Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Σου πάει ρε μάνα....

 Στη μάνα μου, έτσι ως ανάμνηση... έτσι ως μνημόσυνο...



                           


                                  

                                    Σου πάει ρε μάνα

Είκοσι πέντε χρόνια πηγαινοέρχεσαι καθημερινά, από το σπίτι σου στο σταθμό προς την Αθήνα. Δεν ξεχνάς μπισκότα για το σκύλο, μπισκότα για τον άνθρωπο και το πολύτιμο άνθος∙  βιαστική προχωράς, σπρώχνεις και σπρώχνεσαι ανάμεσα στο πλήθος της Αθήνας να φτάσεις  εκεί στην γωνιά της Σταδίου να αφήσεις  φρέσκο το λουλούδι. Ένα κόκκινο λουλούδι, ανάλογα με την εποχή του, άλλοτε γαρύφαλλο, άλλοτε τριαντάφυλλο, άλλοτε καμέλια, νεραγκούλα, ό,τι άλικο, όπως ο κόκκινος ήλιος, όπως το αίμα του, που γλιστρούσε γυαλιστερό στο μέτωπό του.

Του μάθαινες τα λουλούδια, του μιλούσες για χρώματα κι αρώματα, «Να, κοίτα γιε μου αυτή είναι μαργαρίτα έχει κίτρινο χρώμα κι αυτή είναι γαρδένια  έχει άσπρο χρώμα και υπέροχο άρωμα, μύρισε, μύρισε να δεις». Δεν σου ‘λεγε λέξη, όταν όμως έβλεπε ένα κόκκινο λουλούδι, σου φώναζε με τη γλώσσα των δυο του χρόνων, μαμά ένα κόκκινο.
Τον έπαιρνες αγκαλιά κι έτρεχες, μετά τη μπόρα, να του δείξεις το ουράνιο τόξο, «κοίταξέ το, κοίταξέ το τι όμορφο που είναι, το φτιάχνουν οι ακτίνες του ήλιου όταν μπαίνουν μες στις διάφανες σταγόνες της βροχής. Κοίτα το κόκκινο, το κίτρινο, το μπλε», και κείνο σου φώναζε χαρούμενα, “Είναι κόκκινο.  Είναι κόκκινο μαμά”.

Άφηνες παλιά ένα κερί, κι αυτό κόκκινο το διάλεγες, το ‘βρισκες πεταμένο, σπασμένο. Ναι, πείστηκες ότι δεν είχε καμιά χρησιμότητα, ακατάλληλη η θέση του σε μια λεωφόρο. Άδικα έπιανε χώρο. Όμως, ένα φρέσκο λουλούδι χωμένο σε μια τρύπα του τοίχου, συνέχεια μιας άλλης που άνοιξε στο κεφάλι του αγοριού το μολυβένιο σφαιρίδιο και μετά σφηνώθηκε στον τοίχο, δεν εμποδίζει. Ναι, είκοσι πέντε χρόνια κι η τρύπα  στον τοίχο υπάρχει. Υπάρχει και φιλοξενεί ένα κόκκινο λουλούδι. Στην αρχή έτρεμε το χέρι σου και το λουλούδι έπεφτε κάτω∙ έκανες πολλές προσπάθειες να το στηρίξεις, σε τίναζε το πεζοδρόμιο, σε τράνταζε η τρύπα,  σε συγκλόνιζε η αλήθεια.

Χανόσουν σαν παιδάκι σε μεγάλες λεωφόρους, ψάχνοντας σε άγνωστα στέκια, σε πολυσύχναστους δρόμους, έρμαιο της απογοήτευσης, του φόβου της απώλειάς του.

Μάζεψες τ’ αυτοκινητάκια του, όλα στη σειρά μέσα στη βιτρίνα, τα περισσότερα κόκκινα. Δεν άνοιξες ποτέ το τζάμι της, η σκόνη σκεπάζει τα ίχνη των χεριών του∙ Ένα σου ξέφυγε και  το’ βαλες πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, κάπως το χρώμα σκούραινε, όπως το αίμα που κρυώνει, είναι από τα φιλιά. Το φιλάς, το τσουλάς πάνω στις παλάμες σου, πολλές φορές ολόγυρα του προσώπου σου. Έχεις κατάκλειστο και σκοτεινό το δωμάτιό του, μη τυχόν και ξεφύγει άχνα από την ανάσα του, ήχος από τη φωνή του. Ακούς τις μουσικές του, αγάπησες τα τραγούδια του. Είσαι φαν των Guns N’ Roses,  κινείσαι στο ρυθμό της μουσικής τους, τραγουδάς ξανά και ξανά το «November Rain», “And when your fears subside/ and shadows still remain/ I know that you can love me/ when there’s no one left to blame/ So never  mind the darkness/ we still can find a way/ ‘Cause nothin’- lasts forever/ Even cold November rain.
 Διαβάζεις τα πεταμένα στο κρεβάτι περιοδικά του, άλλα για υπολογιστές, άλλα γι αυτοκίνητα, για μηχανές, άλλα γι ‘άλλα, τα ‘μαθες απέξω. Τα ‘μαθες όλα απέξω. Με τη σιωπή του σπιτιού σου κουβεντιάζεις, με τα χαρακτηριστικά του συνομιλείς. Μαύρα φρύδια τοξωτά, μαύρα σγουρά μαλλιά,  γένια σ’ ολόλευκο πρόσωπο, μάτια λαδιά, χείλη χοντρά άλλοτε κόκκινα, άλλοτε μενεξεδιά, τα δάγκωνε ολοένα, θυμάσαι; Αντρίκια τα δάχτυλα των χεριών, πάντα διπλωμένος ο αντίχειρας του αριστερού, χωμένος μέσα στην παλάμη, συνήθειο από τότε που γεννήθηκε. Στην αρχή μέτρησες τα δάχτυλα των ποδιών. Όλα εντάξει πέντε στο ένα, πέντε στο άλλο. Στο δεξί χεράκι όλα καλά πέντε τον αριθμό, όμορφα παχουλά και ροδαλά δαχτυλάκια. Σφίχτηκε το στομάχι σου, όταν το μάτι σου έπεσε στ’ αριστερό χεράκι, ένα, δυο, τρία, τέσσερα.. τέσσερα;, ο αντίχειρας;, ηρέμησες, το είδες και το τράβηξες απαλά, το ίσιωσες∙  πέντε ψιθύρισες.  Οι μακριές γλυκές στιγμές να βυζαίνει και κουρασμένο να αποκοιμιέται πάνω στο στήθος σου∙ και συ ακούνητη, αμίλητη, να αφήνεις τ’ αχόρταγο βλέμμα σου να  τον περιηγείται. Ακουμπισμένο το στρόγυλλο κεφαλάκι στην καρδιά σου πού με τους νανουριστούς χτύπους της το χόρταινε ύπνο. Μάτια σφαλιστά, φρύδια τσίνορα αχνά, μαύρα μαλλιά, πολλά για νεογέννητο, μικρή μύτη με ανοιχτά τα ρουθούνια να ρουφάνε με κοφτές ανάσες τον αέρα της ζωής.  Το μικρό κοκκίνισμα στην άκρη του δεξιού ρουθουνιού κι ένα ίδιο στη μέση του μετώπου. Θα φύγουν σου είπαν, είναι από τη γέννα. Εσύ ήξερες, της μύτης δεν θα έφευγε, το είχες και συ. Ένα ίδιο κόκκινο σημαδάκι από τη μάνα στο γιο.  
Τη  μεγάλη λεκάνη των ρούχων, ήθελε να τη γεμίζεις νερό να πλατσουρίζει, να ταξιδεύει τα καραβάκια του, να βουτάει ολόκληρος μέσα. Λάτρευε το νερό. «Ο καλύτερος στο πρόσθιο», σου είπε ο προπονητής στο κολυμβητήριο, «πάμε για πρωταθλητές». Δεν είπες το παραμικρό. Εσύ ήθελες απλά να μάθει καλό μπάνιο, να μην σου πνιγεί στη θάλασσα. Ναι μόνο αυτό, να μάθει καλό μπάνιο, να μην πνιγεί. Να μην πνιγεί. 
Δεν είχε παιδιά συνομήλικά του στη γειτονιά και συ έβγαινες στο δρόμο μαζί του, στήνατε τους βόλους στη σειρά και παίζατε. Ποτέ δεν στόχευες καλά, νομίζω ότι το ‘κανες επίτηδες να κερδίζει, να γελάει και να χαίρεται. Πήγες στο γειτονικό ξυλουργείο και σου έφτιαξαν ένα πατίνι, όπως τα πατίνια που έφτιαχναν τα αγόρια της οικογένειάς σου. Πόσο τα ζήλευες. Δεν σου το έδιναν να κάνεις και συ λίγο, «είσαι κορίτσι», έλεγαν. Το χάρηκε τόσο! γελούσατε, γελούσατε, γελούσατε μέχρις δακρύων, όταν έκανες και συ ένα γύρο.

Το άγχος των σπουδών, να ξενυχτάς μαζί του στο διάβασμα για τις πανελλήνιες, και πολύ συχνά να φτιάχνεις μια κρέμα βανίλιας με κανέλλα∙  ζεστή ζεστή, να του λες να την φαει, γιατί  ηρεμεί, δίνει δύναμη και να το δέχεται πρόθυμα, όπως όταν ήταν μωρό που μέσα σε λίγα λεπτά έτρωγε γρήγορα και λαχταριστά ένα γεμάτο μπολ.

Φόρεσες κόκκινο φουστάνι στα γενέθλιά του∙  δεν ήταν το αγαπημένο σου χρώμα, όμως τ’ αγόρασες γιατί ήξερες ότι θα χαρεί. Και πράγματι, δεν ξεχνάς το γλυκό του χαμόγελο, τα αστραφτερά του δόντια, την μεγάλη αγκαλιά, των είκοσι χρόνων του, που σ’ έκλεισε σφιχτά και είπε, «Σου πάει ρε μάνα». 

Η χαρά του για τον έρωτα στο πρόσωπο μιας συμφοιτήτριάς του, έγινε και δική σου∙ σκεφτόσουν πάντα να έχει συντροφιά, φοβόσουν τόσο πολύ τη μοναξιά. Τη μοναξιά του. Θυμάσαι όταν του ‘φερες ένα άσπρο κουτάβι;, το ‘χες βρει πεταμένο να κλαψουρίζει στον κάδο σκουπιδιών της γειτονιάς σου∙  τ’ αγκάλιασε, το ζέστανε και ψέλλισε, «πρέπει να βρούμε άλλο ένα να μην είναι μονάχο∙» κάτι σου τσίμπησε την καρδιά τον είχες αφήσει μόνο, ένιωσες να σε μπατσίζει, να σε παγώνει η λέξη μοναξιά.

Κατάργησες γιορτές, μέρες, νύχτες, ώρες, χρόνια, που σου έγδερναν τη σκέψη, εσύ ασάλευτη στην δική σου στόχαση, στην  πορεία την καθημερινή, να μην χάσει το λουλούδι το χρώμα του. Η εμμονή σου να αγνοείς, να αδιαφορείς στις ξινές φωνές να ξεχάσεις. Θέλεις τη ζωή, θέλεις τη σκέψη, τη μνήμη ζωντανή∙ όλα τα αγαπημένα τα ‘χεις  κλεισμένα σ’ έναν κύκλο, και συ ευτυχισμένη περιστρέφεσαι γύρω τους.


Κυρτή και  συρρικνωμένη προχωράς με το κόκκινο φουστάνι σου∙ σου φάρδυνε, χρόνια είχες να το φορέσεις. Τύλιξες, πρωτύτερα, το μίσχο της κόκκινης καμέλιας σε υγρό βαμβάκι, έφτιαξες ένα χωνί από αλουμινόχαρτο κι έβαλες μέσα το λουλούδι, πήρες και το κουτί με τα μπισκότα σκύλου. Έγειρες την πόρτα, προχώρησες το δρόμο για το σταθμό, σταμάτησες μπροστά στο φούρνο, αγόρασες μπισκότα για άνθρωπο. Λίγο παρακάτω ο ξερακιανός γεροζητιάνος, με το χαρτόνι «πεινάω», κρεμασμένο στο στήθος του.  Παραδίπλα ο σκύλος να γλύφει ασταμάτητα τα πληγιασμένα γυμνά πόδια του ζητιάνου. Αφήνεις το κουτί και τα μπισκότα στα χέρια του. Εκείνος τα κομματιάζει και ταϊζει πρώτα τον σωματώδη σκύλο του. Το κεφάλι σου γέρνει, δεν το αισθάνεσαι, χθες σε πονούσε∙ σήμερα ελαφρύ, κενό με μόνη σκέψη  την πορεία μέχρι τη Σταδίου. Σπρώχνεις κόσμο να φτάσεις εγκαίρως, αδιαφορείς που κάποιοι σε βρίζουν. Φτάνεις∙ ίδιες κινήσεις, χώνεις το λουλούδι, μαζί με το υγρό μπαμπάκι, μέσα στην τρύπα. Τέλεια εφαρμογή.

Τα μάτια σου, η μύτη σου, τ’ αυτιά σου ματώνουν. Μπροστά σου αγροί κόκκινοι ροδοσκέπαστοι∙ φωνές  κόσμου σαν βούισμα μελισσών, σαν τιτιβίσματα πουλιών. Χαμογελάς, τον βλέπεις  ανάμεσα στις ανταύγειες της αυγής, γελάς δυνατά διαβάζοντας τα χείλη του, «Σου πάει ρε μάνα το κόκκινο».









Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Σ’ ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά- ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ



            Σ’ ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά
                 ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ

                        (Γέννηση στην Αθήνα στις 17.05.1931-
                         θάνατος στην Αθήνα στις 05.12.2014)


Έργα του:

1962
Τα μηχανάκια

1967
Το αρμένισμα

1972
Τα καημένα

1975
Βιοτεχνία υαλικών

1978
Η κυρία Κούλα

1979
Το κουρείο

1981
Σεραφείμ και Χερουβείμ

1982
Ο ωραίος λοχαγός

1986
Η φανέλα με το εννιά

1989
Πλανόδιος σαλπιγκτής

1993
Η συμμορία της άρπας

1996
Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω

1999
Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα

2001
Δυο φορές Έλληνας

2003
Νώε

2006
Η γυναίκα που πετάει

2007
Θυμάμαι τη Μαρία

2008
Το show είναι των Ελλήνων

2009
Σ΄ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά

2010
Ξεχασμένη Φρουρά

2011
Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ

2013
Θάνατος στο Βαλπαραΐζο

2014
Ο θησαυρός του χρόνου



Κόσμος συνωστίζεται στην πινακοθήκη μιας άγνωστης πόλης, να δει  έναν παλαιό πίνακα ενός άγνωστου ζωγράφου, όπου απεικονίζεται ένας άγνωστος Στρατηγός.  
Άραγε είναι φιλότεχνοι οι επισκέπτες; Ή πηγαίνουν εκεί για να δουν να παίζεται θεατρικά (δρώμενο που έχουν στήσει οι ιθύνοντες της πινακοθήκης) η ιστορία του Στρατηγού, της γυναίκας του και του νεαρού ζωγράφου-φαντάρου προστατευόμενού της. Μάλιστα λέγεται ότι η όμορφη ηλικιωμένη κυρία που καθημερινά πηγαίνει στην πινακοθήκη και παρατηρεί επιδοκιμαστικά τον πίνακα, δεν είναι άλλη από την ίδια τη σύζυγο του Στρατηγού∙  βεβαίως εκείνο που με την εξέλιξη της ιστορίας πιθανόν να μάθουμε είναι, εάν η επιδοκιμασία είναι για την προσωπογραφία του συζύγου ή για την σπουδαιότητα του καλλιτέχνη, και όχι μόνο.
Τώρα, σειρά του αναγνώστη είναι να μαντέψει τις φιλότεχνες ή μη τάσεις των επισκεπτών.

Μια αλληγορική νουβέλα σαν παραμύθι∙  μια χιουμοριστική, ερωτική ιστορία (θα ‘λεγα), όταν ανάμεσα σε στρατιώτες ενός λόχου, σ’ ένα στρατόπεδο «στο πουθενά», δεσπόζει μια μόνο γυναίκα, νέα, ωραία, ερεθισμένη καθημερινά από τη μυρουδιά τόσων αντρών που βρίσκονται στη διάθεσή της, όμως δεν μπορεί να πάρει, μια και είναι σύζυγος του Στρατηγού-διοικητή, πού όχι μόνο είναι πολύ μεγαλύτερός της, αλλά και ερωτικά τζούφιος.
Ενέχει χιούμορ, επίσης, ο χαρακτήρας του στρατηγού, που (σαν καρτούν) ανοηταίνει φορώντας-προβάροντας κάθε βράδυ την επίσημη στολή του, με τα γυαλιστερά αστέρια στις επωμίδες και παράσημα και ποζάρει σκερτσόζικα μπροστά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαράς του.
Είναι φοβερός όπου τον παίρνει, όμως ένας πυροβολισμός που σκίζει την ησυχία της νύχτας τον κάνει να βγαίνει έξω τρεμάμενος και ξεκούμπωτος στον καβάλο.
Είναι τρομακτικός όπου τον παίρνει, όμως τον τραβάει από τη μύτη η γαλίφα γυναίκα του, που εδώ που τα λέμε, με τις γαλιφιές της στους ανωτέρους της ιεραρχίας, έφτασε να φοράει εκείνος τα γαλόνια του Στρατηγού.
Είναι άγριος όπου τον παίρνει, όμως  τρόμος  στα φυλλοκάρδια του για τους αναρχικούς που απλώνουν σ’ όλη την πόλη τις ολόμαυρες αφίσες τους με κόκκινες κηλίδες αίματος και ενώ τις σχίζουν οι αστυφύλακες, αμέσως την επομένη τις βρίσκουν απλωμένες παντού.
Παρατηρεί στην κρεμάστρα την επίσημη στολή του και ταράζεται ότι θα κρεμάσουν μια μέρα και ‘κείνον, ίσως για τις λαμογιές του από τις προμήθειες στρατιωτικού υλικού, ίσως για τα βασανιστήρια και τις φυλακές των μη συμμορφωμένων-υποταγμένων νέων.
Κι έρχεται η σειρά της ωραίας Στρατηγίνας  που πείθει τον υπερφίαλο σύζυγό της ότι πρέπει να μείνει αιώνια τέτοια μορφή, όπως η δική του, και μόνο ένα πορτρέτο του μπορεί να το επιτύχει. Έτσι ξεχωρίζει, ανάμεσα σε πολλούς (που διατείνονται ότι είναι ζωγράφοι)  και  δέχονται να ζωγραφίσουν τον στρατηγό, με την προϋπόθεση ότι θα τους δοθεί εικοσαήμερη άδεια, έναν  αγγελόμορφο φαντάρο,  που όχι μόνο η ομορφιά του συμφωνεί με την πίστη της, είδε όνειρο ένα  στρατιώτη με φυτρωμένα φτερά στην πλάτη κάτι ανάμεσα σε άγγελο και εξολοθρευτή, αλλά και με τις αισθησιακές της παρορμήσεις.  
Έτσι, η κυρία Στρατηγού κατελήφθη ερωτικής έλξεως για τον  εικοσάχρονο στρατιώτη-ζωγράφο και αναρχικό επαναστάτη, έναντι του χουντικού αξιωματικού συζύγου της.
 Ο καλλιτέχνης ζωγράφος, ως άγγελος με φωτοστέφανο, τον φωνάζουν Ρώσο, όπως άρεσε στην Στρατηγίνα να τον ονομάσει,  αρχίζει και φιλοτεχνεί το πορτρέτο του Στρατηγού∙ όμως το πορτρέτο κάθε νύχτα συμπληρώνεται ως δια μαγείας και αποτυπώνει επικείμενες αλλαγές στο πρόσωπο του Στρατηγού, μέχρις ότου στα αποκαλυπτήρια να φαίνεται ένα τερατώδες πρόσωπο, όσο και οι τερατώδεις- ανήθικες πράξεις του.
Εδώ μας θυμίζει ο συγγραφέας «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Ουάιλντ, όπου το πορτρέτο τελικά δείχνει την ανηθικότητα, τον εγωκεντρισμό, που κρύβεται πίσω από μια ψεύτικη εμφάνιση κάποιου, όμως καταγράφεται στην ψυχή του,  και τον καταμαρτυρεί η  μαγεία της τέχνης.

Σελ. 17. «κρυφά είπες;»  έκανε εκνευρισμένος. «Υπάρχουν πράγματα που γίνονται κρυφά στο στρατόπεδο και που εγώ δεν γνωρίζω;» Τα πιο ενδιαφέρονται πράγματα είναι όσα γίνονται κρυφά, σκέφτηκε η Στρατηγίνα. «Ένας λόγος παραπάνω» του είπε. «Να γίνουν φανερά». «Μα είναι αυτή αντρική δουλειά, ζωγραφικές και αηδίες; Και μάλιστα για φαντάρους!» «Το τι είναι αντρίκειο φαίνεται από άλλα πράγματα χρυσέ μου», τον κεραυνοβόλησε και με το βαμμένο νύχι της τίναξε ένα σκουπιδάκι από το πέτο του.
Σελ. 77. « Έχεις μυωπία; Υποφέρεις από κάτι;» τον ρώτησε. «Θα ήθελες μήπως να μην υπηρετούσες;» «Υπηρετούν τα πουλιά, κυρία;» της είπε.
Σελ. 78. «Θα ήθελες κάποτε να μου δείξεις πώς ζωγραφίζεις;» τον ρώτησε εκείνη. Γύρισε και την κοίταξε: «Κανείς δεν μπορεί να δείξει στον άλλο πώς ν’ αγαπά».
Σελ. 142. Ήταν κάτι που δεν μπορούσες να το εξηγήσεις λογικά. Μα ένας πίνακας, σκέφτηκε πάλι, όπως κάθε έργο τέχνης, δεν μπορεί να εξηγηθεί με τη λογική μόνο.




Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

" Η πείνα" του Κνουτ Χάμσουν (1859-1952 Νορβηγία)




                                     Η πείνα
                του Κνουτ Χάμσουν  (1859-1952 Νορβηγία)
                    
                          Μετάφραση: Δημ. Χορόσκελη
                                Εκδόσεις: ΖΗΤΡΟΣ
Έργα του:
·         (2008) Η ευλογία της γης (Ζαχαρόπουλος)
·         (2005) Ο Παν (Εκδόσεις Σοκόλη)
·         (2004) Διηγήματα (Εκδόσεις Σοκόλη)
·         (2004) Η πείνα (Ζήτρος)
·         (1998) Βικτώρια (Printa)
·         (1993) Μυστήρια (Printa)
·         (1981) Παιδιά της εποχής τους (Δωρικός)
·         (1971) Μπενόνι (Δωρικός) 

Ο Κνουτ Χάμσουν είναι πρωτίστως γνωστός για το αριστούργημα του «Η ευλογία της γης», για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1920. Έχει χαρακτηριστεί ως ηγετική φυσιογνωμία της νεορομαντικής εξέγερσης και θεμελιωτής της σύγχρονης λογοτεχνίας.
Σε ελκύει η ανάγνωση του βιβλίου, διαβάζεται με άνεση και οφείλεται στην πολύ καλή  μετάφραση του Δημήτρη Χορόσκελη.
Μια μυθιστορία διαμάντι της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ένα βιβλίο απτό, διανθισμένο με χιούμορ, ένα βιβλίο αλληγορικό, ένα βιβλίο διαχρονικό, όπου η θλίψη δεσπόζει,  χωρίς οδό διαφυγής από μια μεγαλούπολη κλειδωμένη στην απληστία και τον εγωισμό. Μια επώδυνη ζωή ως του ήρωα διανοούμενου συγγραφέα, έρμαιο ζωής, να πορεύεται με τη δική του ιδεολογία-λογική, με  διαταραγμένη σκέψη πολλές φορές και άλλες τόσες με ματιές στο θάνατο σαν λύτρωση.
Μια αξιοθαύμαστη, ερμηνευτική -με τη φιλολογική έννοια- και ανατομική γραφή της λέξης «πείνα». Συγκλονιστικές αφηγηματικές περιγραφές. Ένας αξιοσημείωτος (αξιοπαρατήρητος) τρόπος γραφής.
Μια αλληγορία της κατάπτωσης του ανθρώπου, του εξευτελισμού του (αν θέλετε) από τη στέρηση, από την πείνα.  Ένας άνισος πόλεμος των πόνων της υλικής υπόστασης του ανθρώπου εναντίον  του πνεύματός, της λογικής  και της αξιοπρέπειάς του.
Ο καταγγελτικός μονόλογος του ήρωα (έναντι της παγκόσμιας απανθρωπιάς και της θεϊκής πρόνοιας) που ντρέπεται να ψελλίσει τη λέξη «πεινάω», αλλά σαν βρεθεί στο χείλος της αβύσσου και την πει, τότε θεωρείται κατώτερος, πολλάκις επιπόλαιος και τρελός. Είναι άστεγος  και πεινασμένος ο ήρωάς μας, τον βλέπουμε να περιφέρεται σε μια πόλη  τη Χριστιανία (σημερινό Όσλο), να ψάχνει μια ήσυχη γωνιά να γράψει στο γόνατο ένα άρθρο, (με μόνη περιουσία, ένα μολυβάκι, λίγες σελίδες χαρτιού, μια κουβέρτα υπό μάλης) ένα διήγημα, ένα θεατρικό, που τις πιο πολλές φορές απορρίπτονται, ώστε να κερδίσει λίγα χρήματα για να φαει. Ακόμα και ο έρωτας για μια γυναίκα που ο ίδιος την ονόμασε Υλαζάλι, (διαβάζεται και από την αρχή και από το τέλος) στην αρχή αχνοφέγγει λυτρώσιμος, όμως γρήγορα τελειώνει γιατί δεν έχει τη δύναμη να πει ψέματα, ούτε για να υποστηρίξει τον εαυτό του. Λέξη, λέξη, γραμμή, γραμμή, ο αναγνώστης αγωνίζεται μαζί με τον ήρωα να επιβιώσει∙  κρυώνει μαζί του, πεινάει, πονάει μαζί του∙  κάπου κάπου παίρνει ανάσες λιόφωτου, όμως πολλές φορές αφήνεται εξαντλημένος σε σιγή θανάτου,  μπας και αμβλύνει τους πόνους της ζωής.
Ας δούμε τι λεει ο ήρωας για τον θάνατο:     Στο αποκορύφωμα των βασανιστηρίων μου, έμενα εντελώς αδρανής, ακίνητος και πεινασμένος. Το στήθος μου έκαιγε, ένοιωθα ένα ιδιαίτερα ενοχλητικό κάψιμο. Το μασούλημα των ροκανιδιών δεν ωφελούσε πλέον∙ τα σαγόνια μου είχαν κουραστεί από αυτήν την ανώφελη δραστηριότητα, και τ’ άφησα να ξεκουραστούν. Παραδινόμουν ευχαρίστως. Επιπλέον, μια μισοσαπισμένη, φλούδα πορτοκαλιού, που είχα βρει καταγής και την είχα φαει, μου προκαλούσε ναυτία. Ήμουν άρρωστος. Οι φλέβες των καρπών μου είχαν φουσκώσει  και ήταν μελανιασμένες.  Όμως για να πούμε την αλήθεια, γιατί είχα χάσει τόσο χρόνο; Γιατί έτρεχα δεξιά κι αριστερά, όλη τη μέρα, για μια κορώνα που θα με κρατούσε στη ζωή μερικές ώρες παραπάνω; Κατά βάθος, δεν ήταν εξ ίσου αδιάφορο αν το μοιραίο ερχόταν μια μέρα νωρίτερα ή μια μέρα αργότερα;.................................θα πέθαινα∙  ήταν φθινόπωρο, και όλα τα πράγματα έπεφταν σε λήθαργο. Χάιδευα ήδη συναισθηματικά αυτή τη σκέψη, και κάθε φορά που εμφανιζόταν η ελπίδα μια πιθανής σωτηρίας, την απέρριπτα λέγοντας «τι τρελός που είσαι! Έχεις αρχίσει ήδη να πεθαίνεις!»

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

ΜΠΛΕ ΒΑΘΥ ΣΧΕΔΟΝ ΜΑΥΡΟ



                                    ΜΠΛΕ ΒΑΘΥ
                                  ΣΧΕΔΟΝ ΜΑΥΡΟ

ΘΑΝΑΣΗ ΒΑΛΤΙΝΟΥ (γεν. 1932 Κυνουρία),
    πεζογράφος-σεναριογράφος και
    μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Έργα του:
  • "Το συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη" 1972
  • "Η κάθοδος των εννιά" 1978
  • "Τρία ελληνικά μονόπρακτα" 1978
  • "Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο" 1985
  • "Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60" 1989
  • "Φτερά μπεκάτσας" 1992
  • "Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν" 1992
  • "Ορθοκωστά" 1994
  • "Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη, Βιβλίο Β΄" 2000
  • "Σχισμή Φωτός" 2001
  • "Ημερολόγιο 1836-2011" 2001
  • "Εθισμός στη Νικοτίνη" 2003
  • "Άνθη της Αβύσσου" 2008
  • "Κρασί και Νύμφες" 2009
  • "Ημερολόγιο της Αλοννήσου" 2010
Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, λόγος πυκνός (χειμαρρώδης), απλός, διανθισμένος με χιούμορ, γλώσσα καθομιλουμένη.
Ένα βιβλίο που αντέχει (και θα αντέχει) στο χρόνο. Το μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, όπως ο ύπνος, όπως ο θάνατος. Ένας μονόλογος μια γυναίκας, που συνομιλεί με τη μοναξιά της, που θυμάται-ξεχνά αυτούς που πέρασαν στη ζωή της, άλλοι σα σκιές, άλλοι από το αίμα της, άλλοι μες στο σπίτι της, τώρα ούτε η σκόνη τους. 
Φαντάζεσαι μια σκηνή θεάτρου, μια καρέκλα, ένα κρεβάτι, μια ηλικιωμένη γυναίκα με τη νυχτικιά της, με το πορτατίφ στο κομοδίνο, τα χάπια της, τα ηρεμιστικά της  να πηγαίνει για έναν ύπνο στο κρεβάτι ή να κατέρχεται στο βαθύ σκοτάδι, παραμερίζοντας τη μνήμη.  (σελ.91) Αλλά η μνήμη δεν παραμερίζεται. Η μνήμη είναι.
Η μνήμη τής ανήκει∙  με ‘κεινη συνομιλεί∙  εκείνη φέρνει εικόνες, αλήθειες, υποκρισίες, ψέματα.. εκείνη φέρνει τον εαυτό της απέναντι της από τότε που άρχισε η μνήμη όχι μόνο να εικονοποιεί, αλλά να αντιλαμβάνεται ως παιδί.. ως έφηβη, ως ενήλικη, και το «τότε» γίνεται «τώρα». Τώρα. Το στερημένο χάδι-στοργή της μάνας, η ζεστή αγκαλιά της γιαγιάς, το πρώτο φιλί, ο πρώτος έρωτας, η φιλία, γάμοι που δε στέριωσαν, σύζυγος σε διαρκή ερωτική αναζήτηση εκτός συζυγικής κλίνης, τα παράξενα της ζωής που συσσωρεύονται και σε κουράζουν, οι κοινωνικά παραδεκτές δεσμεύσεις, απαράδεκτες της αλήθειας του εαυτού σου.. Η οργή μνήμης. Το ξεγύμνωμα χαρούμενων ή θλιβερών γεγονότων.  Οι φρούδες ελπίδες για το αύριο. Ένα βάρος η ζωή όσο την ανεβαίνεις... και κατεσπευσμένα κατέρχεσαι να την ελαφρύνεις, βυθισμένος στα σκότη του ύπνου..

*σελ. 16: Δεν ξέρω. Θα ήταν καλά να έχεις έναν άντρα ο ποίος λείπει κάπου και τον περιμένεις, λες θα γυρίσει. Το ζήτημα είναι αν μπορείς να δεχτείς την αλήθεια. Είμαι πολύ στενοχωρημένη, έλεγε η Νικόλ, δεν μπορώ να καταλάβω, έρχεται ο Μιχάλης. Έρχεται αύριο και είμαι στενοχωρημένη. Οπότε της λεω, είναι γιατί ένα χρόνο ήσουνα ελεύθερη να βγαίνεις ενώ τώρα θα μπει ο Μιχάλης στη μέση και θα πηγαίνετε πάλι δυο-δυο, σαν τους Χιώτες.
Μίλαγε για μένα. Είναι φοβερό να γίνεσαι ράκος, όπως δηλαδή με έχει δει αυτή να γίνομαι τόσο συχνά. Πρέπει να πιάσεις φίλο, μου λεει. Να το ρίξεις έξω. Όλα αυτά ξεκαρδισμένη στα γέλια. Να ρίξω τι; Έξω και πού; Σα να σου λένε ρίξε έξω το στήθος σου. Είναι γελοίο. Μου λεει, οι εννιά στις δέκα γυναίκες έχουν φίλο – και στην ηλικία μας. Οπότε λεω, και τι νόημα έχει αυτό..
*σελ.26-27. Θα ήθελα να είμαι διαφορετική, ένας άνθρωπος με πολλή κατανόηση. Και φυσικά την έχω την κατανόηση, αλλά άμα με πληγώνει εμένα δεν μπορώ. Δεν γεννήθηκα μεγαλομάρτυρας. Το λάθος των ανθρώπων είναι που δεν κρατάνε πτυχές. Πτυχές μέσα τους για του ίδιους. Με τη συμβίωση αφήνεσαι και σε μαθαίνει ο άλλος τελείως. Και είναι ολέθριο αυτό, χάνεσαι. Αυτό που σε τραβάει σε κάποιον είναι το άγνωστο.
*σελ.58. Ίσως θα έπρεπε κανείς να δεχτεί τον εαυτόν του, να φιλιώσει μαζί του. Ίσως. Αλλά πώς να φιλιώσεις με όλα αυτά που σε κάνουν κομμάτια. Δεν θέλω να γενικεύω γιατί μπορεί να νιώθω εγώ μόνον έτσι, επειδή η ζωή μου είναι κάπως στραβή. Αν ήμουν ευχαριστημένη, ίσως. Και ξέρω πόσο εύκολο θα ήταν να είμαι ευχαριστημένη. Όταν όμως συλλογιέσαι ότι όλα αυτά που θέλησες δεν μπορούν να γίνουν, τότε, τότε. Πάντα λες είμαι νέος, έχω καιρό. Αύριο μεθαύριο, αύριο μεθαύριο, υπάρχει όλος ο χρόνος. Και τελικά κάπου φτάνεις και διαπιστώνεις ότι δεν υπάρχει πια χρόνος.
*σελ. 84. Ήταν τόσο ζωντανή και ήθελε τόσα πράγματα και μου διηγιόταν συχνά τις ερωτικές ιστορίες της. Μου έλεγε, αυτός ο γιατρός Μαράκι είναι τσιμπημένος μαζί μου. Μου ρίχτηκε. Και ήταν πόσο χρόνων η Αίγλη, εβδομήντα σχεδόν. Και έτρεχε, ξέρεις, με όλη αυτήν την ανησυχία, δεν μπορούσε να τη δαμάσει. Δεν μπορούσε. Είχε τόση δίψα για τη ζωή και ποτέ δεν κατάφερε να ξεδιψάσει.
*σελ.88. Γιατί τελικά η γλώσσα τι είναι; Μια σκλαβιά είναι και δεν σε λυτρώνει, ό,τι και να λένε, και τυραννιέσαι απλώς. Σαν τη θάλασσα που την έχουν κάνει σύμβολο. Χτυπιέται που είναι κλεισμένη στις κοίτες της, και δεν μπορεί να τις ξεπεράσει, γιατί αν τις ξεπεράσει θα πλημμυρίσει τον κόσμο και θα χαθεί.



Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ του ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΧΙΤΣΕΝΣ



                                    ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
                            του ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΧΙΤΣΕΝΣ  -      Γέννηση: 13.04.1949, Αγγλία.
                                                                                    Απεβίωσε: 15.12.2011, Η.Π.Α.

                                    Εκδόσεις: Μεταίχμιο.
                                    Μετάφραση: Κατερίνας Σχινά.



Αγλλοαμερικανός συγγραφέας, αρθρογράφος, δημοσιογράφος.

Έργα του:
Τα δικαιώματα του ανθρώπου,
Ο Θεός είναι μεγάλος,
Γράμματα σε έναν νέο αντιρρησία,
Η δίκη του Χένρι Κίσινγκερ,
Μητέρα Τερέζα,
Τα ελγίνεια μάρμαρα,
HITCH 22.
  κ.α.



 Ένας φίλος, βιβλιοφάγος, μου χάρισε αυτό το βιβλίο  και παρ’ όλο που συνταυτίζομαι με τις επιλογές του, άφησα το βιβλίο στην άκρη, γιατί μου θύμισε τον αγαπημένο μου αδελφό που πέθανε από καρκίνο (χρόνια πριν) μέρες Χριστουγέννων, και είπα ότι δεν βοηθάει κι ο χειμώνας με τις κρύες μέρες του.. θα το διαβάσω  το καλοκαίρι,  ώστε η θλίψη της αρρώστιας και του θανάτου να αμβλυνθεί από τα γαλαζοπράσινα χρώματα του ουρανού και της θάλασσας που δίνει το ηλιόφως... όμως κόβεται το συνήθειο; Γίνεται να παίρνεις ένα δώρο και να μην τ’ ανοίξεις; Το διάβασα.

Πρώτη φορά διαβάζω βιβλίο του Χίτσενς, αν και τον είχα ακουστά.

Σου κάνει μεγάλη εντύπωση η δύναμη ψυχής ενός ανθρώπου που τον ρημάζει ο καρκίνος να μπορεί να γράφει τις σκέψεις του (δηλαδή να εργάζεται), τους απολογισμούς των δραστηριοτήτων του, τις λογοτεχνικές του ανησυχίες,  το πάθος των ομιλιών του, ήταν ένας εύγλωττος αγορητής, και το κυριότερο τις περιγραφές της αρρώστιας, των φριχτών πόνων, τα μέσα θεραπείας, υποδείξεις συμπεριφοράς στον άρρωστο, στους γιατρούς, έναντι μιας αήττητης, μέχρι στιγμής, αρρώστιας.
Σου κάνει εντύπωση ότι σου μιλάει, σου γνωρίζει τα κακοτράχαλα μονοπάτια που διαβαίνει αυτός που αναχωρεί από τη χώρα Υγειόκαστρο, στη χώρα Ογκούπολη.
Ένα βιβλίο, ημερολόγιο ασθενούς, γραμμένο λογοτεχνικά-φιλοσοφικά, μη προδίδοντας τις αξίες ενός ανθρώπου του πνεύματος, όπως ο Χίτσενς, γνωστός  για τα αιρετικά του άρθρα σε θέματα πολιτικά, κοινωνικά, πολιτισμού.
Το κύκνειο άσμα του συγγραφέα, που δεν είναι ο θάνατος εκείνος που σε συγκλονίζει, όσο ο θαυμασμός αυτού του αληθινά αξιοπρεπούς ανθρώπου, που το πνεύμα, και η ανθρωπιά θα πρόσθετα,  τον υποκινεί ώστε να αποφύγει, αυτοϊκτιρμούς και εγωκεντρισμούς, όπως κάπου αναφέρει.
Θα συνεχίσω με αποσπάσματα του βιβλίου, που εμπνέει ιδέες και συναισθήματα στον αναγνώστη που αγαπά την αλήθεια ψάχνοντας  τα λογοτεχνικά – φιλοσοφικά βιβλία και εκφράζω τη γνώμη μου για το βιβλίο με άπειρα θαυμαστικά, ευχαριστώντας για άλλη μια φορά τον φίλο μου, Αλέξανδρο, που μου το δώρισε.

*Αναφέρει τον ποιητή Καλλίμαχο (Παλατινή ανθολογία) αιθεροβάμονα όταν λεει: όμως αυτά τα αηδόνια ακόμη ζουν, αυτά το χέρι δεν θα βάλει ο άρπαγας των πάντων Άδης.
* Η διαβόητη θεωρία των σταδίων Ελίζαμπεθ Κάμπλερ Ρος, σύμφωνα με την οποία ο ασθενής περνά από την άρνηση στην οργή, στη διαπραγμάτευση, στην αποδοχή...   Υποθέτω ότι κατά κάποιο τρόπο πέρασα για ένα διάστημα από τη φάση της άρνησης, καίγοντας συνειδητά το κερί και από τις δυο άκρες και διαπιστώνοντας ότι συχνά δίνει ένα όμορφο φως.. η ογκολογική διαπραγμάτευση έγκειται στο ότι, με αντάλλαγμα μια τουλάχιστον ευκαιρία για λίγα ακόμα χρήσιμα χρόνια, συμφωνείς να υποβληθείς σε χημειοθεραπεία και στη συνέχεια, αν είσαι τυχερός, σε ακτινοβολία ή σε εγχείρηση.
*Δεν παλεύω, δεν πολεμάω τον καρκίνο-εκείνος με πολεμάει.
*Γενναίος: Χα! Κράτα τον χαρακτηρισμό για καμιά μάχη από την οποία δεν μπορείς να το σκάσεις.
*Ανέκαθεν καυχιόμουν για τον ορθολογισμό και τον στωικό υλισμό μου. Δεν έχω σώμα, είμαι σώμα. Κι όμως συνειδητά και συστηματικά ενεργούσα λες και δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, ή λες και στην περίπτωσή μου θα γινόταν μια εξαίρεση. Νιώθεις βραχνάδα ή κόπωση στη διάρκεια μιας περιοδείας; Πήγαινε δες τον γιατρό όταν τελειώσει!
*Φιλία: Για μένα η θύμηση της φιλίας ταυτίζεται με την ανάκληση συζητήσεων που φαινόταν υπέρτατη αμαρτία να διακόψεις: εκείνες που έκαναν τη θυσία της επόμενης μέρας ασήμαντη κι αναξιόλογη. Έτσι διάλεξε να θυμάται τον αγαπημένο του Ηράκλειτο ο Καλλίμαχος.   
*Προσευχή:... άλλο είναι το σηματνικό∙ ότι η θρησκεία που μεταχειρίζεται το ποίμνιό της ως μωρόπιστο άθυρμα εκμεταλλεύεται με αφάνταστη σκληρότητα τον έμφοβο, βασανισμένο από την αμφιβολία άνθρωπο, αναγκάζοντάς τον να πιστέψει στο αδύνατο. Στη συζήτηση περί προσευχής, λοιπόν, παρακαλώ να μη σοκαριστείτε αν διαπιστώσετε ότι οι πλέον οικτίρμονες, όταν επικαλείται κάποια ηθική κρίση, είμαστε εμείς οι αθεϊστές.

Τελειώνω με ένα απόσπασμα κειμένου για τον Χίτσενς της συγγραφέως Κατερίνας Σχινά, που έκανε την υπέροχη, ποιητική μετάφραση του βιβλίου.

Αυτοϋπονομευτικός
Και παρά την πεισματική υπεράσπιση των επιλογών του, δεν θα είναι επιεικής με τον εαυτό του. Θα παραμείνει σαρκαστικός και αυτοϋπονομευτικός ώς το τέλος, αναγορεύοντας την αμφιβολία σε ύψιστη αξία και την αυτοκριτική σε μόνη οδό προς την προσωπική ολοκλήρωση. Και θα διακρίνει, σε κάθε έκφανση του σύγχρονου βίου αλλά και της προσωπικής του διαδρομής, την ειρωνεία της Ιστορίας.
Κρατώ για το τέλος δύο-τρεις φράσεις από τον πρόλογό του, συνταγμένο μετά το πέρας της συγγραφής του βιβλίου, όταν πια είχε διαγνωσθεί με καρκίνο του οισοφάγου («σε τέταρτο στάδιο· πέμπτο δεν υπάρχει», γράφει) και οι εκκλήσεις των πιστών να αποκηρύξει την αθεΐα του πριν από το αναπόδραστο τέλος του τον βομβαρδίζουν καθημερινά: «Η εισβολή του θανάτου στη ζωή μου με έκανε ικανό να εκφράσω πιο σταθερά την περιφρόνησή μου για την κίβδηλη παρηγοριά της θρησκείας και την πίστη μου για την κεντρική θέση που κατέχουν η επιστήμη και η λογική».
Εντιμότητα σημαίνει να μην απαρνιέσαι τις πεποιθήσεις σου στο κατώφλι του θανάτου. Και αξιοπρέπεια είναι η επιμονή να θέλεις «να επιτελέσεις ενεργητικά και όχι παθητικά τον θάνατο», όπως ακριβώς «επιτέλεσε» τον συναρπαστικό του βίο ο Κρίστοφερ Χίτσενς.