Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Μπονσάι, του Αλεχάντρο Σάμπρα



                                    μπονσάι
         του Αλεχάντρο Σάμπρα (γεν. 1975-Σαντιάγκο-Χιλή)


Ο Αλεχάνδρο Σάμπρα είναι κριτικός λογοτεχνίας, εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας στο χιλιανό τύπο και διδάσκει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Ντιέγο Πορτάλες.
Το μπονσάι είναι το πρώτο του μυθιστόρημα και γνώρισε εγκωμιαστική υποδοχή από τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό.
Έχει δημοσιεύσει δυο ποιητικές συλλογές και το 2007 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του, κατά έναν τρόπο συνέχεια του «Μπονσάι», με τον τίτλο «Η ιδιωτική ζωή των δέντρων».

    (από το planodion) :
  Πέδρο ντὲ Μιγκέλ (Pedro de Miguel): Μικροδιήγημα: Αὐτὴ ἡ λιλιπούτεια τέχνη  Ἕ­να φαι­νό­με­νο κα­θό­λου νέ­ο στὴ λο­γο­τε­χνί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὡ­στό­σο φαί­νε­ται νὰ γί­νε­ται δη­μο­φι­λὲς κα­τὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μι­σὸ αἰ­ώ­να, ἀ­πὸ τὴν πέ­να δι­α­κε­κρι­μέ­νων συγ­γρα­φέ­ων μυ­θο­πλα­σί­ας τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ὅ­πως οἱ Μπόρ­χες, Κορ­τά­σαρ, Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Ἀ­ρε­ό­λα, Ντε­νέ­βι καὶ Μον­τε­ρό­σο. Για­τὶ, ἂν καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­ναι ἄ­γνω­στο σὲ κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς σύγ­χρο­νες λο­γο­τε­χνί­ες —ἀρ­κεῖ νὰ θυ­μη­θοῦ­με τὴν πα­ρά­ξε­νη ὀ­μορ­φιὰ τῶν σύν­το­μων δι­η­γη­μά­των τοῦ Κάφ­κα ἢ τὸ ἀ­νε­κτί­μη­το χι­οῦ­μορ τῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ Σλά­βο­μιρ Μρό­ζεκ—, φαί­νε­ται ὅ­τι κά­νει πιὸ δυ­να­μι­κὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, ὅ­που ἐ­πί­σης ἔ­γι­νε προ­σπά­θεια νὰ θε­με­λι­ω­θεῖ θε­ω­ρη­τι­κὰ καὶ νὰ δι­α­χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ πα­ρό­μοι­α εἴ­δη. Ἀ­πὸ τὴν Ἰ­σπα­νί­α δὲν λεί­πουν λαμ­πρὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα συγ­γρα­φέ­ων ποὺ καλ­λι­έρ­γη­σαν τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, ὅ­πως ὁ Λου­ὶς Μα­τέ­ο Ντί­εθ, ὁ Μὰξ Ἄ­ουμπ, ὁ Ἀν­τό­νιο Πε­ρέ­ι­ρα…, ἐ­νῶ εἶ­ναι σπά­νια ἡ πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν κα­τα­πια­στεῖ μα­ζί του ἔ­στω μιὰ φο­ρά.
       Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει τὶς ρί­ζες του, ὅ­πως καὶ ὅ­λα τα εἴ­δη λο­γο­τε­χνί­ας, στὶς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις, μὲ τὴ μορ­φὴ μύ­θων καὶ ἀλ­λη­γο­ρι­ῶν καὶ ἀ­πο­κτᾶ ὑ­πό­στα­ση κα­τὰ τὸ Με­σαί­ω­να μέ­σῳ τῆς δι­δα­κτι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τλεῖ τὸ ὑ­λι­κό της ἀ­πὸ θρύ­λους, αἰ­νίγ­μα­τα καὶ πα­ρα­βο­λές. Ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὅ­τι τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι μιὰ ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἀ­σι­α­τι­κοῦ χα­ϊ­κοῦ σὲ πε­ζὸ λό­γο, ἐ­νῶ ἄλ­λοι πι­στεύ­ουν ὅ­τι προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τύμ­βια λο­γο­τε­χνί­α.




Ένα μυθιστόρημα μικρής φόρμας, ένα διήγημα μινιατούρα σε πέντε κεφάλαια, ένα βιβλιαράκι 100 σελίδων περίπου, που έχει μέσα του μια μυθιστορία συμπυκνωμένη σαν ένα ποίημα Χάικου, ή αν θέλετε ένα πελώριο δέντρο που το σμικρύνεις ίσα να χωράει στην παλάμη σου, μια τεχνική που θέλει γνώσεις, υπομονή, επιμονή, αγάπη, φαντασία και έρωτα, θα έλεγα, αφού μεγαλώνοντάς το  παραμερίζεις τα βάσανα της ζωής, τον ψυχικό πόνο του χωρισμού σου, μένεις με τον εαυτό σου και με σκοπό να μεταμορφώσεις, ως δια μαγείας, το προορισμένο σε μεγάλες διαστάσεις, μικρό μεν αλλά με την ίδια αξία και σπουδαιότητα έργο.

Ο Συγγραφέας με την πρώτη παράγραφο, μέσα σε οχτώ σειρές μας λεει την ιστορία: αρχίζοντας από το τέλος,  το κορίτσι πεθαίνει, το αγόρι μένει μόνο, αν και ήταν μόνο από τότε που χώρισαν και μαθαίνει το θάνατό της ένα ή ενάμιση χρόνο αργότερα.

«Στο τέλος εκείνη πεθαίνει κι εκείνος μένει μόνος, αν και στην πραγματικότητα είχε μείνει μόνος πολλά χρόνια πριν πεθάνει εκείνη, η Εμίλια. Ας πούμε πως εκείνη λέγεται ή λεγόταν Εμίλια και πως εκείνος λέγεται λεγόταν και εξακολουθεί να λέγεται Χούλιο. Χούλιο και Εμίλια. Στο τέλος η Εμίλια πεθαίνει και ο Χούλιο δεν πεθαίνει. Τα υπόλοιπα είναι λογοτεχνία».

Ο Σάμπρα γράφει την περίληψη μιας μυθιστορίας με αποδοχή στον αναγνώστη, να διαβάζει, να κρίνει ή να συγγράφει το έργο.

Ένας έρωτας δυο νέων, συμφοιτητών, που διεγείρονται σεξουαλικά διαβάζοντας λογοτεχνία∙ που διεγείρονται μιλώντας «γυμνά» για περασμένα, λυπημένα και αποκαρδιωμένα, που ταυτίζονται με την αλήθεια της ψυχής τους, μέχρι που διαμορφώνονται  σε «μάζα». Όμως ένα ψέμα χαλάει τη «συνταγή της αλήθειας τους», είπαν ότι έχουν διαβάσει το «αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ∙ διάβασαν μέχρι τη σελίδα 373, που λεει: «η γνώση δεν σου επιτρέπει πάντα να εμποδίζεις κάτι, αλλά τουλάχιστον όσα γνωρίζουμε τα κρατούμε, αν όχι στα χέρια μας, τουλάχιστον στη σκέψη μας, όπου τα τακτοποιούμε όπως θέλουμε, και μας δίνεται έτσι η αυταπάτη πως με κάποιο τρόπο τα ελέγχουμε». Και όπως λεει ο συγγραφέας  «Η γνώση δεν σου επιτρέπει πάντα να μποδίζεις κάτι, αλλά υπάρχουν αυταπάτες, κι αυτή η ιστορία που γίνεται σιγά σιγά μια ιστορία από αυταπάτες...» Έτσι ενδόμυχα ξέρουν ότι χωρίζουν, η φαντασίωσή τους ήταν  να τελειώσουν τον Προυστ. Χώρισαν και το βιβλίο έμεινε ανοιχτό στη σελίδα 373.


            Σελ: 18. Ο Χούλιο απέφευγε τις σοβαρές σχέσεις, κρυβόταν, όχι από τις γυναίκες, αλλά από τη σοβαρότητα, μια και ήξερε πως η σοβαρότητα είναι εξίσου αν όχι και πιο επικίνδυνη από τις γυναίκες.
            Σελ: 25. όταν ο Χούλιο ερωτεύτηκε την Εμίλια, κάθε χαρά και κάθε πόνος που είχαν προηγηθεί της χαράς και του πόνου που του πρόσφερε η Εμίλια μετατράπηκαν σε απλές απομιμήσεις της αληθινής χαράς και του αληθινού πόνου.
            Σελ: 28. ... στην ιστορία της Εμίλιας και του Χούλιο υπάρχουν περισσότερες αποσιωπήσεις παρά ψέματα, και λιγότερες αποσιωπήσεις παρά αλήθειες, αλήθειες απ’ αυτές που αποκαλούνται απόλυτες και συνήθως προξενούν αμηχανία.
            Σελ. 70. Υπάρχει ένας παλμός όταν γράφεις στο χαρτί, ο θόρυβος του μολυβιού. Μια παράξενη ισορροπία μεταξύ αγκώνα, παλάμης και μολυβιού.
            Σελ. 71. Και το να είσαι γέρος είναι μειονέκτημα. Γιατί οι γέροι είμαστε αδύναμοι κι έχουμε ανάγκη όχι μόνο τα εγκώμια των νέων, κατά βάθος έχουμε ανάγκη το αίμα τους.
            Σελ. 93. Το να φροντίζεις ένα μπονσάι είναι σαν να γράφεις, σκέφτεται ο Χούλιο. Το να γράφεις είναι σαν να φροντίζεις ένα μπονσάι, σκέφτεται ο Χούλιο.








Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Ίδε ο άνθρωπος! Από τον Θοδωρή Αντωνόπουλο



Ίδε ο άνθρωπος! Από τον Θοδωρή Αντωνόπουλο

Κάθε που κάποιοι αφιονισμένοι μακελεύουν κόσμο στο όνομα ενός βλάσφημου Αλλάχ, κάποιοι άλλοι τάχα μου πιο "πολιτισμένοι" βρίσκουν αφορμή να προπαγανδίσουν πολιτικές της βίας, του μίσους και του σκοταδισμού, συναγωνιζόμενοι επάξια σε μισαλλόδοξο λόγο τους πρώτους. Aκόμη κι αν η Ευρώπη (ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα) αποτελούσε υπόδειγμα δημοκρατίας, ελευθερίας, σεβασμού και μη επέμβασης, είναι απίθανο να την έβγαζε καθαρή σε καιρούς ταραγμένους. Ο φανατισμός, το μίσος κι ο φθόνος για το διαφορετικό, το ανοίκειο, θα βρίσκανε πάντα την πρόφαση, όπως τη βρίσκουν παντού και πάντα. Aκόμη κι αν η Ευρώπη (ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα) αποτελούσε υπόδειγμα δημοκρατίας, ελευθερίας, σεβασμού και μη επέμβασης, είναι απίθανο να την έβγαζε καθαρή σε καιρούς ταραγμένους. Ο φανατισμός, το μίσος κι ο φθόνος για το διαφορετικό, το ανοίκειο, θα βρίσκανε πάντα την πρόφαση, όπως τη βρίσκουν παντού και πάντα. Οι νεκροί, κοντά τριάντα. Οι τραυματίες, εκατοντάδες. Οι δοκιμασίες για τις ελευθερίες, τα δικαιώματα, τους θεσμούς, την «ανοικτή κοινωνία» και γενικότερα το ευρωπαϊκό «κεκτημένο», ανυπολόγιστες. Η νέα τρομοκρατική επίθεση του ISIS στις Βρυξέλλες, την οιωνεί πρωτεύουσα της ΕΕ, ήρθε να υπενθυμίσει ότι ο ανελέητος πόλεμος «όλων εναντίον όλων» που μαίνεται χρόνια τώρα στην Εγγύς Ανατολή δεν έχει γεωγραφικό περιορισμό – τα συνεχόμενα χτυπήματα όχι μόνο σε ευρωπαϊκές αλλά επίσης σε ασιατικές κι αφρικανικές χώρες, ακόμα και στις ΗΠΑ σαν «απάντηση» στις συμμαχικές επιχειρήσεις εναντίον του Ισλαμικού Κράτους και των συμμάχων του, του δίνουν διαστάσεις ενός ιδιότυπου Γ' Παγκοσμίου Πολέμου δίχως ξεκάθαρους «κακούς» και «καλούς» αλλά με τις ίδιες «παράπλευρες απώλειες»: τους αθώους, τους άμαχους, τους πιο αδύναμους. Και, όπως κάθε φορά που κάποιοι αφιονισμένοι μακελεύουν αδιάκριτα άσχετο κόσμο (μέχρι κι ομόθρησκούς τους) στο όνομα ενός βλάσφημου Αλλάχ, κάποιοι άλλοι τάχα μου πιο "πολιτισμένοι" βρίσκουν αφορμή να προπαγανδίσουν πολιτικές της βίας, του μίσους και του σκοταδισμού, συναγωνιζόμενοι επάξια σε μισαλλόδοξο λόγο τους πρώτους. Η Ευρώπη γίνεται μια ήπειρος ολοένα πιο φοβική, οι δημοκρατικές και δικαιωματικές «εκπτώσεις» στο όνομα της ασφάλειας ολοένα πιο αυτονόητες, η ακροδεξιά προελαύνει δυναμικά στο πολιτικό σκηνικό, η Συνθήκη της Γενεύης πάει περίπατο, οι πρόσφυγες κι οι μετανάστες – όχι μόνο οι «στρατιές» που έρχονται αλλά κι όσοι είναι γενιές τώρα Ευρωπαίοι πολίτες -, «μπαλάκι του γκολφ». Και, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, οργιάζουν η – απλά αφελής ή, το συνηθέστερο, τεχνηέντως κατευθυνόμενη - παραπληροφόρηση, η παραφιλολογία και η συνωμοσιολογία που με τη δύναμη του Διαδικτύου γιγαντώνονται. Πρώτοι δε συνήθως στοχοποιούνται οι ψυχραιμότεροι, οι συνετότεροι, οι πιο μετριοπαθείς, όσοι οι εκάστοτε φανατικοί δυσκολεύονται να κατηγοριοποιήσουν. Δεν ξέρω σε ποια κατηγορία ανήκω προσωπικά. Όμως: «Τι να κάνουμε;». Ειδικός δεν είμαι, ούτε βγάζω στο πι και φι βαθυστόχαστες αναλύσεις. Όντας όμως άνθρωπος, έστω από τους χειρότερους, αρνούμαι να αφεθώ στο κακό το ρέμα, να μοιάσω στο τέρας που αντιπαλεύω. Η κουλτούρα μου δεν είναι αυτή της αλαζονείας, του μίσους και του φόβου αλλά εκείνη της κατανόησης, της αλληλεγγύης και της συνύπαρξης. Αυτά είναι, θαρρώ, τα αποτελεσματικότερα όπλα στη μάχη κατά της τυφλής βίας, της μισανθρωπίας και του φονταμενταλισμού, όποιο «κοστούμι» κι αν φοράνε. α) Δεν θα ταυτίσω επ' ουδενί τους ανθρώπους που φεύγουν να σωθούν από τον πόλεμο με τους ισλαμοφασίστες, ούτε θα δικαιολογήσω παρελκυστικές πολιτικές «απόρθητου φρουρίου» και κλειστών συνόρων. Άλλωστε, αν και οι δράστες της τελευταίας επίθεσης δεν είναι ακόμα γνωστοί, οι περισσότεροι που επιχείρησαν παρόμοιες επιθέσεις στη Δύση ήταν «ντόπιοι», γεννημένοι στην Ευρώπη, όχι «εισαγόμενοι». Είμαι κιόλα βέβαιος ότι αν κάποια ομάδα προσφύγων εντόπιζε τζιχαντιστή στις τάξεις της, πρώτοι εκείνοι θα τον κατήγγειλαν ή θα τον εξουδετέρωναν. Όχι, ο Χασάν που γνώρισα στη Βικτώρια και ήθελε να σπουδάσει οδοντίατρος, η Γκαζάλ που συνάντησα στο Πεδίο και ήθελε να ασχοληθεί με γραφιστική, ο μικρός της αδερφός που ονειρευόταν να γίνει πιλότος, η καθώς πρέπει οικογένεια Σύρων που αρνήθηκε ευγενικά τα λίγα εφόδια που τους πρόσφερα γιατί «είχαν ήδη αρκετά γι΄αυτούς», δεν είναι οι άπιστοι «Αγαρηνοί» που απειλούν τα ιερά και όσια του ξεθωριασμένου μας πολιτισμού. Όπως φυσικά δεν είναι μήτε το μουτρωμένο προσφυγάκι στην Ειδομένη με το χαρτόνι που έγραφε "Sorry for Brussels" - φωτογραφία που και "στημένη" να ήταν, καθώς είπαν μερικοί, πάλι μια αλήθεια εξέφραζε. β) Με την ίδια λογική, δεν θα σπεύσω να αποδώσω μια φασίζουσας λογικής συλλογική ευθύνη στους Ευρωπαίους, τους Αμερικανούς ή όποιους άλλους για τις αναμφισβήτητα μεγάλες ευθύνες των κυβερνήσεών τους στους πολέμους της Ανατολής εν είδει προπατορικού αμαρτήματος. Να πω «καλά τους κάνανε», όπως με περισσή ευκολία λένε ακόμα κι άνθρωποι που δεν θα μπορούσαν να ζήσουν ούτε μέρα μακριά από τον λεγόμενο δυτικό τρόπο ζωής, με όλα τα καλά και τα στραβά του. Ούτε θα συμμεριστώ το ευκολάκι "για όλα φταίνε οι ξένοι", αν δεν βρίσκανε, δεν θα κάνανε. Ναι, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί είμαστε συνυπεύθυνοι για βομβαρδισμούς, επεμβάσεις, εκατόμβες νεκρών, στήριξη ολοκληρωτικών αλλά "δικών μας" καθεστώτων, την προσφυγιά, την ίδια την ύπαρξη και μακροημέρευση του ISIS, τα αυξημένα ρατσιστικά και ξενοφοβικά αντανακλαστικά των κοινωνιών της, όμως η Ευρώπη (κι η Αμερική επίσης) είναι πολλά περισσότερα – και φωτεινότερα, όπως η διαρκής αμφισβήτηση του ίδιου του εαυτού της «από τα μέσα» που ενίοτε τη σώζει και παραδειγματίζει. Ο φίλος μου ο Πάτρικ στις Βρυξέλλες, ο Ζαν στο Παρίσι, η Αντρέα στο Βερολίνο, ο Μπράιαν στο Χιούστον – άνθρωποι δημιουργικοί, ανοιχτόμυαλοι, κοσμοπολίτες – είναι εξίσου «σύντροφοι» και τρανταχτά αθώοι με τον Χασάν, τον μικρό Αφγανό, την Γκαζάλ και την οικογένεια του κυρίου Χαλίλ. γ) Με όλη την κριτική που επίσης ασκώ στις θρησκείες, δεν νομίζω ότι το πρόβλημα είναι η ύπαρξη αλλά η ερμηνεία τους για το καλύτερο ή το χειρότερο, όπως ακριβώς συμβαίνει με τις διάφορες φιλοσοφίες και ιδεολογίες. Ανθρώπινες κατασκευές δεν είναι κι αυτές; Δεν θα χαρακτηρίσω οπότε το Ισλάμ «θρησκεία φανατικών», τουλάχιστον όχι λιγότερο από όσο είναι, δυνάμει, όλες σχεδόν οι υπόλοιπες. Υπάρχουν συγκεκριμένοι οικονομικοί και πολιτικοινωνικοί λόγοι που θέριεψαν τις τελευταίες δεκαετίες τον τζιχαντισμό, ένα φαινόμενο που για αιώνες είχε σχεδόν ξεχαστεί στον μουσουλμανικό κόσμο. Μήτε καν πιστεύω ότι οι περισσότεροι τζιχαντιστές ηγέτες είναι πραγματικά τόσο θρήσκοι – επιτήδειοι τυχοδιώκτες, εξουσιομανείς απατεώνες είναι, εκμαυλιστές και προαγωγοί απελπισμένων ψυχών που ταυτίζουν τις εντελώς υλικές επιδιώξεις τους με το θέλημα κάποιου θεού - το είδαμε δα συχνά το έργο αυτό στην ιστορία με «πεφωτισμένους» πολέμαρχους διαφόρων δογμάτων. δ) Φυσικά και παίζονται «χοντρά» και καθόλου αθώα οικονομικά, στρατιωτικά και γεωπολιτικά παιχνίδια στην Εγγύς Ανατολή - όπως εξάλλου και στο προσφυγικό - με πολλούς εμπλεκόμενους κι αποδέκτες, από κέντρα εξουσίας και κυβερνήσεις μέχρι «βαριές» βιομηχανίες και πολυεθνικές. Αλλά ακόμη κι αν η Ευρώπη (ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα) αποτελούσε υπόδειγμα δημοκρατίας, ελευθερίας, σεβασμού και μη επέμβασης, είναι απίθανο να την έβγαζε καθαρή σε καιρούς ταραγμένους. Ο φανατισμός, το μίσος κι ο φθόνος για το διαφορετικό, το ανοίκειο, θα βρίσκανε πάντα την πρόφαση, όπως τη βρίσκουν παντού και πάντα. Κάτι που βέβαια μπορεί να ισχύει και αντίστροφα... ε) «Τι να κάνουμε;». Ειδικός δεν είμαι, ούτε βγάζω στο πι και φι βαθυστόχαστες αναλύσεις. Όντας όμως άνθρωπος, έστω από τους χειρότερους, αρνούμαι να αφεθώ στο κακό το ρέμα, να μοιάσω στο τέρας που αντιπαλεύω. Η κουλτούρα μου δεν είναι αυτή της αλαζονείας, του μίσους και του φόβου αλλά εκείνη της κατανόησης, της αλληλεγγύης και της συνύπαρξης. Αυτά είναι, θαρρώ, τα αποτελεσματικότερα όπλα στη μάχη κατά της τυφλής βίας, της μισανθρωπίας και του φονταμενταλισμού, όποιο «κοστούμι» κι αν φοράνε. Αυτά κι όχι η οργουελική μπότα που πατάει σε κάποιο ανθρώπινο πρόσωπο ή τα διάφορα επιλεκτικά, ανώδυνα "Je suis".

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ του Colm Toibin (γεν. 1955, Εννισκόρθι- Ιρλανδίας)



                                              

                                                Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
                                 του Colm Toibin (γεν. 1955,  Εννισκόρθι- Ιρλανδίας)

                                                       εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ


Ο Κολμ Τομπίν, έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα και δοκίμια. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Μαν Μπούκερ, το 2004,  με το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο IMPAC-DUBLIN. Επίσης  είναι υποψήφιος, για τρίτη φορά, του βραβείου «Μπούκερ» για το βιβλίο του «Η Διαθήκη της Μαρίας».   
Επιπλέον το μυθιστόρημά του «Brooklyn» βραβεύτηκε με το βραβείο COSTA και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο.

Βιβλία του:
-Χένρι Τζέιμς, ο Δάσκαλος
-Μητέρες και γιοι
-Μπρούκλιν
-Νότος
   κ.α..

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, γλαφυρή γλώσσα, με θέμα την αποξένωση της μάνας από τον ενήλικα γιο της.
Αβάσταχτη η μοναξιά της μάνας, ηρωίδας του βιβλίου, από το δούναι και λαβείν  της τρυφερότητας κατά τη νηπιακή και παιδική ηλικία του παιδιού της –ως και των περισσοτέρων μανάδων- θα έλεγα.
Στα γεράματα κλεισμένη στις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού της, πενθεί τη φρικαλέα θανάτωσή του γιου της.  Στο δωμάτιό του υπάρχει η καρέκλα του που όχι μόνο δεν επιτρέπει σε κανέναν να την αγγίξει, αλλά απειλεί με μαχαίρι όποιον την παρακούσει, γιατί «ανήκει στη μνήμη, ανήκει σ’ έναν άνθρωπο που δεν θα γυρίσει, που το σώμα του είναι πια χώμα, αλλά που  κάποτε διαφέντευε το σύμπαν».  Δεν θα γυρίσει.
Ο Τομπίν έγραψε μια φανταστική ιστορία με πρόσωπα από την καινή διαθήκη και συγκεκριμένα του Ιησού και της μητέρας του Μαρίας∙  οπωσδήποτε δεν έχει να κάνει με την αγιότητα των δυο αυτών προσώπων όπως περιγράφονται στα Ευαγγέλια, στις αποστολικές επιστολές, καθώς και σε χριστιανικές πηγές, αλλά σε ένα μονόλογο μιας γερασμένης και πονεμένης μάνας, που αναθυμάται τον βασανισμό και τον μαρτυρικό θάνατο του γιου της πάνω στο σταυρό. Έτσι, έχουμε εικόνες της Ιερουσαλήμ κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, όπου οι παραβάτες του νόμου, όπως ληστές, στασιαστές, ανατρεπτικοί και άλλοι,  τιμωρούνται με σταύρωση. Ο Ιησούς καταδικάστηκε να σταυρωθεί, διότι ασέβησε στα θεία, σύμφωνα με τις ιουδαïκές αρχές, διακηρύττοντας ότι είναι υιός του Θεού καθώς και ως ανατρεπτικός εφ’ όσον ισχυριζόταν ότι είναι ο βασιλιάς των ιουδαίων.
Ο συγγραφέας σε πολλά του έργα έχει αναφερθεί στις σχέσεις μάνας-γιου. Στην περίπτωση της «Διαθήκης της Μαρίας», όπως αναφέρει και η μεταφράστρια του έργου Αθηνά Δημητριάδου στο εξαίρετο επίμετρό της, δείχνει τη στενοχώρια τής μάνας για την αποκοτιά του παιδιού της να αυτοαποκαλείται «υιός του Θεού» και να το πληρώνει με το θάνατό του. Όλα αυτά παραπέμπουν να δούμε τον ήρωα σα μαχητή του IRA, μια και (όπως γράφει στο εσώφυλλο του βιβλίου) η οικογένειά του συγγραφέα ήταν ιδιαιτέρως πολιτικοποιημένη, δεδομένου ότι ο παππούς του και ένας θείος του ήταν μέλη του IRA.
Ας ακούσουμε τώρα το μονόλογο της γερασμένης μάνας, που μας αφηγείται με λεπτομέρειες τον κόσμο που βρίσκεται σε αναταραχή, εκείνη την εποχή, «το τέλος μιας  εποχής», μια και τίποτα δε μένει αμετάβατο.
Η Μαρία, μάνα του εσταυρωμένου, νιώθει αβάσταχτο πόνο όχι μόνο για το χαμό του παιδιού της, αλλά για τις ερινύες  που την καταδιώκουν, γιατί λάκισε λίγο πριν εκείνος εκπνεύσει και δεν τον πήρε αγκαλιά και μετά να τον θάψει όπως  οι κανόνες της πίστης της υπαγορεύουν και όλα αυτά γιατί φοβήθηκε τη σύλληψή της από τους σπιούνους της χώρας, που καραδοκούσαν.
Στην αρχή του έργου, μας λεει το πόσο ενοχλείται από τους γραφιάδες, που έρχονται καθημερινά στο σπιτικό της και της ζητάνε επίμονα να πει λεπτομέρειες, όπως εκείνοι απαιτούν και ευαγγελίζονται, για να αλλάξουν τον κόσμο, όπως λένε,  και όχι όπως η ίδια θυμάται πολλά από τα γεγονότα και συγκεκριμένα της ανάστασης του Λάζαρου, το γάμο στην Κανά της Γαλιλαίας, και της σταύρωσης του γιου της στην Ιερουσαλήμ. Εκνευρίζονται με τα λόγια της αν και απαλαίνουν τη φωνή τους στις ερωτήσεις τους, όμως έχουν κάτι τραχύ, κάτι βάρβαρο  και αδηφάγο, που το γνωρίζει καλά, το οσμίζεται στον αέρα, όπως οσμίζεται το ζώο που το κυνηγούν. Όμως εκείνη δεν φοβάται πια, αν και της αρέσει που φροντίζουν για την προστασία της, τη διατροφή και το ντύσιμό της. Όσα δε θέλει να ειπωθούν μένουν καλά φυλαγμένα μέσα της και κείνα που οι ακόρεστες ανάγκες τους επιζητούν δεν τα εισπράττουν, γιατί είναι ασύστολα ψέματα, όπως ότι ο γιος της, ως γιος Θεού ενανθρωπίστηκε και μια νέα εποχή μια νέα θρησκεία ανατέλλει..

Σελ. 11:  υπήρξε μια εποχή που νόμιζα ότι στ’ αλήθεια δεν είχα πια άλλα δάκρυα μέσα μου, ότι το απόθεμά μου είχε ξοδευτεί, ευτυχώς όμως κάτι τέτοιες ανόητες σκέψεις δεν μένουν για πολύ, η αλήθεια δεν αργεί να βγει στην επιφάνεια. Δάκρυα υπάρχουν πάντα, αν τα έχεις πραγματική ανάγκη.

Σελ. 23: όλη μου τη ζωή την λάτρευα την ημέρα του Σαββάτου. Η καλύτερη περίοδος ήταν τότε που ο γιος μου ήταν οκτώ εννέα ετών...  Ήταν γαλήνια τα πρωινά...  Ήταν οι ώρες που επικρατούσε η σιγαλιά και η ηρεμία, οι ώρες που κοιτάζαμε μέσα μας και σχεδόν αδιαφορούσαμε για το θόρυβο του έξω κόσμου ή για τα σημάδια που είχαν αφήσει πάνω μας οι προηγούμενες μέρες.          

Σελ. 73: ο Πιλάτος μπήκε στο κτίριο, και στον κόσμο γύρω μας σαν κάτι να άλλαξε, οι κουβέντες και οι ψίθυροι κόπασαν...... Έπιανα στον αέρα μια δίψα για αίμα....... από πλήθος που έκανε ό,τι του έλεγαν είχαν γίνει όχλος σε αναζήτηση της απροσμέτρητης ικανοποίησης που γεννούν μονάχα οι σκληριές του πόνου, η κατασπαραγμένη σάρκα, τα τσακισμένα κόκαλα.

Σελ. 105: «ήμουν εκεί», είπα. «Το έβαλα στα πόδια προτού τελειώσει, αλλά αν χρειάζεστε μάρτυρες, τότε βάλτε με κι εμένα. Όμως ένα πράγμα έχω να σας πω τώρα που μου λέτε ότι ο γιος μου έσωσε τον κόσμο. Λέω λοιπόν ότι δεν άξιζε τον κόπο. Δεν άξιζε τον κόπο».


























Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες, του Robert Musil





                        Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες
           του  Robert Musil γεν. 1880 Αυστρία, απεβίωσε το 1942 Ζυρίχη.

                                          εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο που έγραψε ο Μούζιλ, σε ηλικία 25 χρονών και είναι υπέροχο-συγκλονιστικό για μένα που το διαβάζω τώρα, και φαντάζομαι ασύστολο για την εποχή του.

Περιγράφει γλαφυρά ο συγγραφέας τη φοιτητική ζωή σε μια στρατιωτική σχολή κάπου στην κεντρική Ευρώπη. Μια εύστοχη αφήγηση για παιδιά,  που «κλεισμένα» μέσα σε αυστηρά ιδρύματα, ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους μακριά από την τρυφερότητα της μάνας και το στήριγμα του πατέρα.
Ο αναγνώστης/ρια  θα βρει κάτι από τον εαυτό του, κάτι νοσηρό καλά αποκρυμμένο, κι αν όχι  θα έχει σίγουρα ακούσει διάφορα που συμβαίνουν, με λίγα λόγια δεν είναι αποκυήματα φαντασίας ενός παραμυθά∙   όπως το διάβαζα μου ερχόταν στο μυαλό η εικόνα του 20χρονου φοιτητή, της γαλακτομικής σχολής των Ιωαννίνων, που αυτοκτόνησε μην αντέχοντας τα βασανιστήρια των νταήδων της τάξης του. Αξίζει να συνεχίσω υπενθυμίζοντας τον βιασμό της 15χρονης μαθήτριας από τρεις συμμαθητές της στην Αμάρυνθο της Εύβοιας και ακόμα την εξαφάνιση-θάνατο του μικρού Άλεξ στη Βέροια.... κ.α..
Η σωματική, ψυχολογική και σεξουαλική βία βρίσκει, αρχικά, έδαφος στα σχολεία, μετά  σε ιδρύματα, στο στρατό, στις φυλακές, και κορωνίδα όλων αυτών και άλλων στους τύραννους απολυταρχικών καθεστώτων.
Στο μυθιστόρημα δεν θα βρεις κακούς-καλούς -θύματα ή ήρωες, θα διακρίνεις όμως τη βαρβαρότητα που υποβόσκει και την ακολουθούν τυφλά οι μαθητές, αλλά και οι μεγάλοι, πολλές φορές,  που γίνονται οπαδοί μιας ιδεολογίας (χιτλερισμός), ή μιας αίρεσης, μιας θρησκείας (θρησκομανίας), ή συντηρητισμού και όχι μόνο, γιατί ο συγγραφέας μέσα από διφορούμενες έννοιες δίνει το στίγμα μιας ανθρωπότητας που νοσεί και η καταστροφή της πλησιάζει.
Το σκοτάδι, οι σκιές, η βροντερή σιωπή των άψυχων αντικειμένων είναι ο φόβος,  ο θάνατος, η μοναξιά  αλλά και συντροφιά του οικότροφου Ταίρλες, που αφοσιωμένος αποκλειστικά στον εαυτό του, ψάχνει την κρυμμένη δύναμη που βγαίνει μέσα από το σκοτάδι, μέσα από την άβυσσο, μέσα από τις ανίερες πράξεις, μέσα από τα άρρητα, τους αριθμούς, το άπειρο κι ό,τι άλλο μπορεί να του φανερώσει το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως η φαντασία του που κλιμακωτά τον ωριμάζει. 

Σελ. 9: «Θεωρώ πιο σπουδαίο το να γράψεις ένα βιβλίο από το να κυβερνήσεις μια χώρα. Και πολύ πιο δύσκολο...».
Σελ. 46: Ένιωθε εγκαταλελειμμένος όσο ποτέ, ότι βρισκόταν σε ακατάλληλο περιβάλλον, αλλά μέσα στη θλίψη του αυτή βρισκόταν μια λεπτή απόλαυση, μια υπερηφάνεια, επειδή έκανε κάτι περίεργο, υπηρετώντας μια ακατανόητη θεότητα. Τότε περνούσε αστραπιαία μια λάμψη μέσα από τα μάτια του που θύμιζε θρησκευτική έκσταση.
Σελ. 50: Το βράδυ ξέρουμε πως έχουμε ζήσει άλλη μια μέρα, πως έχουμε μάθει κι αυτά τα πράγματα, πως ακολουθήσαμε πιστά το ωρολόγιο πρόγραμμα, όμως έχουμε μείνει αδειανοί- μέσα μας εννοώ, πως να σ’ το περιγράψω, είναι σαν να υποφέρουμε από μια εσωτερική πείνα.
Σελ. 130:  Όταν λένε πως θέλουν να γίνουν γιατροί, τότε είναι σίγουρο πως κάπου έχουν δει μια κομψή και  γεμάτη κόσμο αίθουσα αναμονής, κάποια βιτρίνα με αλλόκοτα χειρουργικά όργανα ή κάτι παρόμοιο∙  όταν μιλάνε για διπλωματική καριέρα, σκέφτονται τη λάμψη και τις επισημότητες των κοσμοπολίτικων σαλονιών: με λίγα λόγια, διαλέγουν το επάγγελμά τους ανάλογα με τον κοινωνικό κύκλο όπου θα προτιμούσαν να βρεθούν και ανάλογα με την πόζα που τους αρέσει περισσότερο.
Σελ. 178: ήταν αισθήματα που τον περικύκλωναν σαν έκφυλες, μασκοφόρες γυναίκες, με μακριές, αυστηρές φορεσιές.. Δεν ήξερε ούτε ένα από τα ονόματά τους, δεν ήξερε για κανένα τι έκρυβε μέσα του κι αυτό ήταν που τον μάγευε και τον μεθούσε. Δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό του∙ και ειδικά εξαιτίας αυτού του γεγονότος φούντωνε η επιθυμία του για άγριες ποταπές ακολασίες, όπως σε μια κομψή γιορτή σβήνουν ξαφνικά τα φώτα και κανείς δεν ξέρει πια με ποιον κυλιέται καταγής σκεπάζοντάς τον με φιλιά.
Σελ. 180: ήταν σχεδόν αναπόφευκτο για έναν άνθρωπο με πλούσια ζωή και έντονες συγκινήσεις να έχει στιγμές που δεν πρέπει να γίνονται γνωστές και μνήμες που πρέπει να κλειδώνονται σε μυστικά συρτάρια. Το μόνο που ζητούσε απ’ αυτόν ήταν να τα αξιοποιεί αργότερα όλ’ αυτά με ευαισθησία.
«έχετε μετρήσει ποτέ τις ώρες της ταπείνωσης που καίνε την ψυχή μας, όταν κατεχόμαστε από ένα υπέρμετρο πάθος; Αναλογιστήκατε ποτέ την εσκεμμένη ταπείνωση στον έρωτα; Τις ώρες εκείνες που οι ερωτευμένοι σκύβουν εκστατικοί πάνω από βαθιά πηγάδια ή βάζουν ο ένας το αυτί στην καρδιά του άλλου, ενώ μεγάλες μανιασμένες γάτες γρατσουνάν τα τοιχώματα της φυλακής τους; Και όλ’ αυτά απλώς για να νιώσουν έντονα ρίγη. Για να τρομάξουν με τη μοναξιά τους, πάνω από κείνα τα φλογισμένα βάθη»!


Καταπληκτική η εισαγωγή και η μετάφραση του Αλεξανδρου Ίσαρη.




Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο, του Άλαν Μπένετ





                                    Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο
                                       του Άλαν Μπένετ (γεν.1934)
                            (Βρετανός θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος)

Ένα βιβλίο «τσέπης», ένα έξυπνο αντιεξουσιαστικό βιβλίο∙  διαβάζεται γρήγορα, ευχάριστα, γελάς πολύ ή τουλάχιστον χαμογελάς σε κάθε μια σελίδα γραμμένη με χιούμορ από τον συγγραφέα. Ένα βιβλίο ύμνος για τη λογοτεχνία, με αιχμές πολιτικοπολιτισμικές και σαρκαστικούς υπαινιγμούς για το «σκληρό κολάρο» της εξουσίας, στην περίπτωση της μυθιστορίας η βασιλική, το πρωτόκολλο και οι δεσμεύσεις του, αλλά και η αποστειρωμένη θεώρηση της τέχνης και της ελευθερίας της όπως, ποιος είναι ο συγγραφέας, σε ποιον πολιτικό διάολο πιστεύει, αν είναι ομοφυλόφιλος, παρακατιανός ή κακοπόδαρος, τι πραγματεύεται το πόνημά του, έτσι ώστε να μην  πειράξει στο ελάχιστο  την ευθιξία των κανόνων που διέπουν την κάθε εξουσία και δη την βασιλική.

Το θέμα που διαπραγματεύεται ο συγγραφέας είναι η πρωτόγνωρη «σχέση» με τα βιβλία της ογδοντάρισσας Ελισάβετ Β, Βασίλισσας της Αγγλίας, όπου σιγά-σιγά απομονώνεται με τη συντροφιά τους και κλιμακωτά η ανάγνωση μετουσιώνεται σε ευχαρίστηση και πάθος για τη λογοτεχνία, φιλοσοφία και συγγραφή. 

Ο λόγος της νουβέλας απλός, βασισμένος σε γεγονότα της ζωής της Ελισάβετ Β, καθώς  και πριγκίπων, πολιτικών και άλλων του περιβάλλοντός της. Οι εικόνες, οι μυρωδιές, τα σκυλιά, τα μαγειρεία, το υπηρετικό προσωπικό, οι αυλικοί, οι ενδυματολόγοι,  οι συμβουλάτορες, οι πρωθυπουργοί και τα στερεότυπα των σοβαρών-μεγαλοπρεπών εκφράσεων της βασίλισσας, οδηγούν τον αναγνώστη (κινηματογραφικά) μέσα στο παλάτι και στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της.

Εκτός της βασίλισσας, ηρωίδας του βιβλίου, ξεχωρίζει ο νεαρός βιβλιόφιλος λαντζιέρης, λιανός, ξανθός, άσκημος  (κατά τη γνώμη των ανθρώπων του παλατιού) και ομοφυλόφιλος. Είναι εκείνος που μυεί τη βασίλισσα στην ανάγνωση και στην επιλογή βιβλίων, όπου «συμπτωματικά και ηθελημένα» οι συγγραφείς είναι ομοφυλόφιλοι. Γίνεται τέλος ακόλουθος στην υπηρεσία της Βασίλισσας, και υπεύθυνος της βιβλιοθήκης. Βεβαίως ο εξοστρακισμός του δεν θα αργήσει κατά τα ειωθότα της εξουσίας, σε άγνοια βεβαίως της Βασίλισσας κι αυτό λόγω της συνηθισμένης της αδιαφορίας. Όμως τώρα η Βασίλισσα βλέπει καθαρά την ασχετοσύνη πρωθυπουργών και αξιωματούχων όταν δεν καταφέρνουν να συνομιλήσουν μαζί της, σαν να έχει να κάνει με κοινό θνητό.

Σελ. 28: Η ενημέρωση είναι λακωνική, τεκμηριωμένη και συγκεκριμένη. Το διάβασμα είναι ανοργάνωτο, αμεθόδευτο και μονίμως δελεαστικό. Η ενημέρωση κλείνει ένα θέμα, το διάβασμα το διευρύνει συνεχώς.
Σελ. 40: Η γοητεία του διαβάσματος, σκέφτηκε, βρισκόταν στην αδιαφορία που χαρακτήριζε τη λογοτεχνία, στην αλαζονεία που τη διέκρινε. Τα βιβλία δεν νοιάζονταν για το ποιος τα διάβαζε, ούτε καν αν τα διάβαζε κανείς ή όχι. Όλοι οι αναγνώστες ήταν ίσοι και ή ίδια δεν αποτελούσε εξαίρεση. Η λογοτεχνία, σκέφτηκε, είναι μια κοινοπολιτεία, τα γράμματα μια δημοκρατία.

Τα βιβλία δεν σέβονταν τη γνώμη κανενός...

Σελ: 132: Άναψε το φως, πήρε το σημειωματάριό της και έγραψε: «δεν γράφεις για να μεταφέρεις τη ζωή σου στα βιβλία σου, αλλά για να την ανακαλύψεις».