Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

ΜΠΛΕ ΒΑΘΥ ΣΧΕΔΟΝ ΜΑΥΡΟ



                                    ΜΠΛΕ ΒΑΘΥ
                                  ΣΧΕΔΟΝ ΜΑΥΡΟ

ΘΑΝΑΣΗ ΒΑΛΤΙΝΟΥ (γεν. 1932 Κυνουρία),
    πεζογράφος-σεναριογράφος και
    μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Έργα του:
  • "Το συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη" 1972
  • "Η κάθοδος των εννιά" 1978
  • "Τρία ελληνικά μονόπρακτα" 1978
  • "Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο" 1985
  • "Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60" 1989
  • "Φτερά μπεκάτσας" 1992
  • "Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν" 1992
  • "Ορθοκωστά" 1994
  • "Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη, Βιβλίο Β΄" 2000
  • "Σχισμή Φωτός" 2001
  • "Ημερολόγιο 1836-2011" 2001
  • "Εθισμός στη Νικοτίνη" 2003
  • "Άνθη της Αβύσσου" 2008
  • "Κρασί και Νύμφες" 2009
  • "Ημερολόγιο της Αλοννήσου" 2010
Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, λόγος πυκνός (χειμαρρώδης), απλός, διανθισμένος με χιούμορ, γλώσσα καθομιλουμένη.
Ένα βιβλίο που αντέχει (και θα αντέχει) στο χρόνο. Το μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, όπως ο ύπνος, όπως ο θάνατος. Ένας μονόλογος μια γυναίκας, που συνομιλεί με τη μοναξιά της, που θυμάται-ξεχνά αυτούς που πέρασαν στη ζωή της, άλλοι σα σκιές, άλλοι από το αίμα της, άλλοι μες στο σπίτι της, τώρα ούτε η σκόνη τους. 
Φαντάζεσαι μια σκηνή θεάτρου, μια καρέκλα, ένα κρεβάτι, μια ηλικιωμένη γυναίκα με τη νυχτικιά της, με το πορτατίφ στο κομοδίνο, τα χάπια της, τα ηρεμιστικά της  να πηγαίνει για έναν ύπνο στο κρεβάτι ή να κατέρχεται στο βαθύ σκοτάδι, παραμερίζοντας τη μνήμη.  (σελ.91) Αλλά η μνήμη δεν παραμερίζεται. Η μνήμη είναι.
Η μνήμη τής ανήκει∙  με ‘κεινη συνομιλεί∙  εκείνη φέρνει εικόνες, αλήθειες, υποκρισίες, ψέματα.. εκείνη φέρνει τον εαυτό της απέναντι της από τότε που άρχισε η μνήμη όχι μόνο να εικονοποιεί, αλλά να αντιλαμβάνεται ως παιδί.. ως έφηβη, ως ενήλικη, και το «τότε» γίνεται «τώρα». Τώρα. Το στερημένο χάδι-στοργή της μάνας, η ζεστή αγκαλιά της γιαγιάς, το πρώτο φιλί, ο πρώτος έρωτας, η φιλία, γάμοι που δε στέριωσαν, σύζυγος σε διαρκή ερωτική αναζήτηση εκτός συζυγικής κλίνης, τα παράξενα της ζωής που συσσωρεύονται και σε κουράζουν, οι κοινωνικά παραδεκτές δεσμεύσεις, απαράδεκτες της αλήθειας του εαυτού σου.. Η οργή μνήμης. Το ξεγύμνωμα χαρούμενων ή θλιβερών γεγονότων.  Οι φρούδες ελπίδες για το αύριο. Ένα βάρος η ζωή όσο την ανεβαίνεις... και κατεσπευσμένα κατέρχεσαι να την ελαφρύνεις, βυθισμένος στα σκότη του ύπνου..

*σελ. 16: Δεν ξέρω. Θα ήταν καλά να έχεις έναν άντρα ο ποίος λείπει κάπου και τον περιμένεις, λες θα γυρίσει. Το ζήτημα είναι αν μπορείς να δεχτείς την αλήθεια. Είμαι πολύ στενοχωρημένη, έλεγε η Νικόλ, δεν μπορώ να καταλάβω, έρχεται ο Μιχάλης. Έρχεται αύριο και είμαι στενοχωρημένη. Οπότε της λεω, είναι γιατί ένα χρόνο ήσουνα ελεύθερη να βγαίνεις ενώ τώρα θα μπει ο Μιχάλης στη μέση και θα πηγαίνετε πάλι δυο-δυο, σαν τους Χιώτες.
Μίλαγε για μένα. Είναι φοβερό να γίνεσαι ράκος, όπως δηλαδή με έχει δει αυτή να γίνομαι τόσο συχνά. Πρέπει να πιάσεις φίλο, μου λεει. Να το ρίξεις έξω. Όλα αυτά ξεκαρδισμένη στα γέλια. Να ρίξω τι; Έξω και πού; Σα να σου λένε ρίξε έξω το στήθος σου. Είναι γελοίο. Μου λεει, οι εννιά στις δέκα γυναίκες έχουν φίλο – και στην ηλικία μας. Οπότε λεω, και τι νόημα έχει αυτό..
*σελ.26-27. Θα ήθελα να είμαι διαφορετική, ένας άνθρωπος με πολλή κατανόηση. Και φυσικά την έχω την κατανόηση, αλλά άμα με πληγώνει εμένα δεν μπορώ. Δεν γεννήθηκα μεγαλομάρτυρας. Το λάθος των ανθρώπων είναι που δεν κρατάνε πτυχές. Πτυχές μέσα τους για του ίδιους. Με τη συμβίωση αφήνεσαι και σε μαθαίνει ο άλλος τελείως. Και είναι ολέθριο αυτό, χάνεσαι. Αυτό που σε τραβάει σε κάποιον είναι το άγνωστο.
*σελ.58. Ίσως θα έπρεπε κανείς να δεχτεί τον εαυτόν του, να φιλιώσει μαζί του. Ίσως. Αλλά πώς να φιλιώσεις με όλα αυτά που σε κάνουν κομμάτια. Δεν θέλω να γενικεύω γιατί μπορεί να νιώθω εγώ μόνον έτσι, επειδή η ζωή μου είναι κάπως στραβή. Αν ήμουν ευχαριστημένη, ίσως. Και ξέρω πόσο εύκολο θα ήταν να είμαι ευχαριστημένη. Όταν όμως συλλογιέσαι ότι όλα αυτά που θέλησες δεν μπορούν να γίνουν, τότε, τότε. Πάντα λες είμαι νέος, έχω καιρό. Αύριο μεθαύριο, αύριο μεθαύριο, υπάρχει όλος ο χρόνος. Και τελικά κάπου φτάνεις και διαπιστώνεις ότι δεν υπάρχει πια χρόνος.
*σελ. 84. Ήταν τόσο ζωντανή και ήθελε τόσα πράγματα και μου διηγιόταν συχνά τις ερωτικές ιστορίες της. Μου έλεγε, αυτός ο γιατρός Μαράκι είναι τσιμπημένος μαζί μου. Μου ρίχτηκε. Και ήταν πόσο χρόνων η Αίγλη, εβδομήντα σχεδόν. Και έτρεχε, ξέρεις, με όλη αυτήν την ανησυχία, δεν μπορούσε να τη δαμάσει. Δεν μπορούσε. Είχε τόση δίψα για τη ζωή και ποτέ δεν κατάφερε να ξεδιψάσει.
*σελ.88. Γιατί τελικά η γλώσσα τι είναι; Μια σκλαβιά είναι και δεν σε λυτρώνει, ό,τι και να λένε, και τυραννιέσαι απλώς. Σαν τη θάλασσα που την έχουν κάνει σύμβολο. Χτυπιέται που είναι κλεισμένη στις κοίτες της, και δεν μπορεί να τις ξεπεράσει, γιατί αν τις ξεπεράσει θα πλημμυρίσει τον κόσμο και θα χαθεί.



Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ του ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΧΙΤΣΕΝΣ



                                    ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
                            του ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΧΙΤΣΕΝΣ  -      Γέννηση: 13.04.1949, Αγγλία.
                                                                                    Απεβίωσε: 15.12.2011, Η.Π.Α.

                                    Εκδόσεις: Μεταίχμιο.
                                    Μετάφραση: Κατερίνας Σχινά.



Αγλλοαμερικανός συγγραφέας, αρθρογράφος, δημοσιογράφος.

Έργα του:
Τα δικαιώματα του ανθρώπου,
Ο Θεός είναι μεγάλος,
Γράμματα σε έναν νέο αντιρρησία,
Η δίκη του Χένρι Κίσινγκερ,
Μητέρα Τερέζα,
Τα ελγίνεια μάρμαρα,
HITCH 22.
  κ.α.



 Ένας φίλος, βιβλιοφάγος, μου χάρισε αυτό το βιβλίο  και παρ’ όλο που συνταυτίζομαι με τις επιλογές του, άφησα το βιβλίο στην άκρη, γιατί μου θύμισε τον αγαπημένο μου αδελφό που πέθανε από καρκίνο (χρόνια πριν) μέρες Χριστουγέννων, και είπα ότι δεν βοηθάει κι ο χειμώνας με τις κρύες μέρες του.. θα το διαβάσω  το καλοκαίρι,  ώστε η θλίψη της αρρώστιας και του θανάτου να αμβλυνθεί από τα γαλαζοπράσινα χρώματα του ουρανού και της θάλασσας που δίνει το ηλιόφως... όμως κόβεται το συνήθειο; Γίνεται να παίρνεις ένα δώρο και να μην τ’ ανοίξεις; Το διάβασα.

Πρώτη φορά διαβάζω βιβλίο του Χίτσενς, αν και τον είχα ακουστά.

Σου κάνει μεγάλη εντύπωση η δύναμη ψυχής ενός ανθρώπου που τον ρημάζει ο καρκίνος να μπορεί να γράφει τις σκέψεις του (δηλαδή να εργάζεται), τους απολογισμούς των δραστηριοτήτων του, τις λογοτεχνικές του ανησυχίες,  το πάθος των ομιλιών του, ήταν ένας εύγλωττος αγορητής, και το κυριότερο τις περιγραφές της αρρώστιας, των φριχτών πόνων, τα μέσα θεραπείας, υποδείξεις συμπεριφοράς στον άρρωστο, στους γιατρούς, έναντι μιας αήττητης, μέχρι στιγμής, αρρώστιας.
Σου κάνει εντύπωση ότι σου μιλάει, σου γνωρίζει τα κακοτράχαλα μονοπάτια που διαβαίνει αυτός που αναχωρεί από τη χώρα Υγειόκαστρο, στη χώρα Ογκούπολη.
Ένα βιβλίο, ημερολόγιο ασθενούς, γραμμένο λογοτεχνικά-φιλοσοφικά, μη προδίδοντας τις αξίες ενός ανθρώπου του πνεύματος, όπως ο Χίτσενς, γνωστός  για τα αιρετικά του άρθρα σε θέματα πολιτικά, κοινωνικά, πολιτισμού.
Το κύκνειο άσμα του συγγραφέα, που δεν είναι ο θάνατος εκείνος που σε συγκλονίζει, όσο ο θαυμασμός αυτού του αληθινά αξιοπρεπούς ανθρώπου, που το πνεύμα, και η ανθρωπιά θα πρόσθετα,  τον υποκινεί ώστε να αποφύγει, αυτοϊκτιρμούς και εγωκεντρισμούς, όπως κάπου αναφέρει.
Θα συνεχίσω με αποσπάσματα του βιβλίου, που εμπνέει ιδέες και συναισθήματα στον αναγνώστη που αγαπά την αλήθεια ψάχνοντας  τα λογοτεχνικά – φιλοσοφικά βιβλία και εκφράζω τη γνώμη μου για το βιβλίο με άπειρα θαυμαστικά, ευχαριστώντας για άλλη μια φορά τον φίλο μου, Αλέξανδρο, που μου το δώρισε.

*Αναφέρει τον ποιητή Καλλίμαχο (Παλατινή ανθολογία) αιθεροβάμονα όταν λεει: όμως αυτά τα αηδόνια ακόμη ζουν, αυτά το χέρι δεν θα βάλει ο άρπαγας των πάντων Άδης.
* Η διαβόητη θεωρία των σταδίων Ελίζαμπεθ Κάμπλερ Ρος, σύμφωνα με την οποία ο ασθενής περνά από την άρνηση στην οργή, στη διαπραγμάτευση, στην αποδοχή...   Υποθέτω ότι κατά κάποιο τρόπο πέρασα για ένα διάστημα από τη φάση της άρνησης, καίγοντας συνειδητά το κερί και από τις δυο άκρες και διαπιστώνοντας ότι συχνά δίνει ένα όμορφο φως.. η ογκολογική διαπραγμάτευση έγκειται στο ότι, με αντάλλαγμα μια τουλάχιστον ευκαιρία για λίγα ακόμα χρήσιμα χρόνια, συμφωνείς να υποβληθείς σε χημειοθεραπεία και στη συνέχεια, αν είσαι τυχερός, σε ακτινοβολία ή σε εγχείρηση.
*Δεν παλεύω, δεν πολεμάω τον καρκίνο-εκείνος με πολεμάει.
*Γενναίος: Χα! Κράτα τον χαρακτηρισμό για καμιά μάχη από την οποία δεν μπορείς να το σκάσεις.
*Ανέκαθεν καυχιόμουν για τον ορθολογισμό και τον στωικό υλισμό μου. Δεν έχω σώμα, είμαι σώμα. Κι όμως συνειδητά και συστηματικά ενεργούσα λες και δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, ή λες και στην περίπτωσή μου θα γινόταν μια εξαίρεση. Νιώθεις βραχνάδα ή κόπωση στη διάρκεια μιας περιοδείας; Πήγαινε δες τον γιατρό όταν τελειώσει!
*Φιλία: Για μένα η θύμηση της φιλίας ταυτίζεται με την ανάκληση συζητήσεων που φαινόταν υπέρτατη αμαρτία να διακόψεις: εκείνες που έκαναν τη θυσία της επόμενης μέρας ασήμαντη κι αναξιόλογη. Έτσι διάλεξε να θυμάται τον αγαπημένο του Ηράκλειτο ο Καλλίμαχος.   
*Προσευχή:... άλλο είναι το σηματνικό∙ ότι η θρησκεία που μεταχειρίζεται το ποίμνιό της ως μωρόπιστο άθυρμα εκμεταλλεύεται με αφάνταστη σκληρότητα τον έμφοβο, βασανισμένο από την αμφιβολία άνθρωπο, αναγκάζοντάς τον να πιστέψει στο αδύνατο. Στη συζήτηση περί προσευχής, λοιπόν, παρακαλώ να μη σοκαριστείτε αν διαπιστώσετε ότι οι πλέον οικτίρμονες, όταν επικαλείται κάποια ηθική κρίση, είμαστε εμείς οι αθεϊστές.

Τελειώνω με ένα απόσπασμα κειμένου για τον Χίτσενς της συγγραφέως Κατερίνας Σχινά, που έκανε την υπέροχη, ποιητική μετάφραση του βιβλίου.

Αυτοϋπονομευτικός
Και παρά την πεισματική υπεράσπιση των επιλογών του, δεν θα είναι επιεικής με τον εαυτό του. Θα παραμείνει σαρκαστικός και αυτοϋπονομευτικός ώς το τέλος, αναγορεύοντας την αμφιβολία σε ύψιστη αξία και την αυτοκριτική σε μόνη οδό προς την προσωπική ολοκλήρωση. Και θα διακρίνει, σε κάθε έκφανση του σύγχρονου βίου αλλά και της προσωπικής του διαδρομής, την ειρωνεία της Ιστορίας.
Κρατώ για το τέλος δύο-τρεις φράσεις από τον πρόλογό του, συνταγμένο μετά το πέρας της συγγραφής του βιβλίου, όταν πια είχε διαγνωσθεί με καρκίνο του οισοφάγου («σε τέταρτο στάδιο· πέμπτο δεν υπάρχει», γράφει) και οι εκκλήσεις των πιστών να αποκηρύξει την αθεΐα του πριν από το αναπόδραστο τέλος του τον βομβαρδίζουν καθημερινά: «Η εισβολή του θανάτου στη ζωή μου με έκανε ικανό να εκφράσω πιο σταθερά την περιφρόνησή μου για την κίβδηλη παρηγοριά της θρησκείας και την πίστη μου για την κεντρική θέση που κατέχουν η επιστήμη και η λογική».
Εντιμότητα σημαίνει να μην απαρνιέσαι τις πεποιθήσεις σου στο κατώφλι του θανάτου. Και αξιοπρέπεια είναι η επιμονή να θέλεις «να επιτελέσεις ενεργητικά και όχι παθητικά τον θάνατο», όπως ακριβώς «επιτέλεσε» τον συναρπαστικό του βίο ο Κρίστοφερ Χίτσενς.


Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Στο café της χαμένης νιότης




                                                Στο café της χαμένης νιότης
                                   

Του Patrick Modiano, γεν. 1945 (Boulogne-Billancourt).
Βραβείο Νόμπελ 2014.

Έργα του:
Η μικρή Μπιζού (Πόλις),
Ήταν όλοι τουςτόσο καλά παιδιά (Πόλις),
Νυχτερινό ατύχημα (Πόλις),
Οδός σκοτεινών μαγαζιών (Κέδρος),
Κυριακές του Αυγούστου (Καστανιώτης),
Ντόρα Μπρούκνερ (Πατάκης),
Η χαμένη γειτονιά (Χατζηνικολή),
Άνθη ερειπίων (Οδυσσέας),
Το άρωμα της Υβόννης (Λιβάνης).


Ένα βιβλίο μελαγχολικό, για έναν κόσμο περαστικό, για κείνους που χάνονται, για κείνους που λείπουν «πέρασμα και επιστροφή», για κείνους που ο τόπος τους είναι «οι ουδέτερες ζώνες».

Αξίζει, να διαβάσει κανείς τον Modianο τόσο, που λαχταράει να ακινητοποιήσει το χρόνο, να κρατήσει τις στιγμές, τις εικόνες του Παρισιού των μποέμ, τους δρόμους, τα στέκια, τους δυσδιάκριτους ανθρώπους μέσα σε ομιχλώδεις ατμόσφαιρες σε χάραμα, γέρμα, καπνό. Ονειρώδη τοπία, τα όμορφα «καφέ» του Παρισιού, εποχή δεκαετίας του ’60. Ανθρώπους αγαπημένους, ανθρώπους άγνωστους που τους αγαπάς. Ψυχές που αναζητάς να ξαναγυρίσουν στη ζωή, φωνές που τις ακούς μόνο εσύ όταν η απώλεια σε τυραννάει. Η μνήμη σου και ο έντονος πόθος της νοσταλγίας για ό,τι φεύγει και συ δεν ξεχωρίζεις, δεν ξεφεύγεις της αιώνιας επιστροφής∙  δεν τολμάς να μάθεις αυτό που είσαι, να γνωριστείς με τον εαυτό σου, γιατί έχει κόστος, ίσως την ίδια τη ζωή.. όμως το πέταγμα του δέσμιου είναι η απελευθέρωσή και λύτρωσή του.

Μια ζωή που κυλάει αέναα, φιδοσέρνεται σαν ποτάμι, χτυπάει σαν μια συμπαντική καρδιά, σα μουσική από την αρχή στο τέλος, από το τέλος στη μέση, πάλι στη μέση, πάλι στο τέλος, πάλι στην αρχή. Να παίρνεις τους δρόμους, να χάνεσαι, μέχρι να τους μάθεις. Χάνεις τον κόσμο κάτω από τα πόδια σου και ζητάς στήριγμα. Ζητάς- ψάχνεις μια μορφή που δε γνώρισες και λέγεται πατέρας, ψάχνεις μια μάνα που γνώρισες, που λείπει, που ξέχασε το ρόλο της. Παιδί γεννιέσαι και πεθαίνεις. Σφίγγεις γροθιές να κρατήσεις ευτυχισμένες στιγμές που γλιστρούν σα νερό στη χούφτα σου, επουλώνεις επιπόλαια βαθιά τραύματα με χιόνι, που σου προσφέρει πρόσκαιρη φίλη που κι αυτή με χιόνι νομίζει ότι θεραπεύει τα δικά της. Πίνεις το ποτό σου στα στέκια της αριστερής όχθης, εκεί που συχνάζουν οι μποέμ, οι φαν της αμεριμνησίας, φοιτητές, συγγραφείς, μουσικοί, γιατροί, μετανάστες. Είσαι ένα πρόσωπο θολό μυστηριώδες, ούτε τ’ όνομά σου δεν τους λες, όμως δεν πτοούνται με το που σε βλέπουν σε βαφτίζουν Λουκί. Ακόμα και όταν μιλάς μόνη για τον εαυτό σου, δεν ανοίγεσαι. Είσαι φευγάτη. Χάνεσαι. Χάνεσαι. Χάθηκες ίσα που πρόλαβες να ψιθυρίσεις τρεις λέξεις, «Αυτό είναι. Αφήσου».  Όμως όλοι αυτοί που αντάμωσες κάτι έχουν να πουν για σένα, παρότι η σιωπή σου κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος των διηγήσεών τους. Άφησες τόσα ίχνη ίσα για να μπορέσει ο συγγραφέας να περιγράψει την εποχή που έζησες, την ομορφιά  και τη σκληρότητα συνάμα του Παρισιού, το εναέριο μετρό, τις πεζογέφυρες, τα βιβλιοπωλεία,  τις σκοτεινές γειτονιές  που προτιμάνε οι μοναχικοί, εκεί στην αριστερή όχθη, εκεί στις ουδέτερες ζώνες. Ο Μοντιανο μετέδωσε με νοσταλγία και με πικρό χιούμορ τη μελαγχολία της ηρωίδας του, τη δική του και του αναγνώστη του.

Πρωτοπορόσωπη η αφήγηση της μυθιστορίας, χωρισμένη σε τέσσερα κεφάλαια. Ο αφηγητής του κάθε κεφαλαίου προσπαθεί να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισης της νεαρής Λουκί, το πραγματικό της όνομα Ζακλίν, όπου σύχναζε σε στέκια μποέμ, μποέμ και η ίδια. Στο πρώτο κεφάλαιο  ένας σπουδαστής στη Σχολή μεταλλειολόγων. Δεν δείχνει την ταυτότητά του, όπως και οι άλλοι θαμώνες του καφέ conde, όμως η φιγούρα της Λουκί τού μένει ανεξίτηλα στη μνήμη και οι περιγραφές και παρατηρήσεις του είναι ανάγλυφα χαραγμένες. Ακολουθεί το δεύτερο κεφάλαιο αφηγητής ο ντετέκτιβ Κεσλέ, που τον προσέλαβε ο σύζυγος της Λουκί να την βρει, γιατί τον είχε εγκαταλείψει χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο. Ο Κεσλέ την ψάχνει, ψηλαφίζει τα ίχνη της, τη νιώθει και σταματάει την έρευνα γιατί όπως λεει: Με ποιο δικαίωμα μπαίνουμε σαν διαρρήκτες στη ζωή των ανθρώπων, με ποιο θράσος βυθομετρούμε τα νεφρά και την καρδιά τους και τους ζητάμε και λογαριασμό; Με ποια ιδιότητα;»  Στο τρίτο κεφάλαιο μιλάει η ηρωίδα για τη ζωή της, μια περιγραφή για τα συμβάντα της ζωής της, όμως κρύβει καλά την ψυχή της μόνο ένας ψίθυρός της ακούγεται, «Τι ευτυχία να πλανιέμαι στον αέρα και να νιώσω επιτέλους αυτή την έλλειψη βαρύτητας που πάντα έψαχνα! Θυμάμαι τόσο καθαρά εκείνο το πρωί, εκείνον το δρόμο και τον ουρανό στο βάθος...     μια μέρα στις μαύρες μου έγραψα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου, που μου ‘χε δανείσει ο Γκι ντε Βερ,  Λουίζ του Κενού, άλλαξα με το στιλό το όνομα με το δικό μου: Ζακλίν του Κενού. Στο τέταρτο κεφάλαιο μιλάει γι αυτήν ο Ρολάν συγγραφέας, σύντροφος και φίλος της.  Διηγείται τη γνωριμία τους, τη συμβίωσή τους, τις ευτυχισμένες στιγμές.. όμως ακόμα απορεί για τη φυγή της και επιζητεί την αιώνια επιστροφή λέγοντας, «ακόμα και σήμερα, τα βράδια, μου συμβαίνει ν’ ακούω στο δρόμο μια φωνή να με καλεί με το μικρό μου. Μια φωνή βραχνή. Σέρνει λίγο τις συλλαβές, και την αναγνωρίζω αμέσως: η φωνή της Λουκί. Γυρίζω, μα δεν είναι κανείς. Όχι μόνο τα βράδια, αλλά και τις νεκρές ώρες κάποιων καλοκαιρινών απομεσήμερων που δεν είσαι σίγουρος ποια χρονιά είναι. Όλα θα ξαναρχίσουν όπως πριν. Οι ίδιες μέρες, οι ίδιες νύχτες, τα ίδια μέρη, οι ίδιες συναντήσεις. Η Αιώνια Επιστροφή».




Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

ΑΔΡΙΑΝΟΥ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ της MARGUERITE YOURCENAR



                        ΑΔΡΙΑΝΟΥ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ
                          της MARGUERITE YOURCENAR
                                     εκδ. Χατζηνικολή


Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
Γαλλίδα συγγραφέας & ποιήτρια,
μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας,
γεν. Στο Βέλγιο στις 8 Ιουν. 1903 και
απεβίωσε στις 17 Δεκ. 1987.

Έργα της:
 -Αλέξης, 1929
 - νέα Ευρυδίκη, 1931
 - Πίνδαρος (1932)
-Ο οβολός του ονείρου (1934, αναθεωρημένο 1958-1959)
-Φωτιές, (1936)
- Διηγήματα της Ανατολής (1938)
 -Τα όνειρα και οι μοίρες, 1938)
 -Η χαριστική βολή, (1939)
 -Αδριανού Απομνημονεύματα, (1951)
-Ηλέκτρα ή πέφτουν οι μάσκες, (1954)
- Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη με μετάφραση όλων των ποιημάτων του, (1958)
-Sous bénéfice d'inventaire (Επ' ωφελεία απογραφής, ελλην. τίτλος "Με την επιφύλαξη της εξακρίβωσης", (1962)
- Η Άβυσσος, (1968)
-  Θέατρο Ι και ΙΙ (1971)
-Ο Λαβύρινθος του κόσμου
-Ευλαβικές αναμνήσεις, (1974)
- Αρχεία του Βορρά, (1977)
-Η αιωνιότητα, (1988)
-Το στεφάνι και η λύρα, ανθολογία αρχαίων ελληνικών ποιημάτων, (1979)
-Μισίμα ή το όραμα του κενού, (1980)
 -Με ανοιχτά τα μάτια (1981)
- Anna, Soror (1981)

       κ.α.....

Μια βιογραφία για το έργο ενός μεγάλου αυτοκράτορα, τον τρίτο από τους λεγόμενους «πέντε καλούς αυτοκράτορες» από μια συγγραφέα που θεωρείται κορυφαία λογοτεχνική μορφή της Γαλλίας του 20ου αιώνα.
Ένα έργο βασισμένο σε ιστορικά γεγονότα της ζωής και του έργου του αυτοκράτορα Πούπλιου Αίλιου Τραϊανού Αδριανού, γραμμένο με τη μυθιστορηματική βαρύτητα της λογοτεχνίας.
Ο Αδριανός αυτοκράτορας κατά τα έτη 117 – 138 ήταν συγγραφέας, ποιητής, στωικός και επικούρειος φιλόσοφος. Γεννήθηκε στις 24 Ιαν. του 76 μ.Χ. και απεβίωσε στις 10 Ιουλ. του 138 μ.Χ.
Η Γιουρσενάρ σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μας ταξιδεύει ζωντανεύοντας βήμα βήμα  την συναρπαστική ζωή του πολυμερούς  Αδριανού.
Ένα βιβλίο για μελέτη και φιλολογική ανάλυση. Ένα βιβλίο για τον αξιομνημόνευτο αυτοκράτορα που η συγγραφέας, μπορώ να πω ταυτίζεται μαζί του  στην πολυγνωσία, στην αγάπη της λογοτεχνίας, στα ταξίδια, στη λατρεία του Ελληνικού πολιτισμού και Παιδείας, στα δημοκρατικά ιδεώδη, στον ειρηνισμό, στα αγνά αισθήματα αγάπης και έρωτα έξω από συμβατικούς κανόνες. Μια γραφή όπου στην ανασύνθεση των ιστορικών γεγονότων ενσωματώνει θέματα που προβληματίζουν μέχρι σήμερα την ανθρωπότητα.

Το εύρημά της στο βιβλίο είναι η επιστολή του  Αδριανού στον διάδοχό και υιοθετημένο του γιο Μάρκο Αυρήλιο, λίγο πριν πεθάνει από βαριά καρδιακή νόσο. Μια επιστολή, κληρονομιά ιερή, μέσα από τα μύχια της ψυχής του. Επιστολή αποχαιρετισμού, επιστολή απολογισμού ζωής, για τα καλά, για τα σφάλματα, για τις ειρηνικές διαδρομές μέσω των βαρβαρικών ατραπών  κατά τη διάρκεια της εξουσίας του και τόσα άλλα.   

Δεν θα κάνω μια κατά βάθος εισήγηση, αυτή είναι δουλειά φιλολόγων.
Είναι πολύ καλύτερα να διαβάσει κανείς το βιβλίο. ΑΞΙΖΕΙ.
Θα παραθέσω  όμως κάποια αποσπάσματα,  που έχω υποσημειώσει:

*σελ. 11: είναι δύσκολο να παραμείνει κανείς αυτοκράτορας μπροστά σ’ ένα γιατρό, όπως είναι δύσκολο να διατηρήσει και την ανθρώπινη ιδιότητά του..
*σελ. 20: όσο για τους θρησκευτικούς ενδοιασμούς του γυμνοσοφιστή, για την αηδία του στη θέα των ματωμένων κρεάτων, θα με συγκινούσε περισσότερο αν δε μου είχε τύχει ν’ αναρωτηθώ σε τι διαφέρει ουσιαστικά η οδύνη του χόρτου που κόβομε από του αρνιού που σφάζομε, και αν η φρίκη μας μπροστά στα δολοφονημένα ζώα δεν οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η ευαισθησία μας υπάγεται στο ίδιο βασίλειο με τη δικιά τους.
*σελ. 32: Ο γραπτός λόγος μ’ έμαθε ν’ ακούω την ανθρώπινη φωνή, ακριβώς όπως οι μεγαλοπρεπείς ακίνητες στάσεις των αγαλμάτων με μάθανε να εκτιμώ τις κινήσεις, και αντίστροφα, στη συνέχεια, η ζωή μού φώτισε τα βιβλία.
*σελ. 54: Το μεγάλο λάθος μας είναι πως προσπαθούμε να αποσπάσουμε από τον καθένα αρετές που δεν έχει, παραμελώντας να του καλλιεργήσουμε εκείνες που έχει.
*σελ. 87: Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Αναγκάστηκα να τον ξαναρχίσω και να τον τελειώσω  λίγους μήνες μετά την ανάρρησή μου. Η τάξη βασίλευε, έστω πρόσκαιρα, σε κείνη τη μεθόριο. Γύρισα στη Ρώμη γεμάτος τιμές. Αλλά είχα γεράσει.
*σελ. 192: Πιστεύω πως ένα από τα πιο όμορφα επακόλουθα του έρωτα είναι η ηρεμία μας, που τόσο ευνοϊκή είναι για τα έργα και για τις πνευματικές πειθαρχίες μας. Και παραξενεύομαι που αυτές τις χαρές, τις τόσο πρόσκαιρες, τις τόσο σπάνια τέλειες μέσα σε μια ανθρώπινη ζωή, σ’ όποια έξαλλη μορφή κι αν τις αναζητήσουμε ή τις δεχθούμε, μερικοί υποτιθέμενοι συνετοί τις αντιμετωπίζουνε τόσο δύσπιστα, τονίζοντας τη συνήθεια και την υπερβολή τους, αντί να τονίσουν την έλλειψη, ή τον χαμό τους, που χαραμίζουν τυραννικά τις αισθήσεις μας για ένα χρονικό διάστημα που θα αξιοποιούσαμε πολύ καλύτερα πασχίζοντας να ομορφύνουμε την ψυχή μας ή να την ισορροπήσουμε.

(Για την αυτοκτονία του Αντίνοου) *σελ. 236. Ένα παιδί, φοβισμένο μήπως τα χάσει όλα, είχε βρει αυτόν τον τρόπο για να με δέσει μαζί του για πάντα. Αν είχε ελπίσει να με προστατέψει μ’ αυτή τη θυσία του, θα πρέπει να αισθανόταν πολύ λίγο αγαπητός για να μην καταλάβει ως το χειρότερο των δεινών θάτανε να τον
χάσω.

*σελ.340:..... Μικρή ψυχή, ψυχή τρυφερή και μετέωρη, σύντροφε του κορμιού μου που σε φιλοξένησε, θα κατεβείς σ’ αυτούς τους ωχρούς τόπους, τους σκληρούς και γυμνούς, όπου θα χρειαστεί ν’ απαρνηθείς τα παιχνίδια του άλλοτε. Μια ακόμα στιγμή, ας κοιτάξουμε μαζί τις γνωστές μας ακτές, τα πράγματα που είναι βέβαιο πως δεν θα ξαναντικρίσουμε πια.. Ας προσπαθήσουμε να μπούμε στο θάνατο με ανοιχτά τα μάτια....




Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Τα δερμάτινα




H ιστοσελίδα bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com, δημοσίευσε το διήγημά μου
«Τα δερμάτινα». Θα χαρώ να το διαβάσετε.