Παρασκευή 21 Ιουνίου 2024

Ο ΔΡΑΚΟΣ ΤΗΣ ΠΡΕΣΠΑΣ ΙΙΙ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ, της ΙΩΑΝΝΑΣ ΜΠΟΥΡΑΖΟΠΟΥΛΟΥ

 

                                                                                                    20.06.2024

Ο ΔΡΑΚΟΣ ΤΗΣ ΠΡΕΣΠΑΣ ΙΙΙ  

Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ, της ΙΩΑΝΝΑΣ ΜΠΟΥΡΑΖΟΠΟΥΛΟΥ

(εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ)

Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου είναι Ελληνίδα συγγραφέας μυθιστορημάτων, θεατρικών έργων, έργων επιστημονικής φαντασίας, δράματος, τρόμου και παιδικής λογοτεχνίας.  Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στην Σχολή Τουρισμού της Ρόδου και έχει μεταπτυχιακό στην διοίκηση ξενοδοχείων από το Πανεπιστήμιο του Μπάκινγχαμ.

Το πρώτο της μυθιστόρημα, Το Μπουντουάρ του Ναδίρ, δημοσιεύτηκε το 2003. Το τρίτο μυθιστόρημά της, Τι είδε η γυναίκα του Λοτ;, δημοσιεύτηκε το 2007 και έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας του Περιοδικού ΔΕΚΑΤΑ. Το 2013 η εφημερίδα Guardian κατέταξε αυτό το μυθιστόρημα στην λίστα με τα καλύτερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας της χρονιάς.

Το μυθιστόρημά της Η Κοιλάδα της Λάσπης από την τριλογία Ο Δράκος της Πρέσπας, δημοσιευμένο το 2014, κέρδισε βραβείο Ακαδημίας Αθηνών και βραβείο από το περιοδικό Κλεψύδρα.

  

Τα αντί-ουτοπικά μυθιστορήματά της συνδυάζουν στοιχεία τραγελαφικά και αλληγορικά ενώ έχουν μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και μια πλοκή γεμάτη απροσδόκητες ανατροπές. Απεικονίζουν τα πολιτικά συστήματα του μέλλοντος, φανταστικές κοινωνίες σε κρίση ή σε μετάβαση, συγκρουόμενες κοσμοθεωρίες.

(Αυτά από το διαδίκτυο)

 

Έργα της:

Το Μυστικό Νερό/ Τι είδε η γυναίκα του Λωτ; / Το Μπουντουάρ του Ναδίρ (2003)/

Η ενοχή της αθωότητας (2011)/      Κοιλάδα της Λάσπης (2014). κλπ..

…---…

Κι ένα ακόμη βραβείο για την Ιωάννα Μπουραζοπούλου –Βραβεία Αναγνώστη 2024, του περιοδικού «Ο Αναγνώστης» για το βιβλίο Ο Δράκος της Πρέσπας, Η μνήμη του Πάγου.

 

Τι να γράψω για την Ιωάννα Μπουραζοπούλου τα λέει όλα μες στα βιβλία της. Την σκέπτομαι να έρχεται στη Λέσχη μας, με ομπρέλα και αδιάβροχο. Είναι η νύμφη των νερών της γης, θυμηθείτε το βραβευμένο βιβλίο της «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;», έχω γράψει εισήγηση γι αυτό το βιβλίο και με είχε εκπλήξει το θέμα. Δεν ξέρω αν πρέπει να μιλήσω, για αστυνομική λογοτεχνία, επιστημονική φαντασία, για μαγικό ρεαλισμό, για κινηματογραφική ταινία, σίγουρα για αλληγορικές γραφές, πάντα για το κυνήγι του κακού και τη νίκη του καλού, όπως η Βρετανίδα συγγραφέας Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, όπου σ’ ένα κόσμο μάγων ένας πιτσιρικάς ο Χάρι Πότερ τα βάζει με τους κακούς. Όμως εδώ στο βιβλίο της Μπουραζοπούλου,  που κανονικά έπρεπε να ξεπεράσει το βιβλίο της Ρόουλινγκ, αλλά άλλο Ελλάδα, άλλο Αμερική, έχω να πω ότι έχουμε στα χέρια ένα πολιτικοαλληγορικόαστυνομικόπαραμυθητικόρεαλιστικό μυθιστόρημα, που μας αφυπνίζει.

Η τριλογία ο Δράκος της Πρέσπας, ολοκληρώθηκε. Κι εγώ ως απλή αναγνώστρια λέω ότι μου άφησε μια γεύση ήττας, αν και είχε καλό τέλος. Το πολιτικό σύστημα των χωρών παγκοσμίως, η οικονομία, ο μηχανισμός των πολέμων, που δυστυχεί τον κόσμο, που τρομάζει και φοβίζει την ανθρωπότητα, είναι ο τεράστιος δράκος, ας πούμε ο Γκονζίλα της Μπουραζοπούλου. Τα θέματά της πολιτικά, επιστημονικά, οικονομικά φαινόμενα των κοινωνιών, γεωγραφίες και σύνορα ρευστά και οπωσδήποτε ασταθή, όπως το υγρό στοιχείο. Δυστοπικές κοινωνίες- τρομακτικές, με παραμυθητική αφήγηση.  Ο έρωτας, η γενναιότητα κάποιων, ο θάνατος αυτών που πολεμούν έναν τεράστιο δράκο, ένα πολυκέφαλο τέρας που στο έργο έχει κυριεύσει τις όχθες της λίμνης Πρέσπας. Η μια όχθη, ή αν θέλετε, το ένα νότιο κομμάτι της, το ελληνικό, κατατρύχεται από βροχές και λάσπες, το δυτικό κομμάτι της, το αλβανικό μαστίζεται από δριμύ κρύο και το μετατρέπει σε πολικό και ένα άλλο κομμάτι όχθης, το  βορειομακεδονικό, ρημάζει από ξηρό κλίμα που το μετατραπεί σε άνυδρο ερημικό τοπίο. Ο κατακερματισμός της λίμνης και ο συνοριακός διαχωρισμός θυμίζει το  «Διαίρει  και   βασίλευε», ώστε να διατηρείται το εξουσιαστικό σύστημα και να σπείρει τη διχόνοια ανάμεσα στους λαούς. Τον δράκο δεν μπορείς να τον δεις, ζει και καταστρέφει σαν αόρατη λάβα ηφαιστείου τον κάθε άνθρωπο που αναπνέει με μισή ανάσα την κάθε μέρα, την κάθε ώρα μιας αγχώδους επιβίωσης, μιας άχαρης καθημερινότητας, αφού ο δράκος είναι ή έκφανση, «προς το ζην» του. Πολλοί οι χαρακτήρες του έργου. Η πρωταγωνιστική όχθη της λίμνης είναι η παγωμένη δυτική πλευρά, αυτή της Αλβανίας, του βιβλίου που σήμερα διαβάζουμε. Οι δρακολόγοι που «φυλάττουν Θερμοπύλας», θυσιάζοντας και τη ζωή τους ακόμα, είναι όλες γυναίκες. Μπροστάρισσα και καλύτερη τοξοβόλος, είναι η Γερακίνα που μέσω του έρωτά της με αντίπαλο εχθρό της νότιας όχθης, Έλληνας, παρακαλώ, μπαίνει αργά αλλά σταθερά στο νόημα των δόλιων ενεργειών του καθεστώτος, που σκοτώνει ύπουλα στοχεύοντας στο φόβο των ανθρώπων, τον οποίο πολλαπλασιάζει (βλ. οικονομικά συμφέροντα) χτίζοντας μέρα τη μέρα έναν νέο δράκο, αεί πεινασμένο για ανθρώπινες σκέψεις, και εν τέλει, σάρκες.  

Σημειώσεις:

Στα βιβλία της Μπουραζοπούλου, έχουν βασικό ρόλο οι γυναίκες, είναι παντού και είναι οι σκέψεις για εξέλιξη και ελευθερία, παρότι καθορίζονται, ως αξία μειωμένη, ή αν θέλετε υποτιμώνται ακόμη, ανά τον κόσμο, από τον ανδρικό πληθυσμό.

Σ’ έναν καταυλισμό κρυμμένο πίσω από βουνοκορφές, έχουν στρατολογηθεί, με την θέλησή τους τοξότριες, ιέρειες, ερευνήτριες και άλλες, που ζουν σε καταστάσεις μεσαιωνικές, σκληρή εκπαίδευση, ειδικές ενδυμασίες και εσώρουχα αντοχής στον πάγο.

Χαρακτήρες του έργου που εντυπωσιάζουν με την γενναιότητά τους, άλλοι με ευγένεια, άλλοι με υστεροβουλία και άλλοι με αγριότητα κι άσκηση βίας.

Οι «κακοί» του έργου:

Ο εντυπωσιακός ύπατος αρμοστής της Παγκόσμιας Τράπεζας Ανάπτυξης Έκτορας Μόζερ, τυφλός μεν, αλλά με βοηθό τον νεαρό Αλέξανδρο δε, δεν του ξεφεύγει το παραμικρό, εξάλλου έχει το χάρισμα της ενόρασης. Προκαλεί συζητήσεις  -με τους δίδυμους και υπό τις διαταγές του ευπειθείς τελώνες, τους Ντιέλι και Χένα Αχμέτι, αδέλφια δίδυμα, για την Οδύσσεια του Ομήρου, αναφερόμενος στη ραψωδία λ, την αποκαλούμενη Νέκυια.

Πόσοι ωραίοι οι χαρακτήρες πολλών από τις τοξότριες, όπως η Βαλμίρα Καστράτι, η επονομαζόμενη Γερακίνα, η καλύτερη τοξότρια. Στοχεύει με επιτυχία  τόση που το βέλος της σφυρίζοντας καλύπτει τα χίλια μέτρα, δηλαδή δέκα φορές δραστικότερο βεληνεκές από καραμπίνα.

Νατάλια Ιβάνοβα, εχθρός, παρακολουθεί με κιάλια την Βαλμίρα, και μένει κατάπληκτη βλέποντάς την να την προκαλεί ρίχνοντας το βέλος της στο απάτητο Γκόλεμ Γκραντ της ανατολικής όχθης.

Ναταλία Γκράσι, νεαρή δρακολόγος, κόρη της σκοτωμένης άγρια, -7ο θύμα του δράκου- και σπουδαίας τοξοβόλου Ροβένας Τόσκα, ανταγωνίστριες με την Βαλμίρα κι άσπονδες φίλες.  Η ευφυής νεαρή Ναταλία, βοηθός της Βαλμίρα και κατόπιν φίλη, όταν ανακάλυψε το ερωτικό μυστικό της.

Η «γερόντισσα» Εσμεράλντα, νύμφη της θάλασσας, με λευκές κοτσίδες, που φτάνουν μέχρι τους αστραγάλους της, δεν αγαπά τη ζέστη, και ζει άνετα στο παγωμένο περιβάλλον. Το μόνο γνωστό για την προέλευσή της είναι, ότι εκβράστηκε στην δυτική όχθη από τα υπόγεια κύματα. Η παρουσία της είναι έξω από τους φυσικούς νόμους και είναι εκείνη που συμβουλεύει και προσπαθεί να είναι φιλικά ενωμένες όλες οι δρακολόγοι. Παίρνει εντολές από τον καλοσυνάτο σύμβουλο Ερμάρ Ραμαντάνι, ο μόνος άνδρας στον καταυλισμό, που φανερά είναι με το μέρος των δρακολόγων και της Εσμεράλντα.

Η Αλκέτα, αρχηγός φρουράς, του καταυλισμού, πρόσκειται φιλικά στη Βαλμίρα.

Η Ελβάνα, πρωτοκόρη και αγαπημένη της «γερόντισσας».

Η Μπλέρτα, συνοριοφύλακας.

Η ανατριχιαστική εικόνα της δρακολόγου Κοζέτα, όπου το ακρωτηριασμένο χέρι της φέρει γάντζο και μ’ αυτό τεντώνει το τόξο και κόβει τις χορδές.

Οι δρακολόγοι Ίρμα και Πέτα, που ζουν μοναχικά στη σκηνή τους και δεν κρύβουν τον έρωτά τους.

Οι καλίσωμες εντυπωσιακές καλλιτέχνιδες χορεύτριες τραγουδίστριες, που έφτασαν προς αναψυχή των δρακολόγων κι έπαιξαν θεατρικά το έργο του Κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, «Εκατό χρόνια μοναξιά».

Η Μπουραζοπούλου, σε εποχές του σήμερα και του χθες παλεύει με τους δικούς της και δικούς μας δράκους.

Ο συνειρμισμός των κεφαλαίων, οι τίτλοι: Λεύκανση, η Μελάνωση κι η  Ερύθρωση το τέλος και Albedo! Λευκαύγεια.

Εντυπωσιακά τα σχεδιογραφήματα του βιβλίου, για τον γεωγραφικό μας προσανατολισμό και την πανέμορφη γριά Εσμεράλντα.

Απανθίσματα:

ΑΛΧΗΜΙΣΤΗΣ: την ήπια όλη τη φαυλότητα του χρυσού, μέχρι τον τελευταίο απατηλό της κόκκο. Την πλάνη, την αγυρτεία, τη φενάκη. Την ήπια και λυτρώθηκα από δαύτη.

ΜΑΘΗΤΗΣ ΞΥΠΝΗΤΟΣ: Και να σε πάλι εδώ. Στον ίδιο άμβυκα. Μονάχος όπως πάντα, μα πλούσιος όσο ποτέ.

 

Το εργαστήρι εξαφανίζεται. Το ίδιο και οι δυο μαθητές.

ΑΛΧΗΜΙΣΤΗΣ: Μη δειλιάσεις τούτη τη φορά γέροντα. Χαθήκανε οι μαθητές που επινόησες, να σε ωθούν να προχωράς όταν διστάζεις. Κανείς δεν πρόκειται να σου θυμίσει τώρα, αν πάλι επιλέξεις να ξεχάσεις. Είδες το όραμα της τελείωσης, μα δεν την έχεις φτάσει. Η Λεύκανση δεν άρχισε και η Ερύθρωση είναι το τέρμα.

Ό,τι απορίες γεννήθηκαν, η Λεύκανση τις λύνει.

Η Ερύθρωση είν’ του μαθητή και όχι του δασκάλου, τι ο πρώτος ξέρει να ζητά και όχι να αρκείται.

Γέροντα, μην καθυστερείς, δώσε την προσταγή σου, ευχή’ ναι περισσότερο, ευχή κι επιθυμία.

(παίρνει βαθιά ανάσα και βροντοφωνάζει αποφασιστικά) Albedo! (Λευκαύγεια).

 

Ευγενία (Τζένη) Μακαριάδη

Πέμπτη 16 Μαΐου 2024

Annie ernaux "Η ντροπή"

Η ντροπή

  της Annie Ernaux  (Εκδόσεις Μεταίχμιο)

 Η νομπελίστρια Αννί Ερνώ είναι Γαλλίδα συγγραφέας και καθηγήτρια λογοτεχνίας. Το λογοτεχνικό της έργο, κυρίως αυτοβιογραφικό, διατηρεί στενούς δεσμούς με την κοινωνιολογία. 

Γεννήθηκε την 1η  Σεπτεμβρίου 1940 στη Λιλμπον, Γαλλίας.

 

Το 2022, η Σουηδική Ακαδημία της απένειμε  το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τιμήθηκε με το βραβείο Μαργκερίτ Γιουρσενάρ για τη συνολική της συνεισφορά στα γράμματα. Υποψήφια, επίσης, για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ και το Βραβείο Σεζάρ καλύτερου ντοκιμαντέρ.

 

Η αφηγήτρια συγγραφέας, μας διηγείται πώς στα δώδεκα χρόνια της- μια Κυριακή του Ιουνίου του 1952-  λίγο έλειψε ο πατέρας της να σκοτώσει τη μητέρα της. Και μετά από χρόνια, το 1995,  επαναφέρει στη μνήμη το τραγικό αυτό γεγονός.

 

Η Συγγραφέας με γραφή ωμή και κυκλική ανιστορεί την μέχρι τότε ζωή της. Μας περιγράφει με αντικειμενική ματιά τη ζωή της από το 1952, που ήταν δώδεκα χρονών και συνέβη το τραγικό συμβάν, όπου ο πατέρας της κόντευε να σκοτώσει τη μητέρα της.

 Η περιγραφή της συγγραφέως είναι σαν να κάνει ρεπορτάζ μελέτης του εαυτό της.

Ψυχρή γραφή, όπου αναφέρει τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες του τόπου της, τις συνήθειες των κατοίκων σε αντιστοιχία με την οικογένειά της.

 

Τη γραφή της χαρακτηρίζει η πυκνότητα, η λεπτότητα και η ψυχρότητα έναντι των τραυματικών εμπειριών παρατήρησης του εαυτού, εφ’ όσον ζούμε σε εξάρτηση με τους άλλους και εφ’ όσον η αδιαφορία είναι σε μια συλλογικότητα. Δεν αναφέρει καμιά σωτηρία ή λύση  για την ντροπή.

 

Εικόνες όχι μόνο της οικογενειακής κατάστασης αλλά και της επαρχιώτικης κοινωνίας του 1950, με κανόνες συμπεριφοράς του καθολικισμού στη ζωή των παιδιών και την αυστηρή καθοδήγησή του, σχετική με τον ατομικισμό και την σεξουαλικότητά τους.

 

Η Αρνώ επανεξετάζει το παρελθόν,  που έχει καταστρέψει την παιδικότητά της, μέσα από έντυπα καρτ ποστάλ και εφημερίδες της εποχής εκείνης, και ακόμα από δυο φωτογραφίες που κοιτάζει τον εαυτό της· μία με ημερομηνία 5 Ιουνίου 1952, με φόρεμα της πρώτης μετάληψής της, γυαλιά με χοντρό σκελετό και  κατσαρωμένα μαλλιά και άλλη με ημερομηνία: Αύγουστος του 1952,  με τον πατέρα της σε ταξίδι στη Λούρδη.

Έχει ξεχωρίσει τη ζωή της σε δυο περιόδους, το τέλος της παιδικής της ηλικίας μετά την καταστροφική σκηνή του παρολίγο φόνου της μητέρας από τον πατέρα της και τη δεύτερη περίοδο, ως εποχή της ντροπής. Η σκηνή αυτή όσο περνάει ο χρόνος «γκριζάρει» όπως αναφέρει η συγγραφέας, αλλά μένει ανεξίτηλη και μοιάζει σαν παραφροσύνη, σαν θάνατος. Επισημαίνει την αυταρχικότητα της μητέρας της, την υποτακτικότητα του πατέρα, που την καταστρέφει με μια δολοφονική χειρονομία.

Πολλές σκηνές της υποβαθμισμένης επαρχιακής πόλης που μεγάλωσε, έναντι των μεγάλων πόλεων, θυμίζει τις λαϊκές κοινότητες και χωριά της Ελλάδας, όπως: το αποχωρητήριο έξω από το σπίτι, το διαρκές ενδιαφέρον για τον τρόπο ζωής των άλλων, που δεν έμενε ασχολίαστος, τον καθωσπρεπισμό τους, και για να είσαι αποδεκτός, το ιδανικό  ότι πρέπει «να είσαι όπως όλος ο κόσμος» και έτσι οι πάντες κρυφοκοιτάζανε τους πάντες. Η Αρνώ μας αναφέρει ακόμα και την καθομιλουμένη του τόπου της, που ήταν παλαιική και άσχημη έναντι των μεγάλων πόλεων. Τις αποβολές από το σχολείο σε περίπτωση που έβλεπαν κάποιο κορίτσι να βγαίνει από προβολή απαγορευμένης ταινίας και πολλές άλλες λεπτομέρειες που θυμίζουν τις αναφορές στον ΒΠΠ σχετικές με το μετακατοχικό σύνδρομο.

Απανθίσματα:

Το να διαπιστώνω ότι δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα ή ψυγεία και ότι το Lux σαπούνι ήταν «το σαπούνι ομορφιάς των αστέρων» το ’52, δεν έχει περισσότερο ενδιαφέρον από το να απαριθμώ τους υπολογιστές, τους φούρνους μικροκυμάτων και τα κατεψυγμένα έτοιμα φαγητά της δεκαετίας του ’90.

Το ’52 αυτό που μετρούσε ήταν ότι κάποιοι δεν είχαν  τρεχούμενο νερό ενώ άλλοι είχαν λουτρό.

Το ’52, μου έφτανε να κοιτάξω τις ψηλές προσόψεις πίσω από τις πρασιές και χαλικόστρωτες  αλέες για να καταλάβω ότι οι ένοικοι αυτών των σπιτιών δεν ήταν σαν κι εμάς. Το σε μας ορίζει ακόμα: τη γειτονιά, το σπίτι και το μαγαζί των γονιών μου, άρρηκτα συνδεδεμένων στο μυαλό μου.

Το χειρότερο στην ντροπή είναι πως πιστεύεις ότι μόνο εσύ τη νιώθεις.

Στην ντροπή υπάρχει κι αυτό: η εντύπωση ότι τώρα μπορεί να σου συμβούν τα πάντα, ότι η ντροπή δεν θα σταματήσει ποτέ, ότι η ντροπή χρειάζεται ακόμα περισσότερη ντροπή.

Η ντροπή δεν είναι παρά επανάληψη και συσσώρευση.

 

Τζένη Μακαριάδη

(16/05/24)

  

Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

"Κολυμπώντας" της Τζούλι Οτσούκα

 

Κολυμπώντας

της Τζούλι Οτσούκα

μετάφραση Θωμάς Σκάσσης

εκδόσεις: Πατάκης

(11.04.2024)

 

 Η Τζούλι Οτσούκα γεννήθηκε το 1962 στην Καλιφόρνια, είναι Ιαπωνικής καταγωγής. Ασχολήθηκε για αρκετά χρόνια με τη ζωγραφική και στα τριάντα της στράφηκε στη μυθοπλασία. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και το μυθιστόρημά της «Κολυμπώντας» τιμήθηκε με το Andrew Carnegie Medal for Excellence in Fiction.

Μυθιστόρημα σε δυο μέρη, το πρώτο συλλογικό, το δεύτερο πιο στοχαστικό.  Ρεαλιστικές περιγραφές, ποιητικό, τρυφερό, συγκινητικό κείμενο, με ριπές χιούμορ.

Το υποσυνείδητο κολυμπάει στα βαθιά, ξεχνώντας την  καθημερινότητα και τα προβλήματα της επιφάνειας ή αν θέλετε του έξω κόσμου. Μια ομάδα ανθρώπων, με διάφορα επαγγέλματα και σε διάφορες ηλικίες κολυμπούν σε ένα ιδιωτικό κολυμβητήριο, φτιαγμένο βαθιά μες στη γη. Δεν γεμίζουν κανένα κενό, γιατί κανένα κενό εκεί μέσα δεν υπάρχει, υπάρχουν οι ίδιοι να κολυμπούν στο γεμάτο με χημικά νερό, να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον μόνο για τη διαδικασία και τους όρους της κολύμβησης, ως ο επιτηρητής τους επισημαίνει, να ξεχνούν τα προβλήματα της δουλειάς, της οικογένειας και γενικότερα της κοινωνίας. Εκεί μέσα δεν βλέπουν, δεν αισθάνονται τίποτε άλλο παρά μόνο την ευχαρίστηση της κολύμβησης, οι κολυμβητές έχουν γίνει μια οικογένεια. Χώνονται ξανά και ξανά στο κενό που δεν γεμίζει, ξεφεύγουν της συλλογικής ευθύνης, αναζωογονούνται, όπως και  κάποια Άλις, με αρχή άνοιας, που σιγά σιγά βυθίζεται στην άβυσσο της λήθης.

Τις αναπόφευκτες διαδρομές της ανθρώπινης ύπαρξης, μέχρι την εκπνοή της, ακολουθούν οι κολυμβητές βήμα το βήμα, μέχρι που κάποια ρωγμή στον πάτο της πισίνας τους τρομοκρατεί. Η ρωγμή όχι μόνο καταστρέφει την πισίνα, αλλά καταπίνει την ανθρώπινη ισορροπία οδηγώντας την στην κατηφόρα του έξω κόσμου, που είχε ξεχάσει μες στο νερό. Συνάμα εμφανίζονται στο φως της μέρας, όλα εκείνα τα μικρά και τα μεγάλα προβλήματα διαρκούς ανησυχίας που κατατρύχουν τον άνθρωπο και τον καθηλώνουν, αφαιρώντας του λίγο λίγο τη μνήμη, τη μιλιά, τη διαύγεια της διαχείρισης ακόμα και των πιο απλών κινήσεων για τη λειτουργία ενός σώματος που ενώ είναι μες στη ζωή, στροβιλίζεται στη νεκροειδή της πλευρά. Άραγε η ύπαρξη της ρωγμής είναι το έναυσμα για αναστάτωση ή αφανισμό κατά τα άλλα ενός ήρεμου ή ευχάριστου μέρους του προγράμματος ζωής;

Με ένα καταπληκτικό ρυθμό γραφής, η συγγραφέας, εναλλάσσει τα γεγονότα, μια στο σκοτάδι, μια στο φως, με αναφορά στις κοινωνικές αδικίες, στην ανθρώπινη επικοινωνία και στο συναίσθημα.

Η ρωγμή στην ψυχή της Άλις, ολοένα πλαταίνει, ζωντανεύοντας διάφορα γεγονότα της ζωής της, μέχρι που τ’ αφήνει να βυθίζονται, να χάνονται σ’ έναν κόσμο που αγνοεί πώς να επικοινωνήσει μαζί της ή πώς να τη βοηθήσει να επανέλθει στον κόσμο που την έπλασε. Μέσα στη μαύρη σύγχυση μιας κατακερματισμένης μνήμης, χωρίς μιλιά, χωρίς φως και χρώμα, ένα στοργικό χέρι αφοσιώνεται αποκλειστικά σ’ αυτήν. Είναι η στοργική συμπεριφορά της κόρης της, που μπορεί και της ξυπνά θύμησες αγάπης, θαυμασμού, θάρρους κάποιου δικού της ανθρώπου και ίσως την διεγείρει να μιλήσει, όπως τα μάτια της λαχταρούν.

 

Τζένη Μακαριάδη.

 

 

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024

ΜΕ ΔΥΝΑΜΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΗΦΙΣΙΑ Των Κεχαϊδη Δημήτρη & Ελένης Χαβιαρά

 

                                                            Για τη Δημοτική Λέσχη Ανάγνωσης Διονύσου

της  Τζένης Μακαριάδη

 

ΘΕΑΤΡΟ

              

                ΜΕ ΔΥΝΑΜΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΗΦΙΣΙΑ

               Των Κεχαϊδη Δημήτρη & Ελένης Χαβιαρά

 

                               Δημήτρης Κεχαϊδης (1933 Τρίκαλα-2005 Αθήνα).

Ελένη Χαβιαρά, εξ Αιγύπτου, Θεατρολόγος, καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών,  σύζυγος του Κεχαϊδη Δημήτρη.

 

 

Το θεατρικό έργο ΜΕ ΔΥΝΑΜΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΗΦΙΣΙΑ, γράφτηκε το 1995. Είναι επικεντρωμένο σε γυναικεία θέματα από τους συγγραφείς Κεχαϊδη και Χαβιαρά,  για τέσσερις γυναίκες που τις φοβίζει η ανασφάλεια και η μοναξιά.

Οι Συγγραφείς Κεχαϊδης και Χαβιαρά, θίγουν τα πολιτικοκοινωνικά δρώμενα, παρακολουθώντας τις ατέλειωτες συζητήσεις μεταξύ γυναικών που συνδέονται με αμοιβαία φιλικά αισθήματα. Είναι γυναίκες μέσης ηλικίας που έχουν προγραμματίσει να ταξιδέψουν στην Ταϋλάνδη για ταξίδι αναψυχής, ίσως και ταξίδι απελευθέρωσης.

 Με πολύ χιούμορ και πολύ αγάπη οι συγγραφείς μάς παρουσιάζουν γυναίκες που τις βαραίνει η ηλικία, η μοναξιά και η ανασφάλεια. Ψυχογραφούν την γυναικεία αδημονία της καθημερινότητάς τους. Τέσσερις χαρακτήρες, άνθρωποι λαϊκών στρωμάτων, όπως συνηθίζει ο Κεχαϊδης να αναφέρει στα έργα του, θίγοντας με υπερβολή, γκροτέσκο, την ακατάσχετη πολυλογία μεταξύ των τριών φιλενάδων, της Αλέκας, της Φωτεινής και της Μάρως, καθώς και της νεαρής Ηλέκτρας, κόρης της Αλέκας, που δίνει διάφορες λύσεις στις τρεις συζητήτριες, υπονομεύοντας τις απόψεις τους, για δικό της όφελος, που δεν είναι παρά να φύγουν οι τρεις τους το συντομότερο δυνατό ταξίδι στην Ταϋλάνδη, ώστε να μείνει το σπίτι ελεύθερο στη διάθεσή της.

 Η αλληλεπίδραση της γνώμης τους, για τα ερωτικά της κάθε μιας ξεχωριστά, μυστικά μεν, αλλά και πολύ φανερά, αφού η πολυλογία μέχρις κορεσμού, εκμηδενίζει κάθε τι κρυμμένο.

 Οι επαναλήψεις, οι νευρώσεις του λέγειν τους, καταδεικνύει την  ανία, την μοναξιά, το άγχος εύρεσης συντρόφου, τα μυστικά που κλωθογυρίζονται και στο τέλος φανερώνονται, η σχετική ευμάρεια της εποχής, η ανάγκη για φυγή, δείχνουν τις γυναίκες χειραφετημένες, αλλά και εξαρτημένες από τον άνδρα. Αυτοσαρκαστικό και φαιδρό. Το πολιτικό υφέρπει, η γυναίκα που θέλει να φύγει από τη μοναξιά της και στο τέλος μένει, η ανασφάλεια, η δουλειά, ο καλλωπισμός, η ανάγκη να ακουμπήσει κάπου, η φιλία, η υποτίμηση της ηλικίας, όταν ο άντρας τις αποκαλεί μαραμένες εφόσον ξεπέρασαν τα είκοσι, ο φόβος της αγαμίας, ο φόβος του γήρατος. Ένα έργο που μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς δράμα και κωμωδία μαζί, καθώς και φυλάκιση και ίσως τρόπους απελευθέρωσης.

Διάλογοι ξεκαρδιστικοί, και σημαντικό μέρος του έργου, το πώς χειραγωγείται η γυναίκα από τα παιδικάτα της και μαθαίνει τρόπους, όπως ο καλλωπισμός, για να αρέσει στον άντρα.

Έργο φανταστικό, έργο υπαρκτικό, που ισορροπεί σε δράμα και κωμωδία. Το χιούμορ, η απόγνωση, η εξάρτηση η νεύρωση του ανθρώπου-γυναίκα σε ώριμη ηλικία. Γυναίκες, που θέλουν και δεν θέλουν να ξεφύγουν, γυναίκες εγκλωβισμένες σε αδιέξοδα, αφού πάντα, και ενδόμυχα περιμένουν αυτόν, που αγάπησαν, που χώρισαν, που ξανάσμιξαν, αυτόν τέλος πάντων που αποφασιστικά τις προσδιόρισε.

                                             <<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<

 

 

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2024

Η τριλογία της Κοπεγχάγης, της Τόβε Ντιτλέουσεν, εκδ. Πατάκη. Μετάφραση Κατερίνα Σχινά

 

                                                                                                                                                                                                                            

Η τριλογία της Κοπεγχάγης, της Τόβε Ντιτλέουσεν, εκδ. Πατάκη.

                        Μετάφραση Κατερίνα Σχινά

 

Η Τόβε Ντιτλέουσεν γεννήθηκε το 1917 στο Βέστερμπρο της Δανίας και σε ηλικία πενήντα οκτώ χρόνων, αυτοκτόνησε.

 

Η τριλογία της Κοπεγχάγης, είναι κάτι ανάμεσα σε αυτοβιογραφία και αυτομυθοπλασία της συγγραφέως, Τόβε Ντιτλέουσεν, η οποία αφηγείται τη ζωή της, σε τρία βιβλία, στο πρώτο τα παιδικάτα της, στο δεύτερο τα νιάτα της και στο τρίτο και τελευταίο την εξάρτησή της από ναρκωτικά, που επέφερε και το τέλος της. Ένα δραματικό ταξίδι ζωής, για ένα κορίτσι που αποστρέφεται την καταπιεστική πραγματικότητα και μάχεται με δικούς του όρους να επιβιώσει. Προσοντούχα, αφ’ εαυτής, μεταφέρει στο μαγικό σακίδιο του πνεύματός της πλούτο λέξεων με ποιητικές και λογοτεχνικές ιδιότητες, που θα την συμπαρασύρουν στην απομάγευση των ψευδαισθήσεων της πραγματικότητας για δρόμους προοπτικής, εξέλιξης και δημιουργικότητας

 

Γεννιέται σε φτωχογειτονιά του Βέστερμπρο, Κοπεγχάγης, ανάμεσα σε λαϊκό και εργατικό κόσμο. Οι πρώτες καλές εικόνες των παιδικών της χρόνων είναι η όμορφη μαμά που συχνά πυκνά κλείνεται στη μοναχικότητά της, ξεχνώντας την ύπαρξη της μικρής Τόβε. Ο στενός χώρος του σπιτιού, κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με τους γονείς, της δίνει την εμπειρική δυνατότητα γνώσης, αναφορικά με το απόρρητο της ερωτικής συμπεριφοράς των αντρόγυνων. Οι οικονομικές δυσχέρειες της οικογένειας, τα μυστικά που την κατακλύζουν, τα φέρει με μια υποκριτική μάσκα, ώστε να μοιάζει με τ’ άλλα παιδιά και να μην καταλογίζουν την φημολογούμενη αλλοκοτιά της. Κρύβεται πίσω από μάσκα προσποίησης και προστασίας συνάμα. Στιγμές ευφροσύνης, τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ και κάποια βιβλία που καμιά φορά βρίσκονται στα χέρια της. Στη σκέψη της ρέουν λέξεις, που δεν θα αργήσει να της τιθασεύσει ποιητικά. Στην περίπτωση της συγγραφέα δεν θα λέγαμε ότι είχε όμορφα παιδικά χρόνια, αφού οι οικονομικές ανέχειες της οικογένειας, την έκαναν να σταματήσει, δεκατετράχρονη ακόμα, το σχολείο.

 

Τα νιάτα (β’ σύγγραμμα)

 

Η μάσκα της διαφορετικότητας πέφτει όταν κατόπιν υποδείξεως φίλης, φτιάχνει τα δόντια της, τώρα δεν περνά απαρατήρητη από βλέμματα θαυμασμού και περιέργειας. Είναι όμως διαφορετική όπως η ίδια επιμένει αφού διαβάζει ότι πέφτει στο χέρι της και γράφει, γράφει μανιωδώς ποιήματα. Μια ματιά αποδοχής στα ποιήματά της είναι για ‘κεινη η ορμητική παρότρυνση να εισβάλλει στον ωκεάνιο λογοτεχνικό τόπο και να κατακτήσει, έστω και μετά θάνατο, όπως γνωρίζει ο αναγνώστης/στρια, μια σπουδαία και τιμητική θέση, αφού παιδεύεται και υποφέρει πρωτύτερα, εφ’ όσον δεν δημοσιεύονται τα ποιήματά της.

 

Εξάρτηση  (γ’ σύγγραμμα)

 

Παντρεύεται τέσσερις φορές, κάνει ένα παιδί, και πορεύεται με γραφή, παιδί, παρέες, αλκοολισμό, φλερτ, εκτρώσεις, που απαγορεύονται την 10ετία του ’30. Πόνοι σωματικοί και ψυχολογικοί απαλαίνουν, όταν ο τρίτος σύζυγος - γιατρός- εθισμένος στις ουσίες, την συνηθίζει σε διεγερτικές ενέσεις που καταστρέφουν την ίδια και τον γάμο τους. Ηττάται μαχόμενη με τον εθισμό, μέχρι τέλους της ζωής της κατόπιν αυτοχειρίας. Η αυτοχειρία εκτός κειμένου, όπως οι αναγνώστες γνωρίζουν από την βιογραφία της.

 

Δραματικό έργο με ριπές, όπου δει, χιούμορ. Βιώματα, επινοήσεις, η καθημερινότητα ενός ονειροπαρμένου κοριτσιού της εργατικής τάξης. Εξομολογητική φωνή, ψυχρή φωνή, ανάλογα την ηλικία και την εποχή της. Καταπληκτική γραφή, μιλάει από το σήμερα και καθηλώνεται στην βιωματική ηλικία. Έμφυλη λογοτεχνία, το υπαρξιακό γίνεται συλλογικό, ποιητικό μες στην αφήγηση. Η τάση της συγγραφέα να εξελίσσει στο έπακρο τις ικανότητες και δυνατότητές της για να κερδίσει τη μάχη με τον εαυτό, στοχεύει στην εκτίμηση του ίδιου εαυτού και των άλλων.

 

Ανθολόγημα:

 

Το σαλόνι είναι μια νησίδα φωτός και ζεστασιάς για πολλές χιλιάδες βραδιές- οι τέσσερίς μας είμαστε πάντα εκεί, όπως οι χάρτινες κούκλες που στέκονται στον τοίχο πίσω από τις κολώνες του κουκλοθέατρου που έφτιαξε ο πατέρας μου από μια μακέτα που βρήκε στο familie Journalern. Είναι πάντα χειμώνας, κι έξω στον κόσμο έχει παγωνιά, όπως στην κρεβατοκάμαρα και την κουζίνα. Το σαλόνι πλέει στον χώρο και τον χρόνο και η φωτιά βρυχάται στη σόμπα. Αν και ο Έντουϊν κάνει πολύ θόρυβο με το σφυρί του, όταν ο πατέρας μου γυρίζει μια σελίδα του απαγορευμένου βιβλίου, ο ήχος μοιάζει πολύ πιο δυνατός. Αφού έχει γυρίσει πολλές σελίδες, ο Έντουιν κοιτάζει τη μητέρα μου με τα μεγάλα καστανά του μάτια κι αφήνει κάτω το σφυρί. «Δεν θα τραγουδήσει κάτι η Μητέρα;» λέει. «Εντάξει απαντά η μητέρα μου χαμογελώντας του, και αμέσως ο πατέρας μου αφήνει το βιβλίο πάνω στην κοιλιά του και με κοιτάζει σαν να θέλει κάτι να μου πει. Αλλά εκείνο που θέλουμε να πούμε ο ένας στον άλλο δεν θα ειπωθεί ποτέ. Ο Έντουιν πετάγεται πάνω και δίνει στη μητέρα μου το μοναδικό βιβλίο που είναι δικό της και την ενδιαφέρει. Είναι ένα βιβλίο με τραγούδια για τον πόλεμο. Στέκεται σκύβοντας από πάνω της όσο εκείνη το ξεφυλλίζει, κι ενώ φυσικά δεν αγγίζουν ο ένας τον άλλο, είναι μαζί με τρόπο που αποκλείει τον πατέρα και εμένα. Μόλις η μητέρα μου αρχίζει να τραγουδάει, ο πατέρας μου αποκοιμιέται  με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο απαγορευμένο βιβλίο. Η μητέρα μου τραγουδάει δυνατά και τσιριχτά, σαν να μη συνδέεται με τις λέξεις που τραγουδάει.

Μητέρα-είναι η Μητέρα;

Βλέπω πως έχει κλάψει.

Έρχεσαι από μακριά, δεν έχεις κοιμηθεί.

Είμαι χαρούμενος τώρα. Μην κλαις, μητέρα.

Σ’ ευχαριστώ που ήρθες, αψηφώντας τούτη τη φρίκη.

 

Όλα τα τραγούδια της μητέρας μου έχουν πολλούς στίχους, και, προτού φτάσει στο τέλος του πρώτου, ο Εντουιν αρχίζει να βαράει ξανά το σφυρί του και ο πατέρας μου ροχαλίζει δυνατά.

 

 Τζένη Μακαριάδη,

για την Λέσχη Ανάγνωσης Διονύσου