Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες, του Robert Musil





                        Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες
           του  Robert Musil γεν. 1880 Αυστρία, απεβίωσε το 1942 Ζυρίχη.

                                          εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο που έγραψε ο Μούζιλ, σε ηλικία 25 χρονών και είναι υπέροχο-συγκλονιστικό για μένα που το διαβάζω τώρα, και φαντάζομαι ασύστολο για την εποχή του.

Περιγράφει γλαφυρά ο συγγραφέας τη φοιτητική ζωή σε μια στρατιωτική σχολή κάπου στην κεντρική Ευρώπη. Μια εύστοχη αφήγηση για παιδιά,  που «κλεισμένα» μέσα σε αυστηρά ιδρύματα, ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους μακριά από την τρυφερότητα της μάνας και το στήριγμα του πατέρα.
Ο αναγνώστης/ρια  θα βρει κάτι από τον εαυτό του, κάτι νοσηρό καλά αποκρυμμένο, κι αν όχι  θα έχει σίγουρα ακούσει διάφορα που συμβαίνουν, με λίγα λόγια δεν είναι αποκυήματα φαντασίας ενός παραμυθά∙   όπως το διάβαζα μου ερχόταν στο μυαλό η εικόνα του 20χρονου φοιτητή, της γαλακτομικής σχολής των Ιωαννίνων, που αυτοκτόνησε μην αντέχοντας τα βασανιστήρια των νταήδων της τάξης του. Αξίζει να συνεχίσω υπενθυμίζοντας τον βιασμό της 15χρονης μαθήτριας από τρεις συμμαθητές της στην Αμάρυνθο της Εύβοιας και ακόμα την εξαφάνιση-θάνατο του μικρού Άλεξ στη Βέροια.... κ.α..
Η σωματική, ψυχολογική και σεξουαλική βία βρίσκει, αρχικά, έδαφος στα σχολεία, μετά  σε ιδρύματα, στο στρατό, στις φυλακές, και κορωνίδα όλων αυτών και άλλων στους τύραννους απολυταρχικών καθεστώτων.
Στο μυθιστόρημα δεν θα βρεις κακούς-καλούς -θύματα ή ήρωες, θα διακρίνεις όμως τη βαρβαρότητα που υποβόσκει και την ακολουθούν τυφλά οι μαθητές, αλλά και οι μεγάλοι, πολλές φορές,  που γίνονται οπαδοί μιας ιδεολογίας (χιτλερισμός), ή μιας αίρεσης, μιας θρησκείας (θρησκομανίας), ή συντηρητισμού και όχι μόνο, γιατί ο συγγραφέας μέσα από διφορούμενες έννοιες δίνει το στίγμα μιας ανθρωπότητας που νοσεί και η καταστροφή της πλησιάζει.
Το σκοτάδι, οι σκιές, η βροντερή σιωπή των άψυχων αντικειμένων είναι ο φόβος,  ο θάνατος, η μοναξιά  αλλά και συντροφιά του οικότροφου Ταίρλες, που αφοσιωμένος αποκλειστικά στον εαυτό του, ψάχνει την κρυμμένη δύναμη που βγαίνει μέσα από το σκοτάδι, μέσα από την άβυσσο, μέσα από τις ανίερες πράξεις, μέσα από τα άρρητα, τους αριθμούς, το άπειρο κι ό,τι άλλο μπορεί να του φανερώσει το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως η φαντασία του που κλιμακωτά τον ωριμάζει. 

Σελ. 9: «Θεωρώ πιο σπουδαίο το να γράψεις ένα βιβλίο από το να κυβερνήσεις μια χώρα. Και πολύ πιο δύσκολο...».
Σελ. 46: Ένιωθε εγκαταλελειμμένος όσο ποτέ, ότι βρισκόταν σε ακατάλληλο περιβάλλον, αλλά μέσα στη θλίψη του αυτή βρισκόταν μια λεπτή απόλαυση, μια υπερηφάνεια, επειδή έκανε κάτι περίεργο, υπηρετώντας μια ακατανόητη θεότητα. Τότε περνούσε αστραπιαία μια λάμψη μέσα από τα μάτια του που θύμιζε θρησκευτική έκσταση.
Σελ. 50: Το βράδυ ξέρουμε πως έχουμε ζήσει άλλη μια μέρα, πως έχουμε μάθει κι αυτά τα πράγματα, πως ακολουθήσαμε πιστά το ωρολόγιο πρόγραμμα, όμως έχουμε μείνει αδειανοί- μέσα μας εννοώ, πως να σ’ το περιγράψω, είναι σαν να υποφέρουμε από μια εσωτερική πείνα.
Σελ. 130:  Όταν λένε πως θέλουν να γίνουν γιατροί, τότε είναι σίγουρο πως κάπου έχουν δει μια κομψή και  γεμάτη κόσμο αίθουσα αναμονής, κάποια βιτρίνα με αλλόκοτα χειρουργικά όργανα ή κάτι παρόμοιο∙  όταν μιλάνε για διπλωματική καριέρα, σκέφτονται τη λάμψη και τις επισημότητες των κοσμοπολίτικων σαλονιών: με λίγα λόγια, διαλέγουν το επάγγελμά τους ανάλογα με τον κοινωνικό κύκλο όπου θα προτιμούσαν να βρεθούν και ανάλογα με την πόζα που τους αρέσει περισσότερο.
Σελ. 178: ήταν αισθήματα που τον περικύκλωναν σαν έκφυλες, μασκοφόρες γυναίκες, με μακριές, αυστηρές φορεσιές.. Δεν ήξερε ούτε ένα από τα ονόματά τους, δεν ήξερε για κανένα τι έκρυβε μέσα του κι αυτό ήταν που τον μάγευε και τον μεθούσε. Δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό του∙ και ειδικά εξαιτίας αυτού του γεγονότος φούντωνε η επιθυμία του για άγριες ποταπές ακολασίες, όπως σε μια κομψή γιορτή σβήνουν ξαφνικά τα φώτα και κανείς δεν ξέρει πια με ποιον κυλιέται καταγής σκεπάζοντάς τον με φιλιά.
Σελ. 180: ήταν σχεδόν αναπόφευκτο για έναν άνθρωπο με πλούσια ζωή και έντονες συγκινήσεις να έχει στιγμές που δεν πρέπει να γίνονται γνωστές και μνήμες που πρέπει να κλειδώνονται σε μυστικά συρτάρια. Το μόνο που ζητούσε απ’ αυτόν ήταν να τα αξιοποιεί αργότερα όλ’ αυτά με ευαισθησία.
«έχετε μετρήσει ποτέ τις ώρες της ταπείνωσης που καίνε την ψυχή μας, όταν κατεχόμαστε από ένα υπέρμετρο πάθος; Αναλογιστήκατε ποτέ την εσκεμμένη ταπείνωση στον έρωτα; Τις ώρες εκείνες που οι ερωτευμένοι σκύβουν εκστατικοί πάνω από βαθιά πηγάδια ή βάζουν ο ένας το αυτί στην καρδιά του άλλου, ενώ μεγάλες μανιασμένες γάτες γρατσουνάν τα τοιχώματα της φυλακής τους; Και όλ’ αυτά απλώς για να νιώσουν έντονα ρίγη. Για να τρομάξουν με τη μοναξιά τους, πάνω από κείνα τα φλογισμένα βάθη»!


Καταπληκτική η εισαγωγή και η μετάφραση του Αλεξανδρου Ίσαρη.




Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο, του Άλαν Μπένετ





                                    Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο
                                       του Άλαν Μπένετ (γεν.1934)
                            (Βρετανός θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος)

Ένα βιβλίο «τσέπης», ένα έξυπνο αντιεξουσιαστικό βιβλίο∙  διαβάζεται γρήγορα, ευχάριστα, γελάς πολύ ή τουλάχιστον χαμογελάς σε κάθε μια σελίδα γραμμένη με χιούμορ από τον συγγραφέα. Ένα βιβλίο ύμνος για τη λογοτεχνία, με αιχμές πολιτικοπολιτισμικές και σαρκαστικούς υπαινιγμούς για το «σκληρό κολάρο» της εξουσίας, στην περίπτωση της μυθιστορίας η βασιλική, το πρωτόκολλο και οι δεσμεύσεις του, αλλά και η αποστειρωμένη θεώρηση της τέχνης και της ελευθερίας της όπως, ποιος είναι ο συγγραφέας, σε ποιον πολιτικό διάολο πιστεύει, αν είναι ομοφυλόφιλος, παρακατιανός ή κακοπόδαρος, τι πραγματεύεται το πόνημά του, έτσι ώστε να μην  πειράξει στο ελάχιστο  την ευθιξία των κανόνων που διέπουν την κάθε εξουσία και δη την βασιλική.

Το θέμα που διαπραγματεύεται ο συγγραφέας είναι η πρωτόγνωρη «σχέση» με τα βιβλία της ογδοντάρισσας Ελισάβετ Β, Βασίλισσας της Αγγλίας, όπου σιγά-σιγά απομονώνεται με τη συντροφιά τους και κλιμακωτά η ανάγνωση μετουσιώνεται σε ευχαρίστηση και πάθος για τη λογοτεχνία, φιλοσοφία και συγγραφή. 

Ο λόγος της νουβέλας απλός, βασισμένος σε γεγονότα της ζωής της Ελισάβετ Β, καθώς  και πριγκίπων, πολιτικών και άλλων του περιβάλλοντός της. Οι εικόνες, οι μυρωδιές, τα σκυλιά, τα μαγειρεία, το υπηρετικό προσωπικό, οι αυλικοί, οι ενδυματολόγοι,  οι συμβουλάτορες, οι πρωθυπουργοί και τα στερεότυπα των σοβαρών-μεγαλοπρεπών εκφράσεων της βασίλισσας, οδηγούν τον αναγνώστη (κινηματογραφικά) μέσα στο παλάτι και στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της.

Εκτός της βασίλισσας, ηρωίδας του βιβλίου, ξεχωρίζει ο νεαρός βιβλιόφιλος λαντζιέρης, λιανός, ξανθός, άσκημος  (κατά τη γνώμη των ανθρώπων του παλατιού) και ομοφυλόφιλος. Είναι εκείνος που μυεί τη βασίλισσα στην ανάγνωση και στην επιλογή βιβλίων, όπου «συμπτωματικά και ηθελημένα» οι συγγραφείς είναι ομοφυλόφιλοι. Γίνεται τέλος ακόλουθος στην υπηρεσία της Βασίλισσας, και υπεύθυνος της βιβλιοθήκης. Βεβαίως ο εξοστρακισμός του δεν θα αργήσει κατά τα ειωθότα της εξουσίας, σε άγνοια βεβαίως της Βασίλισσας κι αυτό λόγω της συνηθισμένης της αδιαφορίας. Όμως τώρα η Βασίλισσα βλέπει καθαρά την ασχετοσύνη πρωθυπουργών και αξιωματούχων όταν δεν καταφέρνουν να συνομιλήσουν μαζί της, σαν να έχει να κάνει με κοινό θνητό.

Σελ. 28: Η ενημέρωση είναι λακωνική, τεκμηριωμένη και συγκεκριμένη. Το διάβασμα είναι ανοργάνωτο, αμεθόδευτο και μονίμως δελεαστικό. Η ενημέρωση κλείνει ένα θέμα, το διάβασμα το διευρύνει συνεχώς.
Σελ. 40: Η γοητεία του διαβάσματος, σκέφτηκε, βρισκόταν στην αδιαφορία που χαρακτήριζε τη λογοτεχνία, στην αλαζονεία που τη διέκρινε. Τα βιβλία δεν νοιάζονταν για το ποιος τα διάβαζε, ούτε καν αν τα διάβαζε κανείς ή όχι. Όλοι οι αναγνώστες ήταν ίσοι και ή ίδια δεν αποτελούσε εξαίρεση. Η λογοτεχνία, σκέφτηκε, είναι μια κοινοπολιτεία, τα γράμματα μια δημοκρατία.

Τα βιβλία δεν σέβονταν τη γνώμη κανενός...

Σελ: 132: Άναψε το φως, πήρε το σημειωματάριό της και έγραψε: «δεν γράφεις για να μεταφέρεις τη ζωή σου στα βιβλία σου, αλλά για να την ανακαλύψεις».





 Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον  καλό μου φίλο Αλέξανδρο για το βιβλίο  του Άλαν Μπένετ, που μου δώρισε. Το ευχαριστήθηκα και παραπάνω γράφω την εισήγησή μου.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ του Γιάννη Μακριδάκη




                                    ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
                                    του Γιάννη Μακριδάκη


Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά.

Βιβλία του:
"Aνάμισης ντενεκές",
"Η δεξιά τσέπη του ράσου",
"Ήλιος με δόντια",
‘’Λαγού μαλλί",
"Η άλωση της Κωσταντίας",
"Το ζουμί του πετεινού",  
΄΄Του Θεού το μάτι΄΄,
           κ. α.


Έχω  διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία, του καλλιεργητή-συγγραφέα όπως ο ίδιος υπογράφει. Βιβλία μεστά, συμπυκνωμένα, γραμμένα με χιούμορ, όπως το «Αντί Στεφάνου» που σαν παραμύθι ξετυλίγει την ιστορία του νεκροθάφτη Στέφανου.

Εύστοχος ο τίτλος του βιβλίου, με διττή απόδοση, ή στέφανος από λουλούδια, ή Στέφανος το όνομα του νεκροθάφτη, η λέξη «αντί» βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Το κείμενο χωρισμένο σε δυο μέρη∙  στο πρώτο μέρος τριτοπρόσωπη αφήγηση και στο δεύτερο μέρος, όπου μας συστήνεται ο αφηγητής, πρωτοπρόσωπη. Η γλώσσα τρέχει σωστά, σε μεγάλες παραγράφους, γραμμένη σε απλή καθαρεύουσα (μικτή) υποδηλώνει τον μικροαστισμό των εκδηλώσεων μιας χωριάτικης κοινωνίας, που έχει υπόδειγμα τον μεγαλοαστισμό.

Ο συγγραφέας περιγράφει την μικρο-κοινωνία ενός ελληνικού νησιού, τα κληρονομημένα ήθη και έθιμά τους, που απλώνονται όχι μόνο στον τόπο τους (που στο κάτω-κάτω δικαιολογούνται), αλλά (σχεδόν) σ’ όλη την επικράτεια. Η φωνή του αφηγητή είναι του ίδιου φυσιολάτρη  συγγραφέα, που εμφαντικά, με τις μυθιστορίες και την αρθρογραφία του παρακινεί τον αναγνώστη μακριά από τον καταναλωτισμό που τον φθείρει, και πίσω στη φυσική, λιτή  ζωή και στις πατροπαράδοτες συνήθειες. Τονίζει την νοσογόνο κατανάλωση προϊόντων, παρασκευασμένων από τοξικά είδη, που πωλούνται σε φανταχτερές, ακριβές συσκευασίες, «καμακώνουν» τον καταναλωτή-πελάτη και πλουτίζουν εισαγωγείς, προμηθευτές και τραστ μεγαλομπακάληδων.  Κλείνει το μάτι με χιούμορ στην μικροαστική εμμονή, αλλά όχι αστεία,  και τραβάει στα άκρα το θέμα του τόσο, που ξεφεύγει του περιθωρίου. Η κάθε του φράση είναι μια ιδέα-ιδεολογία, που αποστομώνει τον αναγνώστη με επιχειρήματα και τον ταρακουνάει να ξαναφάει, όπως παλιά,  την μυρωδάτη και «ζαχαρένια» ντομάτα, τα ζαρζαβατικά και φρούτα, που δεν ψεκάζονται με δηλητήρια, ώστε να μην μολύνει το χώμα που θα θρέψει τους απογόνους του. Διακωμωδεί τον θαυμασμό μας στα νεκροταφεία που διαγκωνίζονται σε έκταση,  σε ποιότητα μαρμάρων των νεκρόσπιτων που σκεπάζουν άλειωτα  φαρμακωμένα σώματα, τσακισμένα αγρίως στα χέρια χημειοθεραπευτών.

Ας δούμε την ιστορία που μας περιγράφει ο συγγραφέας-αφηγητής.

Ο άεργος Στέφανος, μετά από παράκληση και χρηματοδότηση του θείου του Συλβέστρου εξ Αμερικής, ορίζεται νεκροθάφτης του νησιού του. Είναι γνωστό ότι είναι χορτοφάγος, και μάλιστα τρέφεται από ζαρζαβατικά που μόνος του καλλιεργεί. Εμπαίζεται  από τους συντοπίτες του, για τις οικολογικές τους ευαισθησίες, όταν γνωστοποιεί ότι και τα ανθρώπινα κόπρανα είναι καλό και θρεφτικό λίπασμα για τα φυτά, αφού βέβαια ο άνθρωπος τρέφεται από χορταρικά οικολογικά.
Η μόνη ταφή που προλαβαίνει να κάνει, είναι εκείνη της μητέρας του, γιατί στη συνέχεια απολύεται, όταν φυτεύει στον τάφο της  ξυλάγγουρα για να τα προσφέρει στο μνημόσυνό της, και τα λιπαίνει αφοδεύοντας στο χώμα τους.

Την ιστορία μάς την αφηγείται, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο θεολόγος καθηγητής του νησιού, που υπερασπίζεται, κατ’ αρχάς, τον Στέφανο για τις κατηγόριες εναντίον του.


Τώρα, με το χέρι στην καρδιά θα έλεγα ΝΑΙ στο κείμενο και  ΟΧΙ εκτός κειμένου όπως στην αφόδευση του τάφου οποιουδήποτε και πολύ περισσότερο αγαπημένων προσώπων∙ θα συμπλήρωνα ούτε φτύσιμο κι ας είναι σπουδαίο το έργο του Μπορίς Βιάν «θα φτύσω στους τάφους σας». Επιχειρηματολογεί στο δικό μου «όχι» η καταπληκτική ταινία «Ο γιος του Σαούλ» του Ούγγρου σκηνοθέτη Λάζλο Νέμες και δείχνει τη μεγαλοσύνη του ανθρώπου (με το άλφα κεφαλαίο) και τέλος, αν θέλετε, είναι βάρβαρες οι πράξεις που  προκαλούν μίανση σε κάτι που έμεινε στην ιστορία και στη μικρή μας μνήμη.  



Σελ. 15:  ... Διότι η Πάτρα, εκ του Κλεοπάτρα... η επονομαζόμενη και Ξυλαγγούρω κάποτε, όταν ήταν ακμαία, υπό των ζηλοφθόνων γυναικών της μικράς νήσου, απεβίωσε αιφνιδίως σε ηλικία 66 ετών, πιθανότατα από ανακοπή καρδιάς σύμφωνα με τη γνωμάτευση του αγροτικού γιατρού, τρεις μόλις μέρες αφότου ανέλαβε καθήκοντα εντός νεκροταφείου ο μοναχογιός της. Έγειρε το κεφάλι της αριστερά σαν λαβωμένο πουλάκι, όπως καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού της το απόγευμα της Δευτέρας 19ης Μαϊου και ξεψύχησε ήσυχα. Σαν να αποκοιμήθηκε γλυκά κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Είχε και ένα απολύτως εμφανές όσο και αινιγματικό μειδίαμα στα χείλη της, το οποίο αν και κατά κόρον ερμηνεύτηκε ως αδιάψευστο τεκμήριο του ότι έφυγε από τη ζωή ικανοποιημένη.....

Σελ. 17:  ... Οι πρώτες εντούτοις ώρες από την εκδημία της απέδειξαν περίτρανα ότι η παλαιά φημολογία συντηρούνταν τελικά σαν φλόγα έρπουσα καθ’ όλα αυτά τα χρόνια διότι υποδαυλιζόταν συνεχώς από διάφορες κυρίες, οι οποίες, έχοντας προφανώς υπόνοιες περί ενδεχόμενης απιστίας των συζύγων τους με τη νεαρή τότε χήρα Πάτρα δεν έπαψαν να φθονούν ποτέ, ουδέ νεκρή ακόμα. Προέβησαν λοιπόν εκείνο το απόγευμα του θανάτου της σε εικασίες διάφορες για να δικαιολογήσουν το νεκρικό μειδίαμα. Είπαν ότι το γλέντησε καλά στα νιάτα της και έφυγε χορτάτη.....






Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

360 του Αχιλλέα Κυριακίδη






                                     360
                         του Αχιλλέα Κυριακίδη,
                               γεν. 1946- Κάιρο

Ο πολυβραβευμένος, πολυσχιδής, Αχιλλέας Κυριακίδης, μεταφραστής, κινηματογραφιστής, λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, πολύγλωσσος, μουσικός  (θα ‘λεγα), ή καλύτερα ειδήμων της μουσικής, έτσι τουλάχιστον «φωνάζουν» τα βιβλία του και πολύγνωρος θα πρόσθετα, διαβάζοντας τα πονήματά του, έχει μεταφράσει πάνω από 85 έργα γαλλόφωνης, ισπανόφωνης, αγγλόφωνης και ιταλόφωνης λογοτεχνίας - μεγάλων συγγραφέων (όπως τα άπαντα πεζά του Μπόρχες).  

Η νουβέλα του με τίτλο 360, είναι ένα συμπυκνωμένο, μεστό μυθιστόρημα 62 σελίδων, όπου τρέχει η μια σκηνή μετά την άλλη σαν έργο κινηματογραφικό.  Ο συγγραφέας-αφηγητής αφήνει τους ήρωές τους στη μοίρα τους, να μας μιλούν, να στριφογυρίζουν ιλιγγιωδώς κατατρέχοντας ο ένας τον άλλον αέναα  μελοδραματοποιώντας την καθημερινότητά τους, μοιραίοι στις «360ο του  κύκλου ζωής», όπου κάπου ενώνονται, κάπου χωρίζουν, κάπου χάνονται αναπόφευκτα, κάπου υψώνουν τη φωνή σε δυνατό τέμπο -Allegro, σε σιγανό -Largo, κάπου σβήνουν – σιωπούν για πάντα με ένα -Lento.
Δεξιοτέχνες παράταιροι μιας ορχήστρας, όπου όλα ξεκινούν όπως στον «κανόνα» του Πάχελμπελ και εκεί καταλήγουν έντρομα... όπως ο χρόνος που επαναλαμβάνεται αιώνια.
Ένα μελαγχολικό έργο μνήμης, ζωής αστείας, ζωής τραγικής, θανάτου, επενδυμένο με μουσική υπόκρουση.

Η μυθιστορία αρχίζει όταν ένας κακός-απρόσεκτος οδηγός σκοτώνει ένα άτομο στη διάβαση πεζών.  Στην ολοκλήρωση του έργου ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται αναγνωρίζοντας την ταυτότητα του νεκρού.

Ένας από τους ήρωες του βιβλίου, μουσικοσυνθέτης και συγγραφέας, αναρωτιέται αν τα όνειρα έχουν μουσική. Ο ίδιος σε ένα «καφέ» της γειτονιάς του, εντυπωσιάζεται όταν τον πλησιάζει μια γυναίκα, ίδια η μητέρα του, και δεν αργεί να υποδυθεί τον ντέτεκτιβ που εκείνη θα συναντούσε. 

Η Άννα που αναθέτει σε ντέτεκτιβ  να παρακολουθεί τον άντρα της, Γιάννη,  που την απατά με μια ψυχίατρο. Ο πατέρας της Άννας  που αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον έκτο όροφο.
Ο γιος της Ιάσονας, φοιτητής ιστορίας.

Η ψυχίατρος – ομιλήτρια, με θέμα τη μελαγχολία. Η μελαγχολία της Άννας, οι χαριεντισμοί του άντρα της και της ψυχιάτρου, μετά τη διάλεξη.

Η Μάρτα που έχει το καφενεδάκι  στη γειτονιά, όπου συνηθίζει να σερβίρει τον μουσικοσυνθέτη-συγγραφέα.
Το στρίγκλισμα των φρένων του ταξί, τρομάζει τη Μάρτα, που νομίζει ότι  είναι ο άντρας της, ο ταξιτζής, που πάτησε και σκότωσε άνθρωπο.

Η ηλικιωμένη ανοϊκή μητέρα της Μάρτας στον κόσμο του παρελθόντος της.

Ο ταξιτζής, άντρας της Μάρτας, μπλεγμένος σε συμμορίες ρατσιστών, αυτών με τα ξυρισμένα κεφάλια,  ξυλοκοπούν, μαύρους, πακιστανούς και πούστηδες.  Όμως σαν βαριέται τη νύχτα να γυρίσει σπίτι πηγαίνει σε ένα ερειπωμένο μισοσκότεινο μέρος και βρίσκει κάποιον,  αυτή τη φορά  τον νεαρό  Ιάσονα, φοιτητή ιστορίας,  να συνευρεθεί.

Ο μουσικοσυνθέτης Άαβικ που βρέθηκε νεκρός έξω από το ξενοδοχείο του, όταν τον έσπρωξε από το μπαλκόνι στο οκταώροφο κενό, κάποιος που πίστευε ότι ήταν εραστής της γυναίκας του.

Ο τραγικός ήρωας του έργου Σεμπάστιαν, που ξέφυγε από το «ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τενεσί Ουίλιαμς.


Απανθίσματα: (τι να πρωτοδιαλέξω, όλες οι σελίδες απανθίσματα).

-Η μητέρα μας μάς είχε αφήσει χρόνια πριν. Εκείνος έφυγε όπως του ‘πρεπε μ’ ένα lento που έσβησε σε μια σιωπή μονότονη, οριστική και άηχη, κάπως σαν την αγαπημένη μου 15η Συμφωνία του Σοστακόβιτς. « Ο άνθρωπος μελώδησε το θάνατό του» του έλεγα όταν του την έβαζα να την ακούσει, κι εκείνη απόσωνε κι άφηνε μέσα μας τ’ αβγά της. Θυμάμαι, πήγαινα στο κώμα του και του μιλούσα. Τότε συνέθεσα το τελευταίο μου έργο, ένα κουαρτέτο για Πιάνο, Βιολί, Βιολοντσέλο και Βιόλα σε τέσσερα μέρη, καθένα απ’ τα οποία είχε τίτλο μιαν από τις φράσεις που του είχα απευθύνει: Allegro- «Το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου μας είναι η μουσική», Andante- «Έχουν τα όνειρα μουσική;», Largto- «Σωλήνες που σταλάζουν χρόνο μα δεν φτάνει. Το τέταρτο μέρος ήταν ένα αναστάσιμο rondo: «Όλα ξεκίνησαν με τον Κανόνα του Πάχεμπελ, κι εκεί θα επιστρέψουν έντρομα».