Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ, της Ιωάννας Καρυστιάνη



                                              ΤΟ  ΦΑΡΑΓΓΙ
                                     της Ιωάννας Καρυστιάνη
                                           (εκδ. Καστανιώτη)
                                          
Η Ιωάννα Καρυστιάνη (γεν. 1952 – Χανιά) είναι συγγραφέας και σεναριογράφος. Έχει βραβευθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος δύο φορές, το 1998 και το 2007, και με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 2000.
 Βιβλία της:
-Μικρά Αγγλία:  Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1998, υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας και το βραβείο Balkanika.
-Κουστούμι στο χώμα:   Βραβείο Μυθιστορήματος περιοδικού “Διαβάζω” 2001 και Βραβείο Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών.
-Ο Άγιος της μοναξιάς.
- Σουέλ: Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2007.
-Τα σακιά: Βραβείο Μυθιστορήματος περιοδικού “Διαβάζω” 2011
-Το φαράγγι: 2015,
     κ.α.

Το μυθιστόρημα ζυμωμένο με δάκρυ, με γέλιο, βρίθει από νοσταλγία για τα παιδικάτα, για τα νιάτα, για τον γενέθλιο τόπο,  βρίθει από στοργή γι αυτούς που ζουν, γι αυτούς που χάθηκαν, από πάθη ερωτικά, από αισθήματα φιλίας, από ενοχές, από λάθη,  από το φάσμα του θανάτου, από παραδοχές και εγκρίσεις του διαφορετικού,  από ένα επαχθές έγκλημα όπου οι ερινύες καταδιώκουν τον «αθώο» εγκληματία, από απάνθρωπες πολιτικοοικονομικές-κοινωνικές συνθήκες που οδηγούν σε αυτοχειρίες.
Μια μυθιστορία που ταξιδεύει τους ήρωες του βιβλίου στο βάθος ενός φαραγγιού, στο βάθος του εαυτού τους,  αναζητώντας την κάθαρση.

Η γλώσσα, το ύφος της γραφής, η ζωντάνια του λόγου χαρακτηρίζει τη συγγραφέα. Ο αναγνώστης μεταφέρεται στον κόσμο των ηρώων και αφουγκράζεται ειπωμένα και ανείπωτα, όταν εκφράζονται, όταν σκέπτονται, όταν αιμορραγούν τα τραύματα της ψυχής τους.


Εφτά ηλικιωμένα αδέλφια, τέσσερις άντρες και τρεις γυναίκες, διασχίζουν το Ασφεντιανό φαράγγι, στην Κρήτη,  για να εκπληρώσουν ένα τάμα, που δόθηκε προ δεκαεφτά χρόνων στο μνημόσυνο του πατέρα τους.
Ο πρωτότοκος, ο Βαρδής,  ένας από τους τρεις που έμειναν στον γενέθλιο τόπο, την Κρήτη τους, δεύτερος ο Γεράσιμος που έφυγε στην Αθήνα, τρίτη η Ευδοκία, τέταρτη η Ινώ κι αυτές δεν το κούνησαν (και δεν το ‘χουν σκοπό)  από την Κρήτη, πέμπτος ο Ελισαίος ξενιτεμένος στην Ιταλία,  έκτη η Θεώνη που ζει στην Καστοριά και τελευταίος ο Αργύρης κι αυτός φευγάτος στην Αλεξανδρούπολη.

Το σήμα του χρόνου της συνάντησης και της επιλογής του φαραγγιού, το πιο ήρεμο και κατάλληλο για πόδια ηλικιών πάνω από εξήντα, οι τρεις μικρότεροι δεν τα ‘φτασαν ακόμα αν και ο τελευταίος, ο Αργύρης, φαντάζει γεροντότερος όλων,  έγινε από τον Βαρδή, πεζοπόρος, κι ας είναι στα εβδομήντα δυο του, και λάτρης των φαραγγιών της Κρήτης.

Πατούν τα τριζάτα σωθικά του φαραγγιού και  αφήνουν πάνω τους τα βάσανα που χρόνια κατατρώγουν τα δικά τους σπλάχνα.

Ο Βαρδής, υπεύθυνος του ταξιδιού, με τι χαρά ξεκίνησε μαζί τους και τώρα βαδίζοντας κρύβει βαθιά μέσα του το κακό νέο, δεν χρειάζεται να στενοχωρήσει κανέναν όλα θα πάνε καλά, τραγουδώντας θε να διασχίσουν το φαράγγι. Ο τρίτος γιος του, ο Αρτέμης, θα παντρευόταν μέσα σε ένα μήνα, όμως προ ολίγου του τηλεφώνησε πως χώρισε και η νύφη έγκυος και το παιδί αλλουνού..

Ο Γεράσιμος, φαμελίτης με κόρη χωρισμένη μάνα δυο παιδιών, έβαλε λουκέτο στο μαγαζί με τα κατεψυγμένα και τώρα νυχτερινή βάρδια στο ταξί ενός κουμπάρου, και με τις ώρες στις πιάτσες των ταξί, δίχως κούρσα. Αριστερός ο Γεράσιμος έλεγε στους συναδέλφους «θα πεθάνουμε και δεν θα ‘χουμε πάρει μια ιδέα από ξεσηκωμό..»
Η Ευδοκία, χήρα Μάρκου,  δυστυχής έψαχνε μανιωδώς  το μυστικό που έκρυβε ο μακαρίτης άντρας της, που σκοτώθηκε με το μηχανάκι του, και δυστυχεστέρα όταν το έμαθε..
Η Ινώ, η χρυσοχέρα, που κεντούσε ασταμάτητα, όμως την έτρωγε το σαράκι του χωρισμού, της μοναξιάς,  Επί τριάντα έξι χρόνια κερί αναμμένο μπροστά στον άντρα της.  Μέχρι που η γειτόνισσα Νένα, με μεγάλα στήθη, με  πρεσβυωπία και στραβισμό, της είπε ωμά και σταράτα, Ινώ μου, ο άντρας σου σε κερατώνει αβέρτα μαζί μου….
Ο Ελισαίος, ο χοντρούλης, που έφυγε  στην Ιταλία, γιατί στον τόπο του κατακριτέα η ομοφυλοφιλία. Σπούδασε φαρμακευτική και συζεί ευτυχής με Ιταλό κτηνίατρο.
Η Θεώνη, ζωγράφος, δεν παντρεύτηκε, ερωτεύτηκε άντρα μονόχειρα και αγάπησε τον μικρό του γιο, τα αισθήματα αμοιβαία, μέχρι που…
Ο Αργύρης,  ο βενιαμίν της οικογένειας, η Κρήτη το αίμα του, η  Αλεξανδρούπολη η εξορία του,  λιώνει μέρα τη μέρα, πόσο να αντέξει η ψυχή του τέτοιο βαρύ μυστικό….

Σελ: 13. Αν οι άνθρωποι δεν ονειρεύονται κάτι ξυπνητοί, δεν ονειρεύονται κάτι και κοιμισμένοι.
Σελ. 33. … η θυγατέρα μπαλέτο, εγγλέζικα, προικώο διαμέρισμα και πλαστική στη μύτη, γιατί παλιά βρίσκανε δουλειά και οι ασχημούλες, τώρα πας να ψωνίσεις σφουγγαρίστρα και τουμποφλό και σου τα τυλίγει μια τηλεπαρουσιάστρια.
Σελ. 55. Έχω τριακόσιες ώρες Ναζί σε dvd για να θυμούμαι την ελεεινή ιστορία τους, πού και
πώς κάψανε και πώς σφάξανε.
Σελ. 75. …τι βράχος είμαι αν δεν με δέρνει το κύμα.
           Έχω ένα πηχτό σκοτάδι μέσα μου, αλλά μπορεί να μη κάνει να τα περιχύσουμε όλα με φως.
Σελ. 115. Γιατί όλα τα μάτια του κόσμου είναι μικρά αυτόματα εργαλεία που εξομολογούνται, διαβάζουν και διαβάζονται.
Σελ. 172. Κάτι έχουν τα φαράγγια, η πέτρα πετάει πέρα τη σκαρταδούρα, ορίζει τα σημαντικά και απολύτως απαραίτητα, τα ζυγίζει στις σωστές τους διαστάσεις..
Σελ. 190. … ο θάνατος είναι απαίσιος, δεν θα έπρεπε να υπάρχει.
Σελ. 234… για μερικούς μερικούς η ιστορία αρχίζει από το έτος γεννήσεώς τους, οι λαοί δεν πολεμάνε το άδικο μόνον όταν είναι σίγουροι ότι θα νικήσουν, το πολεμάνε γιατί δεν γίνεται να μην αντισταθούν και, σύντροφε, ο φόβος είναι σκουλήκι στο μυαλό.
Σελ. 253. .. ο κάθε άνθρωπος μινιατούρα της οικουμένης.
Σελ.254. Με την πίκρα των καιρών για το νέο τύπου καθεστώς, τα λάθη των πολιτών να αντιμετωπίζονται ως εγκλήματα και τα εγκλήματα των πολιτικών ως λάθη;
Σελ. 259. .. σ’ αυτό τον τόπο, που οι μισοί είναι φτιαγμένοι για να μυθολογούν, να πλανεύουν και να πλανεύονται.




Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Σου πάει ρε μάνα



Σου πάει ρε μάνα

Είκοσι πέντε χρόνια πηγαινοέρχεσαι καθημερινά, από το σπίτι σου στο σταθμό προς την Αθήνα. Δεν ξεχνάς μπισκότα για άνθρωπο, για σκύλο και το πολύτιμο άνθος∙  βιαστική προχωράς, σπρώχνεις και σπρώχνεσαι ανάμεσα στο πλήθος της Αθήνας να φτάσεις  εκεί στην γωνιά της Σταδίου να αφήσεις  φρέσκο το λουλούδι. Ένα κόκκινο λουλούδι, ανάλογα με την εποχή του, άλλοτε γαρύφαλλο, άλλοτε τριαντάφυλλο, άλλοτε καμέλια, νεραγκούλα, ό,τι άλικο, όπως ο κόκκινος ήλιος, όπως το αίμα του, που γλιστρούσε γυαλιστερό στο μέτωπό του.

Του μάθαινες τα λουλούδια, του μιλούσες για χρώματα κι αρώματα, «Να, κοίτα γιε μου αυτή είναι μαργαρίτα έχει κίτρινο χρώμα κι αυτή είναι γαρδένια  έχει άσπρο χρώμα και υπέροχο άρωμα, μύρισε, μύρισε να δεις». Δεν σου ‘λεγε λέξη, όταν όμως έβλεπε ένα κόκκινο λουλούδι, σου φώναζε με τη γλώσσα των δυο του χρόνων, μαμά κόκκινο.
Τον έπαιρνες αγκαλιά κι έτρεχες, μετά τη μπόρα, να του δείξεις το ουράνιο τόξο, «κοίταξέ το, κοίταξέ το τι όμορφο που είναι, το φτιάχνουν οι ακτίνες του ήλιου όταν μπαίνουν μες στις διάφανες σταγόνες της βροχής. Κοίτα το κόκκινο, το κίτρινο, το μπλε», και κείνο σου φώναζε χαρούμενα, “Είναι κόκκινο. Κόκκινο”.

Άφηνες παλιά ένα κερί, κι αυτό κόκκινο το διάλεγες, το ‘βρισκες πεταμένο, σπασμένο. Ναι, πείστηκες ότι δεν είχε καμιά χρησιμότητα, ακατάλληλη η θέση του σε μια λεωφόρο. Άδικα έπιανε χώρο. Όμως, ένα φρέσκο λουλούδι χωμένο σε μια τρύπα του τοίχου, συνέχεια μιας άλλης που άνοιξε στο κεφάλι του αγοριού το μολυβένιο σφαιρίδιο και μετά σφηνώθηκε στον τοίχο, δεν εμποδίζει. Ναι, είκοσι πέντε χρόνια κι η τρύπα  στον τοίχο φιλοξενεί ένα κόκκινο λουλούδι. Στην αρχή έτρεμε το χέρι σου και το λουλούδι έπεφτε∙ έκανες πολλές προσπάθειες να το στηρίξεις, σε τίναζε το πεζοδρόμιο, σε συγκλόνιζε η αλήθεια.

Χανόσουν σαν παιδάκι σε μεγάλες λεωφόρους, ψάχνοντας σε άγνωστα στέκια, σε πολυσύχναστους δρόμους, έρμαιο της απογοήτευσης,  της απώλειας .

Μάζεψες τ’ αυτοκινητάκια του, όλα στη σειρά μέσα στη βιτρίνα, τα περισσότερα κόκκινα. Δεν άνοιξες ποτέ το τζάμι της, η σκόνη σκεπάζει τα ίχνη των χεριών του∙ Ένα σου ξέφυγε και  το’ βαλες πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, κάπως το χρώμα σκούραινε, όπως το αίμα που κρυώνει.. Το φιλάς, το τσουλάς πάνω στις παλάμες σου, πολλές φορές ολόγυρα του προσώπου σου. Έχεις κατάκλειστο και σκοτεινό το δωμάτιό του, μη τυχόν και ξεφύγει άχνα από τη φωνή του.

Ακούς τις μουσικές του, αγάπησες τα τραγούδια του. Είσαι φαν των Guns N’ Roses,  κινείσαι στο ρυθμό της μουσικής τους, τραγουδάς ξανά και ξανά το:

            «November Rain», “And when your fears subside/
            and shadows still remain/
            I know that you can love me/
            when there’s no one left to blame/
             So never  mind the darkness/ we still can find a way/
            ‘Cause nothin’- lasts forever/
            Even cold November rain.

 Διαβάζεις τα πεταμένα εδώ και ‘κει  περιοδικά του, άλλα για υπολογιστές, άλλα γι αυτοκίνητα, για μηχανές, άλλα γι ‘άλλα, τα ‘μαθες απέξω. Τα ‘μαθες όλα απέξω. Με τη σιωπή του σπιτιού σου κουβεντιάζεις, με τα χαρακτηριστικά του συνομιλείς. Μαύρα φρύδια τοξωτά, μαύρα σγουρά μαλλιά,  γένια σ’ ολόλευκο πρόσωπο, μάτια λαδιά, χείλη χοντρά άλλοτε κόκκινα, άλλοτε μενεξεδιά, τα δάγκωνε ολοένα, θυμάσαι; Αντρίκια τα δάχτυλα των χεριών, πάντα διπλωμένος ο αντίχειρας του αριστερού, χωμένος μέσα στην παλάμη, από τη γέννα ακόμα. Στην αρχή μέτρησες τα δάχτυλα των ποδιών. Όλα εντάξει πέντε στο ένα, πέντε στο άλλο. Στο δεξί χεράκι όλα καλά πέντε τον αριθμό, όμορφα παχουλά και ροδαλά δαχτυλάκια. Σφίχτηκε το στομάχι σου, όταν το μάτι σου έπεσε στ’ αριστερό, ένα, δυο, τρία, τέσσερα.. τέσσερα;, ο αντίχειρας;, ηρέμησες, το είδες και το τράβηξες απαλά, το ίσιωσες∙  πέντε ψιθύρισες.  Οι μακριές γλυκές στιγμές να βυζαίνει και κουρασμένο να αποκοιμιέται πάνω στο στήθος σου∙ και συ ακούνητη, αμίλητη, να αφήνεις τ’ αχόρταγο βλέμμα σου να  τον περιηγείται. Ακουμπισμένο το στρόγυλλο κεφαλάκι στην καρδιά σου πού με τους νανουριστούς χτύπους της το χόρταινε ύπνο. Μάτια σφαλιστά, φρύδια τσίνορα αχνά, μαύρα μαλλιά, πολλά για νεογέννητο, μικρή μύτη με ανοιχτά τα ρουθούνια να ρουφάνε με κοφτές ανάσες τον αέρα της ζωής.  Το μικρό κοκκίνισμα στην άκρη του δεξιού ρουθουνιού και ένα ίδιο στη μέση του μετώπου. Θα φύγουν είπαν, είναι από τη γέννα. Εσύ ήξερες, της μύτης θα έμενε, το είχες και συ.
Τη  μεγάλη λεκάνη των ρούχων, ήθελε να τη γεμίζεις νερό να πλατσουρίζει, να ταξιδεύει τα καραβάκια του, να βουτάει ολόκληρος μέσα. Λάτρευε το νερό. «Ο καλύτερος στο πρόσθιο», σου είπε ο προπονητής στο κολυμβητήριο, «πάμε για πρωταθλητές». Δεν είπες το παραμικρό. Εσύ ήθελες απλά να μάθει καλό μπάνιο να μην πνιγεί. Να μην πνιγεί. 

Δεν είχε παιδιά συνομήλικά του στη γειτονιά και συ έβγαινες στο δρόμο μαζί του, στήνατε τους βόλους στη σειρά. Ποτέ δεν στόχευες καλά, νομίζω ότι το ‘κανες επίτηδες να κερδίζει, να γελάει και να χαίρεται. Πήγες στο γειτονικό ξυλουργείο και σου έφτιαξαν ένα πατίνι, όπως τα πατίνια που έφτιαχναν τα αγόρια της οικογένειάς σου. Πόσο τα ζήλευες. Δεν σου το έδιναν να κάνεις και συ λίγο, «είσαι κορίτσι», έλεγαν. Το χάρηκε τόσο! γελούσατε, γελούσατε, γελούσατε μέχρις δακρύων, όταν έκανες και συ ένα γύρο.


Φόρεσες κόκκινο φουστάνι στα γενέθλιά του∙  δεν ήταν το αγαπημένο σου χρώμα, όμως τ’ αγόρασες γιατί ήξερες ότι θα χαρεί. Και πράγματι, δεν ξεχνάς το γέλιο του, τα αστραφτερά του δόντια, την μεγάλη αγκαλιά, των είκοσι χρόνων του, που σ’ έκλεισε σφιχτά και είπε, «Σου πάει ρε μάνα». 

Η χαρά του για τον έρωτα μιας συμφοιτήτριάς του, έγινε και δική σου∙ σκεφτόσουν πάντα να έχει συντροφιά, φοβόσουν τη μοναξιά. Τη μοναξιά του. Θυμάσαι όταν του ‘φερες ένα άσπρο κουτάβι;, το ‘χες βρει πεταμένο να κλαψουρίζει στον κάδο σκουπιδιών.  τ’ αγκάλιασε, το χουχούλιασε και είπε, «πρέπει να βρούμε άλλο ένα να μην είναι μονάχο∙» κάτι σου τσίμπησε την καρδιά τον είχες αφήσει μόνο, ένιωσες να σε μπατσίζει η λέξη μοναξιά.

Κατάργησες γιορτές, μέρες, νύχτες, ώρες, χρόνια, που σου έγδερναν τη σκέψη, εσύ ασάλευτη στην δική σου στόχαση, στην  πορεία την καθημερινή, να μην χάσει το λουλούδι το χρώμα του. Η εμμονή σου να αγνοείς, να αδιαφορείς στις ξινές φωνές να ξεχάσεις. Θέλεις τη ζωή, θέλεις τη σκέψη, τη μνήμη ζωντανή∙ όλα τα αγαπημένα τα ‘χεις  κλεισμένα σ’ έναν κύκλο, και ευτυχισμένη περιστρέφεσαι γύρω τους.

*
Κυρτή προχωράς με το κόκκινο φουστάνι σου∙ σου φάρδυνε, χρόνια αφόρετο. Τύλιξες το μίσχο της κόκκινης καμέλιας σε υγρό βαμβάκι, έφτιαξες ένα χωνί από αλουμινόχαρτο και το ‘βαλες μέσα, πήρες το κουτί με μπισκότα για άνθρωπο και ένα ακόμα με μπισκότα για σκύλο. Έγειρες την πόρτα, προχώρησες το δρόμο για το σταθμό. Λίγο παρακάτω ο ξερακιανός γεροζητιάνος, με το χαρτόνι «πεινάω», κρεμασμένο στο στήθος του.  Παραδίπλα ο σκύλος να γλύφει ασταμάτητα τα πληγιασμένα γυμνά πόδια του ζητιάνου. Αφήνεις τα κουτιά στα χέρια του. Ο γέρος ταϊζει πρώτα τον σωματώδη σκύλο του.
Το κεφάλι σου γέρνει, δεν το αισθάνεσαι, χθες πονούσε∙ Σπρώχνεις κόσμο να φτάσεις γρήγορα. Φτάνεις∙ ίδιες κινήσεις∙  χώνεις το λουλούδι μες την τρύπα. Τέλεια εφαρμογή.

Τα μάτια σου, η μύτη σου, τ’ αυτιά σου ματώνουν.  φωνές  κόσμου σαν βούισμα μελισσών, σαν τιτιβίσματα πουλιών. Τον βλέπεις και γελάς δυνατά ακούγοντάς τον, «Σου πάει ρε μάνα το κόκκινο».







Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Μπονσάι, του Αλεχάντρο Σάμπρα



                                    μπονσάι
         του Αλεχάντρο Σάμπρα (γεν. 1975-Σαντιάγκο-Χιλή)


Ο Αλεχάνδρο Σάμπρα είναι κριτικός λογοτεχνίας, εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας στο χιλιανό τύπο και διδάσκει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Ντιέγο Πορτάλες.
Το μπονσάι είναι το πρώτο του μυθιστόρημα και γνώρισε εγκωμιαστική υποδοχή από τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό.
Έχει δημοσιεύσει δυο ποιητικές συλλογές και το 2007 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του, κατά έναν τρόπο συνέχεια του «Μπονσάι», με τον τίτλο «Η ιδιωτική ζωή των δέντρων».

    (από το planodion) :
  Πέδρο ντὲ Μιγκέλ (Pedro de Miguel): Μικροδιήγημα: Αὐτὴ ἡ λιλιπούτεια τέχνη  Ἕ­να φαι­νό­με­νο κα­θό­λου νέ­ο στὴ λο­γο­τε­χνί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὡ­στό­σο φαί­νε­ται νὰ γί­νε­ται δη­μο­φι­λὲς κα­τὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μι­σὸ αἰ­ώ­να, ἀ­πὸ τὴν πέ­να δι­α­κε­κρι­μέ­νων συγ­γρα­φέ­ων μυ­θο­πλα­σί­ας τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ὅ­πως οἱ Μπόρ­χες, Κορ­τά­σαρ, Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Ἀ­ρε­ό­λα, Ντε­νέ­βι καὶ Μον­τε­ρό­σο. Για­τὶ, ἂν καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­ναι ἄ­γνω­στο σὲ κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς σύγ­χρο­νες λο­γο­τε­χνί­ες —ἀρ­κεῖ νὰ θυ­μη­θοῦ­με τὴν πα­ρά­ξε­νη ὀ­μορ­φιὰ τῶν σύν­το­μων δι­η­γη­μά­των τοῦ Κάφ­κα ἢ τὸ ἀ­νε­κτί­μη­το χι­οῦ­μορ τῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ Σλά­βο­μιρ Μρό­ζεκ—, φαί­νε­ται ὅ­τι κά­νει πιὸ δυ­να­μι­κὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, ὅ­που ἐ­πί­σης ἔ­γι­νε προ­σπά­θεια νὰ θε­με­λι­ω­θεῖ θε­ω­ρη­τι­κὰ καὶ νὰ δι­α­χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ πα­ρό­μοι­α εἴ­δη. Ἀ­πὸ τὴν Ἰ­σπα­νί­α δὲν λεί­πουν λαμ­πρὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα συγ­γρα­φέ­ων ποὺ καλ­λι­έρ­γη­σαν τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, ὅ­πως ὁ Λου­ὶς Μα­τέ­ο Ντί­εθ, ὁ Μὰξ Ἄ­ουμπ, ὁ Ἀν­τό­νιο Πε­ρέ­ι­ρα…, ἐ­νῶ εἶ­ναι σπά­νια ἡ πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν κα­τα­πια­στεῖ μα­ζί του ἔ­στω μιὰ φο­ρά.
       Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει τὶς ρί­ζες του, ὅ­πως καὶ ὅ­λα τα εἴ­δη λο­γο­τε­χνί­ας, στὶς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις, μὲ τὴ μορ­φὴ μύ­θων καὶ ἀλ­λη­γο­ρι­ῶν καὶ ἀ­πο­κτᾶ ὑ­πό­στα­ση κα­τὰ τὸ Με­σαί­ω­να μέ­σῳ τῆς δι­δα­κτι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τλεῖ τὸ ὑ­λι­κό της ἀ­πὸ θρύ­λους, αἰ­νίγ­μα­τα καὶ πα­ρα­βο­λές. Ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὅ­τι τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι μιὰ ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἀ­σι­α­τι­κοῦ χα­ϊ­κοῦ σὲ πε­ζὸ λό­γο, ἐ­νῶ ἄλ­λοι πι­στεύ­ουν ὅ­τι προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τύμ­βια λο­γο­τε­χνί­α.




Ένα μυθιστόρημα μικρής φόρμας, ένα διήγημα μινιατούρα σε πέντε κεφάλαια, ένα βιβλιαράκι 100 σελίδων περίπου, που έχει μέσα του μια μυθιστορία συμπυκνωμένη σαν ένα ποίημα Χάικου, ή αν θέλετε ένα πελώριο δέντρο που το σμικρύνεις ίσα να χωράει στην παλάμη σου, μια τεχνική που θέλει γνώσεις, υπομονή, επιμονή, αγάπη, φαντασία και έρωτα, θα έλεγα, αφού μεγαλώνοντάς το  παραμερίζεις τα βάσανα της ζωής, τον ψυχικό πόνο του χωρισμού σου, μένεις με τον εαυτό σου και με σκοπό να μεταμορφώσεις, ως δια μαγείας, το προορισμένο σε μεγάλες διαστάσεις, μικρό μεν αλλά με την ίδια αξία και σπουδαιότητα έργο.

Ο Συγγραφέας με την πρώτη παράγραφο, μέσα σε οχτώ σειρές μας λεει την ιστορία: αρχίζοντας από το τέλος,  το κορίτσι πεθαίνει, το αγόρι μένει μόνο, αν και ήταν μόνο από τότε που χώρισαν και μαθαίνει το θάνατό της ένα ή ενάμιση χρόνο αργότερα.

«Στο τέλος εκείνη πεθαίνει κι εκείνος μένει μόνος, αν και στην πραγματικότητα είχε μείνει μόνος πολλά χρόνια πριν πεθάνει εκείνη, η Εμίλια. Ας πούμε πως εκείνη λέγεται ή λεγόταν Εμίλια και πως εκείνος λέγεται λεγόταν και εξακολουθεί να λέγεται Χούλιο. Χούλιο και Εμίλια. Στο τέλος η Εμίλια πεθαίνει και ο Χούλιο δεν πεθαίνει. Τα υπόλοιπα είναι λογοτεχνία».

Ο Σάμπρα γράφει την περίληψη μιας μυθιστορίας με αποδοχή στον αναγνώστη, να διαβάζει, να κρίνει ή να συγγράφει το έργο.

Ένας έρωτας δυο νέων, συμφοιτητών, που διεγείρονται σεξουαλικά διαβάζοντας λογοτεχνία∙ που διεγείρονται μιλώντας «γυμνά» για περασμένα, λυπημένα και αποκαρδιωμένα, που ταυτίζονται με την αλήθεια της ψυχής τους, μέχρι που διαμορφώνονται  σε «μάζα». Όμως ένα ψέμα χαλάει τη «συνταγή της αλήθειας τους», είπαν ότι έχουν διαβάσει το «αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ∙ διάβασαν μέχρι τη σελίδα 373, που λεει: «η γνώση δεν σου επιτρέπει πάντα να εμποδίζεις κάτι, αλλά τουλάχιστον όσα γνωρίζουμε τα κρατούμε, αν όχι στα χέρια μας, τουλάχιστον στη σκέψη μας, όπου τα τακτοποιούμε όπως θέλουμε, και μας δίνεται έτσι η αυταπάτη πως με κάποιο τρόπο τα ελέγχουμε». Και όπως λεει ο συγγραφέας  «Η γνώση δεν σου επιτρέπει πάντα να μποδίζεις κάτι, αλλά υπάρχουν αυταπάτες, κι αυτή η ιστορία που γίνεται σιγά σιγά μια ιστορία από αυταπάτες...» Έτσι ενδόμυχα ξέρουν ότι χωρίζουν, η φαντασίωσή τους ήταν  να τελειώσουν τον Προυστ. Χώρισαν και το βιβλίο έμεινε ανοιχτό στη σελίδα 373.


            Σελ: 18. Ο Χούλιο απέφευγε τις σοβαρές σχέσεις, κρυβόταν, όχι από τις γυναίκες, αλλά από τη σοβαρότητα, μια και ήξερε πως η σοβαρότητα είναι εξίσου αν όχι και πιο επικίνδυνη από τις γυναίκες.
            Σελ: 25. όταν ο Χούλιο ερωτεύτηκε την Εμίλια, κάθε χαρά και κάθε πόνος που είχαν προηγηθεί της χαράς και του πόνου που του πρόσφερε η Εμίλια μετατράπηκαν σε απλές απομιμήσεις της αληθινής χαράς και του αληθινού πόνου.
            Σελ: 28. ... στην ιστορία της Εμίλιας και του Χούλιο υπάρχουν περισσότερες αποσιωπήσεις παρά ψέματα, και λιγότερες αποσιωπήσεις παρά αλήθειες, αλήθειες απ’ αυτές που αποκαλούνται απόλυτες και συνήθως προξενούν αμηχανία.
            Σελ. 70. Υπάρχει ένας παλμός όταν γράφεις στο χαρτί, ο θόρυβος του μολυβιού. Μια παράξενη ισορροπία μεταξύ αγκώνα, παλάμης και μολυβιού.
            Σελ. 71. Και το να είσαι γέρος είναι μειονέκτημα. Γιατί οι γέροι είμαστε αδύναμοι κι έχουμε ανάγκη όχι μόνο τα εγκώμια των νέων, κατά βάθος έχουμε ανάγκη το αίμα τους.
            Σελ. 93. Το να φροντίζεις ένα μπονσάι είναι σαν να γράφεις, σκέφτεται ο Χούλιο. Το να γράφεις είναι σαν να φροντίζεις ένα μπονσάι, σκέφτεται ο Χούλιο.








Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Ίδε ο άνθρωπος! Από τον Θοδωρή Αντωνόπουλο



Ίδε ο άνθρωπος! Από τον Θοδωρή Αντωνόπουλο

Κάθε που κάποιοι αφιονισμένοι μακελεύουν κόσμο στο όνομα ενός βλάσφημου Αλλάχ, κάποιοι άλλοι τάχα μου πιο "πολιτισμένοι" βρίσκουν αφορμή να προπαγανδίσουν πολιτικές της βίας, του μίσους και του σκοταδισμού, συναγωνιζόμενοι επάξια σε μισαλλόδοξο λόγο τους πρώτους. Aκόμη κι αν η Ευρώπη (ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα) αποτελούσε υπόδειγμα δημοκρατίας, ελευθερίας, σεβασμού και μη επέμβασης, είναι απίθανο να την έβγαζε καθαρή σε καιρούς ταραγμένους. Ο φανατισμός, το μίσος κι ο φθόνος για το διαφορετικό, το ανοίκειο, θα βρίσκανε πάντα την πρόφαση, όπως τη βρίσκουν παντού και πάντα. Aκόμη κι αν η Ευρώπη (ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα) αποτελούσε υπόδειγμα δημοκρατίας, ελευθερίας, σεβασμού και μη επέμβασης, είναι απίθανο να την έβγαζε καθαρή σε καιρούς ταραγμένους. Ο φανατισμός, το μίσος κι ο φθόνος για το διαφορετικό, το ανοίκειο, θα βρίσκανε πάντα την πρόφαση, όπως τη βρίσκουν παντού και πάντα. Οι νεκροί, κοντά τριάντα. Οι τραυματίες, εκατοντάδες. Οι δοκιμασίες για τις ελευθερίες, τα δικαιώματα, τους θεσμούς, την «ανοικτή κοινωνία» και γενικότερα το ευρωπαϊκό «κεκτημένο», ανυπολόγιστες. Η νέα τρομοκρατική επίθεση του ISIS στις Βρυξέλλες, την οιωνεί πρωτεύουσα της ΕΕ, ήρθε να υπενθυμίσει ότι ο ανελέητος πόλεμος «όλων εναντίον όλων» που μαίνεται χρόνια τώρα στην Εγγύς Ανατολή δεν έχει γεωγραφικό περιορισμό – τα συνεχόμενα χτυπήματα όχι μόνο σε ευρωπαϊκές αλλά επίσης σε ασιατικές κι αφρικανικές χώρες, ακόμα και στις ΗΠΑ σαν «απάντηση» στις συμμαχικές επιχειρήσεις εναντίον του Ισλαμικού Κράτους και των συμμάχων του, του δίνουν διαστάσεις ενός ιδιότυπου Γ' Παγκοσμίου Πολέμου δίχως ξεκάθαρους «κακούς» και «καλούς» αλλά με τις ίδιες «παράπλευρες απώλειες»: τους αθώους, τους άμαχους, τους πιο αδύναμους. Και, όπως κάθε φορά που κάποιοι αφιονισμένοι μακελεύουν αδιάκριτα άσχετο κόσμο (μέχρι κι ομόθρησκούς τους) στο όνομα ενός βλάσφημου Αλλάχ, κάποιοι άλλοι τάχα μου πιο "πολιτισμένοι" βρίσκουν αφορμή να προπαγανδίσουν πολιτικές της βίας, του μίσους και του σκοταδισμού, συναγωνιζόμενοι επάξια σε μισαλλόδοξο λόγο τους πρώτους. Η Ευρώπη γίνεται μια ήπειρος ολοένα πιο φοβική, οι δημοκρατικές και δικαιωματικές «εκπτώσεις» στο όνομα της ασφάλειας ολοένα πιο αυτονόητες, η ακροδεξιά προελαύνει δυναμικά στο πολιτικό σκηνικό, η Συνθήκη της Γενεύης πάει περίπατο, οι πρόσφυγες κι οι μετανάστες – όχι μόνο οι «στρατιές» που έρχονται αλλά κι όσοι είναι γενιές τώρα Ευρωπαίοι πολίτες -, «μπαλάκι του γκολφ». Και, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, οργιάζουν η – απλά αφελής ή, το συνηθέστερο, τεχνηέντως κατευθυνόμενη - παραπληροφόρηση, η παραφιλολογία και η συνωμοσιολογία που με τη δύναμη του Διαδικτύου γιγαντώνονται. Πρώτοι δε συνήθως στοχοποιούνται οι ψυχραιμότεροι, οι συνετότεροι, οι πιο μετριοπαθείς, όσοι οι εκάστοτε φανατικοί δυσκολεύονται να κατηγοριοποιήσουν. Δεν ξέρω σε ποια κατηγορία ανήκω προσωπικά. Όμως: «Τι να κάνουμε;». Ειδικός δεν είμαι, ούτε βγάζω στο πι και φι βαθυστόχαστες αναλύσεις. Όντας όμως άνθρωπος, έστω από τους χειρότερους, αρνούμαι να αφεθώ στο κακό το ρέμα, να μοιάσω στο τέρας που αντιπαλεύω. Η κουλτούρα μου δεν είναι αυτή της αλαζονείας, του μίσους και του φόβου αλλά εκείνη της κατανόησης, της αλληλεγγύης και της συνύπαρξης. Αυτά είναι, θαρρώ, τα αποτελεσματικότερα όπλα στη μάχη κατά της τυφλής βίας, της μισανθρωπίας και του φονταμενταλισμού, όποιο «κοστούμι» κι αν φοράνε. α) Δεν θα ταυτίσω επ' ουδενί τους ανθρώπους που φεύγουν να σωθούν από τον πόλεμο με τους ισλαμοφασίστες, ούτε θα δικαιολογήσω παρελκυστικές πολιτικές «απόρθητου φρουρίου» και κλειστών συνόρων. Άλλωστε, αν και οι δράστες της τελευταίας επίθεσης δεν είναι ακόμα γνωστοί, οι περισσότεροι που επιχείρησαν παρόμοιες επιθέσεις στη Δύση ήταν «ντόπιοι», γεννημένοι στην Ευρώπη, όχι «εισαγόμενοι». Είμαι κιόλα βέβαιος ότι αν κάποια ομάδα προσφύγων εντόπιζε τζιχαντιστή στις τάξεις της, πρώτοι εκείνοι θα τον κατήγγειλαν ή θα τον εξουδετέρωναν. Όχι, ο Χασάν που γνώρισα στη Βικτώρια και ήθελε να σπουδάσει οδοντίατρος, η Γκαζάλ που συνάντησα στο Πεδίο και ήθελε να ασχοληθεί με γραφιστική, ο μικρός της αδερφός που ονειρευόταν να γίνει πιλότος, η καθώς πρέπει οικογένεια Σύρων που αρνήθηκε ευγενικά τα λίγα εφόδια που τους πρόσφερα γιατί «είχαν ήδη αρκετά γι΄αυτούς», δεν είναι οι άπιστοι «Αγαρηνοί» που απειλούν τα ιερά και όσια του ξεθωριασμένου μας πολιτισμού. Όπως φυσικά δεν είναι μήτε το μουτρωμένο προσφυγάκι στην Ειδομένη με το χαρτόνι που έγραφε "Sorry for Brussels" - φωτογραφία που και "στημένη" να ήταν, καθώς είπαν μερικοί, πάλι μια αλήθεια εξέφραζε. β) Με την ίδια λογική, δεν θα σπεύσω να αποδώσω μια φασίζουσας λογικής συλλογική ευθύνη στους Ευρωπαίους, τους Αμερικανούς ή όποιους άλλους για τις αναμφισβήτητα μεγάλες ευθύνες των κυβερνήσεών τους στους πολέμους της Ανατολής εν είδει προπατορικού αμαρτήματος. Να πω «καλά τους κάνανε», όπως με περισσή ευκολία λένε ακόμα κι άνθρωποι που δεν θα μπορούσαν να ζήσουν ούτε μέρα μακριά από τον λεγόμενο δυτικό τρόπο ζωής, με όλα τα καλά και τα στραβά του. Ούτε θα συμμεριστώ το ευκολάκι "για όλα φταίνε οι ξένοι", αν δεν βρίσκανε, δεν θα κάνανε. Ναι, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί είμαστε συνυπεύθυνοι για βομβαρδισμούς, επεμβάσεις, εκατόμβες νεκρών, στήριξη ολοκληρωτικών αλλά "δικών μας" καθεστώτων, την προσφυγιά, την ίδια την ύπαρξη και μακροημέρευση του ISIS, τα αυξημένα ρατσιστικά και ξενοφοβικά αντανακλαστικά των κοινωνιών της, όμως η Ευρώπη (κι η Αμερική επίσης) είναι πολλά περισσότερα – και φωτεινότερα, όπως η διαρκής αμφισβήτηση του ίδιου του εαυτού της «από τα μέσα» που ενίοτε τη σώζει και παραδειγματίζει. Ο φίλος μου ο Πάτρικ στις Βρυξέλλες, ο Ζαν στο Παρίσι, η Αντρέα στο Βερολίνο, ο Μπράιαν στο Χιούστον – άνθρωποι δημιουργικοί, ανοιχτόμυαλοι, κοσμοπολίτες – είναι εξίσου «σύντροφοι» και τρανταχτά αθώοι με τον Χασάν, τον μικρό Αφγανό, την Γκαζάλ και την οικογένεια του κυρίου Χαλίλ. γ) Με όλη την κριτική που επίσης ασκώ στις θρησκείες, δεν νομίζω ότι το πρόβλημα είναι η ύπαρξη αλλά η ερμηνεία τους για το καλύτερο ή το χειρότερο, όπως ακριβώς συμβαίνει με τις διάφορες φιλοσοφίες και ιδεολογίες. Ανθρώπινες κατασκευές δεν είναι κι αυτές; Δεν θα χαρακτηρίσω οπότε το Ισλάμ «θρησκεία φανατικών», τουλάχιστον όχι λιγότερο από όσο είναι, δυνάμει, όλες σχεδόν οι υπόλοιπες. Υπάρχουν συγκεκριμένοι οικονομικοί και πολιτικοινωνικοί λόγοι που θέριεψαν τις τελευταίες δεκαετίες τον τζιχαντισμό, ένα φαινόμενο που για αιώνες είχε σχεδόν ξεχαστεί στον μουσουλμανικό κόσμο. Μήτε καν πιστεύω ότι οι περισσότεροι τζιχαντιστές ηγέτες είναι πραγματικά τόσο θρήσκοι – επιτήδειοι τυχοδιώκτες, εξουσιομανείς απατεώνες είναι, εκμαυλιστές και προαγωγοί απελπισμένων ψυχών που ταυτίζουν τις εντελώς υλικές επιδιώξεις τους με το θέλημα κάποιου θεού - το είδαμε δα συχνά το έργο αυτό στην ιστορία με «πεφωτισμένους» πολέμαρχους διαφόρων δογμάτων. δ) Φυσικά και παίζονται «χοντρά» και καθόλου αθώα οικονομικά, στρατιωτικά και γεωπολιτικά παιχνίδια στην Εγγύς Ανατολή - όπως εξάλλου και στο προσφυγικό - με πολλούς εμπλεκόμενους κι αποδέκτες, από κέντρα εξουσίας και κυβερνήσεις μέχρι «βαριές» βιομηχανίες και πολυεθνικές. Αλλά ακόμη κι αν η Ευρώπη (ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα) αποτελούσε υπόδειγμα δημοκρατίας, ελευθερίας, σεβασμού και μη επέμβασης, είναι απίθανο να την έβγαζε καθαρή σε καιρούς ταραγμένους. Ο φανατισμός, το μίσος κι ο φθόνος για το διαφορετικό, το ανοίκειο, θα βρίσκανε πάντα την πρόφαση, όπως τη βρίσκουν παντού και πάντα. Κάτι που βέβαια μπορεί να ισχύει και αντίστροφα... ε) «Τι να κάνουμε;». Ειδικός δεν είμαι, ούτε βγάζω στο πι και φι βαθυστόχαστες αναλύσεις. Όντας όμως άνθρωπος, έστω από τους χειρότερους, αρνούμαι να αφεθώ στο κακό το ρέμα, να μοιάσω στο τέρας που αντιπαλεύω. Η κουλτούρα μου δεν είναι αυτή της αλαζονείας, του μίσους και του φόβου αλλά εκείνη της κατανόησης, της αλληλεγγύης και της συνύπαρξης. Αυτά είναι, θαρρώ, τα αποτελεσματικότερα όπλα στη μάχη κατά της τυφλής βίας, της μισανθρωπίας και του φονταμενταλισμού, όποιο «κοστούμι» κι αν φοράνε. Αυτά κι όχι η οργουελική μπότα που πατάει σε κάποιο ανθρώπινο πρόσωπο ή τα διάφορα επιλεκτικά, ανώδυνα "Je suis".

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ του Colm Toibin (γεν. 1955, Εννισκόρθι- Ιρλανδίας)



                                              

                                                Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
                                 του Colm Toibin (γεν. 1955,  Εννισκόρθι- Ιρλανδίας)

                                                       εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ


Ο Κολμ Τομπίν, έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα και δοκίμια. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Μαν Μπούκερ, το 2004,  με το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο IMPAC-DUBLIN. Επίσης  είναι υποψήφιος, για τρίτη φορά, του βραβείου «Μπούκερ» για το βιβλίο του «Η Διαθήκη της Μαρίας».   
Επιπλέον το μυθιστόρημά του «Brooklyn» βραβεύτηκε με το βραβείο COSTA και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο.

Βιβλία του:
-Χένρι Τζέιμς, ο Δάσκαλος
-Μητέρες και γιοι
-Μπρούκλιν
-Νότος
   κ.α..

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, γλαφυρή γλώσσα, με θέμα την αποξένωση της μάνας από τον ενήλικα γιο της.
Αβάσταχτη η μοναξιά της μάνας, ηρωίδας του βιβλίου, από το δούναι και λαβείν  της τρυφερότητας κατά τη νηπιακή και παιδική ηλικία του παιδιού της –ως και των περισσοτέρων μανάδων- θα έλεγα.
Στα γεράματα κλεισμένη στις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού της, πενθεί τη φρικαλέα θανάτωσή του γιου της.  Στο δωμάτιό του υπάρχει η καρέκλα του που όχι μόνο δεν επιτρέπει σε κανέναν να την αγγίξει, αλλά απειλεί με μαχαίρι όποιον την παρακούσει, γιατί «ανήκει στη μνήμη, ανήκει σ’ έναν άνθρωπο που δεν θα γυρίσει, που το σώμα του είναι πια χώμα, αλλά που  κάποτε διαφέντευε το σύμπαν».  Δεν θα γυρίσει.
Ο Τομπίν έγραψε μια φανταστική ιστορία με πρόσωπα από την καινή διαθήκη και συγκεκριμένα του Ιησού και της μητέρας του Μαρίας∙  οπωσδήποτε δεν έχει να κάνει με την αγιότητα των δυο αυτών προσώπων όπως περιγράφονται στα Ευαγγέλια, στις αποστολικές επιστολές, καθώς και σε χριστιανικές πηγές, αλλά σε ένα μονόλογο μιας γερασμένης και πονεμένης μάνας, που αναθυμάται τον βασανισμό και τον μαρτυρικό θάνατο του γιου της πάνω στο σταυρό. Έτσι, έχουμε εικόνες της Ιερουσαλήμ κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, όπου οι παραβάτες του νόμου, όπως ληστές, στασιαστές, ανατρεπτικοί και άλλοι,  τιμωρούνται με σταύρωση. Ο Ιησούς καταδικάστηκε να σταυρωθεί, διότι ασέβησε στα θεία, σύμφωνα με τις ιουδαïκές αρχές, διακηρύττοντας ότι είναι υιός του Θεού καθώς και ως ανατρεπτικός εφ’ όσον ισχυριζόταν ότι είναι ο βασιλιάς των ιουδαίων.
Ο συγγραφέας σε πολλά του έργα έχει αναφερθεί στις σχέσεις μάνας-γιου. Στην περίπτωση της «Διαθήκης της Μαρίας», όπως αναφέρει και η μεταφράστρια του έργου Αθηνά Δημητριάδου στο εξαίρετο επίμετρό της, δείχνει τη στενοχώρια τής μάνας για την αποκοτιά του παιδιού της να αυτοαποκαλείται «υιός του Θεού» και να το πληρώνει με το θάνατό του. Όλα αυτά παραπέμπουν να δούμε τον ήρωα σα μαχητή του IRA, μια και (όπως γράφει στο εσώφυλλο του βιβλίου) η οικογένειά του συγγραφέα ήταν ιδιαιτέρως πολιτικοποιημένη, δεδομένου ότι ο παππούς του και ένας θείος του ήταν μέλη του IRA.
Ας ακούσουμε τώρα το μονόλογο της γερασμένης μάνας, που μας αφηγείται με λεπτομέρειες τον κόσμο που βρίσκεται σε αναταραχή, εκείνη την εποχή, «το τέλος μιας  εποχής», μια και τίποτα δε μένει αμετάβατο.
Η Μαρία, μάνα του εσταυρωμένου, νιώθει αβάσταχτο πόνο όχι μόνο για το χαμό του παιδιού της, αλλά για τις ερινύες  που την καταδιώκουν, γιατί λάκισε λίγο πριν εκείνος εκπνεύσει και δεν τον πήρε αγκαλιά και μετά να τον θάψει όπως  οι κανόνες της πίστης της υπαγορεύουν και όλα αυτά γιατί φοβήθηκε τη σύλληψή της από τους σπιούνους της χώρας, που καραδοκούσαν.
Στην αρχή του έργου, μας λεει το πόσο ενοχλείται από τους γραφιάδες, που έρχονται καθημερινά στο σπιτικό της και της ζητάνε επίμονα να πει λεπτομέρειες, όπως εκείνοι απαιτούν και ευαγγελίζονται, για να αλλάξουν τον κόσμο, όπως λένε,  και όχι όπως η ίδια θυμάται πολλά από τα γεγονότα και συγκεκριμένα της ανάστασης του Λάζαρου, το γάμο στην Κανά της Γαλιλαίας, και της σταύρωσης του γιου της στην Ιερουσαλήμ. Εκνευρίζονται με τα λόγια της αν και απαλαίνουν τη φωνή τους στις ερωτήσεις τους, όμως έχουν κάτι τραχύ, κάτι βάρβαρο  και αδηφάγο, που το γνωρίζει καλά, το οσμίζεται στον αέρα, όπως οσμίζεται το ζώο που το κυνηγούν. Όμως εκείνη δεν φοβάται πια, αν και της αρέσει που φροντίζουν για την προστασία της, τη διατροφή και το ντύσιμό της. Όσα δε θέλει να ειπωθούν μένουν καλά φυλαγμένα μέσα της και κείνα που οι ακόρεστες ανάγκες τους επιζητούν δεν τα εισπράττουν, γιατί είναι ασύστολα ψέματα, όπως ότι ο γιος της, ως γιος Θεού ενανθρωπίστηκε και μια νέα εποχή μια νέα θρησκεία ανατέλλει..

Σελ. 11:  υπήρξε μια εποχή που νόμιζα ότι στ’ αλήθεια δεν είχα πια άλλα δάκρυα μέσα μου, ότι το απόθεμά μου είχε ξοδευτεί, ευτυχώς όμως κάτι τέτοιες ανόητες σκέψεις δεν μένουν για πολύ, η αλήθεια δεν αργεί να βγει στην επιφάνεια. Δάκρυα υπάρχουν πάντα, αν τα έχεις πραγματική ανάγκη.

Σελ. 23: όλη μου τη ζωή την λάτρευα την ημέρα του Σαββάτου. Η καλύτερη περίοδος ήταν τότε που ο γιος μου ήταν οκτώ εννέα ετών...  Ήταν γαλήνια τα πρωινά...  Ήταν οι ώρες που επικρατούσε η σιγαλιά και η ηρεμία, οι ώρες που κοιτάζαμε μέσα μας και σχεδόν αδιαφορούσαμε για το θόρυβο του έξω κόσμου ή για τα σημάδια που είχαν αφήσει πάνω μας οι προηγούμενες μέρες.          

Σελ. 73: ο Πιλάτος μπήκε στο κτίριο, και στον κόσμο γύρω μας σαν κάτι να άλλαξε, οι κουβέντες και οι ψίθυροι κόπασαν...... Έπιανα στον αέρα μια δίψα για αίμα....... από πλήθος που έκανε ό,τι του έλεγαν είχαν γίνει όχλος σε αναζήτηση της απροσμέτρητης ικανοποίησης που γεννούν μονάχα οι σκληριές του πόνου, η κατασπαραγμένη σάρκα, τα τσακισμένα κόκαλα.

Σελ. 105: «ήμουν εκεί», είπα. «Το έβαλα στα πόδια προτού τελειώσει, αλλά αν χρειάζεστε μάρτυρες, τότε βάλτε με κι εμένα. Όμως ένα πράγμα έχω να σας πω τώρα που μου λέτε ότι ο γιος μου έσωσε τον κόσμο. Λέω λοιπόν ότι δεν άξιζε τον κόπο. Δεν άξιζε τον κόπο».