Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2023

Λάδι σε καμβά του Αλέξη Πανσέληνου. Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

                    Λάδι σε καμβά

                   του Αλέξη Πανσέληνου

                         (εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ)

Αλέξης Πανσέληνος (γεν 1943-Αθήνα). Πολυβραβευμένος συγγραφέας μυθιστορημάτων, διηγημάτων, δοκιμίων και μεταφραστής. Το 2021 αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστήμιου. Μυθιστορήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και πολωνικά.

 Βιβλία του:

-Η μεγάλη πομπή (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος)

-Σκοτεινές επιγραφές (Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω)

-Ζαϊδα ή η Καμήλα στα χιόνια (Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών)

-Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια (Μεγάλο βραβείο για το σύνολο του έργου του από το    ηλεκτρονικό περιοδικό ο Αναγνώστης),

                              και πολλά άλλα..                         

 

Ευανάγνωστο βιβλίο, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τα κείμενα ρέουν με χαμόγελα, με απογοητεύσεις, με ανεκπλήρωτους έρωτες, με την ομορφιά και μαρτυρία της τέχνης, όπως απεικονίζεται στον πίνακα «Λάδι σε καμβά», με μουσική του ’60 που διαχέεται κατά τη διάρκεια των νεανικών χρόνων των χαρακτήρων και με πολιτικά γεγονότα που επηρέασαν τον πρωταγωνιστή του έργου. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν πολλά βιωματικά στοιχεία ή αυτοβιογραφικά που θυμίζουν ότι ο κεντρικός χαρακτήρας ίσως είναι ο ίδιος ο συγγραφέας και αν όχι, εκείνος που ανάμεσα στην νεολαία της εποχής του ‘60 έζησε τα γεγονότα συμμετέχοντας στο έργο. Περιγραφικές εικόνες, στημένοι οι χαρακτήρες θεατρικά, με σκηνικά, ρούχα-κοστούμια εποχής, κρυφοί πρωτόπειροι έρωτες -παρεξηγημένοι στο έργο- με δυσάρεστα αποτελέσματα.

 

Κεντρικός χαρακτήρας ο Σπύρος, είκοσι χρόνων, άριστος  φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας, με τη λάμψη της γοητείας  των νιάτων του, ξεκινάει  το καλοκαίρι του ’66 να συνδυάσει τις διακοπές του, σε Αιγιοπελαγίτικο νησί, στο σπίτι γνωστού ζωγράφου, φίλου του πατέρα του, ώστε να αποκομίσει ιδέες για την τέχνη που ποθεί να ακολουθήσει.

 Ο Ζωγράφος ζει με την οικογένειά του, αποτραβηγμένος από τα καλλιτεχνικά-εικαστικά τεκταινόμενα της Αθήνας· έχει τρία παιδιά, τον εικοσάχρονο  Τζώρτζη, την Ειρήνη είκοσι δυο χρονών και τη δωδεκάχρονη Γωγώ -το χαϊδεμένο στερνοπούλι της οικογένειας. Τα κορίτσια, ιδιαίτερα η Γωγώ φλερτάρει στενά τον Σπύρο, καθώς και η Ειρήνη που ενδιαφέρεται περισσότερο για έναν καλοκαιρινό ερωτικό φίλο από την Αθήνα. Ο Σπύρος κολακεύεται από την μικρή όμορφη Γωγώ, αλλά προσπαθεί να μην ενδώσει στα ερωτικά της καλέσματα, και το καταφέρνει. Δεν συγκρατείται όμως μια νύχτα όταν εισέβαλε στο κρεβάτι του η Ειρήνη, που χωρίς φραγμό δίνεται σ’ έναν καλοκαιρινό έρωτα και πριν κορυφωθεί τον πιάνουν στη φάκα. Ο Σπύρος προσβλητικά διωγμένος, γυρίζει στην Αθήνα. Το καλοκαίρι εκείνο ακόμα και ως ηλικιωμένος ο Σπύρος, το αναπολεί, χαμογελά στην ανεμελιά των διακοπών, καθώς και τον παθιασμένο, όμως απαγορευμένο έρωτα της ανήλικης Γωγώς.

 Τα πράγματα αλλάζουν όταν πραξικοπηματικά η στρατιωτική Χούντα των συνταγματαρχών καταλαμβάνει την εξουσία.

 Η ζωή της οικογένειας δυσκολεύει πολύ όταν συλλαμβάνουν τον πατέρα του και τον εξορίζουν στη Μακρόνησο, ως κομμουνιστή.

Η ξενοιασιά των νιάτων κι οι καλοκαιρινές διακοπές φευγάτες σιωπηλές βυθίστηκαν στο σεντούκι των αναμνήσεων.

 Τώρα η επιβίωση είναι η κεντρική ηρωίδα που ο ιστός της τον σφιχτοδένει και τον ενηλικιώνει απότομα. Αναλαμβάνει το μαγαζί του πατέρα του με μουσικούς κλασικούς δίσκους. Ο πατέρας του, λάτρης της μουσικής, ονειρευόταν να γίνει μουσικός· οι πολιτικές όμως συνθήκες τον αφήνουν στο ονειροπόλημα. Ο Σπύρος κάνει τα πάντα για την αποφυλάκιση του πατέρα του, ήδη άρρωστος από τις απάνθρωπες συνθήκες της φυλακής.

 

Η  επιβίωση της οικογένειας και ιδίως οι  συνθήκες του τυραννικού καθεστώτος του 1967 στην Ελλάδα επιβάλουν την απαγόρευση των ονείρων και δη των καλλιτεχνικών. Υπάρχει μια διέξοδος των προβλημάτων του Σπύρου, αφού του ζητούν οι αρχές -με αντάλλαγμα την αποφυλάκιση του άρρωστου πατέρα του- να καταδίδει τους αριστερούς συμφοιτητές και φίλους του. Εκείνος όμως απορρίπτει σιωπηλά το αίτημα,  προτιμώντας να σταματήσει τη σχολή. Έτσι, έμεινε ενάερο το όνειρο του καλλιτέχνη.

Κεντάει ο συγγραφέας την εποχή του ’60, όπως τη συναυλία των Ρόλλινγκ Στόουνς στο Παναθηναϊκό Στάδιο, την εισβολή της αστυνομίας και την ματαίωση της με ξυλοκοπήματα και συλλήψεις. Την εξέγερση του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου του 1973, τις μπουάτ, τα τραγούδια, τους έρωτες, τις απογοητεύσεις, τις γλυκές αναμνήσεις που αναφύονται και έχουν σημαδέψει τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου..

 

Απανθίσματα:

Μέσα μου δεν είχα τολμήσει ούτε να ψιθυρίσω τη λέξη «έρωτας»· ήταν η παρέα της, τα χαριτωμένα πείσματα, τα μεγαλίστικα φερσίματα, η ευστροφία της να μην αφήνει καμία πρόκληση αναπάντητη. Πάνω απ’ όλα, το παιδικό φλερτ (μα ήταν, αλήθεια, παιδικό;) του κοριτσιού που περνά από τη μια ηλικία στην επόμενη, ανακαλύπτοντας τον εαυτό του. και ήταν και η ομορφιά της! Δίπλα της η Ειρήνη υποχωρούσε σε μια άλλη κατηγορία, παρά το μεθύσι των αισθήσεων, παρά την προσφορά του σώματος μιας κοπέλας δυο χρόνια μεγαλύτερης , που με ήθελε, χωρίς να ζητά τον έρωτά μου ή να προσφέρει το δικό της, μόνο το σώμα της, ένα σώμα που κάθε άντρας θα ποθούσε να το χαρεί, χωρίς ντροπές και αναστολές, με λόγια άγρια, πρόστυχα, που ερεθίζουν και μαστιγώνουν τον πόθο. Η Γωγώ ήταν ένα αερικό, πλάσμα ενός κόσμου όπου η αθωότητα ξεπερνά σε μαγεία τη σαγήνη του σώματος και αυτό που μας κεντρίζει είναι το όνειρο της βεβήλωσης, της κατάκτησής της. Μια ανήλικη που όμως φλέρταρε πραγματικά και προκαλούσε. Ο Λαγάκος ήταν ολοφάνερα το δεύτερο γνωστό θύμα της γοητείας της, εκτός από μένα· και ποιος ξέρει πόσοι άλλοι από τους συμμαθητές στο σχολείο, από τους νεαρούς συγχωριανούς της ακολουθούσαν ή είχαν προηγηθεί· και από πόσο νωρίς.

 Τζένη Μακαριάδη

 Για τη Δημοτική Λέσχη ανάγνωσης Διονύσου

 

 

 

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

ΟΔΗΓΗΣΕ ΤΟ ΑΛΕΤΡΙ ΣΟΥ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΟΣΤΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ της ΟΛΓΚΑ ΤΟΚΑΡΤΣΟΥΚ

 

Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών

                    Της Olga Tokarczuk

         

Η Όλγκα Τοκάρτσουκ γεννήθηκε το 1962 στην πόλη Βρότσλαβ της Πολωνίας, όπου ζει ως σήμερα.

To 2019 της απονεμήθηκε ετεροχρονισμένα το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2018, "για την αφηγηματική της φαντασία που με εγκυκλοπαιδικό πάθος αναπαριστά τη διάσχιση των συνόρων ως τρόπο ζωής", σύμφωνα με την ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας. Μεταξύ των πολλών βραβείων κέρδισε το 2018, το Man Booker International Prize.

Βιβλία:

 

-Primeval and Other Times,  (εκδ. Καστανιώτη)

-Πλάνητες (εκδ. Καστανιώτη)

-Το αρχέγονο και άλλοι καιροί (εκδ. Καστανώτη)

                    κ.α.

 

Ευανάγνωστο έργο, διαβάζετε page by page, όπως λένε οι άγγλοι συγχωριανοί μας. Μονόλογος, με υφή θρίλερ· αν ήταν κινηματογράφος θα έλεγα φιλμ νουάρ την ιστορία, την πρωταγωνίστρια ντετέκτιβ και την αστυνομία να κινείται με βήμα χελωνίσιο. Το κείμενο ρέει, η γραφή εικονοποιητική, με παρομοιώσεις, με μυρωδιές δάσους στην όμορφη κοιλάδα του Κλότζκο, Πολωνίας, που μεταβάλλεται, κατά τη συγγραφέα, σε τόπο αφιλόξενο, παγωμένο, ερημικό, με ελάχιστους κατοίκους, με ήλιο φειδωλό να τους φωτίσει και να τους ζεστάνει. Η ιστορία θα ήταν σκοτεινή εάν η εξαίρετη συγγραφέας δεν την εξωράιζε με χιούμορ. Τα χιόνια ο πάγος κάνει τα δασόβια ζώα να πλησιάζουν τα σπίτια για τροφή όμως οι λαθροκυνηγοί πανηγυρίζουν σκοτώνοντας πεινασμένα ζαρκάδια, αλεπούδες και άλλα ζώα,  αργά τη νύχτα αφήνοντας τα ίχνη τους στο χιόνι.

 

Στον τόπο αυτό ζει μοναχικά μια ηλικιωμένη δασκάλα των παιδιών του άγριου αυτού τόπου, που μας συστήνεται ως Γιανίνα Ντουσέικο. Η Γιανίνα με οικολογικές ευαισθησίες, πιστεύει στην αστρολογία και τα ζώδια· υπολογίζει τις πλανητικές κινήσεις με μαθηματικό τρόπο και εφ’ όσον μάθει την ηλικία κάποιου, τον ακτινογραφεί και γνωρίζει όλα τα ανατομικά του στοιχεία.

Η Γιανίνα μας συστήνει επίσης τους λιγοστούς της γείτονες και γνωστούς με παρατσούκλια που εκείνη επινοεί, ανάλογα πώς η ματιά της τους μετράει. Απέναντι μένει το Σκιάχτρο, έτσι τον βλέπει και έτσι αποκαλεί τον ηλικιωμένο άντρα, τον δε γιό του -αστυνομικός στο επάγγελμα όπως εκ των υστέρων έμαθε, τον λέει «το Μαύρο Παλτό», πάντα αυτό φοράει πώς αλλιώς να τον πει. Ένας άλλος γείτονας, Μεγάλη Πατούσα τον αποκαλεί, μένει γύρω στα πεντακόσια μέτρα μακριά από το σπίτι της. Είναι αποκρουστικός άνθρωπος, φοράει πάντα μπότες, κλέφτης και ύπουλος, δεν έχει πολλά πάρε δώσε μαζί του. Είναι μονόχνοτη, έχει περίεργες απόψεις κατά την άποψη των συγχωριανών της και γνωστή στην αστυνομία, ως αλαφροΐσκιωτη, μια και τους βομβαρδίζει με τις  καταγγελτικές της επιστολές, επισημαίνοντας την άγρια εξόντωση ζαρκαδιών, αλεπούδων και άλλων ζώων από κυνηγούς και λαθροκυνηγούς. Η διατροφή της λιτή, με αποκλεισμό του κρέατος. Έχει αμέριστη αγάπη για όλα τα ζώα, έντομα και  λοιπά του πλανήτη, είναι μία φανατική υποστηρίκτρια των ζώων, επομένως της ζωής, του πολιτισμού των λαών, της ευγένειας, του σεβασμού, του καθήκοντος του ανθρώπου για την πανίδα, χλωρίδα και κάθε μορφή ζωής.

 

Η Γιανίνα είναι γνώστρια της αστρολογίας, παίζει στα δάχτυλα τις κινήσεις των πλανητών και ειδήμων στα ανατομικά στοιχεία κάποιου αρκεί να ξέρει την ημερομηνία γεννήσεώς του.

 

Σημαντικοί χαρακτήρες του έργου: το Σκιάχτρο, (γείτονας), ο νεαρός φίλος και παλαιός μαθητής της, ο Ντίζο, που μαζί μεταφράζουν την ποίηση του Μπλέικ, η Κόρη, κι ο Μπόρος.

  

Στην χιονισμένη και παγωμένη γειτονιά της, όμως, συμβαίνουν παράξενοι και αδικαιολόγητοι θάνατοι· τέλος οι θάνατοι, παρατηρώντας τα ίχνη ζαρκαδιών, στους χώρους που σκοτώθηκαν οι νεκροί, αποδίδονται κατά την Γιανίνα σε άγριες δολοφονίες. Οι νεκροί είναι καθημερινοί κακοποιοί της κάθε εποχής, κατά Γιανίνα, κομμάτια συνόλου βλαπτικότητας του κόσμου και τα ζώα εκδικούνται.

 

Εντύπωση κάνει το λεβητοστάσιο της Γιανίνα, όπου εκεί, στο υπόγειο, συναντάει τα αγαπημένα φαντάσματά της όπως τη μητέρα και τη γιαγιά της, αλλά και καταφύγιο φυγάδων.   

 

Απανθίσματα:

 

Every Night & every Morn

Some to Misery are Born

Every Morn & every Night

Some are Born to sweet delight,

Some are born to Endless Night.

          ***

«..διάβασα στο «Χρησμοί και Πραγματικοί Βρετανοί» της13ης Οκτωβρίου 1807 ότι – κι εδώ ο Ντίζο είχε συμπληρώσει με μολύβι: κύριος Black Coat- Χειρουργός, με το ψυχρό μένος του Ροβεσπιέρου* οδήγησε την Αστυνομία εναντίον του Προσώπου, των Αγαθών και της Περιουσίας ενός Αστρολόγου για να τον φυλακίσει. Ο Άνθρωπος που Διαβάζει τα Άστρα καταπιέζεται συχνά από τις Επιρροές τους, όπως ο Νευτωνιστής**- (που δεν τα διαβάζει και δεν μπορεί να τα διαβάσει καταπιέζεται από δικούς του Συλλογισμούς και Πειράματα. Όλοι μπορεί να εκτεθούμε στο Λάθος. Ποιος μπορεί να πει ότι δεν είμαστε όλοι υποκείμενοι στο Έγκλημα;

                                        ***********

 

*Ροβεσπιέρος (1758-94) ηγετική μορφή της Γαλλικής Επανάστασης, εμψυχωτής της «Τρομοκρατίας»

 

**Newton)1642-1727) Άγγλος,φυσικός,αστρονόμος,μαθηματικός και φιλόσοφος  από τους θεμελιωτές της σύγχρονης επιστήμης.

 

***(Μπλέικ Ουίλιαμ (1757-1827) Άγγλος ποιητής, ζωγράφος και στοχαστής.

 

 

 Τζένη Μακαριάδη,

για τη Δημοτική Λέσχη Ανάγνωσης Διονύσου

 

 

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2022

ΨΙΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ της Ιωάννας Καρυστιάνη

 

                                 ΨΙΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

                              της Ιωάννας Καρυστιάνη

Η λογοτέχνις – σεναριογράφος  Ιωάννα Καρυστιάνη, γεννήθηκε το 1952 στα Χανιά.

Έχει βραβευτεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος δύο φορές (1998 και 2007), και με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (2000). 

Υποψήφια: Βραβείου Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου καλύτερου σεναρίου.

Παράλληλα με την λογοτεχνική της δραστηριότητα έχει γράψει το σενάριο της ταινίας Νύφες και τη σεναριακή προσαρμογή του μυθιστορήματος της Μικρά Αγγλία, τα οποία έχουν γυριστεί για τον κινηματογράφο από τον Παντελή Βούλγαρη.

Εργογραφία:

 Μυθιστορήματα

Μικρά Αγγλία 

Ο Άγιος της μοναξιάς (2003)

Σουέλ (2006, Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2007)

Τα σακιά (2010, Βραβείο Μυθιστορήματος περιοδικού Διαβάζω 2011)

Το φαράγγι (2015)

Διηγήματα

Η κυρία Κατάκη (1995)

Καιρός σκεπτικός (2011)

 

Ένα μυθιστόρημα μνήμης, αναφοράς σε αληθινά γεγονότα που μας τα παρουσιάζουν σαν μια είδηση αστραπιαία της καθημερινότητας, την οποία πολύ γρήγορα αποθηκεύουν τα κιτάπια, ξεχνιούνται αποθηκευμένα με σαθρά επιχειρήματα και γελοίες εξηγήσεις. Με λίγα λόγια ξεχνιούνται, δεν μας βάζουν σε σκέψεις ή προβληματισμό, «συνηθισμένοι» σε πολέμους που γίνονται κάθε λεπτό μπροστά στα μάτια μας και δεν τα βλέπουμε, γιατί το βλήμα δεν ισοπέδωσε ακόμα το σπίτι μας, το σπίτι παραδίπλα δεν μας αφορά, ανήκει σε αλλόφυλο χώρο. Όμως ο πρωταγωνιστής του έργου Μιχάλης Τσιούλης τα έχει κλειδώσει πολύ καλά στη σκέψη του με ευπάθεια που στις μέρες μας σπανίζει γιατί περιθωριοποιεί και στιγματίζει εκείνον που σκέπτεται και προβληματίζεται για όλα εκείνα που ξεχνιούνται παγκόσμια, κοινωνικά, ιδίως τα ανεξίτηλα τραύματα της «Σαγράδα Φαμίλια.» Ο ήρωας του βιβλίου, επιλέγει να βάλει σε τάξη τη μνήμη, τώρα στα πενήντα τρία του χρόνια, διαχωρίζει ό,τι πιο καλό έχει γραφεί στο μνημονικό του, για τον ίδιο, την οικογένεια, το συγγενικό περιβάλλον, τις ερωτικές του ώρες, τις αδιάφορες ώρες μπορώ να πω, χωρίς εκείνη που μόλις δυο φορές συνάντησε και μάλιστα από μακριά και την ψάχνει ακόμα. Η παρουσία της έχει πάρει το μεγαλύτερο μέρος του μνημονικού του, καθώς και η μηχανολογία των αεροπλάνων.

    Η συγγραφέας μέσα από τη ματιά του Μιχάλη Τσιούλη, ψυχογραφία του Μιχάλη Τσιούλη, θα έλεγα,  μας οδοιπορεί σε ιστορικά, μεταπολεμικά και μεταπολιτευτικά μονοπάτια και μας υπενθυμίζει όλα εκείνα που οι επικρατέστερες-εξουσιαστικές δυνάμεις τα περνούν στα Ψιλά Γράμματα.

Αφήγηση ρέουσα, η γλώσσα, οι εικονοποιητικές περιγραφές, η ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων, η εναλλαγή της τριτοπρόσωπης σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, είναι καθόλα εξαιρετική γραφή, γνωστή εξ άλλου της επιτήδειας συγγραφέα.

Η μελαγχολία του θέματος, μέσα από τη ματιά του Μιχάλη Τσιούλη, μερώνει με το χιούμορ της Καρυστιάνη. Στο έργο προσέχει κανείς την ιερότητα της χλωρίδας-πανίδας που συνεχώς ξεκληρίζεται, την μηδαμινότητα της ανθρώπινης κενοδοξίας, τον ψόγο σε κάθε τι και στον καθένα για το παρουσιαστικό του και τον τρόπο που ζει, καταγγελία στους πολέμους και στην υπεροπλία των ισχυρών του κόσμου μας και τρυφερότητα έναντι της στοργής, της αγάπης, της ανιδιοτέλειας και μιας ενοχής που συνήθως οι ευαίσθητοι  πενθούντες φέρουν ως αίτιοι μιας άκαιρης στιγμής.

Μέσα από το διάβα της ζωής του Μιχάλη, γνωρίζουμε τις συμπεριφορές της οικογένειάς του, τους συγγενείς και ιδιαίτερα τους τόπους που γεννήθηκαν-μεγάλωσαν και εκεί που ζουν και πεθαίνουν.

Με ευχαρίστηση ο Μιχάλης πήρε τον ανοϊκό και άρρωστο βαριά πατέρα του για ένα μικρό ταξίδι με τ’ αυτοκίνητό του, σε μέρη της Αττικής που ποθούσε ο άρρωστος. Φορές φορές ο άρρωστος πετάει κουβέντες άλλοτε αιχμηρές, άλλοτε τρυφερές, ερωτικές. Κουβέντες που περνούν ανώδυνα στ’ αυτιά του Μιχάλη, όπως η ερώτηση κάθε γονιού που τρέμει μην τυχόν υπάρχει κάτι στραβό (όπως η διαφορετικότητα) στο αρσενικό της οικογένειας και μάλιστα όταν ο γιός γεροντοπαλίκαρο πενηνταρίζει, χωρίς να έχει συνοδευτεί ποτέ από γυναίκα. «Είσαι πούστης γιέ μου;» Αυτό είπε ο γέροντας-πατέρας και έτσι ακριβώς αρχίζει η Καρυστιάνη την αφήγησή της. Ο Γιος ανοίγεται μιλάει στον πατέρα όπως δεν έκανε ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όμως τι ήταν εκείνο που είπε ή ποια στιγμή το είπε και ο πατέρας ήταν ήδη παγωμένος; Τι έφταιξε; Μήπως επειδή εξομολογήθηκε ότι είναι πιστός στον πλατωνικό του έρωτα για ένα κορίτσι με γκρίζο σκουφί και πορτοκαλιά φούντα, που το πέταξε στον αέρα φωνάζοντας Ε-λευ-θε- ρία στα γεγονότα του Πολυτεχνείου; Το ίδιο σκουφί, το ίδιο κορίτσι είχε δει να ψέλνει στη χορωδία κατά την ακολουθία του Επιταφίου. Το ίδιο μελαχρινό χαριτωμένο και ηρωικό μουτράκι.

Ο Μιχάλης που λάτρευε τα αεροπλάνα και μαθήτευσε ώστε να γνωρίζει καλύτερα κι απ’ τον καθένα πιλότο και μηχανικό τις τεχνικές λεπτομέρειες του κάθε εξαρτήματος, τον κορμό, τις πτέρυγες, τα πηδάλια, την έλικα, τους κινητήρες, το σύστημα τροχών και άλλα ατέλειωτα σχετικά με τον μηχανολογικό εξοπλισμό τους. Πετούσαν τα αεροπλάνα και τα θαύμαζε, αλλά μπορεί ποτέ να μην ανυψώθηκε μαζί τους, στα όνειρά του όμως πετούσε καθημερινά και σε καιρούς πολέμου το όνειρό του τον ανέβαζε στους ουρανούς κι εκείνος πετούσε τις βόμβες στη θάλασσα να μη βλάψουν καμιά ζωή. Κάτι τέτοια περί ονείρων έλεγε στην ψυχολόγο, που μα τι άλλο παρά για αλαφροΐσκιωτο τον περνούσε.

Τα ερωτικά περνούσαν σαν γοργοπόδαρο θήραμα. Εκείνος επέμενε στην αναζήτηση του γκρίζου με πορτοκαλί φούντα σκουφάτου κεφαλιού. Στην οικογένεια ήταν περισσευούμενος, γιατί δεν θα ανέβαζε σε υψηλότερο σκαλί το όνομά της, όπως ο θείος Φώντας που έπεσε στον εμφύλιο. Ο δάσκαλος πατέρας ασκεί επιρροή στα παιδιά του και ιδίως επισημάνσεις στην αδυναμία, ατολμία του Μιχάλη για κάτι ανώτερο, το ανώτερο για την υπερηφάνεια της οικογένειας. Αντίθετα ο μεγάλος αδελφός, ο Κίμωνας, διπλωμάτης, συγγραφέας και με θέσεις κλειδιά στο κυβερνητικό επιτελείο, ήταν εκείνο, που επιζητούσε ο δάσκαλος Πολυχρόνης, πατέρας-χειραγωγός των παιδιών του.

          Ο Μιχάλης ζούσε μόνος, ζούσε αθόρυβα, μιλούσε τόσο όσο να μην ενοχλείται κανείς. Ζούσε σαν μη θεατός στον κόσμο, γιατί δεν υπήρχε κανένα κενό να χωρέσει. Η αξιοπρέπειά του τον άφησε πολλές φορές νηστικό, ούτε από τους γονείς να ζητήσει κάτι μικρό, οι άδειες τσέπες του ήταν γεμάτες αξιοπρέπεια.

Αποξενωμένος από αδελφό. Ο αδελφός ζει στα ξένα, είναι αδιάφορος, απόμακρος και ξένος. Φιλόδοξος, σπουδαγμένος, με θέσεις κλειδιά στο δημόσιου και με ακόμα υψηλότερες βλέψεις. Το αδελφικό ενδιαφέρον έστω και μικρό, είναι κάπου χωμένο στη σκέψη του Μιχάλη, γιατί ο Κίμων μεσολαβεί να του βρει δουλειά. Έτσι ο Μιχάλης μπήκε με μέσον στην ΕΑΒ ως μηχανικός.

Όμως το καλάμι που καβαλάει κανείς, σπάει πολύ εύκολα και βλέπουμε τον μεγάλο αδελφό στο τέλος, με νευρασθένεια και ψυχολογικά προβλήματα, ατημέλητο και απογοητευμένο, να κρατάει το χέρι τον Μιχάλη, μπροστά στον φρεσκοσκαμμένο τάφο του πατέρα τους.

Η συγγραφέας διατρέχει ιστορικά γεγονότα από 1972 έως 2005 και ανατρέχει επίσης  στο παρελθόν όπως στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και στον Εμφύλιο. Εστιάζει τη ματιά της σε κάτι συνηθισμένο και φαινομενικά αδιάφορο οικογενειακό-συγγενικό και φιλικό περιβάλλον, σε νοήματα υψηλά, ανθρώπινα, ευγενικά.

 

Απανθίσματα:

Μπορεί να το θέλει η ημέρα, με το που ξημέρωσε η Μεγάλη Παρασκευή, Ταμιευτήριον Πένθους, στα δυο πρωινά καφεδάκια με παξιμάδι στο μπαλκόνι, ο γέρος είχε πιάσει αμέσως δουλειά, πώς η μακαρίτισσα απέτυχε να καλοπαντρέψει τα παιδιά της και να αποστρατευτεί από την έγνοιά τους παρασημοφορημένη, πώς τη γονάτιζε και η παραμικρή αναφορά στον αδικοσκοτωμένο στα δεκαεννιά του Φώντα, πως το σπίτι άντεξε πεντέξι μήνες μετά το θάνατό της, ύστερα ξεψύχησε κι αυτό, πως ως δάσκαλος διόρθωσε τη λέξη γεράματα σε κωλογεράματα, αφού δεν είναι ωραίο που οι άνθρωποι αχρηστεύονται σε κοινή θέα.

 

 

Τζένη Μακαριάδη

 

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

ΟΙ ΕΚΑΤΟ ΜΕΡΕΣ του JOSEPH ROTH

 

                                        Οκτώβρης 2022

 

 

ΟΙ 100 ΜΕΡΕΣ

                    του JOSEPH ROTH

 

 

Ο JOSEPH ROTH Αυστριακός συγγραφέας και δημοσιογράφος, εβραϊκής καταγωγής, γεννήθηκε το 1894 στην Ανατολική Γαλικία (σημερινή Ουκρανία) και πέθανε σε ηλικία 45 χρονών, το 1821, στο Παρίσι.

 

Μερικά από τα πολλά βιβλία του:

 

-Το εμβατήριο Ραντέτσκυ,

-Ο Τσίπερ και ο πατέρας του,

-Ο Αντίχριστος,

-Ιστορία ενός απλού ανθρώπου,

-Ιώβ,

-Hotel Savoy.

   κ.α.

 

Πολυσχιδής προσωπικότητα, αντιφατικός, διφορούμενος, όπως για παράδειγμα όταν δηλώνει ειρηνιστής, όμως στρατεύεται εθελοντικά για το μέτωπο το 1819. Κομμουνιστής μέχρι που απορρίπτει τον κομμουνισμό και δείχνει την προτίμησή του στον βασιλικό οίκο των Αψβούργων.

Με ακατανίκητη έξη στα οινοπνευματώδη ποτά, πεθαίνει τον Μάη του 1821 χωρίς, δυστυχώς, να του δώσουν μια γουλιά οινόπνευμα, όπως ζητούσε στα τελευταία του. Στο συνημμένο φυλλάδιο του βιβλίου με τίτλο «Δεν αρχίζω» του  Claudio Magris, ο τίτλος ειπώθηκε από τον συγγραφέα στον σερβιτόρο που τον ρώτησε, «κάτι για την αρχή κύριε;» εκείνος είπε, Δεν αρχίζω, δεν έχω τίποτα να αρχίσω πια τελείωσα» Μου άρεσε επίσης στο εν λόγω φυλλάδιο η τελευταία παράγραφος που έχει μείνει στα χείλη αληθινών ανθρώπων:

 

Ο Ροτ είναι ο ακροβάτης που τελικά πέφτει από το σκοινί πάνω στο οποίο ισορροπούσε· αλλά πέφτει επιδεικνύοντας θάρρος απίστευτο – Η πτώση του είναι ένα αριστούργημα γενναιότητας. Λίγους μήνες μετά το θάνατό του, η σύζυγός του Φρήντλ, έγκλειστη από καιρό σε κλινικές και άσυλα, δολοφονείται από τους ναζιστές μαζί με άλλους ασθενείς. Τίποτα πια δεν εμπνέει τη φρίκη είχε πει ο Ροτ. Και αυτό ακριβώς, είχε προσθέσει, είναι η πραγματική, η χειρότερη φρίκη.

 

 

Το μυθιστόρημά του «ΟΙ 100 ΜΕΡΕΣ»,  είναι χωρισμένο σε τέσσερα κεφάλαια, (βιβλία τα ονομάζει ο συγγραφέας).  Ο Ναπολέων Α, του Οίκου Βοναπάρτη και η ζωή του τις τελευταίες εκατό μέρες μετά τη μάχη του Βατερλώ στα δυο κεφάλαια, και στα άλλα δυο ο πλατωνικός έρωτας της μικρής κοκκινομάλλας, Ατζελίνας Πιέτρι, πλύστρα του αυτοκρατορικού παλατιού της Γαλλίας.

 

Λέμε τις περίφημες 100 Μέρες: όταν τα αντίπαλα κράτη δημιούργησαν τον Έβδομο Συνασπισμό και συγκεντρώθηκαν στα βορειοανατολικά σύνορα της Γαλλίας. Έτσι ξεκίνησε η τριήμερη εκστρατεία και η μεγάλη ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ.

 

Με ποιητικό ύφος, εικόνες της φύσης, ρέει το έργο κινηματογραφικά. Θίγει τον αφανισμό των αυτοκρατοριών, ως και τις ζωές των ανθρώπων που καταστρέφονται σωματικά και ηθικά. Στο τέλος η κατάπτωση και η φρίκη.

 

Ο Συγγραφέας σ’ αυτό το έργο με πλήθος παρομοιώσεων, μεταφορών, εικόνων, αντικειμένων και περιγραφών της φύσης, είναι  πιο τρυφερός, πιο λυρικός  από τα άλλα του έργα, όπου αναφέρει τη φρικαλεότητα των Ναζί, ή την μοίρα των ταπεινών και την εκμετάλλευση τους. Στις 100 ΜΕΡΕΣ συμπονεί τον Κορσικανό στρατηγό και μετέπειτα αυτοκράτορα της Γαλλίας, για την κατάπτωσή του στη μάχη του Βατερλώ και τον άνθρωπο που γυρίζει τον κεφάλι και βλέπει πίσω του τη συντριβή, τη ματαιότητα, τα ερείπια, τα εκατομμύρια νεκρά σώματα στρατιωτών, πολιτών και ανάμεσά τους ο Πασκάλ Πιέτρι, παιδί της Ατζελίνας· ένας ακόμα έφηβος πιστός στον αυτοκράτορα.

 

Ο Ροτ με τρυφερότητα συμμερίζεται το τέλος και τη συμπεριφορά ανθρώπου, που κάποτε είχε τον λαό στα πόδια του, ως ο μέγας στρατηλάτης, και στα τελευταία του νιώθει τη μοναξιά και την απόρριψη, εκτός από λίγους και μεταξύ αυτών μια υπηρέτρια – πλύστρα του παλατιού του, την μικρή Ατζελίνα Πιέτρι, που είναι ερωτευμένη και αφοσιωμένη στον αυτοκράτορα.

 

Ο συγγραφέας θίγει τη σπουδαιότητα ενός απλού δεκανέα, που ενέχει θετική σκέψη, στρατιωτική αντιληπτικότητα και μεγαλοφυΐα, ώστε να ανέβει πολύ ψηλά στην ιεραρχία και να γίνει στρατηγός. Οι νικηφόρες εκστρατείες του (ναπολεόντειοι πόλεμοι) και η  συντριβή των εχθρικών στρατών Γερμανίας, Αυστρίας, Ρωσίας και των συμμάχων τους, εκτός της Αγγλίας, καθόσον ισχυρότερη στην θάλασσα, τον ευνόησαν να αυτοανακηρυχτεί αυτοκράτορας της Γαλλίας. Αυτό που ποθούσε ήταν να τον επιβραβεύσει, να τον παινέψει η μητέρα του, η οποία από τα μικράτα του ήταν μια επιβλητική παρουσία που τον μείωνε.

 

Σαν όλους τους αυτοκράτορες, βασιλείς και στρατοκράτες, η φωτογραφία του κοσμούσε, πλατείες, παλάτια, στρατώνες, σπίτια, μαντίλια, σημαίες, σημαιάκια.

 

Στο μπάνιο του η μικρή Ατζελίνα μάζευε τα άπλυτα του, τα έπλενε με σχολαστικότητα τόση, ώστε να αστράφτει το άσπρο του παντελόνι, το χιτώνιό του, τα εσώρουχα του. Κοίταζε με δέος τις βρεμένες πατούσες του αυτοκράτορα πάνω στα πλακάκια και τις άγγιζε Τον λάτρευε παρότι την απέρριψε, διώχνοντάς την από την κρεβατοκάμαρά του, όπου συνευρισκόταν με τις υπηρέτριες που εκείνος επέλεγε. Δεν έπαψε να τον λατρεύει, γιατί ως γνωστόν οι αυτοκράτορες και οι βασιλείς ή μισιούνται ή λατρεύονται· έκλεψε ένα μαντήλι από τα πλυμένα ρούχα του αυτοκράτορα, με τον χάρτη των κρατών που είχε κατακτήσει ο Ναπολέων και το είχε φετίχ· μέχρι που το έδωσε στον γιο της, που ευχαρίστως τον έστελνε να πολεμήσει για τον αυτοκράτορα λες και τον είχε ταμένο να σκοτωθεί γι' αυτόν. Κι όταν ο αυτοκράτορας περιτριγύριζε δυστυχής ανάμεσα στους νεκρούς στρατιώτες της τελευταίας στρατιάς του, είδε τον μικρό Πιέτρι ματωμένο και νεκρό.  

 

Η σχέση της με τον λοχία Σοστέν Λεβαντούρ δεν ήταν τίποτα άλλο για εκείνη, ίσως κάτι λίγο το παιδί που γέννησε. Δεν έδωσε καμιά σημασία στον ανάπηρο τσαγκάρη, Βοκούρκα, που της συμπαραστεκόταν και ήθελε να την παντρευτεί και να φύγουν στην πατρίδα του την Πολωνία.

 

Η επιμονή της ήταν ο αυτοκράτορας, ήταν γεννημένη γι’ αυτόν και μόνο. Τον πίστευε, τον αγαπούσε, όπως οι φανατικοί θρησκευόμενοι που προσκυνούν την εικόνα κάποιου αγίου, καρτερώντας το θαύμα.

 

 

Απανθίσματα:

 

Αποκοιμήθηκε την ίδια στιγμή, κρατώντας γερά το ποτήρι στα άμυαλα χέρια της, στηριγμένο στην ακίνητη κοιλιά της. Μπερδεμένα κουρελάκια από όνειρα πέταξαν γύρω της. Μισάνοιξε τα χείλη και χαμογέλασε στον ύπνο της, ένα χαμόγελο λιγάκι φοβισμένο. Ίσα που ανάσαινε· ακόμα και στον ύπνο της δεν τολμούσε ούτε ν’ ανασάνει.

 

Ξάφνου άκουσε φωνές και βήματα. Μια πόρτα άνοιξε, η κουρτίνα τραβήχτηκε απότομα, και να, ο αυτοκράτορας.

 

Με μια κίνηση αδέξια και γελοία έπεσε η Αντζελίνα  στα γόνατα, σαν να την είχαν σπρώξει. Κι έσκυψε το κεφάλι. Δεν έβλεπε πια τίποτα, μόνο τις μαύρες αυτοκρατορικές μπότες στο κόκκινο χαλί.

Άκουσε κάποιον να μπαίνει αθόρυβα πίσω από τον αυτοκράτορα, είδε το μπλε παπούτσι με τη χρυσή αγκράφα, μάντεψε: ήταν ο μπλε λακές της χτεσινής βραδιάς.

«Βλάκα!» είπε η φωνή του αυτοκράτορα. Και: οδήγησέ την έξω».

Όταν σήκωσε το κεφάλι της, ο αυτοκράτορας δεν ήταν πια εκεί. Μπροστά στην πράσινη κουρτίνα στεκόταν ο μπλε λακές.

 

 Τζένη Μακαριάδη

 

Κυριακή 26 Ιουνίου 2022

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΑ" εκδόσεις ΒΑΚΧΙΚΟΝ

 

Ήρθατε τόσες πολλές και πολλοί!!!!

 

Πρωινό και να το χαλαλίζεις για το ταπεινής λογοτεχνίας πόνημά μου και διευκρινίζω για το βιβλίο «ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΑ», εκδόσεις ΒΑΚΧΙΚΟΝ, είναι ανέλπιστο για μένα. Με πνίγουν συναισθήματα αγάπης, ενοχής που πολλές και πολλοί ήρθατε από πολύ μακριά (όπως εσύ αγαπημένη Γεωργία Φωτοπούλου και άλλες πολλές). Πελώριο ευχαριστώ στην ψυχή της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Διονύσου με το όνομα Χριστίνα Γιαννέτου, όλους εσάς και έναν έναν και μία μία ξεχωριστά για το χρόνο σας, μεγάλη τιμή σε μένα η παρουσία σας. Τη Δημοτική Αρχή για τη διάθεση του Πολιτιστικού μας Κέντρου και ευχαριστώ όσους δεν ήρθαν για τις ωραιότατες ευχές τους.

Ευχαριστίες και πολλή αγάπη στους εισηγητές – κριτές του βιβλίου, όπως:

Την αγαπημένη Αρετή Καράμπελα (φιλόλογος-συγγραφέας),

Την αγαπημένη σκηνοθέτιδα Βίκυ Μανώλη,

Τον αξιοθαύμαστο, ακαταπόνητο για τα πολιτιστικά του Δήμου μας  Γιώργο Κομνηνάκη

Tους κυρίους Νέστορα Πουλάκο, Στράτο Προύσαλη των εκδόσεων ΒΑΚΧΙΚΟΝ, καθώς και την επιμελήτρια κυρία Χρυσάνθη Ιακώβου, για την άψογη συνεργασία μας.

                   Και

Τους γλυκύτατους ηθοποιούς μας Σοφία Μανωλάκου και Δημήτρη Γεροδήμου, που διαβάζοντας ζωντάνεψαν τους χάρτινους ήρωές μου, τόσο θελκτικά, τόσο πολύ ωραία που ανέβασαν τη μαγεία της γραφής πιο ψηλά απ’ ό,τι πίστευα.