Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2023

Το πανδοχείο της μνήμης, του Tony Judt

 

                   


 

                    ΤΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

                       του TONY JUDT

 

 Ο Tony Robert Judt, εβραϊκής καταγωγής, ήταν αγγλοαμερικανός ιστορικός, δοκιμιογράφος και καθηγητής πανεπιστημίου. Ειδικεύτηκε στην ευρωπαϊκή ιστορία. Γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1948, στο Ανατολικό Λονδίνο, και απεβίωσε στις 6 Αυγούστου 2010.

  

Η αυτοβιογραφία του Tony Judt, με τίτλο «Το πανδοχείο της μνήμης» κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του. Ένα μικρό βιβλίο, με πολλά και μεγάλα γεγονότα των εξήντα δυο χρόνων της ζωής του, κατά τον 20ο και 21ο αιώνα.

 

Σκέφτομαι, ότι τέτοιοι μεγαλοφυείς-εμπνευσμένοι άνθρωποι, όπως ο συγγραφέας Tony Judt, έχουν τη θεϊκή δύναμη να μεταδώσουν ό,τι έχουν σπουδάσει και ό,τι έμφυτες ιδέες ενυπάρχουν στη σκέψη τους, ακόμα και λίγο πριν αφήσουν την τελευταία τους πνοή, σε έναν κόσμο που έχει την τύχη να τους διαβάζει.

Το παρήγορο είναι, γράφει ο Τζωρτζ Στάινερ, ότι: Σήμερα, ένα άτομο ανίκανο για την παραμικρή σωματική κίνηση, που μιλάει με μεταλλικό λάρυγγα, από ένα αναπηρικό καροτσάκι, χαρτογραφεί τις μακρινές όχθες του Σύμπαντός μας. Εννοώντας τον Στίβεν Χόκινγκ.

Προλογίζω: η ανίατη ασθένεια του συγγραφέα, είναι ασθένεια κινητικών νευρώνων ή αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση. Κατάρατη αρρώστια, που αφήνει το μυαλό να αναλογίζεται το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, αλλά σου στερεί κάθε δυνατότητα να μετουσιώνεις τις σκέψεις σε λέξεις.

Ο εγκέφαλος του συγγραφέα, σαν το πανδοχείο εκείνο που πήγαινε με τους γονείς στα μικράτα του, γεμίζει με τις θύμισες του. Βρίσκεται περικυκλωμένος από αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής, με γεγονότα ατομικά, ιστορικά, πολιτικά, γεωγραφικά, φιλοσοφικά, κοινωνικά,  λόγια στοχαστικά, ευφυή, με χιούμορ, και καταφέρνει, μετά την ενθάρρυνση του Τίμοθι Γκάρτον Ας, (φίλος και γραμματέας του) να τα αφηγηθεί υπαγορεύοντας την αυτοβιογραφία του. Όπως αναφέρει στον πρόλογό του, κάποια κείμενα τα είχε ήδη έτοιμα, πριν αρρωστήσει, και δεν άλλαξε τίποτα, αφού οι εκδότες του ενθουσιάστηκαν διαβάζοντάς τα. Μιλούσε με κινήσεις των μάγουλών του. Ας σκεφτούμε ότι για κάθε λέξη, που διατύπωνε, χρειαζόταν ένα ολόκληρο λεπτό.

 

Το πανδοχείο της μνήμης, αυτοβιογραφία του συγγραφέα, με λογοτεχνική απόδοση, ποιητική, φιλοσοφική, νοσταλγική, συναισθηματική και με αίσθηση του τέλους. Κριτικάρει τον κακώς εννοούμενο εξισωτισμό, επικρίνει την άμβλυνση των δημοτικών σχολείων, την κυριαρχία του ιδιωτικού εκπαιδευτικού συστήματος και πολλά κοινωνικά ζητήματα, που μας απασχολούν μέχρι σήμερα.

Δεκαετία του 50 τα παιδικά του χρόνια, μετά τον Β’ Π.Π., με εβραϊκά ήθη και έθιμα, μυρωδιές φαγητών, όχι ιδιαίτερα της αρεσκείας του τα φαγητά της μαμάς, όσο των γιαγιάδων του. Αναφέρει την οδυνηρή μαθητεία του στα Ισραηλινά Κιμπουτς, όπου έπρεπε να συμβιβαστεί με τα ιδανικά τους, να στηρίξει το συνεργατικό πνεύμα, για να μπορέσουν να επιβιώσουν οι Εβραίοι. Σημειώνει με έμφαση την αγάπη του στα τρένα και στο αλπικό χωριό Μύρρεν της Ελβετίας.

Αναφέρει τις σπουδές του στο Κέμπριτζ, τα φοιτητικά του χρόνια, τα πηγαινέλα με το πράσινο λεωφορείο και τις μεταπολεμικές αλλαγές της χώρας του. Την αποστροφή του στις ιδεολογίες του καθένα και σε κάθε «ισμό», την μετοίκησή του στη Ν. Υόρκη, όπου αισθάνθηκε Ευρωπαίος, όσο ποτέ. Εξεγερμένος στα είκοσι του, όπως οι νέοι της τότε εποχής. Αντικομφορμιστής διανοούμενος.

Περιγράφει, την πρώτη του δουλειά, εποχή Πρίσλεϋ και προ Μπητλς, στο μουσικό τμήμα Λονδρέζικου βιβλιοπωλείου, όπου επιτρεπόταν να εργάζεται μόνο τα Σάββατα, ως δεκατετράχρονος, και ο κύριος πόλος έλξης του ήταν η όμορφη 17χρονη ταμίας.

Θίγει την πολιτική και νεώτερη ιστορία διαφόρων χωρών, εμφυλίους πολέμους, όπως και της Ελλάδας.

Ένα βιβλίο 25 κειμένων,  που το έχεις στο κομοδίνο σου και το διαβάζεις ξανά και ξανά και παίρνεις κάτι απ’  αυτόν το σπουδαίο επιστήμονα στοχαστή, που η φειδωλή ζωή δεν του άφησε τράτο, ώστε να μας φωτίζει για περισσότερα χρόνια με τις σκέψεις και γνώσεις του.

 

Απάνθισμα:

Υπάρχει ένα υποτυπώδες μονοπάτι που συνοδεύει το μικρό τρένο του Μύρρεν. Στα μισά του, ένα μικρό καφέ –η μόνη στάση της γραμμής- σερβίρει τη συνηθισμένη γκάμα ελβετικού υπαίθριου φαγητού. Μπροστά, το βουνό χύνεται απότομα προς την τεκτονική τάφρο πιο κάτω. Πίσω, μπορείς να ανηφορίσεις μέχρι τους καλοκαιρινούς στάβλους με τις αγελάδες, τις κατσίκες και τους βοσκούς. Ή μπορείς απλώς να περιμένεις το επόμενο τρένο –πάντα στην ώρα του, προβλέψιμο και με ακρίβεια δευτερολέπτου. Τίποτα δεν συμβαίνει εκεί· είναι το πιο ευτυχισμένο μέρος στον κόσμο. Δεν μπορούμε να διαλέξουμε που ξεκινάμε τη ζωή μας, μπορούμε όμως να την τελειώσουμε εκεί που θέλουμε. Εγώ ξέρω που θα βρίσκομαι: ταξιδεύοντας χωρίς κανέναν ιδιαίτερο προορισμό, πάνω σ’ αυτό το μικρό τρένο, για πάντα.

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

ΠΑΡΑΝΤΑΪΣ της ΦΕΡΝΑΝΤΑ ΜΕΛΤΣΟΡ Εκδόσεις ΔΩΜΑ

 

 

                    ΠΑΡΑΝΤΑΪΣ της ΦΕΡΝΑΝΤΑ ΜΕΛΤΣΟΡ

                                        Εκδόσεις ΔΩΜΑ

Η Φερνάντα Μελτσόρ γεννήθηκε το 1982 στη Βερακρουζ του Μεξικού και σπούδασε δημοσιογραφία. Αναγνωρίζεται σαν μια απ’ τις σημαντικότερες και πιο πρωτότυπες νέες φωνές της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Το βιβλίο της «Η εποχή των τυφώνων» (2021) ήταν υποψήφιο για το Διεθνές Βραβείο Booker. Έχει βραβευτεί επίσης με το Anna Seghers-Preis (2019).

                    Στόχος της συγγραφέα ήταν να μην αφήσει ο αναγνώστης το βιβλίο από τα χέρια του και το πέτυχε. Το διάβασα μέσα σ’ ένα απόγευμα κι ένιωσα ότι είναι η σκληρή αλήθεια των εξαρτημένων φτωχών χωρών και ανθρώπων. Η Μελτσόρ γράφει χωρίς φόρτιση για την αιτία της βίας, περιγράφει με λεπτομέρειες ένα από τα ειδεχθέστερα των εγκλημάτων. Χωρίς σασπένς, είναι προφανές το τι μπορεί να συμβεί και συμβαίνει. Χειραγωγούμενο το κακό και υποβολιμαίο σε περίοπτη θέση του όλου συστήματος· στο έργο έχουμε τον χοντρό και πλούσιο και τον αδύνατο και φτωχό.

Το μυθιστόρημα είναι σαν να διαβάζει κανείς σελίδες καθημερινών εντύπων για αποτρόπαια εγκλήματα με επίκεντρο τη γυναίκα θύμα. Όμως στην περίπτωση αυτή, ποιοι και γιατί οι δολοφόνοι είναι δυο ανήλικοι που ξεκληρίζουν μια ολόκληρη οικογένεια γονείς και τέκνα; Γιατί ο θαυμασμός του μεγαλύτερου θύτη είναι για τον συγγενή του στον κύκλο του υποκόσμου και το όνειρό του να τον μιμηθεί; Μήπως γιατί μένει σε άθλιο φτωχόσπιτο με την άξεστη μητέρα του και την εξαδέλφη του Ζοράιντα, που ο ίδιος έχει αφήσει έγκυο και συνάμα την μισεί; Μήπως κι ο μικρότερος, πλούσιος φονιάς, επειδή μεγαλώνει με παππού και γιαγιά και οι γονείς αλλού τυρβάζουν; Γιατί ο μεγάλος σκοτώνει και σκέπτεται να δικαιολογηθεί ότι όλα τα έκανε ο πλούσιος χοντρός φίλος του; Γιατί και τα δυο παιδιά-δολοφόνοι ζουν στηριζόμενοι όχι μόνο στο ψέμα, αλλά και σε μια διαστρεβλωμένη σεξουαλική φαντασία και κλοπή; Ότι σνιφάρουν, πίνουν, καπνίζουν είναι από τα ανώδυνα ελαττώματά τους.

Λίγα για το story: κεντρικοί ήρωες ο Πόλο φτωχός και αδύνατος και ο Φράνκο πλούσιος και χοντρός όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στη συμπεριφορά. Λυσσιάζει από σεξουαλική πείνα και έχει βάλει στόχο την όμορφη Μαριάν που κάνει διακοπές στο πολυτελές συγκρότημα Παραντάις με τα δυο παιδιά της και τον άντρα της. Εκείνη πάντα του χαμογελά με φινέτσα, όσο εκείνος φαντάζεται ότι τον γουστάρει. Το όνειρο του χοντρού είναι να συνουσιαστεί με την Μαριάν ο κόσμος να χαλάσει. Το όνειρο του Πόλο είναι να φύγει από το καλύβι της μάνας του, που τον κοιμίζει στο πάτωμα, ενώ στο κρεβάτι του κοιμάται η ξαδέλφη του Ζοράιντα,  και να γίνει μέλος της συμμορίας των νονών της νύχτας, όπου θα έχει χρήματα να πάρει αυτοκίνητο και να κυκλοφορεί ελεύθερος, όπως ακριβώς ο ξάδερφός του.

Ο Πόλο εργάτης – κηπουρός στο πολυτελές συγκρότημα Παραντάις, γνωρίζεται με τον χοντρό Φράνκο, που βολοδέρνει εκεί τριγύρω, πασαλειμμένος απ’ τα γαριδάκια που συνεχώς μασουλάει και συνάμα τρώει με τα μάτια την όμορφη – πλούσια Μαριάν, βρίσκοντας πάντα μιαν ευκαιρία να την περιτριγυρίζει. Θέλει να την γαμήσει κι ας έρθει ο κόσμος ανάποδα. Κερνάει τσιγαριλίκια και ποτά τον Πόλο που δεν του δίνει ιδιαίτερη σημασία ούτε πιστεύει ότι αυτά που σχεδιάζει ο χοντρός θα πραγματοποιηθούν. Τελικά συμφωνεί να είναι στο κόλπο, ώστε ο χοντρός να γαμήσει και εκείνος να κλέψει οτιδήποτε πολύτιμο.

Η Μελτσόρ βουτάει στη σκέψη των δυο ανήλικων, περιγράφει την ψυχογραφία τους και παρακολουθεί βήμα βήμα να πραγματοποιούν το βδελυρό σχέδιο του χοντρού Φράνκο.   

Απόσπασμα: -Είναι πανεύκολο, είπε ο χοντρός, όταν επιτέλους κατάφεραν να ηρεμήσουν. Μπουκάρουμε στο σπίτι, ορμάμε στον τύπο, τον φιμώνουμε, φιμώνουμε και τα παιδιά και την αναγκάζουμε να γδυθεί. –Κι εμένα τι με νοιάζει αν είναι ντυμένη ή γδυτή, αντέτεινε ο Πόλο, παρόλο που είχε και μια περιέργεια να δει τη σενιόρα Μαριάν  γυμνή, απλώς από ενδιαφέρον, τίποτα νοσηρό. –Καλά, άσ’ το αυτό, το αναλαμβάνω εγώ, εσύ  στο μεταξύ βουτάς ό,τι γουστάρεις, συνέχισε ο χοντρός.

Τζένη (22.06.23)

Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

ΠΑΓΟΣ της ANNA KAVAN

 

                         ΠΑΓΟΣ της ANNA KAVAN

                        Εκδόσεις Gutenberg

 

Η ANNA KAVAN, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, ζωγράφος, διακοσμήτρια, γεννήθηκε το 1901 στη Γαλλία και πέθανε το 1968 στην Αγγλία.

 

Η γραφή της συγκλονίζει (θυμίζει Κάφκα), το θέμα ποικίλει, η φύση και ο χώρος πρωταγωνιστούν. Το βιβλίο προφητικό, ονειρικό, με στοιχεία νουάρ καθηλώνει τον αναγνώστη.

Το γεγονός ότι εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής,  των πάγων της Ανταρκτικής που ολοένα λιώνουν, η αύξηση της στάθμης της θάλασσας, το αέριο θερμοκηπίου που προκαλεί υπερθέρμανση του πλανήτη και αντιπροσώπευε σχεδόν το 80% του όγκου όλων των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ΕΕ.2021), είναι θέμα που προκαλεί ίλιγγο τρόμου για τον αφανισμού του πλανήτη. Ο πάγος είναι η κόλαση που πνίγει την ανάσα ζωής, είναι ο πόλεμος που μολύνει ψυχές, είναι η αιτία της καταστροφής του «καλού καγαθού» ως η φράση των Κλασικών Ελλήνων συγγραφέων, που περιέγραφαν την αγωγή ενός ιδεώδους ανθρωποτύπου ή αν θέλετε μιας ηθικής ακεραιότητας. Ο πόλεμος είναι πάγος καταστροφής, είναι απεχθής, μεταβάλλει τον άνθρωπο σε μηχανή μίσους, φόνων και εκμηδένιση της ζωτικής πνοής.

Η συγγραφέας θίγει πολλά ζητήματα που χρονίζουν, η θέση της γυναίκας όπως για παράδειγμα η θεωρία του φιλόσοφου Κοντ Ογκιστ (19ος αιώνας),  ότι «η γυναίκα είναι συμπληρωματική ψυχή». Στο έργο της Kavan βλέπουμε τη γυναίκα ως res, να την διεκδικούν δυο άντρες, μας θυμίζει γυναίκα της τουρκοκρατίας, φοβισμένη, απομονωμένη, φυλακισμένη και εξουσιαζόμενη από τον άντρα. Λίγο πριν το τέλος αφανισμού κάθε μορφή ζωής, ο πρωταγωνιστής σώζει τη γυναίκα από την φυλακή της και λυπάται για τον ασεβή τρόπο που της είχε φερθεί, όμως είναι αργά αφού η ανάσα του Πάγου τους πλησιάζει.

Το έργο μας λέει για έναν ξενιτεμένο άντρα, που επιστρέφει στα πάτρια εδάφη και ένας παλιός ανεκπλήρωτος έρωτας ξαναζωντανεύει με πεισματική εμμονή στα μάτια και στην καρδιά του, ιδίως για τα αργυρόχρωμα μαλλιά ενός λεπτοκαμωμένου κοριτσιού. Ένα ταξίδι κάτω από αντίξοες απειλητικές για τη ζωή του συνθήκες, που δεν  σταματούν να τον ακολουθούν ώσπου να βρει και να σώσει το αγαπημένο του κορίτσι από τα νύχια ενός κακοποιητικού συζύγου, ενός σκληρού φύλακα μιας υποταγμένης γυναίκας. Στο τέλος βρίσκει το κορίτσι το απελευθερώνει και ζουν ελάχιστες στιγμές θαλπωρής και αγάπης, γιατί ο αμείλικτος Πάγος τους ακολουθεί κατά πόδας. Τον άντρα καθησυχάζει ένα όπλο στην τσέπη του.

 

 

Απανθίσματα:

*Εκείνη τη στιγμή μ’ ένοιαζε πιο πολύ εκείνος, ήμουν στενά δεμένος μαζί του σαν να μας ένωνε το ίδιο αίμα. Δεν άντεχα να αποξενωθούμε. «Γιατί είστε τόσο θυμωμένος;» Έκανα ένα βήμα προς το μέρος του, προσπάθησα ν’ αγγίξω το μανίκι του, αλλά εκείνος αποτραβήχτηκε «Εκείνη είναι η μόνη αιτία;» Δεν μπορούσα να το πιστέψω αυτό, ο δεσμός ανάμεσά μας φαινόταν πολύ ισχυρός. Αντίθετα, τη δεδομένη χρονική στιγμή εκείνη δεν ήταν τίποτα για μένα, δεν ήταν καν πραγματική. Θα μπορούσαμε να την είχαμε μοιραστεί οι δυο μας.

*Παρατήρησα τον φυσικό κόσμο και μου φάνηκε να συμμερίζεται τα συναισθήματά μου, να προσπαθεί μάταια να ξεφύγει από τον όλεθρο που πλησίαζε. Τα κύματα της θάλασσας υψώνονταν ορμητικά προς τον ορίζοντα· τα θαλασσοπούλια, τα δελφίνια  και τα χελιδονόψαρα  τινάζονταν ξέφρενα στον αέρα· τα νησιά τρεμόπαιζαν και γίνονταν διάφανα, επιχειρώντας να αποκολληθούν από τις θέσεις τους, να ανέλθουν στον ουρανό υπό μορφή ατμών και να χαθούν κατόπιν στο διάστημα. Όμως δεν υπήρχε διέξοδος. Το μόνο που μπορούσε να κάνει η γη ήταν να περιμένει ανυπεράσπιστη  την καταστροφή της, είτε από χιονοστιβάδες είτε από αλυσιδωτές εκρήξεις, οι οποίες θα συνεχίζονταν χωρίς τελειωμό, μεταμορφώνοντάς την τελικά σε νεφέλωμα, εξαϋλώνοντας τη βαθύτερη ουσία της.

 


 

 

 

 

  annΗΗ

 

Τετάρτη 19 Απριλίου 2023

ΜΠΕΜΠΗΣ του ΘΩΜΑ ΚΟΡΟΒΙΝΗ

                      ΜΠΕΜΠΗΣ του Θωμά Κοροβίνη

                                 Εκδόσεις ΑΓΡΑ 

Ο Θωμάς Κοροβίνης γεννήθηκε το 1953 στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Από το 1988 έως το 1996 έζησε στην Κωνσταντινούπολη, υπηρετώντας στο Ζάππειο και το Κεντρικό Παρθεναγωγείο της. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Από το 1995 μέχρι και το 1999 εργάστηκε ως παραγωγός και επιμελητής ραδιοφωνικών εκπομπών στον 9,58 FM της Θεσσαλονίκης. Το 1995 βραβεύτηκε με το βραβείο Αμπντί Ιπεκτσί. Το 2011 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο του Ο γύρος του θανάτου, με θέμα την υπόθεση του «Δράκου του Σέιχ-Σου», Αριστείδη Παγκρατίδη. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Είναι επίσης συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών.

                                             ...---…

Ευανάγνωστο βιβλίο, από έναν θα έλεγα όχι μόνο συγγραφέα φιλόλογο, αλλά λαϊκό καλλιτέχνη, που ό,τι έχει γράψει είναι βασισμένο σ’ αληθινά γεγονότα με μυθιστορηματική δεξιοτεχνία. Είναι βαθύς γνώστης και κυνηγός των λαϊκών βάρδων της Ελλάδας και όχι μόνο. Μέσα από την άδολη σκέψη του και γνήσιος, ως ο λαϊκός  μας  πολιτισμός, έχουμε κείμενα μαρτυρίες για φημισμένους τραγουδοποιούς και άλλα πρόσωπα που εγώ τουλάχιστον αντιλαμβάνομαι όχι ως «παραμύθια» αλλά αληθινά γεγονότα τα οποία παρουσιάστηκαν κάποτε ή παρουσιάζονται ακόμα με υπονομευτική ενέργεια, όπως ο βασικός χαρακτήρας στο  βιβλίο του «Ο γύρος του θανάτου», του  δυστυχή Αριστείδη Παγκρατίδη.

Στο καινούργιο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη, διαβάζουμε την βιογραφία του σολίστα στο μπουζούκι και κιθάρα Δημήτρη Στεργίου -γεννήθηκε στον Πειραιά το 1927 και πέθανε το 1972, σε ηλικία σαράντα πέντε χρόνων. Μπουζουκίστας με μεγάλη φήμη, όσο ζούσε, αλλά και μετά τον θάνατό του, οι πενιές του στο σόλο μπουζούκι έχουν θρυλική μνεία. Δημήτρης Στεργίου γνωστός με το ψευδώνυμο «Μπέμπης», σκωπτικό παρανόμι όπως έδιναν σε πολλούς επώνυμους της εποχής για το νεαρό και τη φρεσκάδα της ηλικίας τους. Στο βιβλίο αφηγείται ο ίδιος τη ζωή του και την αυτοκαταστροφική του τάση στο ποτό. Μορφωμένος μουσικός για την εποχή του, μεγάλο ταλέντο, ιδιοφυής με αξιοθαύμαστη ευρηματικότητα στα μουσικά όργανα. Ο Μπέμπης και ο Χιώτης. Δυο μεγάλοι καλλιτέχνες με άδοξο τέλος και σε ηλικία που θα μπορούσαν να δώσουν πολλά ακόμη. Ο συγγραφέας είναι ας πούμε ο φίλος που ακούει τον μονόλογο του πρωταγωνιστή-χαρακτήρα -αυτού του όμορφου αριστοκράτη μάγκα- για τη ζωή του, διανθισμένη με πολλές φράσεις σε γλώσσα αργκό, όπου σιγοντάρουν πενιές του και λαϊκά τραγούδια.

Ερωτικός με πάθος,  θαυμαστής του θηλυκού φύλου, όπως ακριβώς περιγράφει με έρωτα την ομορφιά της τραγουδίστριας Μπέμπας Μπλανς.

Το έργο του Κοροβίνη βρίθει λεπτομερειών για τραγουδιστές λαϊκής μουσικής, (που συνεργάστηκε ο Μπέμπης)  και στίχων τραγουδιών που μέχρι σήμερα έχουμε στα χείλη σε κάθε διασκέδασή και ιδίως στα μεράκια μας. Το τέλος είναι συγκλονιστικό και προκαλεί πολλά συναισθήματα.

Ιστορίες των δεκαετιών ’40, 60 και κατά τη διάρκεια της Χούντας, πολιτικές, καλλιτεχνικές, έρωτες, ανταγωνισμοί, μικρά πικάντικα μεταξύ των μουσικών, τραγουδιστών, κάτι σαν παλιός καλός κινηματογράφος, που σε χαροποιεί και σε συγκινεί.

Ο εξαιρετικός συγγραφέας Θωμάς Κοροβίνης, μας συστήνει να διαβάσουμε γιατί αξίζει το νέο του βιβλίο, που δεν είναι παρά ένα απάνθισμα, μια συμπυκνωμένη έκθεση της ιστορίας, της μουσικής και γλώσσας του λαϊκού πολιτισμού μας.

 

Απανθίσματα:

*Κάθε λαϊκό τραγούδι, ας είναι σύντομο, είναι ένα πλήρες έργο τέχνης, είναι μια ολόκληρη ταινία, ένα μυθιστόρημα, μια παράσταση στο θέατρο, κάθε λαϊκό τραγούδι φυλάει ένα κομμάτι παρμένο μέσα απ’ τη ζωή, το μπουζούκι, ο ήχος που βγάζει είναι τακίμι με τον ανθρώπινο πόνο, γι αυτό κολλάνε μαζί του εκείνοι που σηκώνουν κάποιο σταυρό, οι άλλοι, όσοι είναι αναίσθητοι κι όσοι κάθονται στα πουγκιά και δεν λογαριάζουν τους κολασμένους τι να νιώσουν….

 

**Σουρούπωνε στην ακτή Τζελέπη, έσκιζαν τ’ αυτιά μας οι μπουρούδες, σαλπάρανε γκαζάδικα και φορτηγά, για αγριεμένες θάλασσες, για σκοτεινά νερά, κι άλλα βαπόρια με σημαία ξένη, απ’ τα πέρατα του κόσμου, έδεναν τα ποστάλια, τα επιβατηγά της γραμμής, ξεφόρτωναν κόσμο κάθε λογής στην επιστροφή απ’ τα νησιά, ταξιδιάρικα πλεούμενα σαν τις ζωές μας, ο κάθε άνθρωπος μοιάζει με καράβι που θαλασσοδέρνεται βράδυ και πρωί ,  ανεμότρατες όργωναν στα βαθιά, αλαργεμένα ψαροκάικα έριχναν δίχτυα, βαρκούλες ξεμάκραιναν στ’ ανοιχτά για παραγάδι, αρμενάκι είμαι, κυρά μου, πάρε με, έλα πάρε με, ήμασταν στο ’43, είχα κλείσει τα δεκάξι, τα βρακιά μου έβραζαν, όρμα, ρε, βάλε ταχύτητα τώρα που μετράς, ποια μορφονιά να κάνει κόνξες σε τέτοιο ταυράκι, μου τα ‘λεγες, κι εγώ σχεδόν κοκκίνιζα σαν παρθενάκι, ήμουν βέρτζινος…

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 5 Απριλίου 2023

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΙΔΗ

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη,

εκδόσεις Το Ροδακιό

                                                                                                        

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης γεννήθηκε στις Σέρρες, 4 Ιουλίου του 1967, και έζησε εκεί τα πρώτα του παιδικά χρόνια. Σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και στη Δραματική Σχολή Βεάκη. Για λίγα χρόνια εργάστηκε ως ηθοποιός σε θεατρικές παραστάσεις. Μετά ασχολήθηκε με το γράψιμο. Πεζογραφήματα και θεατρικά.  Κυκλοφορούν ως τώρα τα μυθιστορήματα Οι τέσσερις τοίχοι (2000), Ο φιλοξενούμενος (2004), Το ελάχιστο ίχνος (2013), η συλλογή διηγημάτων Φυσικές Ιστορίες (2006), το αφήγημα Ύπνος (2008), Το όνομά σου  και άλλα. όλα από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό». Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε θεματικές ανθολογίες και έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά.

 

Τα βιβλία του αξιόλογου συγγραφέα Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη μας εντυπωσιάζουν ιδιαιτέρως· είναι γλώσσα καθημερινή - λόγια συμπυκνωμένα, ουσιώδη- και αλληγορική, κάτι μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Μονόλογος με στοιχεία νουάρ. Η ροή του έργου θυμίζει κινηματογράφο, το δε στήσιμο των χαρακτήρων θέατρο.

Το θέμα μεγάλο, (σ’ ένα βιβλίο που δεν φτάνει τις εκατό σελίδες) έντονη η αρχέγονη σχέση πατέρα-γιού, η θρησκευτικότητα, ο αυταρχισμός του δυνατού, του εξουσιαστή, του πατέρα, της μητέρας, του πατέρα Θεού. Η υποταγή είναι το προσκύνημα στη λατρεία, στην υπακοή, στην αυστηρή-αυταρχική τήρηση κανόνων λατρείας, ευλάβειας σε ό,τι υπαγορεύει αλάθητο ή λανθασμένο, ο κανόνας που σε αναγκάζει να σκύβεις το κεφάλι, όπως για παράδειγμα οι δρακόντειοι νόμοι.

Ο συγγραφέας και στο βιβλίο του «Το ελάχιστο ίχνος» έχει να διηγηθεί την ολέθρια σχέση γιου και πατέρα. Μου θύμισε τον Κάφκα στο βιβλίο «Γράμμα στον πατέρα». Την απογοητευτική συμπεριφορά του γονιού, την ακατανοησία του να δεχθεί το μέρος εκείνο του παιδιού που αποζητά τον δικό του δρόμο, τα όνειρά του, την ελευθερία του και τον υποβιβάζει, τον θεωρεί κατώτερο του δικού του «θέλω» και «ονείρου» ή καλύτερα του δικού του ομοιώματος. Ως αναφέρει ο συγγραφέας, στη σελίδα 7 του βιβλίου,  την εντολή «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα».

 

Η υποταγή του γιου, κατά τον «πατριάρχη» πατέρα, εξυπακούεται και κάθε ανατροπή στα καθιερωμένα, κοινωνικοπολιτικά ή ιερά, είναι γι αυτόν επίκληση καταστροφής εναντίον του, προς δικαίωση της ορθότητάς του, προς δικαίωση της τιμής και του ονόματός του στην κοινωνία και δεν εννοεί ή αφουγκράζεται τον αράχνειο ενοχικό ιστό που εξευτελίζει σωματικά και ψυχικά το τέκνο του. Η έξοδος από τον παράδεισο, η απείθεια, ο εγκλεισμός, όλα τα στοιχεία εκείνα που προκαλούν ψυχικό δέος, τα αναφέρει ο συγγραφέας ακατάγγελτα, σφιχτά, ακόμα και το ανοσιούργημα του αφηγητή- χαρακτήρα.

Ο αφηγητής μετά από πολύχρονη φυλάκιση, απογοητεύεται που δεν τον υποδέχεται στην πύλη, κατά την αποφυλάκισή του, κανείς και ιδιαιτέρως ο πατέρας του, Απευθύνεται σαν να γράφει επιστολή στον πατέρα του και αφηγείται πως πέρασε οκτώμισι χρόνια έγκλειστος κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Διηγείται τις αισχρές συμπεριφορές των συγκρατουμένων του, τον εξευτελισμό της προσωπικότητάς του και εξομολογείται στον δικό του άνθρωπο, τον πατέρα του, την εξιλέωσή του για την φρικτή πράξη του. Συνεχίζει να αφηγείται ενώ φτάνει στο σπίτι του, που το βρίσκει χωρίς ρεύμα και νερό, χωρίς τη φροντίδα κανενός, κλεισμένο κι αυτό ως ο εγκλεισμός του ιδιοκτήτη του. Η επιστροφή, λοιπόν, του ασώτου που ζητά συγχώρεση.

… Και για μας τους αναγνώστες, η ευχάριστη επιστροφή του συγγραφέα (μετά από το 2013) μ’ αυτήν την εξαιρετική νουβέλα.

 

 Απανθίσματα:

Είμαι βέβαιος  πως μ’ έχεις συγχωρήσει. Αν δεν το έχεις κάνει, το απαιτώ. Συγγνώμη, εννοώ πως το δικαιούμαι. Πρώτον γιατί πλήρωσα την ποινή μου, αυτή που κρίθηκε η αρμόζουσα τέλος πάντων για τα παραπτώματά μου. Δεύτερον,  για το λόγο ότι κι εγώ ο ίδιος συγχωρώ πάντα όσους με βλάπτουν. Ίσως δεν του συγχωρώ ακριβώς, πάντως ξεχνάω τις βρωμιές τους, δεν με απασχολούν πλέον, αδιαφορώ για κείνους που μ’ αδίκησαν, δεν κρατάω κακίες, σβήνω απ’  τα τεφτέρια μου τις οφειλές τους. Είναι κι η λήθη ένας είδος συγχώρεσης.

 

Τα λέω όλα αυτά καθώς σκέφτομαι πώς ίσως να μην έχει νόημα να σου γράψω αυτό το γράμμα. Γιατί  όλα τούτα που είναι για μένα σημαντικά-και δυστυχώς δεν πρόκειται για όνειρα κι εφιάλτες, αλλά για βιώματα απολύτως αληθινά- ίσως να είναι αδιάφορα σε κάποιον που τα’ ακούει ή τα διαβάζει. Ακόμη κι αν αυτός ο κάποιος είσαι εσύ. Ο πατέρας μου.

                                        ***                ***