Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος: Μικροδιήγημα καὶ συλ­λο­γι­κὴ μετάφραση



Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος: Μικροδιήγημα καὶ συλ­λο­γι­κὴ μετάφραση

Posted on by planodion
 [Τὸ πα­ρα­κά­τω κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν τρίτη ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις εἰ­ση­γή­σεις ποὺ ἔ­γι­ναν στὸ κοι­νὸ στὶς 9 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015, ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 στὸν χῶ­ρο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴν βρα­διὰ τῆς πα­ρου­σί­α­σης στὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ τῆς 16ης Μαρ­τί­ου 2015.]

 Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

Μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση

02-EpsilonΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ γιὰ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο, λέ­νε κά­ποι­οι, πρέ­πει νὰ πε­ρι­έ­χει ἀ­πα­ραι­τή­τως τὰ ἑ­ξῆς συ­στα­τι­κά: σέξ, ἀ­πι­στί­α, μυ­στή­ριο, αἷ­μα, ἥ­ρω­ες εὐ­γε­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς καὶ ἀ­να­φο­ρὲς στὰ θεῖ­α. Σύμ­φω­να μὲ αὐ­τὴ τὴ συν­τα­γή, τὸ πιὸ «συμ­πυ­κνω­μέ­νο» μυ­θι­στό­ρη­μα θὰ ἦ­ταν τὸ ἑ­ξῆς: «Θε­έ μου!!!, εἶ­πε ἡ μαρ­κη­σί­α, θὰ μὲ σκο­τώ­σει ὁ ἄν­τρας μου: εἶ­μαι ἔγ­κυ­ος καὶ δὲν γνω­ρί­ζω ἀ­πὸ ποι­όν…». Μὰ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ 18 λέ­ξεις; θὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ­τε δι­καί­ως. Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι, φυ­σι­κά, «ὄ­χι», ἡ τη­λε­γρα­φι­κὴ ἀ­φή­γη­ση τῶν πε­ρι­πε­τει­ῶν τῆς μαρ­κη­σί­ας δὲν ἀ­νή­κει σὲ κα­νέ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, εἶ­ναι ἕ­να ἀμ­φι­βό­λου γού­στου ἀ­στεῖ­ο, ποὺ ὅ­μως μᾶς βο­η­θά­ει νὰ δι­α­κρί­νου­με τὴ δι­α­φο­ρὰ ποὺ ὑ­πάρ­χει με­τα­ξὺ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος καὶ βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης, δι­α­φο­ρὰ ποὺ δὲν ἔγ­κει­ται τό­σο στὴν ἔ­κτα­ση ὅ­σο στὶς προ­θέ­σεις τους: τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα εἶ­ναι ἕ­να σύμ­παν, φι­λο­δο­ξεῖ, ἀ­κό­μα καὶ στὴν ὑ­πο­τι­θέ­με­νη πε­ρί­πτω­ση ποὺ δὲν θὰ ξε­περ­νοῦ­σε τὶς δύ­ο ἀ­ρά­δες, νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει τὰ πάν­τα, ἀν­τι­θέ­τως ἡ βρα­χεί­α ἀ­φή­γη­ση στὴν ἰ­δα­νι­κὴ μορ­φή της δὲν θὰ συμ­πε­ρι­λάμ­βα­νε τί­πο­τα, θὰ ἄ­φη­νε τὰ πάν­τα στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἀ­φοῦ τὰ κα­θο­ρι­στι­κὰ στοι­χεῖ­α ποὺ τὴν προσ­δι­ο­ρί­ζουν (πλὴν τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας) εἶ­ναι ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἀ­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα (λέ­ξεις, πε­ρι­έρ­γως, μα­κρο­σκε­λεῖς καὶ οἱ δύ­ο).
       «Ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ παγ­κό­σμιου πο­λι­τι­σμοῦ φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ με­γά­λου με­γέ­θους», ἔ­λε­γε ὁ σκη­νο­θέ­της Θέ­με­λης Γλυ­νά­τσης πα­ρου­σι­ά­ζον­τας, τὸ Δε­κέμ­βριο τοῦ 2012, τὴν ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Mini71cuentos, μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἔ­χει «τρο­φο­δο­τή­σει» μὲ σει­ρὰ με­τα­φρά­σε­ων τὸ ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. «Ὅ­μως τὰ πράγ­μα­τα δὲν εἶ­ναι τό­σο ἁ­πλά – πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν κα­τα­σκευ­ὴ τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς καὶ τῆς ἠ­θι­κῆς τοῦ με­γά­λου με­γέ­θους, ὑ­πάρ­χει ἡ ταυ­τό­χρο­νη, καὶ ἀν­τι­στρό­φως ἀ­νά­λο­γη, ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ἀ­φή­γη­σης τοῦ μι­κροῦ».
       Μπο­ρεῖ πράγ­μα­τι ἡ μι­κρὴ σὲ ἔ­κτα­ση ἀ­φή­γη­ση νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν, ἀ­πὸ τὶς κα­τα­βο­λὲς ὅ­λων τῶν ση­μαν­τι­κῶν πο­λι­τι­σμῶν, καὶ νὰ πα­ρου­σιά­ζει ἀ­δι­άρ­ρη­κτη συ­νέ­χεια στὸ χρό­νο, πο­τὲ ὅ­μως δὲν εἶ­χε γνω­ρί­σει τὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ δι­ά­δο­ση τῆς ἐ­πο­χῆς μας στὴν ὁ­ποί­α, βε­βαί­ως, παί­ζουν κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο οἱ νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες. Γιὰ τὶς μα­ζι­κὲς δι­α­στά­σεις ποὺ ἔ­χει λά­βει ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κὴ ἡ πα­ρα­κά­τω πλη­ρο­φο­ρί­α: τὸ 2013, στὸν ΙΙΙ Δι­ε­θνῆ Δι­α­γω­νι­σμὸ Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Museo de la Palabra ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ ἰ­σπα­νι­κὸ ἵ­δρυ­μα Cesar Egido Serrano συμ­με­τεῖ­χαν 22.571 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ 119 χῶ­ρες!
       Στὶς ἰ­σπα­νό­φω­νες χῶ­ρες τὸ minicuento (ἀλ­λι­ῶς minirrelato, mini­ficci­on, microrrelato, microficcion, nanocuento, relato minimo κ.λπ.), ἐμ­φα­νί­ζε­ται μὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­λο­δο­ξί­ες πε­ρὶ τὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να γιὰ νὰ γνω­ρί­σει ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θη­ση προ­ϊ­όν­τος τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Ἀ­νά­με­σα στοὺς συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὸ εἶ­δος ξε­χω­ρί­ζου­με τοὺς Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, Βι­σέν­τε Οὐ­ϊ­δόμ­προ, Χου­ὰν Ρα­μὸν Χι­μέ­νεθ, Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἐ­δουά­ρδο Γκα­λε­ά­νο, κ.ἄ., ὅ­λοι τους συγ­γρα­φεῖς πρώ­της γραμ­μῆς ποὺ ἄλ­λα­ξαν τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης παγ­κο­σμί­ως.
       Ἐ­δῶ καὶ μιὰ δε­κα­ε­τί­α πε­ρί­που ἔ­χω ἐ­πι­λέ­ξει αὐ­τὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος μὲ τὶς βα­θι­ὲς ρί­ζες στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α γιὰ τὰ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης ποὺ δι­ορ­γα­νώ­νω καὶ συν­το­νί­ζω στὸ ΑΠΘ, τὸ ΕΚΠΑ, τὸ ΕΚΕΜΕΛ ἢ τὸ Abanico γιὰ δύ­ο λό­γους: ἐ­πι­τρέ­πει τὴν ἐ­να­σχό­λη­ση στὸ πλαί­σιο τοῦ ἴ­διου ἐρ­γα­στη­ρί­ου μὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ὕ­φη καὶ προ­σφέ­ρει τὴ δυ­να­τό­τη­τα ὕ­παρ­ξης τε­λι­κοῦ συλ­λο­γι­κοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος ἐν­τὸς λο­γι­κοῦ χρο­νι­κοῦ πλαι­σί­ου.
       Ἂς δοῦ­με, ὡς πα­ρά­δειγ­μα, τῆς «πά­λης» μὲ τὶς λέ­ξεις μέ­χρι τὴ συλ­λο­γι­κὴ ἐκ­δο­χή, τὴ με­τα­φρα­στι­κὴ «πε­ρι­πέ­τεια» τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος «Tras la pared» τοῦ ἰ­σπα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Ὄ­σκαρ Σι­πάν. Οἱ ἐκ­δο­χὲς 1, 2 καὶ 3 ἀ­νή­κουν σὲ σπου­δα­στὲς τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου, ἐ­νῶ ἡ 4η εἶ­ναι ἡ τε­λι­κὴ ἐκ­δο­χή:
Tras la pared
Los oígo copular a todas horas, tras la pared de mi habitación. Quizás debí emparedarlos por separado.
Ἐκ­δο­χὴ 1: Πί­σω ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο
Τοὺς ἀ­κού­ω ποὺ πη­δι­οῦν­ται ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή, πί­σω ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Ἴ­σως ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς ἐν­τοι­χί­σω χω­ρι­στά.
Ἐκ­δο­χὴ 2: Πί­σω ἀ­π’ τὸν τοῖ­χο
Τοὺς ἀ­κού­ω νὰ συ­νου­σι­ά­ζον­ται συ­νε­χῶς, πί­σω ἀ­π’ τὸ τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Ἴ­σως ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς ἐν­τοι­χί­σω χω­ρι­στά.
Ἐκ­δο­χὴ 3: Πί­σω ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο
Τοὺς ἀ­κού­ω νὰ τὸ κά­νουν ὅ­λη τὴν ὥ­ρα, πί­σω ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου μου. Ἴ­σως νὰ ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς ἐν­τοι­χί­σω ξε­χω­ρι­στά.
Ἐκ­δο­χὴ Τε­λι­κή: Πί­σω ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο
Τοὺς ἀ­κού­ω νὰ συ­νου­σι­ά­ζον­ται ὅ­λη τὴν ὥ­ρα, πί­σω ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Ἴ­σως ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς εἶ­χα ἐν­τοι­χί­σει χώ­ρια.
       Στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2010 ἀ­να­ζη­τών­τας μέ­σο γιὰ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση ὁ­ρι­σμέ­νων ἰ­σπα­νι­κῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ποὺ εἴ­χα­με με­τα­φρά­σει μὲ τὶς σπου­δά­στρι­ές μου τοῦ ΕΚΕΜΕΛ, ἦρ­θα, μέ­σῳ μιᾶς κοι­νῆς φί­λης, τῆς Μα­ρί­ας Σπυ­ρι­δο­πού­λου, σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη ποὺ ἑ­τοί­μα­ζε, ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή, τὸ Ἱ­στο­λό­γιο. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι τὸ πρῶ­το μι­κρο­δι­ή­γη­μα ποὺ μᾶς δη­μο­σί­ευ­σε ἦ­ταν «Ἡ με­τα­μόρ­φω­ση» τοῦ Ἀλ­μπὲρτ Γκαρ­σί­α Ἐ­λέ­να, στὶς 7 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 2010. Ἀ­κο­λού­θη­σαν δε­κά­δες δη­μο­σι­εύ­σεις με­τα­φρά­σε­ων, ἀ­το­μι­κῶν καὶ συλ­λο­γι­κῶν, ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ τὰ κα­τα­λα­νι­κά.
       Τὶς προ­άλ­λες δι­έ­τρε­ξα ξα­νὰ ὅ­λα, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ὅ­λα, αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να καὶ σκέ­φτη­κα πὼς με­τα­φρα­στὲς καὶ συγ­γρα­φεῖς, εἴ­μα­στε πο­λὺ τυ­χε­ροὶ ποὺ βρή­κα­με στὸ πρό­σω­πο τοῦ Πα­τί­λη κά­ποι­ον ποὺ μᾶς ἕ­νω­σε σὲ ἕ­να συλ­λο­γι­κὸ μι­κρὸ-ὑ­περ­κεί­με­νο. Τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με καὶ συ­νε­χί­ζου­με γιὰ τὸ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15…

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Η αριστερόχειρη γυναίκα του ΠΕΤΕΡ ΧΑΝΤΚΕ




Η αριστερόχειρη γυναίκα
   
 του   ΠΕΤΕΡ ΧΑΝΤΚΕ

 Γεν. 1942-Αυστρία

Θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.
Το μυθιστόρημα «Η αριστερόχειρη γυναίκα» μεταφέρθηκε  στον κινηματογράφο.
(Την είδαμε παλιότερα στην Ελλάδα και ήταν μια σημαντική ταινία).
Είναι κάτοχος σημαντικών λογοτεχνικών βραβείων της Γερμανίας (μεταξύ
άλλων, Βραβείο Μπύχνερ, το 1973 και Βραβείο Ούνζελντ, προς τιμήν του διαδόχου του  Πέτερ Ζούρκαμπ στον ομώνυμο εκδοτικό οίκο, το 2004),
Σεναριογράφος σε ταινίες του φίλου του, Βιμ Βέντερς (ανάμεσά τους και στην ταινία «Τα φτερά του έρωτα»).
Άλλα έργα του:
Kaspar (1968), They Are Dying Out (1973), και The Hour We Knew Nothing of Each Other (1994), περιέχει 400 χαρακτήρες και κανέναν διάλογο. Μεταξύ των άλλων έργων του είναι τα μυθιστορήματα Die Angst des Tormanns beim Elfmeter (1970, Ο φόβος του τερματοφύλακα στο χτύπημα του πέναλτι, 1972), Die linkshändige Frau (1976, Η αριστερόχειρη Γυναίκα, 1978), και Σε μια σιωπηλή νύχτα εγκατέλειψα το σιωπηλό σπίτι μου (1997) – ένας βιογραφικός απολογισμός της αρρώστιας της μητέρας του, Wunschloses Unglück (1972, Μια θλίψη πέρα από τα όνειρα, 1975 – επίσης ένα θεατρικό μονόλογο, 1977); η εφημερίδα Weight of the World (1977), η συλλογή δοκιμίων The Jukebox (1994).


Άραγε είναι το θέμα του βιβλίου «φεμινιστικό;» όρος ξεπερασμένος,  θα μου πείτε, όμως  διαβάζοντας το βιβλίο, αναρωτιέται κανείς γιατί μια γυναίκα όπως η ηρωίδα του βιβλίου,
η Μαριάννε, διώχνει τον Μπρούνο, τον άντρα της από το σπίτι, λέγοντας ότι θέλει να μείνει μόνη;. Γιατί διώχνει έναν υποδειγματικό σύζυγο και πατέρα του οκτάχρονου  γιου της, που, κατ’ επίφαση,  δεν έχει εδώ και δέκα χρόνια έγγαμης ζωής κανένα πρόβλημα;. Τι είναι αυτό που ζητάει η «γυναίκα» μέσα στην οικογένεια και μέσα στην κοινωνία;
 Είναι  φανερό ότι στις κοινωνίες ο άντρας έχει πετύχει  να επιβληθεί στη γυναίκα.
Η ηρωίδα του βιβλίου θέλει να ξεφύγει από την αδεξιότητά της, θέλει να ξεφύγει από τον δεύτερο ρόλο, τον μη παραγωγικό στο σπίτι, στην κοινωνία, και  αποζητάει την αυτεξουσιότητά της, όπως σε κάθε άτομο πρέπει.
Πετυχημένα ο συγγραφέας μας περιγράφει τον μέσα κόσμο της Μαριάννε, μιας αστής, παραδοσιακής συζύγου, που την πνίγει η επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα.
Η «γυναίκα» μόνη τώρα, ξεκινάει από το μηδέν, έχοντας τη φροντίδα ενός παιδιού, και παλεύει για μια νέα ζωή χωρίς εξαρτήσεις.
Όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «Η αριστερόχειρη γυναίκα μπορεί να διαβαστεί και από την πλευρά του εγκαταλειμμένου άντρα. Ο Χάντκε αποφεύγει να χωρίσει τα φύλα σε καλούς και κακούς, σε θύτες και θύματα».

Σελ. 44, ... ο Μπρούνο τής φώναξε στρίβοντας λίγο το κεφάλι  «Προσπάθησε να μη μένεις διαρκώς μόνη. Αλλιώς, μια των ημερών, θα πεθάνεις».

Όταν μπήκε στο σπίτι, η γυναίκα στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε. Κοιτούσε τον εαυτό της κατάματα, όχι για να δει πώς είναι, αλλά επειδή νόμιζε πως έτσι μπορούσε να σκέφτεται νηφάλια για κείνη την ίδια. Άρχισε να μονολογεί μεγαλόφωνα: «Μπορείτε να σκέφτεστε ό,τι θέλετε. Όσο περισσότερο πιστεύετε ότι μπορείτε να μιλάτε για μένα, τόσο πιο ελεύθερη θα είμαι απέναντι σας. Καμιά φορά, μου φαίνεται πως τα καινούργια πράγματα που μαθαίνουμε για τους άλλους δεν έχουν καμιά αξία. Στο μέλλον, αν κάποιος θελήσει να μου εξηγήσει πώς είμαι –είτε για να με κολακέψει, είτε για να με κάνει δυνατότερη, δεν το επιτρέπω. Δεν θα επιτρέψω τέτοια αναίδεια»..

Σελ. 75.  Ο Μπρούνο: όμως, πόσων χρονών είσαι , Μαριάννε; Σε λίγο καιρό, ο λαιμός σου θα ‘χει ζαρώσει και στις φακίδες σου θα ‘χουν φυτρώσει τρίχες. Θα ‘χεις αδύνατα ποδαράκια σαν του βατράχου κι από πάνω ένα χοντρό σώμα, σαν βαρέλι. Θα γερνάς όλο και περισσότερο και θα λες πως δεν σε πειράζει, ώσπου μια μέρα θα κρεμαστείς. Θα σαπίσεις στον τάφο σου τόσο ανίδεη, όπως έζησες! Πώς θα περάσεις τον καιρό μέχρι τότε; Θα περιφέρεσαι σαν την άδικη κατάρα τρώγοντας τα νύχια σου;
... εσείς οι γυναίκες με την αξιοθρήνητη λογική σας! Με την πρωτόγονη κατανόησή σας για όλους και όλα. Και δεν βαριέστε ποτέ! Ξέρεις γιατί; Γιατί είστε ανίκανες για οτιδήποτε. Ούτε να βαρεθείτε δεν μπορείτε.....
Πάτε κι έρχεστε άνευ λόγου και αιτίας στα τακτοποιημένα σας διαμερίσματα, λες κι είστε φωτογραφίες του εαυτού σας...... δεν λετε τίποτα σημαντικό: είστε προϊόντα που μας συντροφεύουν∙ μας πνίγετε με τον στενοκέφαλο ανθρωπισμό σας, είστε μηχανές που κολλάνε σε ό,τι είναι ζωντανό και που δεν έχουν καμιά υπόσταση χωρίς αυτό. Μυρίζοντας το χώμα, σέρνεστε και πνίγετε τα άλλα φυτά μέχρι που ο θάνατος θ’ ανοίξει το στόμα του διάπλατα».
Έφτυσε, γυρίζοντας στο πλάι, «εσύ και η καινούργια σου ζωή! Ας γελάσω....»





Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Επί της πέτρας, του Γιάννη Μακριδάκη




 του Γιάννη Μακριδάκη

Posted on

Το πρωί έκατσα πάλι σε μια πέτρα και κοιτούσα τη δύναμη της φύσης. Ολάκερα δέντρα κατέβασε ο χείμαρρος στην παραλία, ωραία άμμο επίσης στις όχθες του, βλέπεις εμπρός σου ολόκληρο τον αρχέγονο μηχανισμό κατασκευής των ακτών.
Στην εκβολή δε, εκεί που το γλυκό νερό της ροής συναντάει το αλμυρό της θάλασσας, μια ανοίγει και μια κλείνει η έξοδος, όταν έχει πολυνεριές νικάει ο ποταμός, όταν ηρεμούν τα σύννεφα της βροχής νικάει η θάλασσα

Εκεί λοιπόν στην πέτρα που έκατσα και έβλεπα όλα αυτά, σκέφτηκα μια μαθηματική απόδειξη της ματαιότητας του καθημερινού μας καταναλωτικού βίου.
Κάθε στιγμή της ζωής μας κατέχουμε τον μέσο όρο όσων κατείχαμε λίγο πριν γεννηθούμε και όσων θα κατέχουμε λίγο αφότου πεθάνουμε. Μηδέν συν μηδέν δηλαδή, δια όσες στιγμές και να ζήσουμε, πάλι μηδέν μας κάνουν.
Ας μην αγχωνόμαστε λοιπόν για τα υλικά που νομίζουμε ότι έχουμε στην κατοχή μας, σήμερον εμού, αύριο ετέρου, ουδέποτε τινός, ας χαλαρώσουμε, ας αφήσουμε τα γήπεδα του χυδαίου καταναλωτισμού που παραπλανεί τον άνθρωπο και του ρουφάει τις στιγμές άχαρα, και ας μεταβούμε όσο μπορούμε πιο σύντομα να ζήσουμε την αληθινή, τη φυσική ζωή, να ζήσουμε πλάι στον πλούτο τον πραγματικό και να αναλάβουμε την ευθύνη προσωπικά για αυτόν, για τον εαυτό μας δηλαδή για τα άλλα πλάσματα, για τους καρπούς και για τους φυσικούς πόρους γύρω μας.
Ας αφήσουμε στην πλάνη τους και στον έντρομο θάνατό τους όσους νομίζουν ότι κατέχουν πλούτο επειδή σπατάλησαν και σπαταλούν τις στιγμές τους, την ενέργειά τους και την υγεία τους προσπαθώντας καθημερινά με παίγνια ανούσια να συσσωρεύσουν κουπόνια χρήματος, τα οποία θα διαθέσουν μια μέρα, μάταια και νομοτελειακά, στους γιατρούς εκλιπαρώντας για λίγες στιγμές ζωής που δεν γνώρισαν διότι είχαν αφοσιωθεί πιστά στην σπατάλη της προς συλλογή του “πλούτου” τους…

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Σου πάει ρε μάνα....

 Στη μάνα μου, έτσι ως ανάμνηση... έτσι ως μνημόσυνο...



                           


                                  

                                    Σου πάει ρε μάνα

Είκοσι πέντε χρόνια πηγαινοέρχεσαι καθημερινά, από το σπίτι σου στο σταθμό προς την Αθήνα. Δεν ξεχνάς μπισκότα για το σκύλο, μπισκότα για τον άνθρωπο και το πολύτιμο άνθος∙  βιαστική προχωράς, σπρώχνεις και σπρώχνεσαι ανάμεσα στο πλήθος της Αθήνας να φτάσεις  εκεί στην γωνιά της Σταδίου να αφήσεις  φρέσκο το λουλούδι. Ένα κόκκινο λουλούδι, ανάλογα με την εποχή του, άλλοτε γαρύφαλλο, άλλοτε τριαντάφυλλο, άλλοτε καμέλια, νεραγκούλα, ό,τι άλικο, όπως ο κόκκινος ήλιος, όπως το αίμα του, που γλιστρούσε γυαλιστερό στο μέτωπό του.

Του μάθαινες τα λουλούδια, του μιλούσες για χρώματα κι αρώματα, «Να, κοίτα γιε μου αυτή είναι μαργαρίτα έχει κίτρινο χρώμα κι αυτή είναι γαρδένια  έχει άσπρο χρώμα και υπέροχο άρωμα, μύρισε, μύρισε να δεις». Δεν σου ‘λεγε λέξη, όταν όμως έβλεπε ένα κόκκινο λουλούδι, σου φώναζε με τη γλώσσα των δυο του χρόνων, μαμά ένα κόκκινο.
Τον έπαιρνες αγκαλιά κι έτρεχες, μετά τη μπόρα, να του δείξεις το ουράνιο τόξο, «κοίταξέ το, κοίταξέ το τι όμορφο που είναι, το φτιάχνουν οι ακτίνες του ήλιου όταν μπαίνουν μες στις διάφανες σταγόνες της βροχής. Κοίτα το κόκκινο, το κίτρινο, το μπλε», και κείνο σου φώναζε χαρούμενα, “Είναι κόκκινο.  Είναι κόκκινο μαμά”.

Άφηνες παλιά ένα κερί, κι αυτό κόκκινο το διάλεγες, το ‘βρισκες πεταμένο, σπασμένο. Ναι, πείστηκες ότι δεν είχε καμιά χρησιμότητα, ακατάλληλη η θέση του σε μια λεωφόρο. Άδικα έπιανε χώρο. Όμως, ένα φρέσκο λουλούδι χωμένο σε μια τρύπα του τοίχου, συνέχεια μιας άλλης που άνοιξε στο κεφάλι του αγοριού το μολυβένιο σφαιρίδιο και μετά σφηνώθηκε στον τοίχο, δεν εμποδίζει. Ναι, είκοσι πέντε χρόνια κι η τρύπα  στον τοίχο υπάρχει. Υπάρχει και φιλοξενεί ένα κόκκινο λουλούδι. Στην αρχή έτρεμε το χέρι σου και το λουλούδι έπεφτε κάτω∙ έκανες πολλές προσπάθειες να το στηρίξεις, σε τίναζε το πεζοδρόμιο, σε τράνταζε η τρύπα,  σε συγκλόνιζε η αλήθεια.

Χανόσουν σαν παιδάκι σε μεγάλες λεωφόρους, ψάχνοντας σε άγνωστα στέκια, σε πολυσύχναστους δρόμους, έρμαιο της απογοήτευσης, του φόβου της απώλειάς του.

Μάζεψες τ’ αυτοκινητάκια του, όλα στη σειρά μέσα στη βιτρίνα, τα περισσότερα κόκκινα. Δεν άνοιξες ποτέ το τζάμι της, η σκόνη σκεπάζει τα ίχνη των χεριών του∙ Ένα σου ξέφυγε και  το’ βαλες πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, κάπως το χρώμα σκούραινε, όπως το αίμα που κρυώνει, είναι από τα φιλιά. Το φιλάς, το τσουλάς πάνω στις παλάμες σου, πολλές φορές ολόγυρα του προσώπου σου. Έχεις κατάκλειστο και σκοτεινό το δωμάτιό του, μη τυχόν και ξεφύγει άχνα από την ανάσα του, ήχος από τη φωνή του. Ακούς τις μουσικές του, αγάπησες τα τραγούδια του. Είσαι φαν των Guns N’ Roses,  κινείσαι στο ρυθμό της μουσικής τους, τραγουδάς ξανά και ξανά το «November Rain», “And when your fears subside/ and shadows still remain/ I know that you can love me/ when there’s no one left to blame/ So never  mind the darkness/ we still can find a way/ ‘Cause nothin’- lasts forever/ Even cold November rain.
 Διαβάζεις τα πεταμένα στο κρεβάτι περιοδικά του, άλλα για υπολογιστές, άλλα γι αυτοκίνητα, για μηχανές, άλλα γι ‘άλλα, τα ‘μαθες απέξω. Τα ‘μαθες όλα απέξω. Με τη σιωπή του σπιτιού σου κουβεντιάζεις, με τα χαρακτηριστικά του συνομιλείς. Μαύρα φρύδια τοξωτά, μαύρα σγουρά μαλλιά,  γένια σ’ ολόλευκο πρόσωπο, μάτια λαδιά, χείλη χοντρά άλλοτε κόκκινα, άλλοτε μενεξεδιά, τα δάγκωνε ολοένα, θυμάσαι; Αντρίκια τα δάχτυλα των χεριών, πάντα διπλωμένος ο αντίχειρας του αριστερού, χωμένος μέσα στην παλάμη, συνήθειο από τότε που γεννήθηκε. Στην αρχή μέτρησες τα δάχτυλα των ποδιών. Όλα εντάξει πέντε στο ένα, πέντε στο άλλο. Στο δεξί χεράκι όλα καλά πέντε τον αριθμό, όμορφα παχουλά και ροδαλά δαχτυλάκια. Σφίχτηκε το στομάχι σου, όταν το μάτι σου έπεσε στ’ αριστερό χεράκι, ένα, δυο, τρία, τέσσερα.. τέσσερα;, ο αντίχειρας;, ηρέμησες, το είδες και το τράβηξες απαλά, το ίσιωσες∙  πέντε ψιθύρισες.  Οι μακριές γλυκές στιγμές να βυζαίνει και κουρασμένο να αποκοιμιέται πάνω στο στήθος σου∙ και συ ακούνητη, αμίλητη, να αφήνεις τ’ αχόρταγο βλέμμα σου να  τον περιηγείται. Ακουμπισμένο το στρόγυλλο κεφαλάκι στην καρδιά σου πού με τους νανουριστούς χτύπους της το χόρταινε ύπνο. Μάτια σφαλιστά, φρύδια τσίνορα αχνά, μαύρα μαλλιά, πολλά για νεογέννητο, μικρή μύτη με ανοιχτά τα ρουθούνια να ρουφάνε με κοφτές ανάσες τον αέρα της ζωής.  Το μικρό κοκκίνισμα στην άκρη του δεξιού ρουθουνιού κι ένα ίδιο στη μέση του μετώπου. Θα φύγουν σου είπαν, είναι από τη γέννα. Εσύ ήξερες, της μύτης δεν θα έφευγε, το είχες και συ. Ένα ίδιο κόκκινο σημαδάκι από τη μάνα στο γιο.  
Τη  μεγάλη λεκάνη των ρούχων, ήθελε να τη γεμίζεις νερό να πλατσουρίζει, να ταξιδεύει τα καραβάκια του, να βουτάει ολόκληρος μέσα. Λάτρευε το νερό. «Ο καλύτερος στο πρόσθιο», σου είπε ο προπονητής στο κολυμβητήριο, «πάμε για πρωταθλητές». Δεν είπες το παραμικρό. Εσύ ήθελες απλά να μάθει καλό μπάνιο, να μην σου πνιγεί στη θάλασσα. Ναι μόνο αυτό, να μάθει καλό μπάνιο, να μην πνιγεί. Να μην πνιγεί. 
Δεν είχε παιδιά συνομήλικά του στη γειτονιά και συ έβγαινες στο δρόμο μαζί του, στήνατε τους βόλους στη σειρά και παίζατε. Ποτέ δεν στόχευες καλά, νομίζω ότι το ‘κανες επίτηδες να κερδίζει, να γελάει και να χαίρεται. Πήγες στο γειτονικό ξυλουργείο και σου έφτιαξαν ένα πατίνι, όπως τα πατίνια που έφτιαχναν τα αγόρια της οικογένειάς σου. Πόσο τα ζήλευες. Δεν σου το έδιναν να κάνεις και συ λίγο, «είσαι κορίτσι», έλεγαν. Το χάρηκε τόσο! γελούσατε, γελούσατε, γελούσατε μέχρις δακρύων, όταν έκανες και συ ένα γύρο.

Το άγχος των σπουδών, να ξενυχτάς μαζί του στο διάβασμα για τις πανελλήνιες, και πολύ συχνά να φτιάχνεις μια κρέμα βανίλιας με κανέλλα∙  ζεστή ζεστή, να του λες να την φαει, γιατί  ηρεμεί, δίνει δύναμη και να το δέχεται πρόθυμα, όπως όταν ήταν μωρό που μέσα σε λίγα λεπτά έτρωγε γρήγορα και λαχταριστά ένα γεμάτο μπολ.

Φόρεσες κόκκινο φουστάνι στα γενέθλιά του∙  δεν ήταν το αγαπημένο σου χρώμα, όμως τ’ αγόρασες γιατί ήξερες ότι θα χαρεί. Και πράγματι, δεν ξεχνάς το γλυκό του χαμόγελο, τα αστραφτερά του δόντια, την μεγάλη αγκαλιά, των είκοσι χρόνων του, που σ’ έκλεισε σφιχτά και είπε, «Σου πάει ρε μάνα». 

Η χαρά του για τον έρωτα στο πρόσωπο μιας συμφοιτήτριάς του, έγινε και δική σου∙ σκεφτόσουν πάντα να έχει συντροφιά, φοβόσουν τόσο πολύ τη μοναξιά. Τη μοναξιά του. Θυμάσαι όταν του ‘φερες ένα άσπρο κουτάβι;, το ‘χες βρει πεταμένο να κλαψουρίζει στον κάδο σκουπιδιών της γειτονιάς σου∙  τ’ αγκάλιασε, το ζέστανε και ψέλλισε, «πρέπει να βρούμε άλλο ένα να μην είναι μονάχο∙» κάτι σου τσίμπησε την καρδιά τον είχες αφήσει μόνο, ένιωσες να σε μπατσίζει, να σε παγώνει η λέξη μοναξιά.

Κατάργησες γιορτές, μέρες, νύχτες, ώρες, χρόνια, που σου έγδερναν τη σκέψη, εσύ ασάλευτη στην δική σου στόχαση, στην  πορεία την καθημερινή, να μην χάσει το λουλούδι το χρώμα του. Η εμμονή σου να αγνοείς, να αδιαφορείς στις ξινές φωνές να ξεχάσεις. Θέλεις τη ζωή, θέλεις τη σκέψη, τη μνήμη ζωντανή∙ όλα τα αγαπημένα τα ‘χεις  κλεισμένα σ’ έναν κύκλο, και συ ευτυχισμένη περιστρέφεσαι γύρω τους.


Κυρτή και  συρρικνωμένη προχωράς με το κόκκινο φουστάνι σου∙ σου φάρδυνε, χρόνια είχες να το φορέσεις. Τύλιξες, πρωτύτερα, το μίσχο της κόκκινης καμέλιας σε υγρό βαμβάκι, έφτιαξες ένα χωνί από αλουμινόχαρτο κι έβαλες μέσα το λουλούδι, πήρες και το κουτί με τα μπισκότα σκύλου. Έγειρες την πόρτα, προχώρησες το δρόμο για το σταθμό, σταμάτησες μπροστά στο φούρνο, αγόρασες μπισκότα για άνθρωπο. Λίγο παρακάτω ο ξερακιανός γεροζητιάνος, με το χαρτόνι «πεινάω», κρεμασμένο στο στήθος του.  Παραδίπλα ο σκύλος να γλύφει ασταμάτητα τα πληγιασμένα γυμνά πόδια του ζητιάνου. Αφήνεις το κουτί και τα μπισκότα στα χέρια του. Εκείνος τα κομματιάζει και ταϊζει πρώτα τον σωματώδη σκύλο του. Το κεφάλι σου γέρνει, δεν το αισθάνεσαι, χθες σε πονούσε∙ σήμερα ελαφρύ, κενό με μόνη σκέψη  την πορεία μέχρι τη Σταδίου. Σπρώχνεις κόσμο να φτάσεις εγκαίρως, αδιαφορείς που κάποιοι σε βρίζουν. Φτάνεις∙ ίδιες κινήσεις, χώνεις το λουλούδι, μαζί με το υγρό μπαμπάκι, μέσα στην τρύπα. Τέλεια εφαρμογή.

Τα μάτια σου, η μύτη σου, τ’ αυτιά σου ματώνουν. Μπροστά σου αγροί κόκκινοι ροδοσκέπαστοι∙ φωνές  κόσμου σαν βούισμα μελισσών, σαν τιτιβίσματα πουλιών. Χαμογελάς, τον βλέπεις  ανάμεσα στις ανταύγειες της αυγής, γελάς δυνατά διαβάζοντας τα χείλη του, «Σου πάει ρε μάνα το κόκκινο».