Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2022

Η ΧΟΡΤΟΦΑΓΟΣ, της ΧΑΝ ΓΚΑΝΓΚ, εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

          Η ΧΟΡΤΟΦΑΓΟΣ

                    Της Χαν Γκανγκ (γεν.1970  Ν.Κορέα)

 

«Η Χορτοφάγος» χάρισε στην Χαν Γκανγκ παγκόσμια αναγνώριση, καθώς η αγγλική του μετάφραση τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Booker 2016.  Έχει εκδώσει  μυθιστορήματα, ποιήματα, και συλλογές διηγημάτων. Η συγγραφέας ζει στη Σεούλ και είναι καθηγήτρια δημιουργικής γραφής.

 

                        ***---***

Τρία διηγήματα, τρεις συγκλονιστικές αφηγήσεις, απαρτίζουν το μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ, 

Έργο αλληγορικό, για την κοινωνική, πολιτική και οικονομική κατάσταση του ανθρώπου και στο έργο της Γκανγκ για τον περιορισμό και την εξάλειψη της έμφυλης ανισότητας  στα  δικαιώματα της γυναίκας. Θίγει ζητήματα οικουμενικά, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του σώματος της γυναίκας, της αναπαραγωγικής της ικανότητας, της γυναίκας ως σεξουαλικό αντικείμενο, την καταπίεση, την ενδο-οικογενειακή βία, τη σεξουαλική βία.

 

Τρία μέλη της οικογένειας της ΓιόνγκΧιε μας αφηγούνται την ιστορία της. Το έργο αρχίζει με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του συζύγου της Τζονγκ, συνεχίζει με τη αφήγηση του συζύγου της αδελφής της και στο τρίτο μέρος μας αφηγείται η  ΊνΧιε αδελφή της ΓιόνγκΧιε.

 

Στο πρώτο μέρος γνωρίζουμε την ΓιόνγκΧιε και τον σύζυγό της Τζονγκ. Η ΓιόνγκΧιε μια συνηθισμένη νοικοκυρά, αποφασίζει ξαφνικά να μην ξαναφάει κρέας, να μην ξαναφορέσει σουτιέν και αδιαφορεί αν φαίνεται ή όχι το στήθος της. Είναι σιωπηλή, απαντάει λακωνικά, γυμνά και αληθινά σ’ ό,τι την ρωτούν. Το αποτέλεσμα των αποφάσεών της έχει τραγικές συνέπειες. Έχει δικαίωμα και αξιώσεις στο σώμα της η ΓιόνγκΧιε; Ξαφνικά της ήρθε η χορτοφαγία; Θα έλεγα ότι όλα ξεκινούν από τα παιδικά χρόνια. Η ΓιόνγκΧιε έχει μεγαλώσει σε πατριαρχική οικογένεια και σε τέτοιες οικογένειες οι κακοποιήσεις παιδιών αποτελούν παράδοση. Η ΓιόνγκΧιε αντιδρά βίαια κατά του εαυτού της. Η εξέγερσή της είναι η λιμοκτονία, η εξέλιξή της να γίνει φυτό. Όμως στο έργο και οι άλλοι κεντρικοί χαρακτήρες είναι υπάρξεις αξιολύπητες, όπως ο Τζονγκ χωρίς όνειρα για κάτι καλύτερο στη ζωή του με τον γάμο, έχει χαμηλές προσδοκίες, η έλλειψη αξίας στην προσωπικότητα και εμφάνισή του, το μικρό του πέος, αξίζει μόνο σε μια μέτρια γυναίκα, νοικοκυρά, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις.

 Επίσης το ακατανίκητο ερωτικό πάθος του καλλιτέχνη συζύγου της ΊνΧιε για την ΓιόνγκΧιε τον ταπεινώνει σαν άνθρωπο, όταν χρησιμοποιεί το ισχνότατο σώμα της ΓιόνγκΧιε, την άρρωστη θα έλεγα ΓιόνγκΧιε,  σαν καμβά για να ζωγραφίσει πολύχρωμα λουλούδια και να την προκαλεί να κάνουν έρωτα, έρωτα που δέχεται η ΓιόνγκΧιε σαν μια αλήθεια της ανθρώπινης υπόστασης. Τέλος η αδελφή της ΓιόνγκΧιε, η οποία αδιαφορούσε μέχρι που βλέπει την αδελφή της στο ψυχιατρείο σε κωματώδη κατάσταση και η θύμησή της πήγε παλιά στα παιδικά τους χρόνια.

 

Απανθίσματα:

***Το πρωί που τελικά βρήκε το θάρρος να πάει στο μαιευτικό και γυναικολογικό τμήμα, εκεί που είχε γεννηθεί ο ΤζίΟυ, είχε σταθεί στην υπαίθρια πλατφόρμα στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό ΓουάνγκΣιμΝι περιμένοντας το τρένο, που έκανε ασυνήθιστα πολλή ώρα να περάσει. Απέναντι από την πλατφόρμα υπήρχε μια σειρά από προσωρινά κτήρια με τον ατσαλένιο σκελετό τους να σαπίζει, και άγρια χόρτα να αναρριχώνται ανάμεσα στις ράγες, στις άκρες των οποίων δεν περνούσαν τρένα. Η αίσθηση ότι δεν είχε ποτέ πραγματικά ζήσει σε αυτόν τον κόσμο την εξέπληξε. Ήταν γεγονός. Δεν είχε ζήσει ποτέ της. Ακόμη και όταν ήταν παιδί, τόσο παλαιά την πήγαινε η θύμησή της, δεν είχε κάνει τίποτε άλλο από το να επιβιώνει. Είχε πιστέψει στη δική της εγγενή καλοσύνη, στον ανθρωπισμό της, και είχε ζήσει με αυτές τις αρχές δίχως ποτέ της να προκαλέσει κακό σε κανέναν. Η αφοσίωσή της στο να κάνει τα πράγματα με τον σωστό τρόπο ήταν ακατάβλητη, όλη της η επιτυχία στηριζόταν  σε αυτό, και θα είχε συνεχίσει έτσι επ’ αόριστον. Δεν καταλάβαινε γιατί, αλλά, αντιμέτωπη με εκείνα τα κτήρια που σάπιζαν και τα αναρριχώμενα χόρτα, ένιωθε  σαν ένα παιδί που δεν είχε ζήσει.

 

***Έριξε άλλη μια ματιά γύρω στα διάφορα αντικείμενα μέσα στο σπίτι. Δεν της ανήκαν, όπως ακριβώς και η ζωή της δεν της ανήκε.

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2022

Ορατή σαν αόρατη, της Ζυράννας Ζατέλη, εκδόσεις Καστανιώτη

 Ορατή σαν αόρατη, της Ζυράννα Ζατέλη,

            Εκδόσεις Καστανιώτη


Η Ζυράννα Ζατέλη γεννήθηκε το 1951 στον Σοχό Θεσσαλονίκης. Σπούδασε θέατρο και εργάστηκε ως ηθοποιός, καθώς και στο ραδιόφωνο, μα τα εγκατέλειψε αρκετά γρήγορα -η πραγματική της κλίση ήταν και είναι το γράψιμο και ασχολείται πλέον αποκλειστικά μ' αυτό. Έχει εκδώσει ως τώρα τα βιβλία:
- "Περσινή αρραβωνιαστικιά", συλλογή εννέα διηγημάτων, εκδ. Σιγαρέτα 1984· Καστανιώτης, 1994
- "Στην ερημιά με χάρι", συλλογή τριάντα ενός διηγημάτων, εκδ. Σιγαρέτα 1986· Καστανιώτη, 1994
- "Και με το φως του λύκου επανέρχονται", μυθιστόρημα σε δέκα ιστορίες, εκδ. Καστανιώτη, 1993
- "Ο θάνατος ήρθε τελευταίος", μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, πρώτο βιβλίο της τριλογίας "Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους".
- "Το πάθος χιλιάδες φορές", μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2009, δεύτερο βιβλίο της τριλογίας "Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους".
Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της. Το μυθιστόρημά της "Και με το φως του λύκου επανέρχονται" μεταφράστηκε στα γερμανικά, ολλανδικά, λιθουανικά, ιταλικά, γαλλικά.
Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί και δημοσιευθεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά.

**********-------------------------------****************

Αόρατη σαν ορατή, σαν όνειρο που τσιμπιόμαστε μες στον ύπνο μας αν είμαστε ξύπνιοι-ορατοί, ή τριγυρίζουμε σαν σκιές αόρατοι στο φανταστικό σύμπαν της Ζατέλη.  Η συγγραφέας κρύβει σ’ ένα μεγάλο σεντούκι αγάπες, έρωτες, ποιήματα, τραγούδια, μαγεία, τέρατα, ζώα, φυτά, συγγραφείς, από παλιά τόσο παλιά που δεν χρειάζεται να ξέρουμε πότε, μόνο να γευτούμε τη λάμψη του νέου ή το αρχαιότερο συναρπαστικό με το χρώμα τεχνοτροπίας παλαίωσης. Η Λεύκα, η ονειροπόλα, η χωριατοπούλα που μεγαλώνει με παροιμίες, παραμύθια που εισπράττει από σιωπές, διαλέκτους, αγαπημένους, συγγενείς, φίλους, ξένους, ζώα, βουνά, δάση, λουλούδια, κρωγμούς, κελαδήματα, από τον παιδικό έρωτα μέχρι τον ανεκπλήρωτο της ενηλικίωσης. Η Λεύκα που άνοιξε πελώρια φτερά θέλοντας να ζήσει μόνη με χαρτιά και μολύβια, σε τόπους γνωστούς και άγνωστους· το κορίτσι που ένιωσε την αλήθεια μες στο παραμύθι, τον μύθο, τα πρόσωπα, τα μάτια, τις εκφράσεις τους που αμίλητα έβγαζαν δυνατή φωνή και η περιπατήτρια συγγραφέας κατέγραφε καταγράφει και θα καταγράφει εσαεί, και με ησυχία του χρόνου, του χρόνου που εκείνη ξέρει να κοντρολάρει και κοντρολάρει αποδεδειγμένα, γιατί η μελέτη σκέψης ή ψυχής, αν θέλετε, δεν είναι δοκίμιο επιστημόνων και χημείας, αλλά το χάδι στο κεφαλάκι ενός παιδιού που κοιμάται με τραγούδι ή παραμύθι. Κάπου εκεί βρίσκει κανείς τη Ζατέλη, να ανοίγει την αυλαία και  αργά αργά να παρουσιάζει θεατρικά την αληθινή ζωή, τη φανταστική ζωή, την κάθε ζωή πλασμάτων ζωντανών ή νεκρών. Γιατί όπως λέει και το βιβλίο της «…και δεν θα πρέπει να διαφωνούν πολλοί πως όταν σκέφτεσαι με ζήλο κάτι, όλο αυτί και μάτι, σου διαφεύγει πριν απ’ όλα ότι σκέφτεσαι, ακόμα και το τι μπορεί να σκέφτεσαι, καταγίνεσαι εκεί πέρα με ό,τι είναι δίχως σχεδόν να ευθύνεσαι· περίπου όπως στον ύπνο με τα όνειρα».

Ένα βιβλίο με εφτά ιστορίες, ιστορίες που ταυτοποιούν τη συγγραφέα, ιστορίες που θυμίζουν τα πρόσωπά μας όπως ακριβώς αποτυπώνονται στο έργο, ιστορίες παλιές και νέες στεφανώνονται μυστικά και η συγγραφέας τις φανερώνει με τον λόγο, τη γλώσσα, ως μαθητεία γραφής.

Πρωταγωνιστεί η Λεύκα την ακολουθούμε από τα παιδικάτα της στο χωριό μέχρι που φθάνει -εδώ κοντά μας- στην Αθήνα (εδώ μπορούμε να βάλουμε ημερομηνίες, μας τις  μαρτυρούν οι εικόνες). Τα πρώτα της βήματα στη δουλειά στη γραφή, στην παρατήρηση, στην αλήθεια, στη φαντασία, στο όνειρο, στην επινόηση, το ψέμα κι όλα να τοποθετούνται ανάκατα στο σεντούκι· όπως  μια κουκουβάγια· παρότι όμορφη είναι πρόδρομος θανάτου και η πιτσιρικαρία του χωριού ανδρώνεται με το να τα βάζει μαζί της· παλεύει με το φόβο νύχτα σε στοιχειωμένο σπίτι όπου κικκαβίζει το πουλί σκορπώντας τρόμο. Χιούμορ, γέλιο και συγκίνηση ένα πέπλο που απλώνει γενναιόδωρα η συγγραφέας σ’ όλο της το έργο.

Απανθίσματα:

*…..Μια κόλαση σαν να λέμε, ένας παραδαρμός. Κι όσο κι αν ήξερε από το παρελθόν πως είναι αναγκαία αυτή η κόλαση κι οφείλει να την διαβεί ολόκληρη, σπιθαμή προς σπιθαμή για να γίνουν μετά τα πράγματα πιο εύκολα, να σου δοθούν περίπου, έβλεπε από μέρα σε μέρα-καινούργιο αυτό- πως γίνονταν και πιο δύσκολα· ένα καράβι για ξεκίνημα που δεν ξεκινούσε. Και πόσο ακόμα να περιμένει να αποδημήσει ένας άνθρωπος για να λάβει το λάκτισμα, την ευλογία! Πως αντέχω και δεν απελπίζομαι; αναρωτιόταν στα τετράδιά της, την ώρα που μέσα της βαθειά εφτά φορές είχε αλλάξει δέρμα απ’ την απελπισία. Κι εκεί ήταν το ζήτημα οι φοβερότερες στιγμές και σκέψεις, οι πιο ανείπωτες, δύνανται άραγε να γραφούν σ’ ένα χαρτί ή μήτε στον αιώνα τον άπαντα; Δύναται να «κρυφτεί» η ίδια μέσα σ’ αυτά που έγραφε ή μόνο να κρυφτεί απ’ αυτά; κι αν δεν υπήρχε διαφορά;


 

 

   

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

ΣΤΗ ΓΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ ΥΠΕΡΟΧΟΙ του Ocean Vuong (γεν. 14.10.1988, Χο Τσι Μιν, Βιετνάμ)

 ΣΤΗ ΓΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ ΥΠΕΡΟΧΟΙ του Ocean Vuong (γεν. 14.10.1988, Χο Τσι Μιν, Βιετνάμ)

 

Ο Ocean Vuong είναι Βιετναμέζικος Αμερικανός ποιητής, δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος.

Ο Vuong είναι αποδέκτης της υποτροφίας Ruth Lilly / Sargent Rosenberg του 2014 από το Poetry Foundation, ένα βραβείο Whiting 2016 και το T.S. Βραβείο Eliot για την ποίησή του. 

Εκπαίδευση: Glastonbury High School, Κολέγιο του Μπρούκλιν, Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης

Βραβεία: American Book Award

Σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Τμήμα Λογοτεχνίας.

 

Ο Ocean Vuong είναι μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα. Το 2017 του απονέμεται το κορυφαίο βραβείο T.S. Eliot για την ποιητική του συλλογή Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου. Το 2018, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι, πάνω από 15 εφημερίδες και site το είχαν συμπεριλάβει στα πλέον αναμενόμενα βιβλία της χρονιάς. Μόλις κυκλοφόρησε έγινε best seller και μπήκε στη λίστα των New York Times. Αναδείχτηκε το καλύτερο βιβλίο του 2019 για: ΤΙΜΕ, New Yorker, Washington Post, The Guardian, New York Public Library, The Wall Street Journal Magazine, Vanity Fair, Esquire, GQ, Entertainment Weekly, The San Francisco Chronicle κ.ά.

Στα δύο του χρόνια, η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Βιετνάμ και να μείνει για οκτώ μήνες σε έναν καταυλισμό προσφύγων στις Φιλιππίνες πριν μεταναστεύσει στην Αμερική. Είναι ο πρώτος στην οικογένειά του που έμαθε να διαβάζει σε ηλικία 11 ετών και 18 χρόνια αργότερα (2017) έλαβε το βραβείο T.S. Eliot.

***                                    ***                          ***                ***               

Ένα βιβλίο πλέον των 300 σελίδων που το διαβάζεις μέσα σε μια μέρα. συνειρμική αφήγηση. Επιστολική πεζογραφία, μια κι ο αποστολέας αφηγητής και κεντρικός χαρακτήρας του έργου μάς προϊδεάζει να διαβάζουμε γραμμή-γραμμή αυτά που γράφει στη μητέρα του. Βιογραφικό, δραματικό όσο αισιόδοξο, ερωτικό, σκληρό κοινωνιολογικό, πολιτικοκοινωνικό, αντιπολεμικό, αντι-φυλετικό, φιλο-ομοφυλοφιλικό έργο σε διστοπικές περιοχές και γειτονιές, έργο λυρικό, ποιητικό, θρηνητικό, ύμνος στην αγάπη, στην στοργή, στον έρωτα. Ο νεαρός συγγραφέας κρατάει  ανοιχτή την καρδιά του κάνοντας τη δική μας να πάλλεται στους ρυθμούς που η γραφή του επιδιώκει.

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Ο συγγραφέας και πρωταγωνιστής του έργου, κινεί το ενδιαφέρον, την ευαισθησία, την τρυφεράδα, τον θυμό, τον φόβο κι αυτό το απαγορευμένο το περιθωριοποιημένο που σε πολλές περιπτώσεις αποφεύγουμε ή αδιαφορούμε να γίνεται οικείο, να δίνει μαθήματα ανθρωπιάς, αληθινής αγάπης, θαυμασμού για τα ζώα, τις πεταλούδες, τα φυτά κ.α. Ξέρετε; μας λέει, για τα βουβάλια που πέφτουν κατά σωρούς στον γκρεμό. αυτοκτονούν λοιπόν τα βουβάλια.  Πετυχαίνει όλα τα προαναφερόμενα όχι τόσο με το θέμα του έργου, όσο με τη λογοτεχνική γλώσσα που ρέει αργά και ήσυχα στο μυαλό, στην αλήθεια στον θρήνο μας για ξένο θάνατο, για ξένες αγάπες, για την έκπληξή μας στην σκληρότητα του έρωτα πλημμυρισμένου από στοργή κι αγάπη, όταν ο σύντροφος μαλάσσει με το στόμα του για να ζεστάνει τα κρύα και βρόμικα δάχτυλα των ποδιών αγαπημένου, τον έρωτα αυτόν που ο παράδεισος δήθεν εξοστράκισε και βασιζόμενοι σ’ αυτό αφορίζουμε -ναι αφορίζουμε- όταν τελικά όλα αυτά δεν είναι για τους πρωταγωνιστές και μόνο του έργου, αλλά για τον άνθρωπο τον κάθε άνθρωπο. Τον κάθε άνθρωπο ιθαγενή, γηγενή, αλλογενή, ταξικοποιημένο, άνεργο, πεινασμένο θήραμα εκμεταλλευτών και ναρκοδηλητηριάσεων. Τα ανθρώπινα αυτά όντα που κινούνται ανάμεσά μας αόρατα, γιατί ούτε το όνομά τους, ούτε την καταγωγή, ούτε τη γλώσσα, ούτε το φύλο τους αποδεχόμαστε. Έχουμε, λοιπόν, μια αυτοβιογραφία, μια τραγική οικογενειακή ιστορία Βιετναμέζων κυνηγημένων από τα πυρά ανελέητων πολεμοχαρών.

Ας πω λίγα λόγια για την υπόθεση του έργου. Ο νεαρός Ocean  γράφει τη βιογραφία του με εντιμότητα με αλήθειες -μπορεί και επινοήσεις- βασίζεται στην απώλεια, στην αγάπη για ανθρώπους και ζώα. Απευθυνόμενος στην αγράμματη μητέρα του, άραγε αν ήξερε να διαβάζει θα της έγραφε αυτό το γράμμα; αλλά και η μητέρα του θα έμπαινε στο νόημα της ψυχοσωτήριας εξομολόγησής του;  

 Η μητέρα του η Ρόουζ, εξ αιτίας του πολέμου στο Βιετνάμ, μετά την εγκατάστασή της στις ΗΠΑ, δεν έμαθε αγγλικά, παρά ελάχιστα ίσα να συνεννοείται. Η οικογένεια του συγγραφέα, η μητέρα του Ροουζ και η γιαγιά του Λαν, αναγκάστηκαν να φύγουν από το Βιετνάμ, το λευκό δέρμα της Ρόουζ πρόδιδε παιδί μεικτού γάμου, κάτι που δεν ήταν αποδεκτό στην πατρίδα και τοπική κοινωνία. Ο πόλεμος και η εγκατάλειψη από τον σύζυγό και πατέρα του Όσιαν αφήνει ανεξίτηλα ίχνη στην ψυχή της και πολλές φορές κακοποιεί τον μικρό Όσιαν. Η μητέρα της, η Λαν, είναι σχιζοφρενής όμως με συγκροτημένες ιδέες πολλες φορές για την αποφυγή  κακοτοπιάς. Στα έντεκα του χρόνια μαθαίνει να διαβάζει. Παίρνει εύκολα τα γράμματα. Ζει σε φτωχική συνοικία, στο Χαρτφορντ του Κονέκτικατ, ζει ως μη λευκός, νιώθει την απόρριψη και το μπούλινγκ από τα μικράτα του και στην εφηβεία του -ανακαλύπτοντας ίσως την ομοφυλοφιλία του- ερωτεύεται και αγαπά λευκό αμερικανό. Μετακομίζει στη Ν. Υόρκη και σπουδάζει αγγλική λογοτεχνία.

Απανθίσματα:

*Προσπαθούμε να διατηρήσουμε τη ζωή-ακόμα κι όταν ξέρουμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση το σώμα ν’ αντέξει. Θρέφουμε τη ζωή, της προσφέρουμε ανακούφιση, την μπανιάρουμε, της χορηγούμε φάρμακα, τη χαϊδεύουμε, της τραγουδάμε ακόμα. Επιτελούμε τις βασικές αυτές λειτουργίες, όχι επειδή είμαστε γενναίοι και αλτρουιστές, αλλά επειδή, σαν την ανάσα, αυτή είναι η πιο κεφαλαιώδης πράξη για το είδος μας: να διατηρούμε το σώμα ώσπου η ζωή να το αφήσει πίσω.

*Εδώ, καλά είναι να βρεις ένα δολάριο μαγγωμένο στη σχάρα του υπόνομου, καλά είναι όταν στη μαμά σου φτάνουν τα λεφτά για να νοικιάσει μια ταινία στα γενέθλιά σου και, αφού παραγγείλει και μια πίτσα πέντε δολαρίων από του Easy Frank, να μπήξει οκτώ κεράκια στο λειωμένο τυρί και το πεπερόνι. Καλά είναι όταν ξέρεις ότι έπεσαν πυροβολισμοί και ο αδελφός σου ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που γύρισν σπίτι, ήταν ήδη δίπλα σου με τα μούτρα χωμένα σε μια γαβάθα μακαρόνια με τυρί.

 ***


 

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2021

"ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΑ" της Ευγενίας Μακαριάδη, εκδόσεις ΒΑΚΧΙΚΟΝ

 


«Το ράγισμα», το τρίτο βιβλίο της Ευγενίας  Μακαριάδη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν, μας εξέπληξε ευχάριστα. Με πυκνή, ελλειπτική γραφή και γλώσσα ανάγλυφη περιπλέει το χώρο και το χρόνο των ηρώων της, προκαλώντας συναισθηματική αναστάσωση, χωρίς μελοδραματισμούς.

Αφήγηση που ισορροπεί ανάμεσα στο θέμα και τη γλώσσα, μέσω της ενάργειας των περιγραφών και των κινηματογραφικών της εικόνων, αναδεικνύει τον έρωτα, το πάθος και το θάνατο ως κύριο συστατικό ζωής.

Οι άνδρες κυρίως αφηγητές ή πρωταγωνιστές της, δεν φοβούνται να αποδελτιώσουν το παρελθόν τους, εκκινώντας από το ώριμο παρόν τους, εφοδιασμένοι με τα  σοφά και περίτεχνα ραγίσματα των βιωμάτων τους. Συνήθως οι ήρωες θυμούνται αυτοθεραπευόμενοι, βρίσκουν την απωλεσθείσα ταυτότητά τους, ή επαναλαμβάνουν λυτρωτικές συμπεριφορές όψιμα. Τολμούν να κοιτάξουν κατάματα αυτοκτονίες, δολοφονίες, ματαιώσεις, απώλειες, λάθη, χωρίς ενσταλάγματα ενοχής ή τιμωρίας. Ανήλικα παιδιά προσπερνούν το αμετάκλητο του θανάτου και συνεχίζουν τροπαιοφόρα τη ζωή τους.

Μικρές ατιμίες και μεγάλα σφάλματα χρεώνονται στους πρωταίτιους και οι αποδέκτες τους συνεχίζουν τη ζωή τους. Η ερωμένη ενός εβραίου στο  β΄ παγκόσμιο πόλεμο, αφηγείται όσα θυμάται από την τάφρο που άνοιξε και έκρυψε μέσα τον αγαπημένο της.  Γιος τολμά να μιλήσει για την αλκοολική μάνα του. Γυναίκα σπρώχνει μαλακά προς το θάνατο τον άρρωστο και άτολμο εραστή της. Ο Θάνατος με τη μορφή του γιού και τη βοήθεια της γυναίκας του, δολοφονεί την ανελέητη μάνα του. Ιστορίες απενοχοποιημένης σκληρότητας και άφατης ευαισθησίας βγάζουν με γενναιότητα τη γλώσσα στο αποτρόπαιο.

Εντύπωση επίσης κάνουν σ’ αυτό το βιβλίο της Μακαριάδη, όπως και στο προηγούμενο, η σύμπλευση ρεαλιστικού και παράλογου στοιχείου. Έχουμε διηγήματα τοπιογραφικά του άστεως με ακριβή προσανατολισμό του χώρου και της ανθρωπογεωγραφίας και διηγήματα όπου κυριαρχεί το όνειρο και το παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Το οικοτροφείο των καλογραιών στα περίχωρα της Αττικής, ο σιδηροδρομικός σταθμός στα Κιούρκα, το δάσος Χαϊδαρίου, τα Εξάρχεια, είναι απολύτως αναγνωρίσιμοι τόποι, όπως και η ταραχή του ονείρου ηλικιωμένης αθλήτριας  με  νεαρά ποντίκια να μεταγγίζουν το αίμα τους σε υπέργηρους, ή η συνομιλία των πρωταγωνιστών με ζώα αληθινά ή ψεύτικα ως το alter ego του εαυτού τους.

Το οδοιπορικό εν τέλει της Μακαριάδη έχει σταθμούς αξιέραστους, τέτοιους που μέσα από την πληγή και το θραύσμα οδηγούμαστε στην ενσυνείδητη ίαση και την κατάματη ενατένιση της ζωής.

Καράμπελα Αρετή

 

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Ενημέρωση:




 


Σας ενημερώνω ότι κυκλοφορεί το τρίτο μου βιβλίο με τίτλο «Το ράγισμα» εκδόσεις ΒΑΚΧΙΚΟΝ.  Εύχομαι να το διαβάσετε, να σας κρατήσει καλή συντροφιά -με γενικότερη στάση όχι της ματαιοδοξίας μου αλλά τη στήριξη του εκδότη μου και ακόμα την υποστήριξη της διηγηματικής πεζογραφίας.