Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Έκθεση φωτογραφίας του Λευτέρη Μαϊρόπουλου.

                                                                         

Μια πρόσκληση, ένα παραστατικό ταξίδι.. μια μουσική..

Γεμάτη η αίθουσα κόσμος πολύς μιας πόλης που ψηλώνει αδιάκοπα στεριωμένη σε  καλλιτεχνήματα και πνευματικές δημιουργίες. Μιας πόλης που πηγαίνει κόντρα στην ευτέλεια και στη βαρβαρότητα των καιρών μας.

Προχωρούσα ανάμεσα στον κόσμο παρατηρώντας συνάμα στιγμές ζωής απομονωμένες και κορνιζαρισμένες.

Φωτογραφίες σε ένα σύνολο πέντε ενοτήτων: "Οι ασπρόμαυρες αναμνήσεις" στην πρώτη, "Πυρκαγιά στο Διόνυσο" στη δεύτερη, "Πρόσωπα" στην τρίτη, "Διάφορα" στην τέταρτη και "Μεταμορφώσεις" στην πέμπτη.

Σιμά σ' ένα μοβ-κίτρινο λουλούδι με τα φυλλαράκια του εκστασιασμένα στο φλερτ μιας χρυσαλλίδας. Άραγε τρύγησε το μέλι, αναρωτήθηκα.

Μια διαβολική μορφή ρόπτρου -knock - knock on the hell's door.

Μια θεσπέσια ινδή χορεύτρια,  να βροντούν στα  αυτιά μου τα δεκάδες πολύχρωμα βραχιόλια που στολίζουν τα γυμνά της μπράτσα,  σε μια  θεαματική χορευτική φιγούρα όπου λυγίζει το όμορφο κεφάλι στο πλάι ενώ το δεξί χέρι πίσω από το κεφάλι τραβά σαγηνευτικά το αριστερό, γυμνό της πέλμα...

Το όμορφο πρόσωπο μιας νέας Ινδής γυναίκας χαμογελάει πλατιά σε μια πανδαισία χρωμάτων μελαψού δέρματος, μελένιων ματιών, κατακόκκινων χειλιών, αστραφτερών δοντιών και μιας μαντίλας που μπλαβίζει στο δεξί προφίλ της.

Δέντρα εξομοιωμένα σε λυγερό γυναικείο κορμί (Κάρμεν).
Δέντρα εξομοιωμένα σε νυκτόβια πουλιά (Κουκουβάγια).
Δέντρα εξομοιωμένα σε μορφές αντρίκιες.

Ροδοπέταλα σ' άσπρο κόκκινο πετούν στο διάστημα..

Ένας άνθρωπος με καταρρακωμένη αξιοπρέπεια, ένας άντρας επαίτης.

Μια μικρούλα περουβιανή να τρωει παγωτό, ίσως για πρώτη φορά, με τα μάτια ορθάνοιχτα και  παραξενιασμένα στο φακό. Με τη ματιά ενός αίλουρου που απαγορεύει την οποιαδήποτε κίνηση που ενοχλεί  αυτή τη  μοναδική, λαχταριστή ευτυχία μιας γεύσης, μιας τροφής που σπανίζει.

Ταξίδεψα σε απεικονίσεις χρωματιστών και μαυρόασπρων φωτογραφιών όπου αιχμαλωτίζουν στιγμές ζωής, στιγμές αλήθειας κι εγώ τις συνέλαβα έτσι... σαν παραμύθι...

Η Διονυσιακή κομπανία συνόδεψε την εκδήλωση με παλιά και νέα τραγούδια, όπου μαζί τους τραγουδούσαν και οι παρευρισκόμενοι. Η βραδιά τέλειωσε με τραγούδια του Χατζή, κι εγώ σιγομουρμουρίζοντας τον τελευταίο στίχο..  σας τον αφιερώνω.
 «κι ό,τι σε πλήγωσε ή σε θάμπωσε/ από ψηλά αν το κοιτάξεις/ θα σου φανεί τόσο ασήμαντο/ που στιγμή θα το ξεχάσεις»

Την έκθεση φωτογραφίας του συμπολίτη μας κ. Λευτέρη Μαϊρόπουλου, εγκαινίασε ο Δήμαρχος Διονύσου κ. Ιωάννης Καλαφατέλης το Σάββατο 3/11/12, στον πολιτιστικό χώρο της Δημοτικής Κοινότητας Διονύσου.

Με τα θερμά μου συγχαρητήρια στον εκθέτη κ. Λ. Μαϊρόπουλο.

Ευγενία (Τζένη) Μακαριάδη.



   

"ΑΓΑΠΗ"






                    Ταινία σε σκηνοθεσία του Μίκαελ Χάνεκε
                    Πρωταγωνιστούν:
                    ο  Λουϊ Τρεντινιάν (ετών 82)!!! και
                    η Εμανουέλ Ριβά (ετών 85)!!!.

     Τι ταινία Θεέ μου! Τι ηθοποιϊα, τι σκηνοθεσία, χίλια θαυμαστικά και δε φτάνουν. Μια «αγάπη» μακροχρόνιας συμπόρευσης βασισμένη στον έρωτα, στην τρυφερότητα, στο σεβασμό, στην αξιοπρέπεια μιας αστικής, θάλεγα, ζωής και μετά η αθέλητη φθορά, η κατάντια, τα πάνω κάτω μιας ήσυχης ζωής και το τέλος ένας θάνατος, ως συμβαίνει, στον καθένα χωριστά. Όμως στην περίπτωση του ηλικιωμένου ζευγαριού ο θάνατος «αδύναμος» πέφτει στα χέρια εκείνα που ακόμα μπορούν να εξυπηρετούν και να αυτοεξυπηρετούνται... «ετσιθελικά» τα χέρια παίρνουν τη ζωή τους και την οδηγούν όπως εκείνα χρόνια τώρα ήξεραν – ήθελαν- θέλουν λίγο πριν την κατάρρευση...

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Η πέτρα της υπομονής, του ΑΤΙΚ ΡΑΧΙΜΙ (γεν.το 1962, Καμπούλ)



               
                     
                            

                              Βραβείο Goncourt 2008.
                       
                                (Εκδόσεις: Ψυχογιός).


Μύθος: ένας λίθος "Σενγκέ Σαμπούρ" - σύμβολο της περσικής μυθολογίας.

Μια πέτρα μαγική, μια μεγάλη, μαύρη, στρογγυλή πέτρα που κάθεσαι σιμά της και εξομολογείσαι τα ανομολόγητα.  Αυτά που κανένας δεν θέλει, δεν αντέχει, δεν έχει μάθει να αφουγκράζεται, αφού ουδέποτε άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να εκφράσει τις ενδόμυχες σκέψεις του, τα αισθήματά του, τον ψυχικό του κόσμο σ' έναν κόσμο του "απαγορεύεται".

Έτσι  παρεκκλίνοντας, κατά παράβαση, τους θρησκευτικούς,  κοινωνικούς ή ηθικούς νόμους, τοποθετείς την "πέτρα" μπροστά σου, της ανοίγεις την καρδιά σου και όλα σου τα βάσανα θρυμματίζονται μαζί με την πέτρα που εκρήγνυται.

Ένα φτωχόσπιτο στα σύνορα του Αφγανιστάν, που σείεται από φόβο και τρόμο μπρος σε επικείμενη κατάρρευσή του εξ αιτίας εμφύλιου πολέμου των "εσείς και εμείς" για την εξουσία.  Ένας πόλεμος των "ταλιμπάν", σε ένα κράτος μουλάδων.

Μέσα στο σπίτι μια νεαρή γυναίκα πηγαινοέρχεται μια προσέχοντας τις μικρές της κόρες, μια μπαίνοντας σ' άλλο δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω της, προστατεύοντας έτσι τα παιδιά να μη δουν τον πατέρα τους, που ψυχορραγεί χτυπημένος στον αυχένα από μια σφαίρα.

Το δωμάτιο άδειο σχεδόν, κουρτίνες στα δυο παράθυρα με σχέδια αποδημητικών πουλιών. Μια χαντζάρα στον τοίχο και από κάτω μια φωτογραφία ενός τριαντάχρονου, περίπου, μυστακοφόρου άντρα που έχει όψη κοροϊδευτική σ' αυτόν που τον κοιτάζει. Ο ίδιος άντρας κείτεται σ' ένα στρώμα κατάχαμα, με ανάσα επιθανάτιου ρόγχου, το ύφος του δεν απέχει πολύ από τη φωτογραφία.

Η γυναίκα προσέχει να μην αδειάζει το μπουκάλι με το ζαχαρωμένο-αλμυρό νερό που στάζει στο ανοιχτό του στόμα και να βάζει με προσοχή Μια-δυο σταγόνες κολλύριο στα ανοιχτά, ακίνητα στο ταβάνι καρφωμένα μάτια του Μια-δυο σταγόνες και πάλι και πάλι. Πηγαινοέρχεται λαχταρισμένη, υποταγμένη στις εντολές του μουλά. Διαβάζει από το ανοιχτό κοράνι τα ενενήντα εννιά ονόματα του Θεού.  Κλαιει επαναλαμβάνοντας ένα από τα ονόματα Αλ Καχάρ (ο Ευεργέτης), συνεχίζει κλαίγοντας να επαναλαμβάνει τα ονόματα του Θεού κι' άλλο, κι άλλο.. παραπονιέται που εκείνη υποφέρει και πονάει, ενώ εκείνος στέκεται εκεί ακίνητος χωρίς πόνο, χωρίς λέξη.

Κάποτε πηγαίνει τα παιδιά σε μια θεια της και μένει μόνη να περιποιείται τον ήρωα πολέμου άντρα της που πνέει τα λοίσθια.

Του μιλάει ανοιχτά όπως ποτέ δεν διανοήθηκε να κάνει δέκα χρόνια παντρεμένη μαζί του. Του μιλάει κάτω από ανατριχιαστικούς ήχους εκρήξεων, πυροβολισμών, ουρλιαχτών, σ' ένα δωμάτιο μιας ρημαγμένης πόλης, που βουλιάζει στον τρόμο του πολέμου ανάμεσα στις φατρίες.

Ναι τα λεει όλα έξω από τα δόντια, δεν υπάρχει κανένας φόβος εκείνος τώρα ληθαργεί. Είναι ένα βήμα από το θάνατο και γίνεται η μαγική πέτρα της, ο λίθος "Σενγκέ Σαμπούρ".

΄Ετσι, κατηγορεί τα αδέλφια του που πολύ θα ‘θελαν να 'χε πεθάνει για να 'χουν το ελεύθερο να την γαμήσουν. Ναι το ξέρε, το 'βλεπε στο βλέμμα τους, κάποιος απ' αυτούς θα το ‘κανε, κάποιος απ’ αυτούς θα την παντρεύονταν. Όλοι τον εγκατέλειψαν, ούτε σκουπίδι νάταν, ακόμα κι  η μάνα του αυτόν τον ήρωα που τραυματίστηκε για τη Τζιχάντ,. Αυτή, η μάνα του που ήθελε να του δώσει άλλη γυναίκα και να πετάξει την ίδια γιατί δεν έκανε αμέσως παιδί. Και μια στείρα απλά την πετάς και μετά δεν την θέλει κανείς ούτε η δική της οικογένεια. Έτσι απλά η στείρα είναι μια άχρηστη γυναίκα, οπότε ή εξαφανίζεται ή γίνεται πόρνη.

Μπαινοβγαίνει, ψάλλει το επόμενο όνομα Θεού, μπορεί το δέκατο, μπορεί το εικοστό, βάζει Μια-δυο σταγόνες κολλύριο στο κάθε μάτι, εκεί αυτά απλανή καρφωμένα στο ταβάνι. Ανασαίνει ίδια με το ρυθμό του ρόγχου του. Καθαρίζει το σωληνάκι, το βάζει στο στόμα του, γεμίζει το μπουκάλι με ζαχαρωμένο νερό. Αλλάζει το βρώμικο σεντόνι, τον πλένει, χώνει τα χέρια στα πυκνά του γένια, τον φιλάει στο στόμα, τον χαϊδεύει, του πλένει το φύλο, το μυρίζει, τίποτα καμιά μυρουδιά, όλα τίποτα...

Τον βρίζει  για την εγκατάλειψη, για τον έρωτα που ποτέ ο καργ... δεν την ικανοποίησε, αν και  εκείνη χαιρόταν που αυτός ένιωθε καλά, γιατί απλά είχε εκσπερματίσει.

Τον βρίζει γιατί η πρώτη νύχτα έρωτα έγινε μετά τρία χρόνια γάμου, επειδή ο "ήρωας" πολεμούσε. Βωμολοχεί γιατί η τελετή έγινε με την ίδια νύφη και  πλάι της η φωτογραφία του γαμπρού, αφού ο ίδιος πολεμούσε.. Η πρώτη νύχτα γάμου με το άντρα να φουσκώνει από ικανοποίηση και περηφάνια σαν διάνος για το πολύ αίμα, το ωραίο αίμα της νύφης τεκμήριο παρθενίας, αν και το αίμα ήταν προϊόν εμμηνορρυσίας. Πάντως ήταν παρθένα, ο ήρωας πολέμου να μην ανησυχεί.

Τον βρίζει γιατί για το ίδιο αίμα την έδειρε άγρια, όταν μια νύχτα μες τον ύπνο της τής έκανε έρωτα και διαπίστωσε ότι είχε περίοδο.. γιατί απλά εκείνο το αίμα ήταν αλλιώτικο, ήταν σιχαμερό..

Τον πλένει, τον χαϊδεύει, τον φιλάει, τον βρίζει, φιλάει το στόμα του,  φιλάει το φύλο του, κάνει τον έρωτα που πάντα ονειρευόταν, επιτέλους τελειώνει πάνω του κραυγάζοντας από ηδονή για πρώτη φορά..

Ψάλλει το όνομα του προφήτη έχει ακόμα καιρό για να φτάσει στο ενενηκοστό ένατο όνομά του.

Είναι η ώρα να πει μπροστά στην πέτρα της αυτό το μυστικό που εφιαλτικά την κυνηγά στον ύπνο της, στα όνειρά της.

Ναι τα παιδιά δεν είναι δικά του, γιατί αυτός ήταν στείρος. Τα παιδιά είναι ενός άλλου, εκείνου που έδινε φυλακτά κατά της στειρότητας και το αστείο είναι ότι με τη μάνα του πήγαινε και η τελευταία συνέχιζε να πηγαίνει κι  άλλες στείρες για να τεκνοποιήσουν...

Έχει γυρίσει την πλάτη στον άντρα, έχει ανοίξει διάπλατα τα χέρια, την έχει συνεπάρει η αποκάλυψη, όταν τα χέρια του την γραπώνουν. Εκείνη φωνάζει για το θαύμα που έγινε, και ότι τα μυστικά της τον ζωντάνεψαν... φωνάζει το τελευταίο όνομα του Προφήτη Αλ-Σαμπούρ, σ' ευχαριστώ αλ-Σαμπούρ και αγκαλιάζει τα πόδια του άντρα. Εκείνος τη σηκώνει ψηλά, την κολλάει στον τοίχο εκεί που είναι η χαντζάρα, την παίρνει στα χέρια της τη χώνει στο στήθος του, ενώ εκείνος την σέρνει κάτω, τη γραπώνει και της στρίβει το λαρύγγι.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

"Ο Κύκλωπας"

Αποσπάσματα από τη νουβέλα μου με τον παραπάνω τίτλο.



Ήμουνα οκτώ ή δέκα χρονώ, φαίνεται πως το μυαλό μου δε δούλευε σαν των άλλων παιδιών. Λέγανε πως η κουζουλάδα είναι  το χαρακτηριστικό μου. «Σαλό, κρεμανταλά, μονόμματο» όλα αυτά με ονομάτιζαν εκτός του ονόματός μου που ήταν Λάσκος το μικρό και Κωστορίζος το παράνομα. Τα μάτια μου τάχα γερά, μα μ’έλεγαν μονόμματο, γιατί το χρώμα τους ήταν παράταιρο. Το δεξί είχε της θάλασσας το χρώμα και το ζερβό της ελιάς, του κάρβουνου.

Κάποτε η μάνα μου, μου ’χε πει  ότι ο γιατρός των ματιών της είπε πως και τ’ άλλο είναι μπλε, όπως και το δεξί, αλλά το κρύβει ένα σπίλωμα.

Οι χωριανοί μου δεν πίστευαν ότι βλέπω και με τα δυο μου μάτια, νόμιζαν το ζερβό στραβό και τα παιδιά με φώναζαν «κύκλωπα».

                                               
***
Τα κρασιά, οι λαμαρίνες με τα ψητά, οι ζυμωμένες κουλούρες, που με τρόπο έφερναν οι γυναίκες στις κάμαρες και τα ’βαζαν πάνω στα σιδερένια κρεβάτια, μου ’σπαγαν τα ρουθούνια. Η κοιλιά μου γουργούριζε, πεινούσα πολύ, όμως με τράβηξαν κάποιοι και με πήγαν στο μεγάλο δωμάτιο, που ’ταν η πεθαμένη μάνα μου. Ντυμένη με ένα καφέ ταφταδένιο φουστάνι, που το γιακαδάκι του ήταν δαντελένιο, άσπρο, πλεγμένο στο βελονάκι από τα χέρια της. Της είχαν λουλούδια στα μαλλιά και φύλλα κόκκινου τριαντάφυλλου στο στόμα.
Το κασόνι το ’χαν στολίσει με νεκροσέντονο άσπρο, με χειροποίητη δαντέλα μια πιθαμή φαρδιά, έργο της γιαγιάς μου, της Αερόπης, που την έπλεκε χρόνια τώρα για την αφεντιά της, αλλά την πρόλαβε η μάνα μου. Όλο το χωριό θαύμαζε τη δαντέλα κι η γιαγιά μου κουνούσε το κεφάλι της, μπορεί από σεμνή περηφάνια, μπορεί από πόνο για το χαμό της κόρης της.

Μοιρολογούσαν κι έκλαιγαν τσιριχτά, χωρίς δάκρυα και φώναζαν «κρίμα, χίλιες φορές κρίμα, στα νιάτα της, στα σπουδάματά της, στην ομορφιά της...»

Μ’ έβαλαν να στέκομαι ακριβώς δίπλα στο νεκροσέντουκο και να τηρώ τη μάνα μου, που ’ταν πανιασμένη κι έφερνε το χρώμα του ίκτερου.
Μου ‘ριχναν και καμιά στην πλάτη να ισιώσω την καμπούρα μου.
Μα ’γω διπλωνόμουνα, γιατί έτσι και ισιωνόμουνα θα χτύπαγα το κεφάλι μου στο ταβανοσάνιδο. Μ’ έντυσαν μ’ άσπρο πουκάμισο, μπαμπακερό, με μακριά μανίκια, όπου στο ένα είχαν περάσει μια μαύρη, φαρδιά κορδέλα. Το μαύρο κοντοβράκι έφτανε μέχρι τα γόνατά μου. Ήμουνα καλτσωμένος με χοντρές, γκρίζες κάλτσες, που ‘φταναν επίσης μέχρι τα γόνατα. Τα άσπρα μου μοκασίνια ήταν νούμερο σαράντα.

Η κοιλιά μου γουργούριζε συνέχεια, δε μου ‘δωσαν μπουκιά από το πρωί, λόγω της πεθαμένης και περίμενα πώς και πώς να την παν στο ταφειό και να γυρίσουμε για το φαγοπότι. Εν τω μεταξύ οι λαμαρίνες, για το νεκρογεύμα, ερχόντουσαν η μια μετά την άλλη. Οι φρεσκοψημένες κουλούρες μου φέρνανε λιγοθυμιά και το καφέ φουστάνι της μάνας μού καθρέφτιζε τα μάτια, με στράβωνε, με πόναγε και ο πόνος προχώρησε μέχρι τ’ άδειό μου στομάχι, το λάβωσε και μ’ έριξε κατάχαμα παρασέρνοντας τ’ αναμμένο κερί και το νεκροσέντουκο με τη πεθαμένη κάτω.

Ευγενία Μακαριάδη.
                                ....----....

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, του ΣΕΛΙΝ.



                       ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
                                      Μυθιστόρημα

                       του Σελίν,  -κατά κόσμον Λουί-Φερντινάν Ωγκύστ-
                               Γάλλος συγγραφέας (1894-1961)

Οι σημειώσεις,  η μετάφραση και το επίμετρο  της Σεσιλ Ιγγλέση Μαργέλλου είναι αξιοσημείωτα!


Ένα βιβλίο που σπάει κόκαλα.
Μοντέρνα γραφή.
Παίζει σταθερά -επί ξυρού ακμής-
Ανατρέπει τα πάνω κάτω για την εποχή του.
Φοβερή ελευθερία. Καμιά αναστολή.
Βουτάει στα βαθιά νερά, χωρίς μάσκα.
Ανατόμος. Τεμαχίζει σάρκες αφήνει σκελετό.
Μαυρο-ασπρες εικόνες. Θυμίζουν ταινία Παζολίνι.
Κάνει κύκλους.
Άγριες εικόνες, ποιητικές εικόνες.

Σε λαβύρινθο ανιχνεύοντας ΑΥΤΟ: Cą a débuté comme ça.


Το μυθιστόρημα εκδίδεται το 1932 και ενώ έχει τεράστια  εκδοτική επιτυχία, είναι η πέτρα του σκανδάλου για την ωμότητα της γλώσσας, τις υποβολιμαίες  ανθρώπινες σκέψεις, τη γυμνή αλήθεια που πονάει, ένα ανελέητο γρονθοκόπημα στο στομάχι εχόντων ανθρώπινη συμπεριφορά και πολιτική συνείδηση.

Σε πρώτο πρόσωπο η αφήγηση του ήρωα της μυθιστορίας, με το όνομα Φερδινάνδος Μπαρνταμού, (ταυτίζεται σε αντίστιξη με τον ίδιο τον συγγραφέα), που ταξιδεύει στη ζωή αντάμα με ένα φίλο, τον Ροβινσώνα, το alter ego του.

Ταξίδι μιας εκδιωγμένης ζωής στην άκρη της νύχτας δίπλα στη χώρα των νεκρών.

Εικοσάχρονα παιδιά που τρέχουν με κείνη την πατριωτική περηφάνια στον πόλεμο και στην περίπτωση του Μπαρνταμού στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, που όπως εύστοχα ονοματίζει δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια τεράστια παγκόσμια κοροϊδία, που εκμηδενίζει τον άνθρωπο, θα συμπλήρωνα..

Παρακολουθούμε τον ήρωα του βιβλίου στον πόλεμο όπου γνωρίζεται με τον συμπολεμιστή του Ροβινσώνα, έναν τύπο τυχοδιωκτικό, που μέχρι τέλους παίζει ένα επικίνδυνο ρόλο στις ζωές τους.

Στη συνέχεια βλέπουμε τον εγκλεισμό του σε στρατιωτικό άσυλο. Μετά να μεταβαίνει σε γαλλική αποικία της Αφρικής. Το ταξίδι του στη Ν. Υόρκη και την επιστροφή του στη Γαλλία όπου εργάζεται ως γιατρός σε άσυλο φρενοβλαβών.

Διάβασα το βιβλίο χωρίς βιασύνη, εξοργίστηκα και εξεγέρθηκα ταυτισμένη με τους στρατιώτες μέσα στη βρώμα, στην απανθρωπιά, στις σφαγές του πολέμου, ψυχοπόνεσα τον τρόμο του επαπειλούμενου θανάτου του ήρωα και υπερασπίστηκα τις ενέργειές του να ξεφύγει από τα δόντια του μακελάρη της ζωής νέων ανθρώπων.

Τελικά το βιβλίο δεν ταξινομείται: Nαι είναι αντιπολεμικό, Nαι είναι κοινωνικό, Nαι είναι ερωτικό, Nαι είναι ψυχογράφημα χαρακτήρων,  Nαι είναι ένα ύμνος στον ανεξέλεγκτα αιμοβόρο ανθρώπινο κανιβαλισμό, Nαι σε καταθλίβει,  Nαι  ευφυολογεί, Nαι χαμογελά στην αγνή αγάπη μιας πόρνης αν και την εγκαταλείπει ο ήρωάς μας. Ναι χαμογελά στον μικρό, αθώο  Μπεμπέρ που ο ήρωάς μας γιατροπορεύει χωρίς ελπίδα σωτηρίας.  Άλλο ένα μεγάλο χαμόγελο στον Αλσίντ χαμένος και χωμένος στην αφρικανική ζούγκλα για χρόνια, με γλίσχρο μισθό, για τη ζωή μιας ανάπηρης ανεψούλας που την είχε βάλει στις καλόγριες στο Μπορντώ.

Ένα μυθιστόρημα του εικοστού αιώνα, ένα μυθιστόρημα σημερινό, διαχρονικό, μια γραφή φρέσκια, δυνατή, σε γλώσσα καθομιλουμένη.

Ανθολογώ παραθέτοντας, ό,τι μπορούσα, μέσα σε χιλιάδες λέξεις και φράσεις που αποτυπώνουν, επαναστατικά, τις μύχιες σκέψεις του συγγραφέα να σκιαγραφεί εξατομικεύοντας την παγκόσμια υποκρισία που ξεφτιλίζει τις μικρές ζωές μας.

-σελ. 101: Η ηρωική ποίηση κυριεύει αμαχητί αυτούς που δεν πολεμάνε κι ακόμα περισσότερο αυτούς που ο πόλεμος κάνει ζάπλουτους. Είναι επόμενο.

-σελ. 461. Όταν διασχίζαμε αντάμα πολυσύχναστους δρόμους, οι άνθρωποι στρέφονταν για να συμπονέσουν τον τυφλό. Κι αν νιώθουν οίκτο οι άνθρωποι για τους τυφλούς και τους ανάπηρους, κι αν έχουν απόθεμα αγάπης! Το 'χα αισθανθεί κάμποσες φορές έντονα τ' απόθεμα αγάπης. Υπάρχει μπόλικο από δαύτο. Δεν μπορείς να πεις τ' αντίθετο. Μόνο που 'ναι κρίμα να παραμένουν τέτοια γομάρια με τόσο απόθεμα αγάπη οι άνθρωποι. Δεν τους βγαίνει αυτό είναι όλο. Εντός τους είναι και εντός τους μένει, δεν τους χρησιμεύει σε τίποτα. Ψοφάν εντός τους από αγάπη..

-σελ. 446. Πρέπει να βιαστείς, δεν πρέπει να χάσεις το τρένο του θανάτου σου. Την αρρώστια, τη μιζέρια που σκορπάει τις ώρες....
Δεν θα προλάβεις, να τις λες! Χώρια ο πόλεμος, πάντα έτοιμος κι αυτός, μες στην εγκληματική ανθρώπινη ανία, ν' ανέβει απ' το υπόγειο όπου είναι κλεισμένοι οι φτωχοί. Σκοτώνουμε άραγε αρκετούς φτωχούς; δεν είναι  βέβαιο..  τίθεται το ερώτημα. Μήπως θα 'πρεπε να σφάξουμε όσους δεν καταλαβαίνουν; και να γεννηθούν κι άλλοι, καινούργιοι φτωχοί, και ούτω καθεξής, ώσπου να 'ρθουν κάποιοι που θα το πιάσουν το παραμύθι, όλο το παραμύθι..

-σελ.469. έχουν έναν κάποιο τρόπο να μιλάν οι αριστοκράτες...... σε φοβίζουν οι φράσεις τους, έστω κι ανώδυνες. Φοβάσαι μη γλιστρήσεις πάνω τους και μόνο απαντώντας τους. Ακόμα κι όταν παίρνουν τόνο μάγκικο για να τραγουδήσουν τα τραγούδια των φτωχών, έτσι, για να κάνουν κέφι, την κρατάν αυτή την αριστοκρατική προφορά που σε κάνει να δυσπιστείς  και ν' αηδιάζεις, μια προφορά που 'χει πάντα σαν ένα μικρό μαστίγιο μέσα της, σαν αυτό που πάντα χρειάζεται όταν μιλάς στους υπηρέτες....

-σελ. 582. ...να γεμίσω το κεφάλι μου με μία και μόνη ιδέα, μια σκέψη υπέροχη όμως, πολύ πιο ισχυρή απ' το θάνατο, κι ότι θα μπορούσα με μόνη την ιδέα μου να χύσω παντού, από ηδονή, ανεμελιά και θάρρος. Ένας χυσιάρης ήρωας. Από θάρρος θα 'χα μπόλικο εγώ. Θα μου ξεχείλαγε  μάλιστα από παντού το θάρρος, κι η ζωή η ίδια δεν θα 'ταν πια τίποτε άλλο από μια ολάκερη ιδέα θάρρους που θα 'σπρωχνε τα πάντα, ανθρώπους και πράγματα, απ' τη Γη ως τον Ουρανό. Και επί τη ευκαιρία, θα 'χαμε επιπλέον τόση αγάπη, που ο Θάνατος θα 'μενε κλεισμένος μέσα της, αντάμα με την τρυφερότητα, και θα 'ταν τόσο καλά εντός της, τόσο θαλπερά, που θα το φχαριστιόταν επιτέλους ο μπαγάσας και θα τον γλεντούσε εντέλει τον έρωτα κι αυτός, όπως όλοι. Να τι θα 'ταν ωραίο!


Σημείωση: Για τον Σελίν έχουν γραφτεί πολλά, ήταν φανατικός αντισημίτης, καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία από τη χώρα του, φυλακίστηκε...

Γράφει ο Δημήτρης Παλάζης: ο Σελίν παρασύρθηκε από την συνομωσιολογική προπαγάνδα του φασισμού της εποχής. Μια από τις πάμπολλες περιπτώσεις, όπως συμβαίνει στον καθένα μας κάποιες φορές με τη σημαντική βέβαια διαφορά ότι δεν συντασσόμαστε μ' ένα φασιστικό κίνημα, όπως έκανε ο Σελίν. ΄Αλλωστε, άλλες εποχές τότε, άλλες τώρα. Μοιάζουν, αλλά είναι διαφορετικές.

Ευγενία Μακαριάδη.