Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

ΜΙΛΗΣΕ, ΜΝΗΜΗ του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

                                          ΜΙΛΗΣΕ, ΜΝΗΜΗ
                του  Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ                                             
γεν.1899 Αγία Πετρούπολη, Ρωσία - απεβίωσε 1977  Μοντρέ- Ελβετίας.

 Μυθιστοριογράφος, ποιητής, συγγραφέας, ζωολόγος, εντομολόγος, μεταφραστής, θεατρικός συγγραφέας, αυτοβιογράφος, σεναριογράφος, καθηγητής πανεπιστημίου και κριτικός λογοτεχνίας.
Το 1919 έφυγε από τη Ρωσία. Σπούδασε για τέσσερα χρόνια ρωσική και γαλλική λογοτεχνία στο Τρίνιτι Κόλετζ του Καίμπριτζ και έζησε στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Ελβετία και στις ΗΠΑ απομονωμένος, γράφοντας πρωτότυπα πεζογραφήματα και μεταφράζοντας έργα του Πούσκιν. Έγραψε μυθιστορήματα, όπως «Λολίτα», «Το δώρο», «Απελπισία», «Άντα», «Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ».
Αναζητούσε την αισθητική ευδαιμονία, έδειχνε τρυφερότητα για τα πράγματα που συνήθως οι άλλοι αδιαφορούσαν. Τα βιβλία του ήταν θρίλερ, αστυνομικά μυθιστορήματα, ρομαντικά μυθιστορήματα, κάτι ανάμεσα στην παρωδία και την κοινοτοπία.
Το σπίτι του στην Αγία Πετρούπολη λειτουργεί σήμερα ως μουσείο.
                                    ….----….----….

Εξαιρετική η εισαγωγή του έργου από τον Μισέλ Φάις  (συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, δάσκαλος δημιουργικής γραφής, επιμελητής βιβλίων).

Λυρική και κινηματογραφική, θα’ λεγα,  η γραφή του Ναμπόκοφ. Μέσα σε δεκαπέντε κεφάλαια, αναμνήσεις ζωής τριάντα επτά χρόνων και χώρων. Θαυμάζεις τη γλώσσα που κυλάει ρυθμικά, τοποθετεί με επιτηδειότητα την κάθε λέξη, την κάθε φράση. Σφύζει από αισθήματα, γεγονότα ιστορικά, πολιτικά,  εικόνες μαγευτικές της φύσης, παντρεύει το παρελθόν με το παρόν και αντίστροφα, αναπολεί τα παιδικάτα του με λατρεία και τον κυριεύει ο τρόμος του τίποτα, της αβύσσου, όταν βλέπει οικογενειακές ταινίες που γυρίστηκαν λίγες βδομάδες πριν γεννηθεί. Κόσμος λοιπόν ίδιος και απαράλλαχτος χωρίς αυτόν, αλλά κι ο ίδιος κόσμος μετά απ’ αυτόν.
Γνήσια δίδυμα τα εκατέρωθεν σκοτάδια, κι όμως ο άνθρωπος, κατά κανόνα, αντικρίζει την προγενέθλια άβυσσο πιο ήρεμα απ’ ό,τι την άλλη, προς την οποία οδεύει.
Ο Ναμπόκοφ περνάει ευτυχισμένα παιδικά χρόνια στο μεγάλο τους κτήμα  λίγο έξω από την Πετρούπολη. Στην αριστοκρατική τάξη της Ρωσίας ανήκε η οικογένειά του και το 1919 διαφεύγουν στο Βερολίνο, λόγω της σοβιετικής επανάστασης. Σπουδάζει στο Κέμπριτζ λογοτεχνία και τον διακρίνει η αγάπη του για τη συλλογή πεταλούδων και μετέπειτα πάθος για την εντομολογία. Στο Βερολίνο σκοτώνουν τον πατέρα του Ρώσσοι εξτρεμιστές.
Στο Βερολίνο παντρεύεται  και το 1937 καταφεύγει με την οικογένειά του στο Παρίσι εξ αιτίας της Ναζιστικής τρομοκρατίας.
Μόλις ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος η οικογένεια Ναμπόκοφ καταφεύγει στις ΗΠΑ.
Έφυγε από τις ΗΠΑ για την Ελβετία, όπου έγραψε τα τελευταία του βιβλία και από εκεί πέρασε στην αθανασία.

Αναλαμπές στα παιδικάτα, όταν στρατηγός,  οικογενειακός τους φίλος, κλεισμένος στη στολή, που έτριζε ελαφρά, για να τον διασκεδάσει άπλωσε μια χούφτα σπίρτα στο ντιβάνι, πήρε δέκα τα έβαλε σε ίσια γραμμή το ένα μετά το άλλο και είπε «να η θάλασσα μπουνάτσα». Έσπρωξε μετά λίγο δυο δυο τα σπίρτα ώσπου στράβωσε η ευθεία και είπε «φουρτουνιασμένη θάλασσα». Ανακάτωσε τα σπίρτα να του δείξει κάτι άλλο, όμως τους διέκοψαν. Έτσι τα μαγικά σπίρτα είχαν χαθεί με το παιχνίδι και όπως λέει ο συγγραφέας:
 Το ν’ ακολουθεί τέτοιος θεματικούς σχηματισμούς μέσα στη ζωή του ανθρώπου, είναι ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου. 
Ανεξίτηλες οι παιδικές εντυπώσεις  για μια μαρμάρινη προτομή της Άρτεμης, για ένα κρυστάλλινο πασχαλινό αυγό, ο σιδηροδρομικός σταθμός, τα ξύλινα βαγόνια, οι ζωγραφιές της μάνας και το φιλί της για καληνύχτα, τα παραμύθια, οι εικονογραφημένες ιστορίες, τα ποδηλατοτρεχάματα, τα αυτοσχέδια παιχνίδια, οι περίπατοι στο δάσος του κτήματος, το κυνήγι της πεταλούδας, ο πρώτος έρωτας. Τα πρωινά παιγνιδίσματα κάτω από την κουβέρτα, το αρχοντόσπιτό τους, οι μόνιμοι πενήντα υπηρέτες τους, οι νταντάδες, οι οδηγοί της άμαξάς τους, οι γκουβερνάντες, οι δάσκαλοι  και οι δασκάλες στο σπίτι.

Διανθίσματα:
 Μεριμνούσε για το παρελθόν της με την ίδια αναθυμητική ζέση που τρέφω σήμερα εγώ για τη δική της εικόνα και το δικό μου παρελθόν. Κι έτσι κληρονόμησα κάτι σαν εξαίσιο ομοίωμα –το κάλλος της άυλης περιουσίας, του αναπόκτητου κτήματος.

..η παλιά διαφορά μου (από το 1917) με τη σοβιετική δικτατορία δεν έχει την παραμικρή σχέση με οιοδήποτε ζήτημα περιουσίας. Καταφρονώ τον εμιγκρέ που «μισεί τους Ρώσσους» επειδή του «έφαγαν» τα λεφτά και τη γη του. Η νοσταλγία που έθρεψα όλα αυτά τα χρόνια είναι μια υπερτροφική αίσθηση χαμένης παιδικότητας, όχι η λύπηση τραπεζογραμματίων. Τέλος: κρατώ για τον εαυτό μου το δικαίωμα να νοσταλγώ μια οικολογική κόγχη.

Σ’ ένα αγγλικό παραμύθι, που μου είχε διαβάσει μια φορά η μητέρα μου, ήταν ένα αγοράκι που σηκώθηκε από το κρεβάτι του και μπήκε σε μια ζωγραφιά και, καβάλα στο ξύλινο άλογό του πήρε το μονοπάτι που τραβούσε μέσα στα σιωπηρά δέντρα…..  με φαντάστηκα να σηκώνομαι, να σκαρφαλώνω ως τη ζωγραφιά  πάνω από το κρεβάτι μου, και να βουτάω στο στοιχειωμένο δάσος της οξιάς – δάσος που πράγματι γνώρισα όταν ήρθε η ώρα.
Ευτυχισμένος ο συγγραφέας που κατορθώνει να σώζει, μέσα στο λογοτέχνημα, ένα πραγματικό ερωτικό γράμμα που έλαβε στη νιότη του –ενσωματώνοντάς το στη φαντασία σαν καθαρή σφαίρα σφηνωμένη σε χαλαρή σάρκα- ασφαλές ανάμεσα σε κίβδηλες ζωές.

Εννοείται, βεβαίως, ότι ο ανταγωνισμός στα σκακιστικά προβλήματα δεν είναι μεταξύ των Λευκών και των Μαύρων παρά μεταξύ του συνθέτη και του υποθετικού λύτη (όπως ακριβώς το καλό μυθιστόρημα: η πραγματική σύγκρουση δεν είναι μεταξύ χαρακτήρων παρά μεταξύ συγγραφέα και εγκοσμίων)..
                                                        .-.-.



Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Ο κανιβαλισμός δεν είναι μακριά. Του Γιάννη Μακριδάκη

Ο κανιβαλισμός δεν είναι μακριά. Του Γιάννη Μακριδάκη
Posted on 21/09/2011 by Crystalia Patouli
«Πώς το κράτος κλέβει τους πολίτες του και η Ευρώπη προσπαθεί να σώσει το τομάρι της». Το άρθρο του συγγραφέαΓιάννη Μακριδάκη που δημοσιεύεται σήμερα στο tvxs, κυκλοφόρησε την Τρίτη με παρόμοιο υπότιτλο στην γερμανική εφημερίδα «Der Tagesspiegel» στο πρωτοσέλιδο του Kultur. Η ενημέρωση για τη δημοσίευση έγινε κατόπιν επικοινωνίας της Κρυσταλίας Πατούλη με τον κ. Ελευθέριο Οικονόμου από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού στο Βερολίνο*.
«Πριν από πενήντα χρόνια ο άνθρωπος που έμενε στο σπίτι το οποίο τώρα διαβιώ, στο χωριό Βολισσός της Χίου, ενός νησιού στην άκρη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέναντι από τη Σμύρνη της Τουρκίας, έκανε πάρα πολλές δουλειές για να ζήσει. Καλλιεργώντας τη γη του και εκμεταλλευόμενος τα ζωντανά του εξασφάλιζε το καθημερινό φαγητό της οικογένειάς του και δυο τρεις φορές το χρόνο προγραμμάτιζε από καιρό πριν το μεγάλο ταξίδι. Φόρτωνε δυο μουλάρια με διάφορα προιόντα μεταξύ των οποίων κάρβουνα και ρακί παραγωγής του, καβαλούσε κι αυτός τον γάιδαρο και ξεκινούσε μέσα από τα μονοπάτια των βουνών για να φτάσει στην πρωτεύουσα Χίο, να πουλήσει την πραμάτεια του και να δει το χρώμα του χρήματος που του ήταν αναγκαίο κάποιες φορές και έπρεπε να το ’χει. Οι εποχές που υπήρχαν ληστές και πειρατές στο διάβα των ανθρώπων ήτανε πλέον περασμένες ανεπιστρεπτί. Ο μόνος φόβος που του είχε απομείνει ήτανε το Κράτος. Συνήθως τα ξυλοκάρβουνα και το ρακί ήτανε λαθραίας παραγωγής, λίγες οκάδες όλα κι όλα, μη φανταστείτε, αλλά δίχως άδεια νόμιμη κι αυτό ήτανε αιτία αρκετή για να χει ο άνθρωπος μπλεξίματα. Έτσι η διαδρομή προς την πρωτεύουσα γινότανε μετά φόβου Θεού και με πολλές προφυλάξεις. Στις διασταυρώσεις των μονοπατιών με τον αμαξωτό τη στήνανε πότε πότε οι χωροφύλακες και κάνανε έλεγχο στα κοφίνια, ενώ στο μοναδικό καφενείο που συναντούσε κατά την εννιάωρη οδοιπορία του και περνούσε από κει για να δροσιστεί τα καλοκαίρια ή να ζεστοκοπηθεί λιγάκι τους χειμώνες, συνήθως ήταν στρατοπεδευμένοι δασονόμοι και ψάχνανε για το παράνομο κάρβουνο. Η κυρά Άννα η καφετζού κάθε φορά που ήτανε η εξουσία, χωροφυλάκοι ή δασικοί, να τρωγοπίνει μες στα πόδια της και να χει στημένο καρτέρι, ανέβαινε στο τσαρδί του καφενείου και άπλωνε ένα λευκό σεντόνι, δήθεν να στεγνώσει η μπουγάδα και με τον τρόπο αυτό ειδοποιούσε τους οδοιπόρους, μαζί και τον δικό μου, ότι στο μαγαζί της βρίσκεται το Κράτος, οι λήσταρχοί του, να κάνουν κράτει στο διάβα τους τους ειδοποιούσε, να περιμένουν πότε θα κατέβει το σεντόνι ή να αλλάξουνε ρότα, να τραβήξουνε από άλλο μονοπάτι κατά την πρωτεύουσα, να μην περάσουνε ούτε απ’ έξω από το καφενείο της.
Έτσι γινότανε οι δουλειές, αυτή ήτανε η ζωή τότε. Μεγάλες οι δυσκολίες του βίου, μικρές οι ανομίες και ένα κράτος μπαμπούλας να απειλεί καθημερινά με πρόφαση αυτά τα μικροαδικήματα που τότε ήτανε τεράστιας σημασίας. Αυτή ήτανε και η πορεία των χωρικών προς την πρωτεύουσα. Τέλος, αυτό ήτανε και το πιο μεγάλο ταξίδι του βίου τους. Από το χωριό προς την πόλη της Χίου. Διότι μακρύτερα δεν πηγαίνανε, δεν είχανε λόγο κανέναν για να πάνε. Όλα τα βρίσκανε στην πρωτεύουσα, εννιά ώρες δρόμο μακριά από το σπιτικό τους, ακόμα και τον μπελά τους βρίσκανε αφού δεν ήτανε λίγες οι φορές που πέφτανε πάνω στις κακοτοπιές. Που το Κράτος τούς συλλάμβανε, τους έχωνε στο αυτόφωρο και στο τέλος τους έκοβε βαριά και δυσβάσταχτα πρόστιμα διότι αυτός ήτανε ο μοναδικός του στόχος. Να μαζέψει χρήμα. Το Κράτος λοιπόν ήτανε ο μεγάλος τους φόβος, ο μοναδικός τρόμος της διαδρομής, ο τελευταίος λήσταρχος.».
Το άρθρο συνεχίζει:
«Σήμερα, μισόν αιώνα μετά, πολλά έχουν αλλάξει. Ο σύγχρονος ένοικος του παλαιού πέτρινου σπιτιού στο οποίο διαβιώ στη Βολισσό της Χίου, εγώ δηλαδή, έχει άλλες ανέσεις στην καθημερινότητά του. Έχει ηλεκτρικό ρεύμα και διαδίκτυο, δεν χρειάζεται να καταφεύγει σε μικροπαρανομίες φτιάχνοντας ξυλοκάρβουνα και ρακί λαθραία για να ζήσει. Καλλιεργεί όμως κι αυτός τη γη για να χει την τροφή του και γράφει βιβλία για να βλέπει το χρώμα του χρήματος που είναι σήμερα απόλυτα απαραίτητο, όχι όπως τότε. Με το αυτοκίνητό του πηγαίνει σε μία ώρα στην πόλη αλλά η πόλη δεν είναι η πρωτεύουσα πλέον. Η πρωτεύουσα είναι πάλι εννιά ώρες μακριά (υπό τις πιο ευνοϊκές συνθήκες) και πρέπει να πάρει δυο αεροπλάνα για να φτάσει ως εκεί. Έφτασε σαράντα χρονών κι ακόμα στην πρωτεύουσα δεν έλαχε να πάει, δεν είχε λόγο ως τώρα. Μα να που η ώρα έφτασε. Ένα βιβλίο του παρουσιάζεται και είναι καλεσμένος. Θα πάει στο Βερολίνο, στην πρωτεύουσα. Πέντε μήνες πιο νωρίς άρχισε να προετοιμάζει κι εκείνος το ταξίδι του. Όπως ο παλιός ένοικος του σπιτιού του. Έκλεισε εισιτήρια, έκανε συνεννοήσεις για τα ξενοδοχεία και κανόνισε τα ραντεβού του για τις όποιες συναντήσεις του εκεί. Όταν τα τέλειωσε όλα αυτά ησύχασε και περίμενε απλά πότε θα έρθει η μέρα της αναχώρησης. Ο φόβος όμως και αυτού παρέμεινε ένας και μοναδικός. Ο ίδιος, απαράλλαχτος, ο παλιός φόβος. Ο μοναδικός λήσταρχος που καραδοκεί ακόμα, όχι πια στη διαδρομή διότι τα μέτρα ασφαλείας στα αεροδρόμια είναι σύγχρονα και δρακόντεια, αλλά μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Και αποδείχτηκε για άλλη μια φορά βάσιμος αυτός ο διαρκής και αναλλοίωτος μισόν αιώνα τώρα φόβος. Μέχρι να ‘ρθει η ώρα της αναχώρησής του βρέθηκε πέντε φορές αντιμέτωπος με τον λήσταρχο που του ’χε στημένο καρτέρι τρωγοπίνοντας, και τις πέντε φορές το πλήρωσε πολύ ακριβά. Έκτακτες εισφορές, φόρος ακίνητης περιουσίας (για το παλαιό πέτρινο χωριατόσπιτο) και στο τέλος, τρεις μέρες πριν την αναχώρηση, ένας αβάσταχτος και εκβιαστικά συνδεδεμένος με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ειδικός φόρος ακινήτου (ναι, για το παλαιό πέτρινο σπίτι στο χωριό) για να τον πληρώσει αναγκαστικά, να μη μείνει δίχως ρεύμα μες στο καταχείμωνο που έρχεται. Διότι δεν σκοπεύει να μείνει εσαεί στην πρωτεύουσα, θα επιστρέψει πάλι στο χωριό μετά από λίγες μέρες.
Στο Βερολίνο η κυβέρνηση μετράει αριθμούς, δείκτες, στατιστικά στοιχεία και λέει το χρέος είναι τόσο, τόσο το έλλειμμα, τόσο τοις εκατό επί του ΑΕΠ και δίνει εντολές. Οι τοπικοί του χωροφύλακες τις εκτελούν φοβισμένοι να μη χάσουν τις θέσεις τους, να μην απολυθούν, και στήνουν, τρωγοπίνοντας πάντα οι ίδιοι, καρτέρια στις ζωές μας. Και έχουν αποθρασυνθεί τόσο που φτάνουν στο σημείο να μας στερούν με αναλγησία πρωτογενείς κοινωνικές παροχές για να μας κάνουν να πληρώσουμε από αυτά που δεν έχουμε. Και οι ίδιοι βέβαια, αυτοί που φορτώνανε επί τριάντα χρόνια το χωριό μας με χρέη για να κάνουνε πολιτική και να νέμονται καρέκλες και εξουσίες, συνεχίζουν να πράττουν ακριβώς τα ίδια βολεύοντας το βαθύ τους κόμμα, αυτό που τους κρατάει στην εξουσία κι έτσι το καλάθι είναι δίχως πάτο. Όσα και να ρίχουν μέσα με τη βία οι χωρικοί, όλα πάνε χαμένα. Τα χρέη ολοένα μεγαλώνουν η πρωτεύουσα μετράει νούμερα και απαιτεί να έρθουνε στα ίσα τους οι δείκτες, συνεχίζει να δίνει εντολές και να απειλεί, οι τοπικοί λήσταρχοι όμως συνεχίζουν αδιάκοπα να μπεκρουλιάζουν με τις παρέες τους στις ταβέρνες και να γραπώνουν όποιον περάσει, να του βάζουν το μαχαίρι στο λαιμό και να του λένε πλήρωσε. Πλήρωσε τα χρέη που δεν έχουν τελειωμό. Ώσπου, μια μέρα η κυβέρνηση της πρωτεύουσας βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει συνεχώς κι έχοντας κανονίσει τα του οίκου της η ίδια, θα πάρει απόφαση να κόψει τον ομφάλιο λώρο με κείνο το αδιόρθωτο χωριό της επικράτειας, να το αφήσει στη μοίρα του κι έτσι να φάει ο ένας τον άλλον διότι θα είναι πλέον όλοι πάμφτωχοι εκτός από τους λήσταρχους και την παρέα τους που έχουν προνοήσει από χρόνια πολλά πριν.
Στην Ελλάδα ο κανιβαλισμός δεν είναι μακριά,έχει ήδη δείξει τα πρώτα του σημάδια. Και αυτό θα γενικευτεί και θα έχει αλυσιδωτές συνέπειες για όλη την Ευρώπη. Την Ευρώπη που είναι απολύτως υπεύθυνη για όσα συμβαίνουν και για όσα τραγικά έρχονται. Μια Ευρώπη που εδώ και δεκαετίες έχει μοναδικό προσανατολισμό της το χρήμα. Που περνάει κρίση αξιών και ήθους, που έχει ξεχάσει προ πολλού τον Άνθρωπο. Που συναγωνίζεται σε κυνισμό, αναλγησία και απανθρωπιά το υπερατλαντικό μοντέλο. Μια Ευρώπη άξια της μοίρας της.».
Γιάννης Μακριδάκης
*Υπενθυμίζεται ότι ο Γιάννης Μακριδάκης, βρίσκεται στο Βερολίνο ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στα πλαίσια της σειράς πολιτιστικών εκδηλώσεων της «Europa literarisch»(Λογοτεχνική Ευρώπη). Στην συγκεκριμένη διοργάνωση διεξάγονται σειρά παρουσιάσεων βιβλίων και συγγραφέων από όλες τις χώρες, επιλέγοντας κάθε μήνα έναν λογοτέχνη από διαφορετική χώρα της Ευρώπης. Το μυθιστόρημά του συγγραφέα που παρουσιάστηκε είναι το«Ήλιος με δόντια» των εκδόσεων της Εστίας.
Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό “Πελινναίο”. Έχει γράψει τα βιβλία “Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 – 1946″ (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006) και “10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940″, ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007), το πρώτο μυθιστόρημά του “Aνάμισης ντενεκές” (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά, “Η δεξιά τσέπη του ράσου”, νουβέλα (Εστία 2009), “Ήλιος με δόντια”, μυθιστόρημα (Εστία 2010), “Λαγού μαλλί”, νουβέλα (Εστία 2010), “Η άλωση της Κωσταντίας”, μυθιστόρημα (Εστία 2011), “Το ζουμί του πετεινού”, νουβέλα (Εστία 2012).

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ, της Ιωάννας Καρυστιάνη



                                              ΤΟ  ΦΑΡΑΓΓΙ
                                     της Ιωάννας Καρυστιάνη
                                           (εκδ. Καστανιώτη)
                                          
Η Ιωάννα Καρυστιάνη (γεν. 1952 – Χανιά) είναι συγγραφέας και σεναριογράφος. Έχει βραβευθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος δύο φορές, το 1998 και το 2007, και με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 2000.
 Βιβλία της:
-Μικρά Αγγλία:  Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1998, υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας και το βραβείο Balkanika.
-Κουστούμι στο χώμα:   Βραβείο Μυθιστορήματος περιοδικού “Διαβάζω” 2001 και Βραβείο Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών.
-Ο Άγιος της μοναξιάς.
- Σουέλ: Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2007.
-Τα σακιά: Βραβείο Μυθιστορήματος περιοδικού “Διαβάζω” 2011
-Το φαράγγι: 2015,
     κ.α.

Το μυθιστόρημα ζυμωμένο με δάκρυ, με γέλιο, βρίθει από νοσταλγία για τα παιδικάτα, για τα νιάτα, για τον γενέθλιο τόπο,  βρίθει από στοργή γι αυτούς που ζουν, γι αυτούς που χάθηκαν, από πάθη ερωτικά, από αισθήματα φιλίας, από ενοχές, από λάθη,  από το φάσμα του θανάτου, από παραδοχές και εγκρίσεις του διαφορετικού,  από ένα επαχθές έγκλημα όπου οι ερινύες καταδιώκουν τον «αθώο» εγκληματία, από απάνθρωπες πολιτικοοικονομικές-κοινωνικές συνθήκες που οδηγούν σε αυτοχειρίες.
Μια μυθιστορία που ταξιδεύει τους ήρωες του βιβλίου στο βάθος ενός φαραγγιού, στο βάθος του εαυτού τους,  αναζητώντας την κάθαρση.

Η γλώσσα, το ύφος της γραφής, η ζωντάνια του λόγου χαρακτηρίζει τη συγγραφέα. Ο αναγνώστης μεταφέρεται στον κόσμο των ηρώων και αφουγκράζεται ειπωμένα και ανείπωτα, όταν εκφράζονται, όταν σκέπτονται, όταν αιμορραγούν τα τραύματα της ψυχής τους.


Εφτά ηλικιωμένα αδέλφια, τέσσερις άντρες και τρεις γυναίκες, διασχίζουν το Ασφεντιανό φαράγγι, στην Κρήτη,  για να εκπληρώσουν ένα τάμα, που δόθηκε προ δεκαεφτά χρόνων στο μνημόσυνο του πατέρα τους.
Ο πρωτότοκος, ο Βαρδής,  ένας από τους τρεις που έμειναν στον γενέθλιο τόπο, την Κρήτη τους, δεύτερος ο Γεράσιμος που έφυγε στην Αθήνα, τρίτη η Ευδοκία, τέταρτη η Ινώ κι αυτές δεν το κούνησαν (και δεν το ‘χουν σκοπό)  από την Κρήτη, πέμπτος ο Ελισαίος ξενιτεμένος στην Ιταλία,  έκτη η Θεώνη που ζει στην Καστοριά και τελευταίος ο Αργύρης κι αυτός φευγάτος στην Αλεξανδρούπολη.

Το σήμα του χρόνου της συνάντησης και της επιλογής του φαραγγιού, το πιο ήρεμο και κατάλληλο για πόδια ηλικιών πάνω από εξήντα, οι τρεις μικρότεροι δεν τα ‘φτασαν ακόμα αν και ο τελευταίος, ο Αργύρης, φαντάζει γεροντότερος όλων,  έγινε από τον Βαρδή, πεζοπόρος, κι ας είναι στα εβδομήντα δυο του, και λάτρης των φαραγγιών της Κρήτης.

Πατούν τα τριζάτα σωθικά του φαραγγιού και  αφήνουν πάνω τους τα βάσανα που χρόνια κατατρώγουν τα δικά τους σπλάχνα.

Ο Βαρδής, υπεύθυνος του ταξιδιού, με τι χαρά ξεκίνησε μαζί τους και τώρα βαδίζοντας κρύβει βαθιά μέσα του το κακό νέο, δεν χρειάζεται να στενοχωρήσει κανέναν όλα θα πάνε καλά, τραγουδώντας θε να διασχίσουν το φαράγγι. Ο τρίτος γιος του, ο Αρτέμης, θα παντρευόταν μέσα σε ένα μήνα, όμως προ ολίγου του τηλεφώνησε πως χώρισε και η νύφη έγκυος και το παιδί αλλουνού..

Ο Γεράσιμος, φαμελίτης με κόρη χωρισμένη μάνα δυο παιδιών, έβαλε λουκέτο στο μαγαζί με τα κατεψυγμένα και τώρα νυχτερινή βάρδια στο ταξί ενός κουμπάρου, και με τις ώρες στις πιάτσες των ταξί, δίχως κούρσα. Αριστερός ο Γεράσιμος έλεγε στους συναδέλφους «θα πεθάνουμε και δεν θα ‘χουμε πάρει μια ιδέα από ξεσηκωμό..»
Η Ευδοκία, χήρα Μάρκου,  δυστυχής έψαχνε μανιωδώς  το μυστικό που έκρυβε ο μακαρίτης άντρας της, που σκοτώθηκε με το μηχανάκι του, και δυστυχεστέρα όταν το έμαθε..
Η Ινώ, η χρυσοχέρα, που κεντούσε ασταμάτητα, όμως την έτρωγε το σαράκι του χωρισμού, της μοναξιάς,  Επί τριάντα έξι χρόνια κερί αναμμένο μπροστά στον άντρα της.  Μέχρι που η γειτόνισσα Νένα, με μεγάλα στήθη, με  πρεσβυωπία και στραβισμό, της είπε ωμά και σταράτα, Ινώ μου, ο άντρας σου σε κερατώνει αβέρτα μαζί μου….
Ο Ελισαίος, ο χοντρούλης, που έφυγε  στην Ιταλία, γιατί στον τόπο του κατακριτέα η ομοφυλοφιλία. Σπούδασε φαρμακευτική και συζεί ευτυχής με Ιταλό κτηνίατρο.
Η Θεώνη, ζωγράφος, δεν παντρεύτηκε, ερωτεύτηκε άντρα μονόχειρα και αγάπησε τον μικρό του γιο, τα αισθήματα αμοιβαία, μέχρι που…
Ο Αργύρης,  ο βενιαμίν της οικογένειας, η Κρήτη το αίμα του, η  Αλεξανδρούπολη η εξορία του,  λιώνει μέρα τη μέρα, πόσο να αντέξει η ψυχή του τέτοιο βαρύ μυστικό….

Σελ: 13. Αν οι άνθρωποι δεν ονειρεύονται κάτι ξυπνητοί, δεν ονειρεύονται κάτι και κοιμισμένοι.
Σελ. 33. … η θυγατέρα μπαλέτο, εγγλέζικα, προικώο διαμέρισμα και πλαστική στη μύτη, γιατί παλιά βρίσκανε δουλειά και οι ασχημούλες, τώρα πας να ψωνίσεις σφουγγαρίστρα και τουμποφλό και σου τα τυλίγει μια τηλεπαρουσιάστρια.
Σελ. 55. Έχω τριακόσιες ώρες Ναζί σε dvd για να θυμούμαι την ελεεινή ιστορία τους, πού και
πώς κάψανε και πώς σφάξανε.
Σελ. 75. …τι βράχος είμαι αν δεν με δέρνει το κύμα.
           Έχω ένα πηχτό σκοτάδι μέσα μου, αλλά μπορεί να μη κάνει να τα περιχύσουμε όλα με φως.
Σελ. 115. Γιατί όλα τα μάτια του κόσμου είναι μικρά αυτόματα εργαλεία που εξομολογούνται, διαβάζουν και διαβάζονται.
Σελ. 172. Κάτι έχουν τα φαράγγια, η πέτρα πετάει πέρα τη σκαρταδούρα, ορίζει τα σημαντικά και απολύτως απαραίτητα, τα ζυγίζει στις σωστές τους διαστάσεις..
Σελ. 190. … ο θάνατος είναι απαίσιος, δεν θα έπρεπε να υπάρχει.
Σελ. 234… για μερικούς μερικούς η ιστορία αρχίζει από το έτος γεννήσεώς τους, οι λαοί δεν πολεμάνε το άδικο μόνον όταν είναι σίγουροι ότι θα νικήσουν, το πολεμάνε γιατί δεν γίνεται να μην αντισταθούν και, σύντροφε, ο φόβος είναι σκουλήκι στο μυαλό.
Σελ. 253. .. ο κάθε άνθρωπος μινιατούρα της οικουμένης.
Σελ.254. Με την πίκρα των καιρών για το νέο τύπου καθεστώς, τα λάθη των πολιτών να αντιμετωπίζονται ως εγκλήματα και τα εγκλήματα των πολιτικών ως λάθη;
Σελ. 259. .. σ’ αυτό τον τόπο, που οι μισοί είναι φτιαγμένοι για να μυθολογούν, να πλανεύουν και να πλανεύονται.




Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Σου πάει ρε μάνα



Σου πάει ρε μάνα

Είκοσι πέντε χρόνια πηγαινοέρχεσαι καθημερινά, από το σπίτι σου στο σταθμό προς την Αθήνα. Δεν ξεχνάς μπισκότα για άνθρωπο, για σκύλο και το πολύτιμο άνθος∙  βιαστική προχωράς, σπρώχνεις και σπρώχνεσαι ανάμεσα στο πλήθος της Αθήνας να φτάσεις  εκεί στην γωνιά της Σταδίου να αφήσεις  φρέσκο το λουλούδι. Ένα κόκκινο λουλούδι, ανάλογα με την εποχή του, άλλοτε γαρύφαλλο, άλλοτε τριαντάφυλλο, άλλοτε καμέλια, νεραγκούλα, ό,τι άλικο, όπως ο κόκκινος ήλιος, όπως το αίμα του, που γλιστρούσε γυαλιστερό στο μέτωπό του.

Του μάθαινες τα λουλούδια, του μιλούσες για χρώματα κι αρώματα, «Να, κοίτα γιε μου αυτή είναι μαργαρίτα έχει κίτρινο χρώμα κι αυτή είναι γαρδένια  έχει άσπρο χρώμα και υπέροχο άρωμα, μύρισε, μύρισε να δεις». Δεν σου ‘λεγε λέξη, όταν όμως έβλεπε ένα κόκκινο λουλούδι, σου φώναζε με τη γλώσσα των δυο του χρόνων, μαμά κόκκινο.
Τον έπαιρνες αγκαλιά κι έτρεχες, μετά τη μπόρα, να του δείξεις το ουράνιο τόξο, «κοίταξέ το, κοίταξέ το τι όμορφο που είναι, το φτιάχνουν οι ακτίνες του ήλιου όταν μπαίνουν μες στις διάφανες σταγόνες της βροχής. Κοίτα το κόκκινο, το κίτρινο, το μπλε», και κείνο σου φώναζε χαρούμενα, “Είναι κόκκινο. Κόκκινο”.

Άφηνες παλιά ένα κερί, κι αυτό κόκκινο το διάλεγες, το ‘βρισκες πεταμένο, σπασμένο. Ναι, πείστηκες ότι δεν είχε καμιά χρησιμότητα, ακατάλληλη η θέση του σε μια λεωφόρο. Άδικα έπιανε χώρο. Όμως, ένα φρέσκο λουλούδι χωμένο σε μια τρύπα του τοίχου, συνέχεια μιας άλλης που άνοιξε στο κεφάλι του αγοριού το μολυβένιο σφαιρίδιο και μετά σφηνώθηκε στον τοίχο, δεν εμποδίζει. Ναι, είκοσι πέντε χρόνια κι η τρύπα  στον τοίχο φιλοξενεί ένα κόκκινο λουλούδι. Στην αρχή έτρεμε το χέρι σου και το λουλούδι έπεφτε∙ έκανες πολλές προσπάθειες να το στηρίξεις, σε τίναζε το πεζοδρόμιο, σε συγκλόνιζε η αλήθεια.

Χανόσουν σαν παιδάκι σε μεγάλες λεωφόρους, ψάχνοντας σε άγνωστα στέκια, σε πολυσύχναστους δρόμους, έρμαιο της απογοήτευσης,  της απώλειας .

Μάζεψες τ’ αυτοκινητάκια του, όλα στη σειρά μέσα στη βιτρίνα, τα περισσότερα κόκκινα. Δεν άνοιξες ποτέ το τζάμι της, η σκόνη σκεπάζει τα ίχνη των χεριών του∙ Ένα σου ξέφυγε και  το’ βαλες πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, κάπως το χρώμα σκούραινε, όπως το αίμα που κρυώνει.. Το φιλάς, το τσουλάς πάνω στις παλάμες σου, πολλές φορές ολόγυρα του προσώπου σου. Έχεις κατάκλειστο και σκοτεινό το δωμάτιό του, μη τυχόν και ξεφύγει άχνα από τη φωνή του.

Ακούς τις μουσικές του, αγάπησες τα τραγούδια του. Είσαι φαν των Guns N’ Roses,  κινείσαι στο ρυθμό της μουσικής τους, τραγουδάς ξανά και ξανά το:

            «November Rain», “And when your fears subside/
            and shadows still remain/
            I know that you can love me/
            when there’s no one left to blame/
             So never  mind the darkness/ we still can find a way/
            ‘Cause nothin’- lasts forever/
            Even cold November rain.

 Διαβάζεις τα πεταμένα εδώ και ‘κει  περιοδικά του, άλλα για υπολογιστές, άλλα γι αυτοκίνητα, για μηχανές, άλλα γι ‘άλλα, τα ‘μαθες απέξω. Τα ‘μαθες όλα απέξω. Με τη σιωπή του σπιτιού σου κουβεντιάζεις, με τα χαρακτηριστικά του συνομιλείς. Μαύρα φρύδια τοξωτά, μαύρα σγουρά μαλλιά,  γένια σ’ ολόλευκο πρόσωπο, μάτια λαδιά, χείλη χοντρά άλλοτε κόκκινα, άλλοτε μενεξεδιά, τα δάγκωνε ολοένα, θυμάσαι; Αντρίκια τα δάχτυλα των χεριών, πάντα διπλωμένος ο αντίχειρας του αριστερού, χωμένος μέσα στην παλάμη, από τη γέννα ακόμα. Στην αρχή μέτρησες τα δάχτυλα των ποδιών. Όλα εντάξει πέντε στο ένα, πέντε στο άλλο. Στο δεξί χεράκι όλα καλά πέντε τον αριθμό, όμορφα παχουλά και ροδαλά δαχτυλάκια. Σφίχτηκε το στομάχι σου, όταν το μάτι σου έπεσε στ’ αριστερό, ένα, δυο, τρία, τέσσερα.. τέσσερα;, ο αντίχειρας;, ηρέμησες, το είδες και το τράβηξες απαλά, το ίσιωσες∙  πέντε ψιθύρισες.  Οι μακριές γλυκές στιγμές να βυζαίνει και κουρασμένο να αποκοιμιέται πάνω στο στήθος σου∙ και συ ακούνητη, αμίλητη, να αφήνεις τ’ αχόρταγο βλέμμα σου να  τον περιηγείται. Ακουμπισμένο το στρόγυλλο κεφαλάκι στην καρδιά σου πού με τους νανουριστούς χτύπους της το χόρταινε ύπνο. Μάτια σφαλιστά, φρύδια τσίνορα αχνά, μαύρα μαλλιά, πολλά για νεογέννητο, μικρή μύτη με ανοιχτά τα ρουθούνια να ρουφάνε με κοφτές ανάσες τον αέρα της ζωής.  Το μικρό κοκκίνισμα στην άκρη του δεξιού ρουθουνιού και ένα ίδιο στη μέση του μετώπου. Θα φύγουν είπαν, είναι από τη γέννα. Εσύ ήξερες, της μύτης θα έμενε, το είχες και συ.
Τη  μεγάλη λεκάνη των ρούχων, ήθελε να τη γεμίζεις νερό να πλατσουρίζει, να ταξιδεύει τα καραβάκια του, να βουτάει ολόκληρος μέσα. Λάτρευε το νερό. «Ο καλύτερος στο πρόσθιο», σου είπε ο προπονητής στο κολυμβητήριο, «πάμε για πρωταθλητές». Δεν είπες το παραμικρό. Εσύ ήθελες απλά να μάθει καλό μπάνιο να μην πνιγεί. Να μην πνιγεί. 

Δεν είχε παιδιά συνομήλικά του στη γειτονιά και συ έβγαινες στο δρόμο μαζί του, στήνατε τους βόλους στη σειρά. Ποτέ δεν στόχευες καλά, νομίζω ότι το ‘κανες επίτηδες να κερδίζει, να γελάει και να χαίρεται. Πήγες στο γειτονικό ξυλουργείο και σου έφτιαξαν ένα πατίνι, όπως τα πατίνια που έφτιαχναν τα αγόρια της οικογένειάς σου. Πόσο τα ζήλευες. Δεν σου το έδιναν να κάνεις και συ λίγο, «είσαι κορίτσι», έλεγαν. Το χάρηκε τόσο! γελούσατε, γελούσατε, γελούσατε μέχρις δακρύων, όταν έκανες και συ ένα γύρο.


Φόρεσες κόκκινο φουστάνι στα γενέθλιά του∙  δεν ήταν το αγαπημένο σου χρώμα, όμως τ’ αγόρασες γιατί ήξερες ότι θα χαρεί. Και πράγματι, δεν ξεχνάς το γέλιο του, τα αστραφτερά του δόντια, την μεγάλη αγκαλιά, των είκοσι χρόνων του, που σ’ έκλεισε σφιχτά και είπε, «Σου πάει ρε μάνα». 

Η χαρά του για τον έρωτα μιας συμφοιτήτριάς του, έγινε και δική σου∙ σκεφτόσουν πάντα να έχει συντροφιά, φοβόσουν τη μοναξιά. Τη μοναξιά του. Θυμάσαι όταν του ‘φερες ένα άσπρο κουτάβι;, το ‘χες βρει πεταμένο να κλαψουρίζει στον κάδο σκουπιδιών.  τ’ αγκάλιασε, το χουχούλιασε και είπε, «πρέπει να βρούμε άλλο ένα να μην είναι μονάχο∙» κάτι σου τσίμπησε την καρδιά τον είχες αφήσει μόνο, ένιωσες να σε μπατσίζει η λέξη μοναξιά.

Κατάργησες γιορτές, μέρες, νύχτες, ώρες, χρόνια, που σου έγδερναν τη σκέψη, εσύ ασάλευτη στην δική σου στόχαση, στην  πορεία την καθημερινή, να μην χάσει το λουλούδι το χρώμα του. Η εμμονή σου να αγνοείς, να αδιαφορείς στις ξινές φωνές να ξεχάσεις. Θέλεις τη ζωή, θέλεις τη σκέψη, τη μνήμη ζωντανή∙ όλα τα αγαπημένα τα ‘χεις  κλεισμένα σ’ έναν κύκλο, και ευτυχισμένη περιστρέφεσαι γύρω τους.

*
Κυρτή προχωράς με το κόκκινο φουστάνι σου∙ σου φάρδυνε, χρόνια αφόρετο. Τύλιξες το μίσχο της κόκκινης καμέλιας σε υγρό βαμβάκι, έφτιαξες ένα χωνί από αλουμινόχαρτο και το ‘βαλες μέσα, πήρες το κουτί με μπισκότα για άνθρωπο και ένα ακόμα με μπισκότα για σκύλο. Έγειρες την πόρτα, προχώρησες το δρόμο για το σταθμό. Λίγο παρακάτω ο ξερακιανός γεροζητιάνος, με το χαρτόνι «πεινάω», κρεμασμένο στο στήθος του.  Παραδίπλα ο σκύλος να γλύφει ασταμάτητα τα πληγιασμένα γυμνά πόδια του ζητιάνου. Αφήνεις τα κουτιά στα χέρια του. Ο γέρος ταϊζει πρώτα τον σωματώδη σκύλο του.
Το κεφάλι σου γέρνει, δεν το αισθάνεσαι, χθες πονούσε∙ Σπρώχνεις κόσμο να φτάσεις γρήγορα. Φτάνεις∙ ίδιες κινήσεις∙  χώνεις το λουλούδι μες την τρύπα. Τέλεια εφαρμογή.

Τα μάτια σου, η μύτη σου, τ’ αυτιά σου ματώνουν.  φωνές  κόσμου σαν βούισμα μελισσών, σαν τιτιβίσματα πουλιών. Τον βλέπεις και γελάς δυνατά ακούγοντάς τον, «Σου πάει ρε μάνα το κόκκινο».







Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Μπονσάι, του Αλεχάντρο Σάμπρα



                                    μπονσάι
         του Αλεχάντρο Σάμπρα (γεν. 1975-Σαντιάγκο-Χιλή)


Ο Αλεχάνδρο Σάμπρα είναι κριτικός λογοτεχνίας, εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας στο χιλιανό τύπο και διδάσκει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Ντιέγο Πορτάλες.
Το μπονσάι είναι το πρώτο του μυθιστόρημα και γνώρισε εγκωμιαστική υποδοχή από τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό.
Έχει δημοσιεύσει δυο ποιητικές συλλογές και το 2007 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του, κατά έναν τρόπο συνέχεια του «Μπονσάι», με τον τίτλο «Η ιδιωτική ζωή των δέντρων».

    (από το planodion) :
  Πέδρο ντὲ Μιγκέλ (Pedro de Miguel): Μικροδιήγημα: Αὐτὴ ἡ λιλιπούτεια τέχνη  Ἕ­να φαι­νό­με­νο κα­θό­λου νέ­ο στὴ λο­γο­τε­χνί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὡ­στό­σο φαί­νε­ται νὰ γί­νε­ται δη­μο­φι­λὲς κα­τὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μι­σὸ αἰ­ώ­να, ἀ­πὸ τὴν πέ­να δι­α­κε­κρι­μέ­νων συγ­γρα­φέ­ων μυ­θο­πλα­σί­ας τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ὅ­πως οἱ Μπόρ­χες, Κορ­τά­σαρ, Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Ἀ­ρε­ό­λα, Ντε­νέ­βι καὶ Μον­τε­ρό­σο. Για­τὶ, ἂν καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­ναι ἄ­γνω­στο σὲ κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς σύγ­χρο­νες λο­γο­τε­χνί­ες —ἀρ­κεῖ νὰ θυ­μη­θοῦ­με τὴν πα­ρά­ξε­νη ὀ­μορ­φιὰ τῶν σύν­το­μων δι­η­γη­μά­των τοῦ Κάφ­κα ἢ τὸ ἀ­νε­κτί­μη­το χι­οῦ­μορ τῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ Σλά­βο­μιρ Μρό­ζεκ—, φαί­νε­ται ὅ­τι κά­νει πιὸ δυ­να­μι­κὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, ὅ­που ἐ­πί­σης ἔ­γι­νε προ­σπά­θεια νὰ θε­με­λι­ω­θεῖ θε­ω­ρη­τι­κὰ καὶ νὰ δι­α­χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ πα­ρό­μοι­α εἴ­δη. Ἀ­πὸ τὴν Ἰ­σπα­νί­α δὲν λεί­πουν λαμ­πρὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα συγ­γρα­φέ­ων ποὺ καλ­λι­έρ­γη­σαν τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, ὅ­πως ὁ Λου­ὶς Μα­τέ­ο Ντί­εθ, ὁ Μὰξ Ἄ­ουμπ, ὁ Ἀν­τό­νιο Πε­ρέ­ι­ρα…, ἐ­νῶ εἶ­ναι σπά­νια ἡ πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν κα­τα­πια­στεῖ μα­ζί του ἔ­στω μιὰ φο­ρά.
       Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει τὶς ρί­ζες του, ὅ­πως καὶ ὅ­λα τα εἴ­δη λο­γο­τε­χνί­ας, στὶς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις, μὲ τὴ μορ­φὴ μύ­θων καὶ ἀλ­λη­γο­ρι­ῶν καὶ ἀ­πο­κτᾶ ὑ­πό­στα­ση κα­τὰ τὸ Με­σαί­ω­να μέ­σῳ τῆς δι­δα­κτι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τλεῖ τὸ ὑ­λι­κό της ἀ­πὸ θρύ­λους, αἰ­νίγ­μα­τα καὶ πα­ρα­βο­λές. Ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὅ­τι τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι μιὰ ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἀ­σι­α­τι­κοῦ χα­ϊ­κοῦ σὲ πε­ζὸ λό­γο, ἐ­νῶ ἄλ­λοι πι­στεύ­ουν ὅ­τι προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τύμ­βια λο­γο­τε­χνί­α.




Ένα μυθιστόρημα μικρής φόρμας, ένα διήγημα μινιατούρα σε πέντε κεφάλαια, ένα βιβλιαράκι 100 σελίδων περίπου, που έχει μέσα του μια μυθιστορία συμπυκνωμένη σαν ένα ποίημα Χάικου, ή αν θέλετε ένα πελώριο δέντρο που το σμικρύνεις ίσα να χωράει στην παλάμη σου, μια τεχνική που θέλει γνώσεις, υπομονή, επιμονή, αγάπη, φαντασία και έρωτα, θα έλεγα, αφού μεγαλώνοντάς το  παραμερίζεις τα βάσανα της ζωής, τον ψυχικό πόνο του χωρισμού σου, μένεις με τον εαυτό σου και με σκοπό να μεταμορφώσεις, ως δια μαγείας, το προορισμένο σε μεγάλες διαστάσεις, μικρό μεν αλλά με την ίδια αξία και σπουδαιότητα έργο.

Ο Συγγραφέας με την πρώτη παράγραφο, μέσα σε οχτώ σειρές μας λεει την ιστορία: αρχίζοντας από το τέλος,  το κορίτσι πεθαίνει, το αγόρι μένει μόνο, αν και ήταν μόνο από τότε που χώρισαν και μαθαίνει το θάνατό της ένα ή ενάμιση χρόνο αργότερα.

«Στο τέλος εκείνη πεθαίνει κι εκείνος μένει μόνος, αν και στην πραγματικότητα είχε μείνει μόνος πολλά χρόνια πριν πεθάνει εκείνη, η Εμίλια. Ας πούμε πως εκείνη λέγεται ή λεγόταν Εμίλια και πως εκείνος λέγεται λεγόταν και εξακολουθεί να λέγεται Χούλιο. Χούλιο και Εμίλια. Στο τέλος η Εμίλια πεθαίνει και ο Χούλιο δεν πεθαίνει. Τα υπόλοιπα είναι λογοτεχνία».

Ο Σάμπρα γράφει την περίληψη μιας μυθιστορίας με αποδοχή στον αναγνώστη, να διαβάζει, να κρίνει ή να συγγράφει το έργο.

Ένας έρωτας δυο νέων, συμφοιτητών, που διεγείρονται σεξουαλικά διαβάζοντας λογοτεχνία∙ που διεγείρονται μιλώντας «γυμνά» για περασμένα, λυπημένα και αποκαρδιωμένα, που ταυτίζονται με την αλήθεια της ψυχής τους, μέχρι που διαμορφώνονται  σε «μάζα». Όμως ένα ψέμα χαλάει τη «συνταγή της αλήθειας τους», είπαν ότι έχουν διαβάσει το «αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ∙ διάβασαν μέχρι τη σελίδα 373, που λεει: «η γνώση δεν σου επιτρέπει πάντα να εμποδίζεις κάτι, αλλά τουλάχιστον όσα γνωρίζουμε τα κρατούμε, αν όχι στα χέρια μας, τουλάχιστον στη σκέψη μας, όπου τα τακτοποιούμε όπως θέλουμε, και μας δίνεται έτσι η αυταπάτη πως με κάποιο τρόπο τα ελέγχουμε». Και όπως λεει ο συγγραφέας  «Η γνώση δεν σου επιτρέπει πάντα να μποδίζεις κάτι, αλλά υπάρχουν αυταπάτες, κι αυτή η ιστορία που γίνεται σιγά σιγά μια ιστορία από αυταπάτες...» Έτσι ενδόμυχα ξέρουν ότι χωρίζουν, η φαντασίωσή τους ήταν  να τελειώσουν τον Προυστ. Χώρισαν και το βιβλίο έμεινε ανοιχτό στη σελίδα 373.


            Σελ: 18. Ο Χούλιο απέφευγε τις σοβαρές σχέσεις, κρυβόταν, όχι από τις γυναίκες, αλλά από τη σοβαρότητα, μια και ήξερε πως η σοβαρότητα είναι εξίσου αν όχι και πιο επικίνδυνη από τις γυναίκες.
            Σελ: 25. όταν ο Χούλιο ερωτεύτηκε την Εμίλια, κάθε χαρά και κάθε πόνος που είχαν προηγηθεί της χαράς και του πόνου που του πρόσφερε η Εμίλια μετατράπηκαν σε απλές απομιμήσεις της αληθινής χαράς και του αληθινού πόνου.
            Σελ: 28. ... στην ιστορία της Εμίλιας και του Χούλιο υπάρχουν περισσότερες αποσιωπήσεις παρά ψέματα, και λιγότερες αποσιωπήσεις παρά αλήθειες, αλήθειες απ’ αυτές που αποκαλούνται απόλυτες και συνήθως προξενούν αμηχανία.
            Σελ. 70. Υπάρχει ένας παλμός όταν γράφεις στο χαρτί, ο θόρυβος του μολυβιού. Μια παράξενη ισορροπία μεταξύ αγκώνα, παλάμης και μολυβιού.
            Σελ. 71. Και το να είσαι γέρος είναι μειονέκτημα. Γιατί οι γέροι είμαστε αδύναμοι κι έχουμε ανάγκη όχι μόνο τα εγκώμια των νέων, κατά βάθος έχουμε ανάγκη το αίμα τους.
            Σελ. 93. Το να φροντίζεις ένα μπονσάι είναι σαν να γράφεις, σκέφτεται ο Χούλιο. Το να γράφεις είναι σαν να φροντίζεις ένα μπονσάι, σκέφτεται ο Χούλιο.