Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

ΝΟΡΑ ΓΟΥΕΜΠΣΤΕΡ του Colm Toibin εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

                        ΝΟΡΑ ΓΟΥΕΜΠΣΤΕΡ
                            του Colm Toibin

                           εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Ο  Colm Toibin, γεννήθηκε το 1955,  στο Εννισκόρθι της Ιρλανδίας,
έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα και δοκίμια. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Μαν Μπούκερ, το 2004,  με το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο IMPAC-DUBLIN. Επίσης  είναι υποψήφιος, για τρίτη φορά, του βραβείου «Μπούκερ» για το βιβλίο του «Η Διαθήκη της Μαρίας».   
Επιπλέον το μυθιστόρημά του «Brooklyn» βραβεύτηκε με το βραβείο COSTA και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο.
Έχει τιμηθεί τρεις φορές με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα. Τέλος, έχει διδάξει δημιουργική γραφή και συγκριτική γραμματολογία σε πανεπιστήμια όπως το Stanford, το Princeton και το Columbia University.
Το έργο του Τομπίν έχει μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες.

Βιβλία του:
-Χένρι Τζέιμς, ο Δάσκαλος
-Μητέρες και γιοι
-Μπρούκλιν
-Νότος
-Νόρα Γουέμπστερ,
   κ.α..

Το θέμα του βιβλίου είναι το πένθος και πώς βιώνει την απώλεια, σε μια επαρχιακή πόλη της Ιρλανδίας το Εννισκόρθι, τέλη της 10ετίας του ‘60, η Νόρα Γουέμπστερ, ετών σαράντα πέντε, σαν πέθανε ο αγαπημένος της σύζυγος και τώρα  έχει την φροντίδα τεσσάρων παιδιών,  δυο κοριτσιών που σπουδάζουν και δυο μικρότερων αγοριών το ένα σε εφηβική ηλικία, το άλλο μικρότερο.
 Η Νόρα μοχθεί να συμπληρώσει το κενό που άφησε ο Μορίς, ο σύζυγός της, που ήταν εκπαιδευτικός και πολύ αγαπητός στην πόλη τους. Καταπιέζεται έναντι του ασφυκτικού ενδιαφέροντος γειτόνων, γνωστών και συγγενών με συνεχείς επισκέψεις για  συλλυπητήρια, παραινέσεις και καθοδηγήσεις   για τη χήρα.
Ο Τομ Ο’ Κόνορ, γείτονας της λέει,  «δεν τους βαρέθηκες; Δεν είναι ώρα να κόψουνε τις επισκέψεις;». Ο Τομ  τελευταία έχει υιοθετήσει έναν τόνο εξουσιαστικό στο λόγο του και η Νόρα νιώθει ότι την μειώνει∙ σκέφτεται ότι αν ζούσε ο Μορίς ποτέ δεν θα της μιλούσε με αυτό τον τρόπο.
Εκείνο που επιζητεί είναι να την αφήσουν ήσυχη και προσπαθεί να οριοθετήσει τη ζωή τη δική της και της οικογένειάς της. Η κατάσταση των οικονομικών της είναι δυσχερής, αποφασίζει να πουλήσει το εξοχικό τους, αν και το αγαπούσαν όλοι. Στους γιους, που την κοιτούν με πλάγιο, απορημένο βλέμμα, βεβαιώνει ότι θα αγοράσει τροχόσπιτο για τις διακοπές τους. Ξεκινάει δουλειά γραφείου, στην ίδια επιχείρηση που δούλευε πριν παντρευτεί και δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη.
Κρύβει τα δάκρυα του πένθους κάπου βαθιά μέσα της και τιθασεύει τις παρορμητικές του ιδιότητες. Σκέφτηκε πολλές φορές να μετοικίσει  στην πρωτεύουσα, πιστεύοντας ότι θα ξεφύγει του συντηρητικού κλοιού της επαρχίας, όμως μένει και παίρνει την τύχη του εαυτού της και της οικογένειάς της στα χέρια της. Παλεύει ξεπερνώντας τις κακολογίες των συντοπιτών της, όταν βάφει σ’ άλλο χρώμα τα μαλλιά της με χτένισμα νεανικό. Αναζητεί τη γαλήνη, αναζητεί ανάσα ψυχής και τη βρίσκει στη μουσική, στους ήχους του Μπετόβεν∙ έχει το χάρισμα της καλλίφωνης και με τη βοήθεια μιας  πιανίστριας γίνεται  μέλος χορωδίας. Καταφέρνει να δαμάσει όσο γίνεται την φρικτή απώλεια του Μορίς.  Κοινωνικοποιείται, σφίγγει τα δόντια στα δύσκολα, όταν ο έφηβος γιος τραυλίζει και τον γράφει εσώκλειστο σε σχολείο με λογοθεραπευτή.  Γίνεται μέλος του συνδικαλιστικού κινήματος στην εταιρία που εργάζεται. Καταφέρνει με τις οικονομίες της να αγοράσει τροχόσπιτο για τις διακοπές τους, να ανακαινίσει το σπίτι, αντικαθιστώντας το παλιό τζάκι, να βάψει τοίχους, να αγοράσει πικάπ και δίσκους, δίνοντας έτσι  μια φρεσκάδα ανανέωσης σε βλέμματα και ψυχές.
Η ηρωίδα του βιβλίου μιλάει με σιωπές∙ την αφουγκραζόμαστε, ακούμε τον εσωτερικό της μονόλογο, τον επιτήδειο χειρισμό της ώστε να απαλύνει τους θρήνους της ψυχής της και της ψυχής των παιδιών της.
Ο Τομπίν διαλαλεί στο βιβλίο του  τη γυναίκα, που το κενό της δυναμικότητας του άντρα που έχασε, την ενδυνάμωσε∙  τη γυναίκα που ο πόνος της γίνεται δημιουργία, που πρωτεύει η υγεία των ανήλικων παιδιών της, που η λογική υπερισχύει της δυστυχίας, που το δάκρυ γίνεται μουσική, τραγούδι, χαμόγελο στην απεραντοσύνη της θάλασσας.

 Ο συγγραφέας μας περιγράφει τη ζωή της 10ετίας του ’60, στο Εννισκόρθι,  όπου γεννήθηκε. Η ζωή του είναι σχεδόν ίδια με την περιγραφή στο βιβλίο.  Ο ίδιος έχασε τον πατέρα σου σε ηλικία 12 χρόνων και εκδήλωσε βραδυγλωσία όταν εκείνος αρρώστησε…

Το εξαιρετικό επίμετρο και η μετάφραση είναι της Αθηνάς Δημητριάδου.

Σελ. 43. Έβλεπε τον εαυτό της στο σπίτι στο Κους, προσπαθούσε να φέρει ξανά την εικόνα των παιδιών μια μέρα του καλοκαιριού, να μαζεύουν από το σκοινί μαγιό και πετσέτες  και να κατεβαίνουν στην παραλία, ή την ίδια και τον Μόρις να γυρίζουν σπίτι από τα μονοπάτια, μέσα στο σούρουπο, … να μπαίνουν σ’ ένα σπίτι ζωντανό από τις φωνές των παιδιών.. τώρα όλα αυτά είχαν τελειώσει, δεν θα ξαναγύριζαν. Το σπίτι ήταν άδειο.
Σελ. 108. Κατά τα φαινόμενα ήταν ο μόνος γιατρός εκεί μέσα. Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ιδέα από πόνο ή θάνατο, τον θυμόταν να της μιλάει σαν να υπονοούσε ότι του έτρωγε τον πολύτιμο χρόνο του. Ένιωθε μέσα της βαθύ και ζωντανό μίσος γι’ αυτόν, και η αίσθηση την γέμιζε με μια παράξενη ευχαρίστηση, έτσι όπως συνέχιζε την πορεία της και άρχιζε η βροχή.
Σελ. 179. Ξανάρθε πάλι στο μυαλό της ο θάνατός του….. όμως ο Μόρις βρισκόταν ήδη πολύ μακριά…. Ίσως να τους ένιωθε μόνο σαν αόριστες παρουσίες, όλους εκείνους που είχε αγαπήσει, όμως η αγάπη ελάχιστη σημασία είχε τότε, ακριβώς όπως τώρα η καταχνιά, που ήταν σαν να έλεγε ότι η γραμμή ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί ελάχιστη σημασία είχε.
Σελ. 388. Η σκέψη του τι θα μπορούσε να κάνει με τα κάτω δωμάτια δεν την άφηνε να κλείσει μάτι. Έπρεπε να θυμίζει στον εαυτό της ότι τώρα πια ήταν ελεύθερη, ότι δεν υπήρχε Μόρις που θα λογάριαζε τα έξοδα και θα κατέβασε μούτρα αν του αναστάτωνες την καθημερινότητά του. Ήταν ελεύθερη…. Η σκέψη αυτή ότι μπορούσε να κάνει ό,τι της άρεσε, την έκανε να νιώθει λίγο ένοχη.

                      

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016

Τα δέκα σκαλοπάτια

Τα δέκα σκαλοπάτια

Τράβηξε την κουρτίνα του παραθύρου. Είδε τις κουμαριές στον απέναντι λόφο να γέρνουν κάπως, να πετούν το χιόνι απ’ τα φύλλα τους και να ανασηκώνονται. Ακουγόταν θόρυβος ντουλαπιών που ανοιγοκλείνουν.  Ένας ηλικιωμένος άντρας με μπαστούνι προχωράει στο δρόμο∙  μπροστά από το σπίτι σταματάει, ρίχνει μια ματιά ψηλά στο παράθυρο, χαιρετάει σηκώνοντας όρθιο το μπαστούνι και συνεχίζει το δρόμο του. Ο Κώστας τον έχει ξαναδεί, ο τύπος χαιρετάει και συνεχίζει το περπάτημα χωρίς να περιμένει ανταποδοτικό χαιρετισμό.
            Ο Κώστας, πλασιέ ηλεκτρικών συσκευών,  πάτησε πρόσφατα τα πενήντα, έχει αραιά γκρίζα μαλλιά και μάτια σκούρα καστανά. Στο μέτωπό του βαθιές οριζόντιες ρυτίδες και δυο κάθετες από τη μύτη και πάνω, σαν ένα προσχέδιο σκακιού. Ανάβει τσιγάρο. Ακούγεται η φωνή της Άννας, της γυναίκας του, που ξυπνάει την δεκάχρονη κόρη τους για το σχολείο. Σούρσιμο βαλίτσας από την κρεβατοκάμαρα στο διάδρομο. Σούρσιμο δεύτερης βαλίτσας από την κρεβατοκάμαρα στο διάδρομο. Η φωνή της Άννας, αν θέλει να πιει καφέ πριν φύγει. Ίδιος  τόνος φωνής, όπως ο χθεσινοβραδινός που του είπε να χωρίσουνε.  Όχι ότι υπήρχε κανένας σοβαρός λόγος παρά μόνο ότι θέλει να συνεχίσει τη ζωή της μόνη. Μόνη χωρίς αυτόν.
            Κοιτάζει ψηλά στο λόφο, ανάμεσα σε ρουμάνι ξεχωρίζει ένα εκκλησάκι. Μια φορά είχε  πάει ποδαρόδρομο μέχρις εκεί. Έπιασε δυνατός αέρας,  καταιγίδα, αστραπόβροντο. Χώθηκε στο εκκλησάκι να προφυλαχτεί, όμως αγωνιούσε για το παιδί και τη γυναίκα του. Έσπρωξε την πόρτα να βγει, κατακλύστηκε από τα ορμητικά νερά, τον παρέσυρε χείμαρρος, πιάστηκε από θάμνο κουμαριάς∙  η έγνοια για τις αγαπημένες  του δεν άφησε κανένα φόβο να τον κυριεύσει και δεν έδωσε σημασία στις πάμπολλες  εκδορές σ’ όλο του το σώμα. 
            Ο ηλικιωμένος με το μπαστούνι γυρίζει από το περπάτημα με γυρτούς ώμους και σκυφτό κεφάλι. Ο Κώστας ρίχνει ματιές στις βαλίτσες. Δεν θυμάται πόσες βαλίτσες έχει αλλάξει χρόνια τώρα. Μια βαλίτσα γέμιζε η Άννα όταν αυτός έφευγε ταξίδι, μια την άδειαζε όταν επέστρεφε. Τώρα γέμισε δυο βαλίτσες για την αποχώρησή  του. Για πάντα.  
            Είχαν νοικιάσει το σπίτι τους έξω από την πόλη, χτισμένο σε σειρά σπιτιών στις υπώρειες δασωμένων λόφων. Ένα φιατάκι η Άννα, ένα όπελ στέισον βάγκον εκείνος. Τα Σάββατα μαζί με την Άννα στο σούπερ μάρκετ γέμιζαν με ψώνια το όπελ και μετά το μεγάλο τους ψυγείο. Πήγαιναν πού και πού κινηματογράφο σε κατάλληλες ταινίες μαζί με την κόρη τους. Διασκέδαζαν βλέποντας διάφορα τηλεοπτικά προγράμματα στην σαράντα δυο ιντσών τηλεόρασή τους και συχνά συνόδευαν την κόρη τους  σε παιδικά πάρτι. Ήταν πάντα τυπικοί στις κοινωνικές εκδηλώσεις, γάμοι,  βαφτίσια,  κηδείες. Έκαναν και δυο ταξίδια στο εξωτερικό. Πήγαν στο Παρίσι, είδαν τον Πύργο του Άϊφελ και επισκέφτηκαν την Ντίσνεϊ Λαντ. Πήγαν και στη Βενετία γαμήλιο ταξίδι, όταν το θύμιζε στην Άννα, του ‘λεγε πως εκεί πέρα η Αδριατική βρομούσε. Εκείνος πάντως δεν το ‘χε πάρει μυρουδιά.
            Ο Κώστας έβαλε τις βαλίτσες στο αυτοκίνητο και προχώρησε κουνώντας κεφάλι και χέρια στην αραιή ομίχλη. Ο δρόμος ήταν άδειος και μακρύς, έπαιρνε γρήγορες βαθιές ανάσες, άνοιγε το στόμα και κατάπινε τους υδρατμούς, σαν πουλί. Συνέχισε με βαριά μεγάλα βήματα.  Παρατηρούσε ένα ένα τα σπίτια, τους κήπους, τις εισόδους, τα χρώματα των τοίχων, τα διάφορα σε σχήμα και χρώμα γραμματοκούτια. Κλότσησε  στην άκρη έναν κάδο, φισκαρισμένο από σκουπίδια∙ διάβασε: Μόνο χαρτόνια και χαρτιά -όχι σκουπίδια. Προχωρούσε∙ τα σκυλιά των σπιτιών έτρεχαν στις εξώπορτες και τον γάβγιζαν. Τα κοίταζε στα μάτια. Μερικά γρύλιζαν, άλλα συνέχιζαν το γάβγισμα λυσσαλέα. Τα πλησίασε, γούρλωσε μάτια, έτριξε δόντια  και άρχισε να γαβγίζει να γαβγίζει∙  τα σκυλιά οπισθοχώρησαν και κείνος συνέχισε να βαδίζει γαβγίζοντας. Γύρισε μετά από ώρα με γυρτούς ώμους και το κεφάλι σκυφτό. Το φιατάκι της Άννας έλειπε. Έσπρωξε την εξώπορτα, ήταν κλειδωμένη.
             Μπήκε στο αυτοκίνητο, πήρε χαρτομάντιλα σκούπιζε νευρικά το μουσκεμένο του κεφάλι. Έβαλε μπρος για Αθήνα. Στο κέντρο, κατέλυσε σ’ ένα ξενοδοχείο. Προσπάθησε να κοιμηθεί, ο θόρυβος δεν τον άφησε. Βγήκε έξω.
            Η θορυβώδης πόλη με αυτοκίνητα, μηχανές, μηχανάκια, ασθενοφόρα, αστυνομικά, πυροσβεστικά, φωνές, κόσμος πολύς και αδιάφορος, όλα αυτά μέσα στην κανονικότητα της κάθε μέρας. Κάποιοι τον σπρώχνουν, συνεχίζουν βιαστικοί∙  άλλοι ζητιανεύουν του λένε ότι χρειάζεται να εγχειριστούν γιατί έχουν καρκίνο, λεφτά δεν έχουν. Έδωσε πέντε ευρώ σ’ έναν, στους άλλους κουνούσε τους ώμους.
             Γκρίζα ατμόσφαιρα βρεγμένοι δρόμοι, μια μυρουδιά γλίτσας καυσαερίου. Περπάτησε στο Σύνταγμα. Κατέβηκε την Ερμού, αφηρημένες ματιές στα μαγαζιά, αφηρημένες ματιές στον κόσμο. Διέσχισε την Κεραμικού. Παρατήρησε τα παλιά αθηναϊκά παρακμασμένα σπίτια. Τώρα όλα μπουρδέλα.  Άναψε τσιγάρο, χάζεψε άντρες διαφόρων ηλικιών και  φυλών, με τα χέρια στις τσέπες να κοιτάζουν ολόγυρα και μετά να μπαίνουν μέσα  στα σπίτια  δρασκελώντας τα σκαλιά.
            Ανέβηκε την Αθηνάς, μπήκε στη λαχαναγορά. Οσμές ψαριών, κρεάτων, λιπαρές βρομιές. Σφάγια στάζουν αίμα. Ματωμένες γουρουνοκεφαλές με μήλο στο στόμα και κλαδάκια μυρτιάς ανάμεσα στ’ αυτιά. Τα βήματά του βουλιάζουν στη γλίτσα του παλιού μωσαϊκού, παρακεί λαχανικά, μια μανάβισσα με πλούσιο στήθος ραντίζει τα σπανάκια. Φωνές πωλητών σαν βουητό ενοχλητικών ζουζουνιών. Σκύβει το κεφάλι στο στήθος, αναπνέει, εκπνέει, σούφρωσε το στόμα, ζάρωσε η μύτη, ανέβηκε ψηλά το πηγούνι, αποπνέει  σαπίλα. Γουργουρίζουν τ’ άντερά του, ρεύεται, κλάνει ελεύθερα, όλα γίνονται ένα στο βουητό του χώρου. 
            Σπρώχνει τις αχνισμένες γυάλινες πόρτες. Φίσκα το  μαγειρείο από εργάτες συνήθως, που δουλεύουν εκεί τριγύρω: Πειραιώς, Αθηνάς, Σοφοκλέους, Ευριπίδου, Αιόλου. Έτριψε τα μάτια του∙  οι γλόμποι έριχναν ένα αδύναμο φως και η καπνίλα από τα τσιγάρα παλινδρομούσε να βρει διέξοδο. Μυρουδιές ανάκατες φαγητών και ανθρώπων∙  με την ανάστροφη του δεξιού του χεριού πίεσε τη μύτη του, οι πιο δυνατές σκόρδου και καμένου λαδιού. Δεν ξεχωρίζει πρόσωπα όλα βυθισμένα σε μιαν αχλύ που παίρνει διάφορα χρώματα από πρόσωπα, ρούχα, καπνούς, ατμούς. Δυνατές φωνές, δεν ξεχωρίζεις κουβέντες. Δυνατότερες των γκαρσονιών που φωνάζουν τις παραγγελίες και ενημερώνουν τους πελάτες επαναλαμβάνοντας, «φασόλια γίγαντες τέλοος. Γαλέος σκορδαλιά, τέλος. Κρεατόσουπα τρεις μερίδεες».
            Κάθισε στο τραπέζι με δυο άλλους, όπως του υπέδειξε το γκαρσόνι, ένα αμούστακο αδύνατο παιδί με μαλλιά άφρο και αραιό μούσι. Οι δυο άντρες ρουφάνε με βουλιμία την κρεατόσουπά τους.  Ό ένας παχύς, σταράτος, αξύριστος, γύρω στα σαράντα. Ο άλλος μεγαλύτερος, μαυριδερός, με κανονικό βάρος πολλά μαλλιά και γένια. Και οι δυο φοράνε ίδιες φόρμες βρόμικες, που αναδίνουν λαδίλα.  Μιλάνε λίγο μεταξύ τους. Έχουν το νου τους στη σούπα. Δεν έχει παραγγείλει. Ψάχνει στρέφοντας το κεφάλι δεξιά αριστερά.
«Τι ψάχνεις κύριος;» Είπε ο παχύς.
«Τιμοκατάλογο», είπε.
« Ό,τι έχει στη βιτρίνα παράγγειλέ το στα γρήγορα γιατί σε λίγο θα ‘χουν αδειάσει χύτρες και ταψιά. Ερχόμαστε εδώ για την κρεατόσουπα, δεν τσιγκουνεύονται το κρέας βάζουν  ένα μεγάλο κομμάτι μέσα. Χορταίνεις».
«Και  οπωσδήποτε με ένα φισκαρισμένο κατρούτσο, να πούμε», είπε με μια γκριμάτσα γέλιου, ο μαυριδερός.  
Ρουφούσε με ευχαρίστηση τη σούπα. Το φισκαρισμένο κατρούτσο άδειασε με μιας μοιρασμένο στα τρία. Και δεύτερο και τρίτο και τέταρτο και πέμπτο κατρούτσο και κουβέντες του κρασιού συγκεχυμένες, μοιρασμένες στα τρία.
«Εμείς δουλεύουμε εδώ πιο κάτω στην αποθήκη του Κωστόπουλου, του λαδέμπορα  Οχτώ και πολλές φορές δέκα ώρες την ημέρα χαμαλίκι». Είπε ο παχύς.
«Ταξιδεύω. Είμαι. Πλασιέ. Είπε ο Κώστας, αδειάζοντας το κρασοπότηρο. «Χώρισα. Με χώρισε», είπε από μέσα του.
«Ο Κωστόπουλος σου πίνει το αίμα για ένα ευρώ. Σηκώνουμε τα βαρέλια με λάδι στην πλάτη, τ’ ανεβάζουμε πάνω στο δρόμο και τα φορτώνουμε στο φορτηγό. Δέκα πελώρια σκαλοπάτια ανέβα κατέβα με τα βαρέλια στην πλάτη. Δέκα σκαλοπάτια. Ο Κωστόπουλος σου πίνει το αίμα μέρα τη μέρα,  ώρα την ώρα». Είπε ο παχύς, κοιτάζοντας τον συνάδελφό του.
Ακούμπησε το κεφάλι του στην αριστερή του γροθιά∙  με το τρεμάμενο δεξί το κρασοπότηρο, κολλημένο στο στόμα, και τα μάτια κλειστά∙  πού και πού ροχάλιζε, παραμιλούσε με λόξιγκες, χασμουρητά και μισόλογα: “ανεβαίνω τα δέκα σκαλιά, γυρίζω το μεγάλο κλειδί, μπαίνω στο σπίτι μου,  κάθομαι στον καναπέ, βλέπω τηλεόραση, κοιμάμαι. Κάθομαι στον καναπέ βλέπω τηλεόραση... κοιμάμαι.. κοιμάμαι”.
Οι ομοτραπεζοί του δεν τον προσέχουν∙ μιλούν μεταξύ τους. «Ο Κωστόπουλος προχθές έδιωξε τον Κωστή  γιατί του γλίστρησε το βαρέλι κάτω. Ευτυχώς δεν έσπασε και έπεσε στο πλάι. Πίσω ακολουθούσα εγώ φορτωμένος. Θα είχα σκοτωθεί να πούμε», είπε ο μαυριδερός.
Μισάνοιξε τα μάτια, όταν το κεφάλι έπεσε βαρύ στο στήθος, χασμουρήθηκε παρατεταμένα και με μεθυσμένη φωνή:  Άντε εβίβα. Μικρέ  ένα κατρούτσο.
 «Τον έδιωξε ο Κωστόπουλος τον Κωστή μετά είκοσι χρόνια Είκοσι ολόκληρα χρόνια του πήδαγε και τη γυναίκα. Tον φουκαρά τον Κωστή. Νυχτώνει; Ή εγώ δε βλέπω καλά; Τελευταία δε βλέπω καλά, τα μάτια μου πρήζονται, να πούμε», είπε και έτριβε τα μάτια του ο μαυριδερός.  «Πήδαγε τη γυναίκα του Κωστή. Μάλιστα του πήδαγε τη γυναίκα».
Συνέχισαν την κουβέντα οι ομοτράπεζοί του και αδιαφορούσαν για τα μεθυσμένα μουρμουρίσματα του Κώστα., «άντεε εεεβίβα. Πάντως η σούπα ήταν καληή. Πάντως μου έρχεται αναγούλα. Πάντως είχε μέσα μια κατσαρίδα. Έφαγα την κατσαρίδα. Άντε εεβίβαα. Μ’ αρέσει το κρασί ρε παιδιά». Σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι κι ακούμπησε το κεφάλι του. Ακουγόταν βαριά η αναπνοή του.
«Κάθε βράδυ κλειδώνεται στην αποθήκη. Μετράει μετράει μετράει. Λεφτά μετράει. Ατέλειωτα λεφτά. Ο λαδέμπορας», είπε ο παχύς, κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι του. Το κεφάλι του κουνούσε και ο μαυριδερός.
«Μικρεέ φέρε κρασιί∙ φέρεε μπουκάλιαα. Είμαι ο άντρας του σπιτιού. Προστάτης της οικογένειαας.. Φέρτε κρασί ρεε»,  παραληρεί ο Κώστας μα κανείς δεν του δίνει σημασία.
Μεσάνυχτα και  οι τρεις με ένα μπουκάλι κρασί στο στόμα πίνουν καθισμένοι ανακούρκουδα στο πεζοδρόμιο της Σοφοκλέους. Ο Κώστας με  το κεφάλι ανάμεσα στα σκέλια. Ακούγεται το ραχαλητό του∙  πού και πού τραντάζεται μισανοίγει τα μάτια και πέφτει σε λήθαργο.

            Μεσημέριασε, παιδί τώρα, και τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί με άλλα παιδιά ανάμεσα σε χωράφια και λόχμες, τα τζιτζίκια στα ντουζένια τους, στα ρυάκια τρέχει ακόμα το νερό του χειμώνα, μερικές πάπιες τσαλαβουτούν στα νερά και στις γύρω λάσπες, τις κυνηγάει, τις τρομάζει, εκείνες πετούν κρώζοντας, το παιδί γελάει. Πιάστηκε από κλαδί γέρικης ελιάς. Κάνει κούνια. Πηδάει κάτω∙ τρέχει. Τα παιδιά χάθηκαν. Είναι μόνος. Φοβάται. Τρέχει. Τρέχει. Πεινάει κι η μάνα ψήνει πίτα. Στην αυλή όλοι μαζεμένοι γύρω από τον ξυλόφουρνο, ο καθένας με απλωμένο χέρι∙  η μάνα, κομματιάζει την πίτα Η πίτα αχνίζει. Βραδιάζει  είναι στο κρεβάτι του.  Η μάνα τον σκεπάζει με την καρό κουβέρτα μέχρι το λαιμό. Τον παίρνει ένας γλυκός ύπνος.
            Αχνοσκόταδο τρέχει από δρόμο σε δρομάκι, από πλατεία σε πλατεία, από πάρκιν σε πάρκιν να βρει τ’ αυτοκίνητό του. Πολλές φορές κουρασμένος από τη δουλειά κι αφηρημένος ξεχνάει πού το έχει παρκάρει. Ξεχωρίζει το άσπρο όπελ, καταμεσής στον πελώριο άδειο δρόμο, που τον βαραίνει η σιωπή. Πατάει το γκάζι επιστροφή στο σπίτι∙ πόσο χαίρεται όταν ξεχωρίζει την κεραία της Ε.Ρ.Τ. εκεί στον Άγιο Στέφανο, μέσα σε μισή ώρα θα φτάσει στο σπίτι. Επιτέλους τελείωσε  άλλο ένα  κουραστικό ταξίδι. Δεν έχει καλή ορατότητα. Ανοίγει τα μεγάλα φώτα δεν κάνουν τίποτα στην ομιχλώδη  λεωφόρο. Με αργό οδήγημα συνεχίζει. Φτάνει. Χαρούμενος σφυρίζει. Ήχος κούφιος. Η γκαραζόπορτα ανοίγει αυτόματα χωρίς θόρυβο. Μπαίνει αργά με τ’ αυτοκίνητο.  Βγαίνει με την άβαρη βαλίτσα στο χέρι. Η γκαραζόπορτα κλείνει αυτόματα χωρίς θόρυβο.  Διασχίζει τον κήπο φτάνει κοντά στην είσοδο του σπιτιού, τα άσπρα σκαλοπάτια περιτριγυρισμένα από αραιή ομίχλη λαμπυρίζουν. Ένα σκαλοπάτι,  δυο, τρία, τέσσερα. ... φτάνει στο ένατο. Τώρα στο δέκατο. Είναι σκοτεινά, η γυναίκα του ξέχασε να ανάψει το έξω φως, πολλές φορές το ξεχνάει.  Προσπαθεί να βάλει το μεγάλο κλειδί στην πόρτα, δεν τα καταφέρνει∙. Έσπρωξε απαλά, η πόρτα ανοίγει. Μπαίνει στον διάδρομο, ακούγονται πνιχτές φωνές, τρέχει στο σαλόνι κάποιος χτυπάει τη γυναίκα του, το παιδί του. Αρπάζει από το τραπέζι το βαρύ κρυστάλλινο τασάκι το πετάει με δύναμη στον εισβολέα, τον πετυχαίνει στο κεφάλι και τον ρίχνει κάτω αναίσθητο.  Αγκαλιάζει σφιχτά την γυναίκα του, το παιδί του. Τις έσωσε.
Απέξω από την υπόγεια αποθήκη λαδιών της οδού Σοφοκλέους, είναι μαζεμένος κόσμος∙ δυο τρεις αστυφύλακες  δεν αφήνουν τον κόσμο να πλησιάσει την είσοδο. Μέσα στην πελώρια αποθήκη και δεξιά  από το πρώτο σκαλοπάτι σ’ ένα διαμορφωμένο, με πλεξιγκλάς, σε χώρο  γραφείου είναι αστυνομικοί με στολές και μερικοί άλλοι με κουστούμια. Νεκρός πάνω στο γραφείο βρίσκεται, με σπασμένο το κεφάλι στα δυο, ο λαδέμπορος Κωστόπουλος. Πάνω σε μια ξεφτισμένη δερμάτινη πολυθρόνα κάθεται με τα ρούχα και τα χέρια καταματωμένα ο Κώστας σε μισολιπόθυμη κατάσταση. Ψελλίζει χωρίς σταματημό, «Τις έσω..σα.. τις έσωσα.. Ναι τον σκό..τω..σα.  Ναι εγώ τον σσσκότωσα,  εισέβαλε στο σπίτι  μου με σκοπό να σκοτώσει τη γγυναίκα μου, το ππαιδί μου. Ναι τον σκό..τω..σα. Ναι εγώ τον σκότ..».

 Ένας αστυνομικός του βάζει τσιγάρο στο στόμα.                                                                                                             ...................

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

ΜΙΛΗΣΕ, ΜΝΗΜΗ του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

                                          ΜΙΛΗΣΕ, ΜΝΗΜΗ
                του  Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ                                             
γεν.1899 Αγία Πετρούπολη, Ρωσία - απεβίωσε 1977  Μοντρέ- Ελβετίας.

 Μυθιστοριογράφος, ποιητής, συγγραφέας, ζωολόγος, εντομολόγος, μεταφραστής, θεατρικός συγγραφέας, αυτοβιογράφος, σεναριογράφος, καθηγητής πανεπιστημίου και κριτικός λογοτεχνίας.
Το 1919 έφυγε από τη Ρωσία. Σπούδασε για τέσσερα χρόνια ρωσική και γαλλική λογοτεχνία στο Τρίνιτι Κόλετζ του Καίμπριτζ και έζησε στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Ελβετία και στις ΗΠΑ απομονωμένος, γράφοντας πρωτότυπα πεζογραφήματα και μεταφράζοντας έργα του Πούσκιν. Έγραψε μυθιστορήματα, όπως «Λολίτα», «Το δώρο», «Απελπισία», «Άντα», «Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ».
Αναζητούσε την αισθητική ευδαιμονία, έδειχνε τρυφερότητα για τα πράγματα που συνήθως οι άλλοι αδιαφορούσαν. Τα βιβλία του ήταν θρίλερ, αστυνομικά μυθιστορήματα, ρομαντικά μυθιστορήματα, κάτι ανάμεσα στην παρωδία και την κοινοτοπία.
Το σπίτι του στην Αγία Πετρούπολη λειτουργεί σήμερα ως μουσείο.
                                    ….----….----….

Εξαιρετική η εισαγωγή του έργου από τον Μισέλ Φάις  (συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, δάσκαλος δημιουργικής γραφής, επιμελητής βιβλίων).

Λυρική και κινηματογραφική, θα’ λεγα,  η γραφή του Ναμπόκοφ. Μέσα σε δεκαπέντε κεφάλαια, αναμνήσεις ζωής τριάντα επτά χρόνων και χώρων. Θαυμάζεις τη γλώσσα που κυλάει ρυθμικά, τοποθετεί με επιτηδειότητα την κάθε λέξη, την κάθε φράση. Σφύζει από αισθήματα, γεγονότα ιστορικά, πολιτικά,  εικόνες μαγευτικές της φύσης, παντρεύει το παρελθόν με το παρόν και αντίστροφα, αναπολεί τα παιδικάτα του με λατρεία και τον κυριεύει ο τρόμος του τίποτα, της αβύσσου, όταν βλέπει οικογενειακές ταινίες που γυρίστηκαν λίγες βδομάδες πριν γεννηθεί. Κόσμος λοιπόν ίδιος και απαράλλαχτος χωρίς αυτόν, αλλά κι ο ίδιος κόσμος μετά απ’ αυτόν.
Γνήσια δίδυμα τα εκατέρωθεν σκοτάδια, κι όμως ο άνθρωπος, κατά κανόνα, αντικρίζει την προγενέθλια άβυσσο πιο ήρεμα απ’ ό,τι την άλλη, προς την οποία οδεύει.
Ο Ναμπόκοφ περνάει ευτυχισμένα παιδικά χρόνια στο μεγάλο τους κτήμα  λίγο έξω από την Πετρούπολη. Στην αριστοκρατική τάξη της Ρωσίας ανήκε η οικογένειά του και το 1919 διαφεύγουν στο Βερολίνο, λόγω της σοβιετικής επανάστασης. Σπουδάζει στο Κέμπριτζ λογοτεχνία και τον διακρίνει η αγάπη του για τη συλλογή πεταλούδων και μετέπειτα πάθος για την εντομολογία. Στο Βερολίνο σκοτώνουν τον πατέρα του Ρώσσοι εξτρεμιστές.
Στο Βερολίνο παντρεύεται  και το 1937 καταφεύγει με την οικογένειά του στο Παρίσι εξ αιτίας της Ναζιστικής τρομοκρατίας.
Μόλις ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος η οικογένεια Ναμπόκοφ καταφεύγει στις ΗΠΑ.
Έφυγε από τις ΗΠΑ για την Ελβετία, όπου έγραψε τα τελευταία του βιβλία και από εκεί πέρασε στην αθανασία.

Αναλαμπές στα παιδικάτα, όταν στρατηγός,  οικογενειακός τους φίλος, κλεισμένος στη στολή, που έτριζε ελαφρά, για να τον διασκεδάσει άπλωσε μια χούφτα σπίρτα στο ντιβάνι, πήρε δέκα τα έβαλε σε ίσια γραμμή το ένα μετά το άλλο και είπε «να η θάλασσα μπουνάτσα». Έσπρωξε μετά λίγο δυο δυο τα σπίρτα ώσπου στράβωσε η ευθεία και είπε «φουρτουνιασμένη θάλασσα». Ανακάτωσε τα σπίρτα να του δείξει κάτι άλλο, όμως τους διέκοψαν. Έτσι τα μαγικά σπίρτα είχαν χαθεί με το παιχνίδι και όπως λέει ο συγγραφέας:
 Το ν’ ακολουθεί τέτοιος θεματικούς σχηματισμούς μέσα στη ζωή του ανθρώπου, είναι ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου. 
Ανεξίτηλες οι παιδικές εντυπώσεις  για μια μαρμάρινη προτομή της Άρτεμης, για ένα κρυστάλλινο πασχαλινό αυγό, ο σιδηροδρομικός σταθμός, τα ξύλινα βαγόνια, οι ζωγραφιές της μάνας και το φιλί της για καληνύχτα, τα παραμύθια, οι εικονογραφημένες ιστορίες, τα ποδηλατοτρεχάματα, τα αυτοσχέδια παιχνίδια, οι περίπατοι στο δάσος του κτήματος, το κυνήγι της πεταλούδας, ο πρώτος έρωτας. Τα πρωινά παιγνιδίσματα κάτω από την κουβέρτα, το αρχοντόσπιτό τους, οι μόνιμοι πενήντα υπηρέτες τους, οι νταντάδες, οι οδηγοί της άμαξάς τους, οι γκουβερνάντες, οι δάσκαλοι  και οι δασκάλες στο σπίτι.

Διανθίσματα:
 Μεριμνούσε για το παρελθόν της με την ίδια αναθυμητική ζέση που τρέφω σήμερα εγώ για τη δική της εικόνα και το δικό μου παρελθόν. Κι έτσι κληρονόμησα κάτι σαν εξαίσιο ομοίωμα –το κάλλος της άυλης περιουσίας, του αναπόκτητου κτήματος.

..η παλιά διαφορά μου (από το 1917) με τη σοβιετική δικτατορία δεν έχει την παραμικρή σχέση με οιοδήποτε ζήτημα περιουσίας. Καταφρονώ τον εμιγκρέ που «μισεί τους Ρώσσους» επειδή του «έφαγαν» τα λεφτά και τη γη του. Η νοσταλγία που έθρεψα όλα αυτά τα χρόνια είναι μια υπερτροφική αίσθηση χαμένης παιδικότητας, όχι η λύπηση τραπεζογραμματίων. Τέλος: κρατώ για τον εαυτό μου το δικαίωμα να νοσταλγώ μια οικολογική κόγχη.

Σ’ ένα αγγλικό παραμύθι, που μου είχε διαβάσει μια φορά η μητέρα μου, ήταν ένα αγοράκι που σηκώθηκε από το κρεβάτι του και μπήκε σε μια ζωγραφιά και, καβάλα στο ξύλινο άλογό του πήρε το μονοπάτι που τραβούσε μέσα στα σιωπηρά δέντρα…..  με φαντάστηκα να σηκώνομαι, να σκαρφαλώνω ως τη ζωγραφιά  πάνω από το κρεβάτι μου, και να βουτάω στο στοιχειωμένο δάσος της οξιάς – δάσος που πράγματι γνώρισα όταν ήρθε η ώρα.
Ευτυχισμένος ο συγγραφέας που κατορθώνει να σώζει, μέσα στο λογοτέχνημα, ένα πραγματικό ερωτικό γράμμα που έλαβε στη νιότη του –ενσωματώνοντάς το στη φαντασία σαν καθαρή σφαίρα σφηνωμένη σε χαλαρή σάρκα- ασφαλές ανάμεσα σε κίβδηλες ζωές.

Εννοείται, βεβαίως, ότι ο ανταγωνισμός στα σκακιστικά προβλήματα δεν είναι μεταξύ των Λευκών και των Μαύρων παρά μεταξύ του συνθέτη και του υποθετικού λύτη (όπως ακριβώς το καλό μυθιστόρημα: η πραγματική σύγκρουση δεν είναι μεταξύ χαρακτήρων παρά μεταξύ συγγραφέα και εγκοσμίων)..
                                                        .-.-.



Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Ο κανιβαλισμός δεν είναι μακριά. Του Γιάννη Μακριδάκη

Ο κανιβαλισμός δεν είναι μακριά. Του Γιάννη Μακριδάκη
Posted on 21/09/2011 by Crystalia Patouli
«Πώς το κράτος κλέβει τους πολίτες του και η Ευρώπη προσπαθεί να σώσει το τομάρι της». Το άρθρο του συγγραφέαΓιάννη Μακριδάκη που δημοσιεύεται σήμερα στο tvxs, κυκλοφόρησε την Τρίτη με παρόμοιο υπότιτλο στην γερμανική εφημερίδα «Der Tagesspiegel» στο πρωτοσέλιδο του Kultur. Η ενημέρωση για τη δημοσίευση έγινε κατόπιν επικοινωνίας της Κρυσταλίας Πατούλη με τον κ. Ελευθέριο Οικονόμου από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού στο Βερολίνο*.
«Πριν από πενήντα χρόνια ο άνθρωπος που έμενε στο σπίτι το οποίο τώρα διαβιώ, στο χωριό Βολισσός της Χίου, ενός νησιού στην άκρη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέναντι από τη Σμύρνη της Τουρκίας, έκανε πάρα πολλές δουλειές για να ζήσει. Καλλιεργώντας τη γη του και εκμεταλλευόμενος τα ζωντανά του εξασφάλιζε το καθημερινό φαγητό της οικογένειάς του και δυο τρεις φορές το χρόνο προγραμμάτιζε από καιρό πριν το μεγάλο ταξίδι. Φόρτωνε δυο μουλάρια με διάφορα προιόντα μεταξύ των οποίων κάρβουνα και ρακί παραγωγής του, καβαλούσε κι αυτός τον γάιδαρο και ξεκινούσε μέσα από τα μονοπάτια των βουνών για να φτάσει στην πρωτεύουσα Χίο, να πουλήσει την πραμάτεια του και να δει το χρώμα του χρήματος που του ήταν αναγκαίο κάποιες φορές και έπρεπε να το ’χει. Οι εποχές που υπήρχαν ληστές και πειρατές στο διάβα των ανθρώπων ήτανε πλέον περασμένες ανεπιστρεπτί. Ο μόνος φόβος που του είχε απομείνει ήτανε το Κράτος. Συνήθως τα ξυλοκάρβουνα και το ρακί ήτανε λαθραίας παραγωγής, λίγες οκάδες όλα κι όλα, μη φανταστείτε, αλλά δίχως άδεια νόμιμη κι αυτό ήτανε αιτία αρκετή για να χει ο άνθρωπος μπλεξίματα. Έτσι η διαδρομή προς την πρωτεύουσα γινότανε μετά φόβου Θεού και με πολλές προφυλάξεις. Στις διασταυρώσεις των μονοπατιών με τον αμαξωτό τη στήνανε πότε πότε οι χωροφύλακες και κάνανε έλεγχο στα κοφίνια, ενώ στο μοναδικό καφενείο που συναντούσε κατά την εννιάωρη οδοιπορία του και περνούσε από κει για να δροσιστεί τα καλοκαίρια ή να ζεστοκοπηθεί λιγάκι τους χειμώνες, συνήθως ήταν στρατοπεδευμένοι δασονόμοι και ψάχνανε για το παράνομο κάρβουνο. Η κυρά Άννα η καφετζού κάθε φορά που ήτανε η εξουσία, χωροφυλάκοι ή δασικοί, να τρωγοπίνει μες στα πόδια της και να χει στημένο καρτέρι, ανέβαινε στο τσαρδί του καφενείου και άπλωνε ένα λευκό σεντόνι, δήθεν να στεγνώσει η μπουγάδα και με τον τρόπο αυτό ειδοποιούσε τους οδοιπόρους, μαζί και τον δικό μου, ότι στο μαγαζί της βρίσκεται το Κράτος, οι λήσταρχοί του, να κάνουν κράτει στο διάβα τους τους ειδοποιούσε, να περιμένουν πότε θα κατέβει το σεντόνι ή να αλλάξουνε ρότα, να τραβήξουνε από άλλο μονοπάτι κατά την πρωτεύουσα, να μην περάσουνε ούτε απ’ έξω από το καφενείο της.
Έτσι γινότανε οι δουλειές, αυτή ήτανε η ζωή τότε. Μεγάλες οι δυσκολίες του βίου, μικρές οι ανομίες και ένα κράτος μπαμπούλας να απειλεί καθημερινά με πρόφαση αυτά τα μικροαδικήματα που τότε ήτανε τεράστιας σημασίας. Αυτή ήτανε και η πορεία των χωρικών προς την πρωτεύουσα. Τέλος, αυτό ήτανε και το πιο μεγάλο ταξίδι του βίου τους. Από το χωριό προς την πόλη της Χίου. Διότι μακρύτερα δεν πηγαίνανε, δεν είχανε λόγο κανέναν για να πάνε. Όλα τα βρίσκανε στην πρωτεύουσα, εννιά ώρες δρόμο μακριά από το σπιτικό τους, ακόμα και τον μπελά τους βρίσκανε αφού δεν ήτανε λίγες οι φορές που πέφτανε πάνω στις κακοτοπιές. Που το Κράτος τούς συλλάμβανε, τους έχωνε στο αυτόφωρο και στο τέλος τους έκοβε βαριά και δυσβάσταχτα πρόστιμα διότι αυτός ήτανε ο μοναδικός του στόχος. Να μαζέψει χρήμα. Το Κράτος λοιπόν ήτανε ο μεγάλος τους φόβος, ο μοναδικός τρόμος της διαδρομής, ο τελευταίος λήσταρχος.».
Το άρθρο συνεχίζει:
«Σήμερα, μισόν αιώνα μετά, πολλά έχουν αλλάξει. Ο σύγχρονος ένοικος του παλαιού πέτρινου σπιτιού στο οποίο διαβιώ στη Βολισσό της Χίου, εγώ δηλαδή, έχει άλλες ανέσεις στην καθημερινότητά του. Έχει ηλεκτρικό ρεύμα και διαδίκτυο, δεν χρειάζεται να καταφεύγει σε μικροπαρανομίες φτιάχνοντας ξυλοκάρβουνα και ρακί λαθραία για να ζήσει. Καλλιεργεί όμως κι αυτός τη γη για να χει την τροφή του και γράφει βιβλία για να βλέπει το χρώμα του χρήματος που είναι σήμερα απόλυτα απαραίτητο, όχι όπως τότε. Με το αυτοκίνητό του πηγαίνει σε μία ώρα στην πόλη αλλά η πόλη δεν είναι η πρωτεύουσα πλέον. Η πρωτεύουσα είναι πάλι εννιά ώρες μακριά (υπό τις πιο ευνοϊκές συνθήκες) και πρέπει να πάρει δυο αεροπλάνα για να φτάσει ως εκεί. Έφτασε σαράντα χρονών κι ακόμα στην πρωτεύουσα δεν έλαχε να πάει, δεν είχε λόγο ως τώρα. Μα να που η ώρα έφτασε. Ένα βιβλίο του παρουσιάζεται και είναι καλεσμένος. Θα πάει στο Βερολίνο, στην πρωτεύουσα. Πέντε μήνες πιο νωρίς άρχισε να προετοιμάζει κι εκείνος το ταξίδι του. Όπως ο παλιός ένοικος του σπιτιού του. Έκλεισε εισιτήρια, έκανε συνεννοήσεις για τα ξενοδοχεία και κανόνισε τα ραντεβού του για τις όποιες συναντήσεις του εκεί. Όταν τα τέλειωσε όλα αυτά ησύχασε και περίμενε απλά πότε θα έρθει η μέρα της αναχώρησης. Ο φόβος όμως και αυτού παρέμεινε ένας και μοναδικός. Ο ίδιος, απαράλλαχτος, ο παλιός φόβος. Ο μοναδικός λήσταρχος που καραδοκεί ακόμα, όχι πια στη διαδρομή διότι τα μέτρα ασφαλείας στα αεροδρόμια είναι σύγχρονα και δρακόντεια, αλλά μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Και αποδείχτηκε για άλλη μια φορά βάσιμος αυτός ο διαρκής και αναλλοίωτος μισόν αιώνα τώρα φόβος. Μέχρι να ‘ρθει η ώρα της αναχώρησής του βρέθηκε πέντε φορές αντιμέτωπος με τον λήσταρχο που του ’χε στημένο καρτέρι τρωγοπίνοντας, και τις πέντε φορές το πλήρωσε πολύ ακριβά. Έκτακτες εισφορές, φόρος ακίνητης περιουσίας (για το παλαιό πέτρινο χωριατόσπιτο) και στο τέλος, τρεις μέρες πριν την αναχώρηση, ένας αβάσταχτος και εκβιαστικά συνδεδεμένος με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ειδικός φόρος ακινήτου (ναι, για το παλαιό πέτρινο σπίτι στο χωριό) για να τον πληρώσει αναγκαστικά, να μη μείνει δίχως ρεύμα μες στο καταχείμωνο που έρχεται. Διότι δεν σκοπεύει να μείνει εσαεί στην πρωτεύουσα, θα επιστρέψει πάλι στο χωριό μετά από λίγες μέρες.
Στο Βερολίνο η κυβέρνηση μετράει αριθμούς, δείκτες, στατιστικά στοιχεία και λέει το χρέος είναι τόσο, τόσο το έλλειμμα, τόσο τοις εκατό επί του ΑΕΠ και δίνει εντολές. Οι τοπικοί του χωροφύλακες τις εκτελούν φοβισμένοι να μη χάσουν τις θέσεις τους, να μην απολυθούν, και στήνουν, τρωγοπίνοντας πάντα οι ίδιοι, καρτέρια στις ζωές μας. Και έχουν αποθρασυνθεί τόσο που φτάνουν στο σημείο να μας στερούν με αναλγησία πρωτογενείς κοινωνικές παροχές για να μας κάνουν να πληρώσουμε από αυτά που δεν έχουμε. Και οι ίδιοι βέβαια, αυτοί που φορτώνανε επί τριάντα χρόνια το χωριό μας με χρέη για να κάνουνε πολιτική και να νέμονται καρέκλες και εξουσίες, συνεχίζουν να πράττουν ακριβώς τα ίδια βολεύοντας το βαθύ τους κόμμα, αυτό που τους κρατάει στην εξουσία κι έτσι το καλάθι είναι δίχως πάτο. Όσα και να ρίχουν μέσα με τη βία οι χωρικοί, όλα πάνε χαμένα. Τα χρέη ολοένα μεγαλώνουν η πρωτεύουσα μετράει νούμερα και απαιτεί να έρθουνε στα ίσα τους οι δείκτες, συνεχίζει να δίνει εντολές και να απειλεί, οι τοπικοί λήσταρχοι όμως συνεχίζουν αδιάκοπα να μπεκρουλιάζουν με τις παρέες τους στις ταβέρνες και να γραπώνουν όποιον περάσει, να του βάζουν το μαχαίρι στο λαιμό και να του λένε πλήρωσε. Πλήρωσε τα χρέη που δεν έχουν τελειωμό. Ώσπου, μια μέρα η κυβέρνηση της πρωτεύουσας βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει συνεχώς κι έχοντας κανονίσει τα του οίκου της η ίδια, θα πάρει απόφαση να κόψει τον ομφάλιο λώρο με κείνο το αδιόρθωτο χωριό της επικράτειας, να το αφήσει στη μοίρα του κι έτσι να φάει ο ένας τον άλλον διότι θα είναι πλέον όλοι πάμφτωχοι εκτός από τους λήσταρχους και την παρέα τους που έχουν προνοήσει από χρόνια πολλά πριν.
Στην Ελλάδα ο κανιβαλισμός δεν είναι μακριά,έχει ήδη δείξει τα πρώτα του σημάδια. Και αυτό θα γενικευτεί και θα έχει αλυσιδωτές συνέπειες για όλη την Ευρώπη. Την Ευρώπη που είναι απολύτως υπεύθυνη για όσα συμβαίνουν και για όσα τραγικά έρχονται. Μια Ευρώπη που εδώ και δεκαετίες έχει μοναδικό προσανατολισμό της το χρήμα. Που περνάει κρίση αξιών και ήθους, που έχει ξεχάσει προ πολλού τον Άνθρωπο. Που συναγωνίζεται σε κυνισμό, αναλγησία και απανθρωπιά το υπερατλαντικό μοντέλο. Μια Ευρώπη άξια της μοίρας της.».
Γιάννης Μακριδάκης
*Υπενθυμίζεται ότι ο Γιάννης Μακριδάκης, βρίσκεται στο Βερολίνο ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στα πλαίσια της σειράς πολιτιστικών εκδηλώσεων της «Europa literarisch»(Λογοτεχνική Ευρώπη). Στην συγκεκριμένη διοργάνωση διεξάγονται σειρά παρουσιάσεων βιβλίων και συγγραφέων από όλες τις χώρες, επιλέγοντας κάθε μήνα έναν λογοτέχνη από διαφορετική χώρα της Ευρώπης. Το μυθιστόρημά του συγγραφέα που παρουσιάστηκε είναι το«Ήλιος με δόντια» των εκδόσεων της Εστίας.
Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό “Πελινναίο”. Έχει γράψει τα βιβλία “Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 – 1946″ (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006) και “10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940″, ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007), το πρώτο μυθιστόρημά του “Aνάμισης ντενεκές” (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά, “Η δεξιά τσέπη του ράσου”, νουβέλα (Εστία 2009), “Ήλιος με δόντια”, μυθιστόρημα (Εστία 2010), “Λαγού μαλλί”, νουβέλα (Εστία 2010), “Η άλωση της Κωσταντίας”, μυθιστόρημα (Εστία 2011), “Το ζουμί του πετεινού”, νουβέλα (Εστία 2012).

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ, της Ιωάννας Καρυστιάνη



                                              ΤΟ  ΦΑΡΑΓΓΙ
                                     της Ιωάννας Καρυστιάνη
                                           (εκδ. Καστανιώτη)
                                          
Η Ιωάννα Καρυστιάνη (γεν. 1952 – Χανιά) είναι συγγραφέας και σεναριογράφος. Έχει βραβευθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος δύο φορές, το 1998 και το 2007, και με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 2000.
 Βιβλία της:
-Μικρά Αγγλία:  Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1998, υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας και το βραβείο Balkanika.
-Κουστούμι στο χώμα:   Βραβείο Μυθιστορήματος περιοδικού “Διαβάζω” 2001 και Βραβείο Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών.
-Ο Άγιος της μοναξιάς.
- Σουέλ: Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2007.
-Τα σακιά: Βραβείο Μυθιστορήματος περιοδικού “Διαβάζω” 2011
-Το φαράγγι: 2015,
     κ.α.

Το μυθιστόρημα ζυμωμένο με δάκρυ, με γέλιο, βρίθει από νοσταλγία για τα παιδικάτα, για τα νιάτα, για τον γενέθλιο τόπο,  βρίθει από στοργή γι αυτούς που ζουν, γι αυτούς που χάθηκαν, από πάθη ερωτικά, από αισθήματα φιλίας, από ενοχές, από λάθη,  από το φάσμα του θανάτου, από παραδοχές και εγκρίσεις του διαφορετικού,  από ένα επαχθές έγκλημα όπου οι ερινύες καταδιώκουν τον «αθώο» εγκληματία, από απάνθρωπες πολιτικοοικονομικές-κοινωνικές συνθήκες που οδηγούν σε αυτοχειρίες.
Μια μυθιστορία που ταξιδεύει τους ήρωες του βιβλίου στο βάθος ενός φαραγγιού, στο βάθος του εαυτού τους,  αναζητώντας την κάθαρση.

Η γλώσσα, το ύφος της γραφής, η ζωντάνια του λόγου χαρακτηρίζει τη συγγραφέα. Ο αναγνώστης μεταφέρεται στον κόσμο των ηρώων και αφουγκράζεται ειπωμένα και ανείπωτα, όταν εκφράζονται, όταν σκέπτονται, όταν αιμορραγούν τα τραύματα της ψυχής τους.


Εφτά ηλικιωμένα αδέλφια, τέσσερις άντρες και τρεις γυναίκες, διασχίζουν το Ασφεντιανό φαράγγι, στην Κρήτη,  για να εκπληρώσουν ένα τάμα, που δόθηκε προ δεκαεφτά χρόνων στο μνημόσυνο του πατέρα τους.
Ο πρωτότοκος, ο Βαρδής,  ένας από τους τρεις που έμειναν στον γενέθλιο τόπο, την Κρήτη τους, δεύτερος ο Γεράσιμος που έφυγε στην Αθήνα, τρίτη η Ευδοκία, τέταρτη η Ινώ κι αυτές δεν το κούνησαν (και δεν το ‘χουν σκοπό)  από την Κρήτη, πέμπτος ο Ελισαίος ξενιτεμένος στην Ιταλία,  έκτη η Θεώνη που ζει στην Καστοριά και τελευταίος ο Αργύρης κι αυτός φευγάτος στην Αλεξανδρούπολη.

Το σήμα του χρόνου της συνάντησης και της επιλογής του φαραγγιού, το πιο ήρεμο και κατάλληλο για πόδια ηλικιών πάνω από εξήντα, οι τρεις μικρότεροι δεν τα ‘φτασαν ακόμα αν και ο τελευταίος, ο Αργύρης, φαντάζει γεροντότερος όλων,  έγινε από τον Βαρδή, πεζοπόρος, κι ας είναι στα εβδομήντα δυο του, και λάτρης των φαραγγιών της Κρήτης.

Πατούν τα τριζάτα σωθικά του φαραγγιού και  αφήνουν πάνω τους τα βάσανα που χρόνια κατατρώγουν τα δικά τους σπλάχνα.

Ο Βαρδής, υπεύθυνος του ταξιδιού, με τι χαρά ξεκίνησε μαζί τους και τώρα βαδίζοντας κρύβει βαθιά μέσα του το κακό νέο, δεν χρειάζεται να στενοχωρήσει κανέναν όλα θα πάνε καλά, τραγουδώντας θε να διασχίσουν το φαράγγι. Ο τρίτος γιος του, ο Αρτέμης, θα παντρευόταν μέσα σε ένα μήνα, όμως προ ολίγου του τηλεφώνησε πως χώρισε και η νύφη έγκυος και το παιδί αλλουνού..

Ο Γεράσιμος, φαμελίτης με κόρη χωρισμένη μάνα δυο παιδιών, έβαλε λουκέτο στο μαγαζί με τα κατεψυγμένα και τώρα νυχτερινή βάρδια στο ταξί ενός κουμπάρου, και με τις ώρες στις πιάτσες των ταξί, δίχως κούρσα. Αριστερός ο Γεράσιμος έλεγε στους συναδέλφους «θα πεθάνουμε και δεν θα ‘χουμε πάρει μια ιδέα από ξεσηκωμό..»
Η Ευδοκία, χήρα Μάρκου,  δυστυχής έψαχνε μανιωδώς  το μυστικό που έκρυβε ο μακαρίτης άντρας της, που σκοτώθηκε με το μηχανάκι του, και δυστυχεστέρα όταν το έμαθε..
Η Ινώ, η χρυσοχέρα, που κεντούσε ασταμάτητα, όμως την έτρωγε το σαράκι του χωρισμού, της μοναξιάς,  Επί τριάντα έξι χρόνια κερί αναμμένο μπροστά στον άντρα της.  Μέχρι που η γειτόνισσα Νένα, με μεγάλα στήθη, με  πρεσβυωπία και στραβισμό, της είπε ωμά και σταράτα, Ινώ μου, ο άντρας σου σε κερατώνει αβέρτα μαζί μου….
Ο Ελισαίος, ο χοντρούλης, που έφυγε  στην Ιταλία, γιατί στον τόπο του κατακριτέα η ομοφυλοφιλία. Σπούδασε φαρμακευτική και συζεί ευτυχής με Ιταλό κτηνίατρο.
Η Θεώνη, ζωγράφος, δεν παντρεύτηκε, ερωτεύτηκε άντρα μονόχειρα και αγάπησε τον μικρό του γιο, τα αισθήματα αμοιβαία, μέχρι που…
Ο Αργύρης,  ο βενιαμίν της οικογένειας, η Κρήτη το αίμα του, η  Αλεξανδρούπολη η εξορία του,  λιώνει μέρα τη μέρα, πόσο να αντέξει η ψυχή του τέτοιο βαρύ μυστικό….

Σελ: 13. Αν οι άνθρωποι δεν ονειρεύονται κάτι ξυπνητοί, δεν ονειρεύονται κάτι και κοιμισμένοι.
Σελ. 33. … η θυγατέρα μπαλέτο, εγγλέζικα, προικώο διαμέρισμα και πλαστική στη μύτη, γιατί παλιά βρίσκανε δουλειά και οι ασχημούλες, τώρα πας να ψωνίσεις σφουγγαρίστρα και τουμποφλό και σου τα τυλίγει μια τηλεπαρουσιάστρια.
Σελ. 55. Έχω τριακόσιες ώρες Ναζί σε dvd για να θυμούμαι την ελεεινή ιστορία τους, πού και
πώς κάψανε και πώς σφάξανε.
Σελ. 75. …τι βράχος είμαι αν δεν με δέρνει το κύμα.
           Έχω ένα πηχτό σκοτάδι μέσα μου, αλλά μπορεί να μη κάνει να τα περιχύσουμε όλα με φως.
Σελ. 115. Γιατί όλα τα μάτια του κόσμου είναι μικρά αυτόματα εργαλεία που εξομολογούνται, διαβάζουν και διαβάζονται.
Σελ. 172. Κάτι έχουν τα φαράγγια, η πέτρα πετάει πέρα τη σκαρταδούρα, ορίζει τα σημαντικά και απολύτως απαραίτητα, τα ζυγίζει στις σωστές τους διαστάσεις..
Σελ. 190. … ο θάνατος είναι απαίσιος, δεν θα έπρεπε να υπάρχει.
Σελ. 234… για μερικούς μερικούς η ιστορία αρχίζει από το έτος γεννήσεώς τους, οι λαοί δεν πολεμάνε το άδικο μόνον όταν είναι σίγουροι ότι θα νικήσουν, το πολεμάνε γιατί δεν γίνεται να μην αντισταθούν και, σύντροφε, ο φόβος είναι σκουλήκι στο μυαλό.
Σελ. 253. .. ο κάθε άνθρωπος μινιατούρα της οικουμένης.
Σελ.254. Με την πίκρα των καιρών για το νέο τύπου καθεστώς, τα λάθη των πολιτών να αντιμετωπίζονται ως εγκλήματα και τα εγκλήματα των πολιτικών ως λάθη;
Σελ. 259. .. σ’ αυτό τον τόπο, που οι μισοί είναι φτιαγμένοι για να μυθολογούν, να πλανεύουν και να πλανεύονται.