ένα σύρσιμο σε πέτρες και χαλίκια. Κάτι μας πλησίαζε έρποντας. Οδήγησα τον πυρσό προς το άνοιγμα∙ τότε ξεχωρίσαμε κάτι που προσπαθούσε να βγει απ’ την τρύπα. Ο Όλιβερ δίπλα μου είχε ήδη κρατήσει το μουσκέτο στο χέρι και σημάδευε.
Ο δαίμονας δεν μπορούσε να περπατήσει παρά μόνο σερνόταν. «Ένα σώμα κουλουριασμένο βγήκε απ’ την τρύπα και σταμάτησε μπροστά στη φωτιά των πυρσών. Είχε μόνο ένα μάτι, η μύτη έλειπε, μαλλιά μακριά, ένα πουκάμισο τρύπιο, παντού επάνω στο δέρμα τα σημάδια της κόλασης – ζαρωμένο δέρμα σαν της χελώνας, κοκκινίλες και πληγές.
Ο παπάς δίπλα μου ύψωσε τον σταυρό κι άρχισε να ψέλνει.
«Πίσω όλοι σας!» έβγαλα μια φωνή.
Ο δαίμονας, με φαγωμένο το πρόσωπο απ’ τα τέρατα της κόλασης, με κοίταζε ατάραχα.
«Πίσω, να μην ακουμπήσει κανείς, είναι λεπρός!»

Σελ. 731.          Καθώς πλησίαζαν τα γεράματα, είχε αποκτήσει και τη συνήθεια να προσεύχεται κάθε βράδυ πριν κλείσει τα μάτια. Χρόνια πριν, όταν του ερχόταν παρόμοια επιθυμία, είχε την αμηχανία πού να στρέψει την προσευχή και πώς να την πει. Τα τελευταία χρόνια προσευχόταν σ’ αυτόν τον Θεό που είχε βρει πως του ταίριαζε, σ’ Αυτόν που είχε αγαπήσει το ανθρώπινο σώμα σαν να ‘ταν γιατρός, που είχε νιώσει πώς είναι το κορμί όταν υποφέρει, σ’ Αυτόν που αγάπησε τη σάρκα των ανθρώπων και δεν τη χαράμισε για πάντα στο χώμα, αλλά της φύτεψε την ελπίδα της Ανάστασης.



Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Ανεχώρησε η "κυρία Μάνια"



Γιάννης Μακριδάκης


Posted on
Η “κυρία Μάνια” ήταν για μένα ο άνθρωπος, στου οποίου την κρίση και την εμπειρία επί της λογοτεχνίας οφείλω την όποια ύπαρξή μου στα ελληνικά γράμματα. Ήταν εκείνη που διάβασε το πρώτο μου βιβλίο, τον Ανάμιση ντενεκέ και το πρότεινε στην κόρη της την Εύα προς έκδοση από την Εστία. Ήμουν ουσιαστικά η τελευταία της επιλογή από τον μακρύ κατάλογο των συγγραφέων της Εστίας όλα αυτά τα χρόνια που διηύθυνε τον εκδοτικό οίκο ή που, αποτραβηγμένη στο γραφειάκι της, στο βάθος του ιστορικού βιβλιοπωλείου, παρακολουθούσε τα πάντα γύρω από το χώρο των εκδόσεων και της λογοτεχνίας.
Νιώθω πολύ τυχερός που αξιώθηκα να ζήσω την βγαλμένη από μια άλλη Αθήνα ατμόσφαιρα του γραφείου της, να ακούσω τις απόψεις της και τις εμπειρίες της επί των προβληματισμών μου, τις συμβουλές της κάποιες φορές και να γνωρίσω εξαίρετους ανθρώπους που την επισκέπτονταν συνεχώς εκεί. Θυμάμαι με γλύκα τα μεσημεριανά τσίπουρα και τις ρακές με τα ξηροκάρπια άλλοι όρθιοι, άλλοι στα σκαμπουδάκια κι άλλοι βυθισμένοι στις παλιές δερμάτινες πολυθρόνες, θυμάμαι τα περιστέρια, που ήξεραν πια την ώρα άφιξής της στο γραφείο και κατέβαιναν κι αυτά κατά σμήνη, συνοστίζονταν στον ακάλυπτο και στο κασαλίκι του μεγάλου συρόμενου παραθύρου περιμένοντας το σταράκι από τα χέρια της.
Θυμάμαι που έκανε εκείνο τεράστιο ταξίδι με ένα σαπιοκάραβο της άγονης γραμμής από την Λήμνο όπου έκανε διακοπές και ήρθε καταταλαιπωρημένη στη Χίο μαζί με την φίλη της την Ε.Ξ. για να με τιμήσουν στην παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου, ξαναγύρισαν δε στη Λήμνο με το επόμενο βαπόρι.
Θυμάμαι την τελευταία φορά που πήγαμε μαζί στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, εκεί που συνειδητοποίησα ότι αν έμπαινες μαζί με την κυρία Μάνια από την κεντρική πύλη της έκθεσης, μέχρι να φτάσεις στο βάθος, όπου βρισκόταν συνήθως το περίπτερο της Εστίας, χρειαζόταν σχεδόν μισή μέρα περπάτημα και ορθοστασία αφού από κάθε περίπτερο στη διαδρομή έβγαιναν οι εκδότες και το προσωπικό για να την χαιρετίσουν, να της δηλώσουν τον σεβασμό τους, να την προσκαλέσουν να καθίσει μαζί τους λίγο, να της πουν τα εκδοτικά τους νέα και την ρωτήσουν την γνώμη της. Μου έκανε εντύπωση με πόσο σεβασμό υποκλίνονταν εμπρός της οι άνθρωποι του βιβλίου κι εκείνη πάντα με το γέλιο και την ατάκα του αυτοσαρκασμού στο στόμα έδειχνε κατά βάθος να απολαμβάνει τον άτυπό της τίτλο της μητέρας των εκδοτών
Πολλά ακόμα θυμάμαι από την σχέση μου με την κυρία Μάνια. Τα τηλεφωνήματα που κάπου κάπου μου έκανε, για να μου χτυπήσει καμπανάκι σχετικά με κάποιο πολιτικό μου σχόλιο ή για να μάθει αν γράφω και πότε θα της στείλω να διαβάσει κανένα χειρόγραφο. Πάντα μου έλεγε να κάτσω εκεί που κάθομαι, να μείνω στη Χίο, στο χωριό μαζί με τα φυτά και τα ζώα, μη τυχόν και διανοηθώ να πάω στην Αθήνα και στις συναναστροφές, έτσι μου έλεγε με τον γνωστό σαρκασμό της και το μάτι της έλαμπε, ήταν γνωστή σε όλους η αγάπη της για τα φυτά και τα ζώα, για τα πουλιά, τα λουλούδια.
Ποτέ δεν έχασε το χιούμορ της, ακόμη και τους σωματικούς πόνους με αυτοσαρκασμό και γέλιο γάργαρο τους αντιμετώπιζε, ακόμη και σε αυτή την τελευταία πολύ δύσκολη περίοδο του εγκλεισμού της στο σπίτι στο Ψυχικό, γελούσαμε στις κουβέντες μας, πρώτα απ’ όλα για τον τρόπο που κουβεντιάζαμε γελούσαμε, εγώ μιλούσα κι εκείνη έγραφε, πάντα όμως είχε κάτι να μου πει για να με εμπνέει, να με κάνει να συνεχίζω δίχως ταλάντευση, δίχως αμφιβολία τον δρόμο της αφοσίωσης στη γη και στη συγγραφή.
Η κυρία Μάνια, ο άνθρωπος που ουσιαστικά με έβαλε στα ελληνικά γράμματα ανεχώρησε χθες για άλλους τόπους. Τώρα την αναλαμβάνουν πια τα πουλιά, τα ζωντανά, τα φυτά και τα λουλούδια. Να της ανταποδώσουν την τόση αγάπη που τους πρόσφερε όλα αυτά τα χρόνια της ανθρωπινής της υπόστασης. Είμαι βέβαιος ότι θα ζει μιαν αιώνια άνοιξη πλέον αφού όλα αυτά τα πλάσματα θα χαμογελούν συνέχεια με τις ατάκες της κι έτσι θα γίνει και ο δικός μας κόσμος εδώ κάτω πολύ καλύτερος σύντομα
Καλό ταξίδι κυρία Μάνια, καλά να περνάς εκεί με τις ψυχούλες αυτές γύρω σου και κοίτα να με κάνεις πάλι γραφιά άμα ξανανταμώσουμε, δεν το μετάνιωσα, μ’ άρεσε και σ’ ευχαριστώ από την καρδιά μου.


Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Καιροί τέσσερεις, της Χριστίνας Καράμπελα



                                 Καιροί τέσσερεις
                    Της Χριστίνας Καράμπελα (γεν. 1963, Αθήνα)
                                    (εκδόσεις ΠΟΛΙΣ)


Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί
στο λογοτεχνικό περιοδικό «δέκατα».


Το πρώτο μυθιστόρημα της Χριστίνας Καράμπελα, όπου ρέει η γραφή, η εξαιρετική αφήγηση,  η αλληγορία, το χιούμορ, η μνήμη, το συναίσθημα, ο ρεαλισμός, το όνειρο, η μαγεία.   Ένας κόσμος μέσα από τα μάτια γυναικών πάνω και κάτω από τη γη. Ένα  βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα, που χαμογελάς/γελάς από την αρχή μέχρι το τέλος. Ένα βιβλίο που μοιράζει γεύσεις και αρώματα ζάχαρης, καραμέλας, φρούτων που μεταλλάσσονται σε γλυκά του κουταλιού και ανοίγεις το στόμα λιγωμένος για γλύκα σωματική και ψυχική. Δεν αργείς να πάρεις χαρτί και μολύβι να γράψεις τις συνταγές που ευφραίνουν∙ έτσι αφήνεις έξω τους άρπαγες όπως, τον πανδαμάτορα χρόνο, την χθόνια Εκάτη, τον απαγωγέα Πλούτωνα, τη μάνα Δήμητρα που διεκδικεί την κόρη της. Και, η αιώνια κόρη η Περσεφόνη το έπαθλο νίκης διελκυστίνδας παντοδύναμων θεών.  Μέχρι πότε;  Πρωταγωνιστικό ρόλο και η Ευρυδίκη σύζυγος του μουσικού Ορφέα, συνοδός στο σκοτάδι του Άδη αθώων ψυχών.. σημαντικός ο ρόλος του υποχθόνιου Χάροντα που τριγυρίζει την όμορφη κόρη έμμονος να την κατακτήσει ερωτικά.
 Ένα βιβλίο που η φύση πρωταγωνιστεί έξω και μέσα στον άνθρωπο. Το φθινόπωρο, ο χειμώνας, η άνοιξη, το καλοκαίρι. Μέσα από τον μύθο η αλήθεια, μέσα από τη συνειδητοποίηση η απελευθέρωση και η καταφυγή σε δρόμους αυτογνωσίας. Η αέναη πάλη των φύλων, η εξουσία/εκμετάλλευση ανθρώπου σε άνθρωπο, κι όλα αυτά γραμμένα και ανασυρμένα από τους αρχαίους μύθους νυμφών και θεών του πάνω και κάτω κόσμου. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά, όπως η συγγραφέας μας τα παρουσιάζει.
Τέσσερις καιροί του σήμερα∙  τέσσερα κεφάλαια, το καθένα με τίτλο το όνομα του αφηγητή που δραματοποιεί τα γεγονότα.

Καιρός πρώτος: Της Ρούλας

Φθινόπωρο.  Η ηλικιωμένη μάνα, πάσχει από ζάχαρο, είναι στο  τελευταίο στάδιο ζωής. Ρούλα το χαϊδευτικό της, Δήμητρα το όνομά της. Ζει σ’ έναν πύργο, χτισμένο τον περασμένο αιώνα, στο Μαρούσι. Πιστεύει ότι ο κόσμος θα ‘ταν καλύτερος χωρίς άντρες. Εξ’ άλλου από γιαγιά προς γιαγιά γέννησαν από μια κόρη και όλες μισούσαν τους άντρες και, οι άντρες ή τις παράτησαν ή τους απόδιωξαν. Η προγιαγιά η Ερατώ ήταν η εξαίρεση∙ το φάντασμά της κάνει ό,τι μπορεί να ελαφρύνει το μίσος στέλνοντας σημειώματα, γραμμένα σε ελληνικά της εποχής της. Τα γλυκά του κουταλιού είναι η παράδοση τους και παρότι το ζάχαρο της Ρούλας την στέλνει βήμα το βήμα στον Άδη, εκείνη επιμένει να τα φτιάχνει και να τα  δοκιμάζει∙  συνταγές πολλές, φρούτα πάμπολλα. Της λείπει η συνταγή για γλυκό ρόδι και οι ροδιές του κήπου της, γεμάτες καρπούς. Η ροδιά με τον πολύσπερμο καρπό της. Η γονιμότητα. Της λείπει εδώ και πέντε χρόνια η κόρη της σπουδάζει στο Παρίσι. Μια κάρτα το χρόνο λαβαίνει στη γιορτή της που γράφει:
(σελ.15) ΄΄είμαι καλά, ελπίζω το ίδιο κι εσύ μητέρα, τις ευχές μου για την ονομαστική σου εορτή.’’  Κάθε χρόνο η ίδια ευχή, απαράλλαχτη. Σαν να τις έχει γράψει όλες μαζί και να τις ταχυδρομεί, μία τον χρόνο, μία ίδια κάρτα κάθε χρόνο.
(σελ. 30) το κυδώνι δεν είναι ακριβώς γλυκό, είναι είδος πρώτης ανάγκης, το έχεις πάντα στο σπίτι, μαζί με το σιμιγδάλι για χαλβά, το ψωμί, το λάδι, το γάλα, τις ελιές και τα μπαχάρια. Το κυδώνι δεν το συμπεριλαμβάνεις στα κεράσματα, δεν το στέλνεις σε άλλα σπίτια, είναι οικόσιτο, δεν το μοιράζεσαι, όπως δεν δανείζεται το κατσούλι του σπιτιού ούτε ο όφις ο οικουρός.

Καιρός δεύτερος: Του  Χαριτόπουλου

Χειμώνας. Ο φωτοευαίσθητος Χαριτόπουλος, δικηγόρος για την εκτέλεση διαθήκης της συχωρεμένης Ρούλας. Λιπόσαρκος, χλωμός, αποπνέει μυρουδιές θειαφιού και λιβανιού, όπου δείχνει, καθώς και το όνομα του (από το Χάρος) τον χθόνιο τόπο του. Ερωτεύεται την όμορφη Πέρσα, κόρη της εκλιπούσης Ρούλας. Την πολιορκεί ερωτικά, καταφέρνει να την πάρει  και να την κλείσει στον υπόγειο χώρο του, να την κοιμίσει.. μέχρι που..

Καιρός τρίτος: Της Ευρυδίκης

Άνοιξη. Η πανύψηλη Ευρυδίκη, υπηρέτρια της Ρούλας και νταντά της Πέρσας, που όπως έλεγε η μακαρίτισσα η Ρούλα:  (σελ. 17)  την άνοιξη, αν δεν έχω σαπίσει, ίσως ξεκινήσω τους περιπάτους στο κτήμα, η Ευρυδίκη αντέχει να με υποβαστάζει, ζυγίζει ογδόντα κιλά κόκαλα και δέκα λίπος. Δεν θέλει, λεει, ν’ αφήσει πολλή τροφή για τα σκουλήκια.
Η άνοιξη, ο ανθισμένος κήπος. Τα αρώματα των λουλουδιών συνηγορούν όχι μόνο τον έρωτα της  Ευρυδίκης για τον Αιμίλιο εξ Αλβανίας, αλλά και  γονιμότητας όπως της κοντοπίθαρης Φώφης της μεσίτριας (νοίκιαζε το σπιτάκι στον κήπο του πύργου) που λύσσαγε να τεκνοποιήσει και με το δίκιο της. Τα μεγάλα της βυζιά την τοποθετούσαν στην κατηγορία της βυζάστρας και το σατανικό της μυαλό στη θέση της «καρέκλας». Δεσπόζει στο κείμενο η καρέκλα, όπως μας διηγείται η Ευρυδίκη (σελ. 110) είχε καθίσει η Πέρσα και πριν από την Πέρσα η μάνα της η Ρούλα, και πριν από τη Ρούλα  η μάνα της η Βαρβάρα, και πριν από τη Βαρβάρα η μάνα της η Ερατώ. Κάθισα εκεί, και για μια στιγμή ήθελα πολύ να ήταν δική μου κόρη η Πέρσα, για να μπορώ, να έχω το δικαίωμα δηλαδή, να την τουλουμιάζω στα χαστούκια

Καιρός τέταρτος: Της Πέρσας

Καλοκαίρι.
Ταξιδεύει η Πέρσα  μαζί με την ασθματική της νόσο, ψάχνει λόγια, θύμησες, ρίζες, ψάχνει τον εαυτό της. Σταθμός τα πατρικά χώματα, μάλλον τα μητρικά χώματα. Εκεί σ’ ένα παγκάκι, (σελ.181) μύριζε τις χίλιες μυρουδιές της Σμύρνης, και καθώς εισέπνευσε με όλη τη δύναμη των πνευμονιών της, ένας γλάρος προσγειώθηκε δίπλα της.... άνοιξε την τσάντα της, το χάρτινο σακουλάκι με τα υπολείμματα από τα κουλούρια με το σουσάμι, τα έχυσε στην παλάμη της και του τα πρόσφερε, έσκυψε εκείνος και διάλεξε από το χέρι  της τέσσερα σπυριά ροδιού, τα έφαγε αργά το ένα μετά το άλλο, έτριψε για λίγο το κεφάλι του στο χέρι της, άνοιξε τα φτερά κι έφυγε....
Τώρα πια μπορούσε να ξεχωρίσει τις μυρωδιές, πολλές κι ευδιάκριτες, μαλλί γριάς, ποπ-κορν, μπαρούτι από πυροτεχνήματα που μόλις εκτοξεύτηκαν, φρεσκοτηγανισμένοι λουκουμάδες, σιρόπι από μέλι και καρύδια, μήλα βουτηγμένα στην καραμέλα, ο άνεμος από τη θάλασσα τις έφερνε, μια μια στην αρχή, μετά όλες μαζί, το καλοκαίρι τελείωνε, την υγρασία την είχε ρουφήξει το μελτέμι και η Πέρσα ανέπνεε με άνεση...............

Ευγενία Μακαριάδη

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

καλό ταξίδι φίλε Γιώργο




Γράψε κάτι για τον Γιώργο, μου είπαν, είπα ότι δεν ξέρω  να γράψω ή να πω επικήδεια  λόγια. Μόνο  νιώθω αυτό το σύγκρυο της απώλειας αγαπημένων προσώπων που πονάει και με φοβίζει από μικρό παιδί.
Έτσι σκέφτηκα δυο λόγια ευγνωμοσύνης για την μακρόχρονη φιλία μας.
Γιώργο, καλέ μου φίλε, ήξερες τόσο καλά να κουμαντάρεις τη ζωή που και στα πιο βαριά της χτυπήματα σήκωνες ψηλά το κεφάλι κι εγώ βουβά θάρρευα ότι γίνεται να κάνει κανείς μικρά βήματα ψάχνοντας διεξόδους στα σκαμπανεβάσματα της ζωής∙ όμως ακόμα ψάχνομαι και την ηρεμία της αποζητώ, όπως τις στιγμές εκείνες που  μέσα στην έρημο των οποιωνδήποτε απογοητεύσεων μας έδειχνες την όαση με τα αστεία και χαριτολογήματά σου. Τι κρίμα που δεν σημείωσα όσα έλεγες έτσι για να γλυκαίνω με γέλιο τις πίκρες της ζωής. Οφείλω όμως να πω μόνο ένα έτσι για να σε θυμίσω σ’ όλους εδώ, ώστε η χαρά, το γέλιο να είναι το έρεισμά μας στα δύσκολα: Δίναμε, λοιπόν, ραντεβού και σε ρωτούσα «τι ώρα Γιώργο θα συναντηθούμε;» και απαντούσες σοβαρά σοβαρά «και τέταρτο.. και τέταρτο»..
Τώρα ζεις στο όνειρό σου και εμεις κάπου κει σε βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής μας/  --είσαι λεει σ’ ένα πλοιάριο με πανιά στέκεσαι ορθός κάπου στη μέση,  η ευτυχία έχει χαράξει ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό σου, η ματιά μας ακολουθεί το βλέμμα  σου που είναι καρφωμένο στον άξιο και έμπειρο σ’ αυτά τα μακρινά ταξίδια καπετάνιο και ναι δεν είναι άλλος από τον γιο σου, τον Δημήτρη!
Καλό σου ταξίδι φίλε.