Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟΙΧΟΙ

 

           ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟΙΧΟΙ

   του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη

             Εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ

 

 (ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΔΙΟΝΥΣΟΥ)

 

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης γεννήθηκε στις Σέρρες το 1967 και έζησε εκεί τα πρώτα του παιδικά χρόνια.

Σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και στη Δραματική Σχολή Βεάκη[1]. Για λίγα χρόνια εργάστηκε ως ηθοποιός σε θεατρικές παραστάσεις[1]. Μετά ασχολήθηκε με την συγγραφή. Κυκλοφορούν ως τώρα τα μυθιστορήματα Οι τέσσερις τοίχοι (2000), Ο φιλοξενούμενος (2004), Το ελάχιστο ίχνος (2013), η συλλογή διηγημάτων Φυσικές Ιστορίες (2006), το αφήγημα Ύπνος (2008), η νουβέλα Το όνομά σου (2022), όλα από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό». Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε θεματικές ανθολογίες και έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά[1].

Βιβλία του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά, πορτογαλικά), γεωργιανά και τουρκικά.

Έχει γράψει τα θεατρικά έργα: Μεταμφίεση , ΛάσπηΛα Πουπέ, Αέρας,  Στην Οθόνη Φως , Τον Άυλο Εσένα, Κέικ, Πεταλούδα σε ΠηγάδιΣτον Παράδεισο,  Το σπίτι με τα φίδια, Η βαλίτσα της Ουρανίας Σελέστ, Εγώ μια δούλα, Λύκαινες, τα οποία έχουν παρασταθεί στα θέατρα.

                                    -----------                                   _____

Ευανάγνωστο, ελκυστικό, κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα, γραμμένο με φαντασία, χιούμορ και αγωνία, ως αστυνομικό θρίλερ. Το χιούμορ υποσκάπτει με το γάντι την ψυχοσύνθεση των ηρώων του, φανατικούς κυνηγούς, ενίοτε ανήθικοι, ως οι μοναχοί του μοναστηριού, που ενέχει θέση χαρακτήρα, ο πρωταγωνιστής Π. Ροδακής, καθώς και άλλοι εγκληματίες και βασανιστές, ώστε να αρπάξουν το μυστικό εκείνο που θα τους επιφέρει μελένιο πλούτο. Μες στο παραμύθι εικονίζονται αδιέξοδοι δρόμοι, σπίτια απομονωμένα, καθώς και μοναστήρια με σπηλιές πελεκημένες από χέρι έγκλειστου μοναχού, ο οποίος αντιμάχεται το σκοτάδι σφυρηλατώντας μέχρι θανάτου. Η πελέκηση συνεχίζεται από άλλους μοναχούς, ώστε το αδιέξοδο και ο φόβος του σκότους να αποτρέπει την καταστροφή μεν κρυμμένων μυστικών και πολύτιμων θησαυρών, όχι όμως τη ζωή κάποιου, που αντιτίθεται να αποκαλύψει το μυστικό μιας συνταγής μελιού που παρασκεύασε ο ίδιος. Το σπάνιο του είδους είναι ότι μια σταγόνα του μπορεί να χαρίσει την ευεξία και ευπορία του καταναλωτή, αρκεί να αντέχει να το πληρώσει στην παραπάνω αξία του.   

Το έργο εξελίσσεται σε ένα άγνωστο νησί, με λίγους και αδιάφορους, θα έλεγα, κατοίκους. Στο νησί αυτό βρίσκεται απομονωμένο το σπίτι του Π. Ροδακή, του πιο μοναχικού ανθρώπου στο νησί. Πολυταξιδεμένος επέστρεψε στο νησί κι αφού τα κληρονομημένα χωράφια του είχαν καταστραφεί από την μεγάλη φωτιά που έπληξε  το νησί, άρχισε να δουλεύει ως χτίστης και στη συνέχεια ως τσαγκάρης, για τα προς το ζην. Ο Πατέρας του, Σ. Ροδακής, ήταν καλός μελισσοκόμος και με τη σοδειά του μελιού προμήθευε το μισό σχεδόν νησί. Πέθανε ανοϊκός και στα τελευταία του έλεγε διάφορα παραληρηματικά λόγια  που τα έγραψε σε τεφτέρι ο Π.Ροδακής.

Μια Κυριακή επισκέφτηκαν τον Π. Ροδακή ο παππάς και ο κοινοτάρχης του νησιού, παρακαλώντας τον να φιλοξενήσει μια δυστυχισμένη γυναίκα, που αποβιβάστηκε στο λιμάνι τους, γιατί δεν είχε λεφτά να συνεχίσει το ταξίδι της. Εκείνος αν και μονόχνωτος δέχεται να την φιλοξενήσει προσωρινά. Η γυναίκα κλαίγοντας εξομολογείται ότι είναι θύμα κακοποίησης του συζύγου της, όμως κρύβει ότι είναι φυγάς και η δολοφόνος του. Επίσης κρύβει ότι στο ένα από τα δυο μπαούλα που έχει μαζί της, κοιμάται το μωρό της. Η ακατανόητη γυναίκα που έχει σκοπό να παρατείνει την παραμονή της στο σπίτι του Π. Ροδακή, ως το καλύτερο καλύψιμο μέρος, τον πείθει να παρασκευάσει το πιο νόστιμο μέλι του κόσμου με τη βοήθειά της. Πράγματι μετά από χρόνια κατάφεραν να παρασκευάσουν το νοστιμότερο μέλι του κόσμου, με συνταγή από σημείωμα του συχωρεμένου Σ. Ροδακή. Η συνταγή, πολύτιμο μυστικό, φαίνεται στην αρχή να επιφέρει πλούτο και χαρά, όμως δεν αργεί να καλυφτεί από εφιάλτη, όταν ο Π. Ροδακής χάνει και ξεχνά την συνταγή.

Η συνταγή βελτιώνεται κάθε χρόνο και καλύτερη και το μέλι τους με το όνομα «Αγγελικό» γίνεται περιζήτητο με αξία που υπολογίζεται σαν χρυσός. Η επιτυχία δεν αργεί να γίνει εφιάλτης, εφ’ όσον ο Ροδακής φυλακίζεται και βασανίζεται στις πέτρινες αδιέξοδες σπηλιές του μοναστηριού, διότι ο διεστραμμένος ηγούμενος εποφθαλμιά τη συνταγή για το μοναστήρι, όπως λέει και μόνο.

Απάνθισμα: (73) Παράλληλα με την παρατήρηση, χρησιμοποίησε και το άλλο βασικό μέσο κάθε ερευνητή, δηλαδή το πείραμα. Ένα από τα θέματα που τον απασχόλησαν, και αποτέλεσε αντικείμενο των πειραμάτων του, ήταν αν ένα νήπιο έχει την ίδια με τον ίδιο με τον ενήλικο άνθρωπο αντίληψη για το τι θεωρείται δυσάρεστο ή, τέλος πάντων, όχι ευχάριστο. Έπαιρνε για παράδειγμα, το δοχείο μέσα στο οποίο είχε μόλις ενεργηθεί (το νήπιο) και του το έβαζε κοντά στη μύτη. Ή την ώρα που έπαιζε αμέριμνο με την πάνινη κούκλα, πλησίαζε αθόρυβα και το περιέχυνε μ ’ένα φλιτζάνι νερό. Ή του έδινε να φάει ένα κομματάκι τυρί που είχε πριν περιτυλίξει με μια χοντρή μαύρη τρίχα της Βάγιας. Εννοείται ότι τα πειράματα αυτά με το νήπιο γίνονταν πάντοτε κρυφά από τη μητέρα του, τις ώρες που εκείνη έλειπε ή ήταν απασχολημένη με κάτι.  Όπως ένα απόγευμα που βρισκόταν στον κήπο για να κόψει ξερά φύλλα, ξένοιαστη πως ο Π. Ροδακής πρόσεχε τη Ρόζα. Για κάποια αιτία, όμως, γύρισε στο σπίτι. Προχώρησε προς την κουζίνα όπου αντίκρισε αυτό το περίεργο θέαμα:Ο Π. Ροδακής καθόταν σε μια καρέκλα και απέναντί του, επάνω στο τραπέζι, ήταν καθισμένη η Ρόζα. Μπροστά του είχε ένα πιάτο με μαγειρεμένες μελιτζάνες από το μεσημέρι. Έβαζε μια μπουκιά, μασούσε λίγο  και προτού καταπιεί άνοιγε το στόμα και τέντωνε έξω τη γλώσσα του με όσο πολτό μασημένης μελιτζάνας μπορούσε περισσότερο. Κατάπινε και το επαναλάμβανε, ενώ η Ρόζα τον κοιτούσε μάλλον αφηρημένα. Πότε πότε ενδιάμεσα, με τη βοήθεια λίγο νερού άφηνε ένα μικρό ή μεγαλύτερο ρέψιμο. Σ’ ένα τέτοιο ρέψιμο η Ρόζα κάποια φορά γέλασε και τότε εκείνος άνοιξε ένα τεφτέρι που είχε δίπλα του και κράτησε μια σημείωση. Ύστερα την κατέβασε απ’ το τραπέζι δίνοντάς της κι ένα χαϊδευτικό μπατσάκι.

***   ***            ***            ***            ***

Δεν υπάρχουν σχόλια: