Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Ἀρ­χαῖ­οι ἄν­θρω­ποι τῆς Ἀ­να­το­λῆς- του Φώτη Κόντογλου



 (μεταφέρθηκε από το περιοδικό Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονζάι)

                    Ἀρ­χαῖ­οι ἄν­θρω­ποι τῆς Ἀ­να­το­λῆς
                                 του Φώτη Κόντογλου
ΠΡΟ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ἀ­κό­μα μπο­ροῦ­σες νὰ βρεῖς ἐ­κεῖ μέ­σα ἀ­πὸ κεί­νη τὴ γε­νε­ὰ τῶν ἀρ­χαί­ων ἀν­θρώ­πων, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χου­νε σὲ ἄλ­λα μέ­ρη, σὰν κι αὐ­τοὺς ποὺ δι­α­βά­ζου­με στὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν πα­λαι­ῶν Ἑλ­λή­νων, καὶ ποὺ τὶς συν­ται­ρι­ά­ξα­νε ὁ γε­ρο-Ὅ­μη­ρος, ὁ Ἡ­σί­ο­δος, ὁ Ἡ­ρό­δο­τος, ὁ Θεό­κρι­τος, κα­θὼς καὶ στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη. Ἤ­τα­νε ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες μα­ζὶ κι Ἀ­να­το­λί­τες χρι­στια­νοί, πρά­οι κι ἀ­θῶ­οι ἄν­θρω­ποι. Σὰ νὰ τοὺς ἀ­πό­κλει­σε ἡ φύ­ση σὲ κεῖ­νο τὸ βλο­γη­μέ­νο στε­νο­θά­λασ­σο, κι ἀ­πο­μεί­να­νε ὅ­πως βρε­θή­κα­νε πρὶν ἀ­πὸ χι­λιά­δες χρό­νια, ἴ­διοι κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτοι, ἀ­πὸ τό­τες ποὺ ἤ­τα­νε εἰ­δω­λο­λά­τρες καὶ πι­στεύ­α­νε στὰ ξύ­λα, στ’ ἄ­στρα καὶ στὰ δέν­τρα.
       Μὰ τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἄ­γριοι, πο­νη­ροὶ καὶ μο­βό­ροι, μα­χαι­ρο­βγάλ­τες κι ἀ­κοι­νώ­νη­τοι. Σὰν παι­διὰ ἀ­γα­πού­σα­νε τὶς ἱ­στο­ρί­ες, ὅ­λα τα πι­στεύ­α­νε, κα­λο­σύ­νη εἴ­χα­νε στὴν καρ­διά τους. Βα­στού­σα­νε στὸ χω­ριὸ σπί­τια μ’ ὅ­λη τὴν τά­ξη. Κλέ­φτες δὲν ἤ­τα­νε, ψέ­μα­τα δὲ λέ­γα­νε, τὴ δου­λειὰ τὴν ἀ­γα­πού­σα­νε, τὸν ξέ­νο σὰν ἀ­δερ­φό τους τὸν εἴ­χα­νε. Καὶ τοῦ­το, ἐ­πει­δὴ ζού­σα­νε μὲ με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα κ’ ἤ­τα­νε φχα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ λί­γα πρά­μα­τα, καὶ δὲ χρει­α­ζόν­τα­νε μη­δὲ τὸ ψέ­μα, μη­δὲ τὴν κλε­ψιά, μη­δὲ τὸ σκο­τω­μό, γιὰ νὰ πλη­θύ­νου­νε τὴν κα­λο­πέ­ρα­σή τους. Τὴν πεί­να ὅ­μως δὲν τὴν ξέ­ρα­νε, για­τί ἡ με­γά­λη στε­ριά, ποὺ τοὺς γέν­νη­σε, δὲν ἄ­φη­νε κα­νέ­να νη­στι­κὸν καὶ πα­ρα­πο­νε­μέ­νον, ἡ βλο­γη­μέ­νη Ἀ­να­το­λή, ποὺ βγά­ζει πο­λὺ καὶ γλυ­κὸ ψω­μί, καὶ κά­θε λο­γῆς πρά­μα, μέ­λι, γά­λα, λά­δι κι ὅ,τι ἄλ­λο χρει­ά­ζε­ται γιὰ ζω­ο­θρο­φί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, δί­χως μά­ται­α πρά­μα­τα. Ὅ­πως ἡ γῆς ἔ­θρε­φε κά­θε λο­γῆς προ­κομ­μέ­νο δέν­τρο, ἡ θά­λασ­σα ἔ­θρε­φε ψά­ρια πού ‘­χα­νε τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη νο­στι­μά­δα πὄ­χει κά­θε τὶ ποὺ βγά­ζει κεί­νη ἡ βλο­γη­μέ­νη πλά­ση, ἄ­γρια καὶ ἥ­με­ρα.
       Ἀλ­λὰ κ’ οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν ἤ­τα­νε πλε­ο­νέ­χτες, ὁ πλού­σιος ἔ­δι­νε στὸν πιὸ φτω­χό, κι ὁ φτω­χὸς πά­λε δὲν ἤ­θε­λε σώ­νει καὶ κα­λὰ ν’ ἀ­νε­βεῖ ἀ­πά­νου ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λον, δὲ λί­μα­ζε, δὲν τὸν ἔ­τρω­γε ἡ ζη­λο­φθο­νί­α, οὔ­τε ὁ νοῦς του ἤ­τα­νε ὅ­λο στὸ κέρ­δος, μό­νο πέρ­να­γε ἡ ζω­ή τους μὲ εἰ­ρή­νη βα­θιά, κι ὁ Θε­ὸς τοὺς βλο­γοῦ­σε ἀ­πὸ πά­νου.
       Φαί­νε­ται πὼς τέ­τοι­οι πρω­τι­νοὶ ἄν­θρω­ποι ὑ­πήρ­χα­νε πάν­τα ἐ­δῶ στὴν Ἀ­να­το­λή· καὶ τό­τες ποὺ ἄλ­λα­ξε ἡ θρη­σκεί­α καὶ γι­νή­κα­νε χρι­στια­νοί, ἀ­πο­μεί­να­νε οἱ ἴ­διοι, για­τί ἡ και­νούρ­για θρη­σκεί­α ἤ­τα­νε ποι­η­τι­κὴ καὶ ἁ­πλὴ σὰν τὴν πα­λιὰ βά­λε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τοῦ­τοι βα­στού­σα­νε ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε καὶ κεῖ­νοι κρυ­φὰ ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, τὸν και­ρὸ ποὺ κυ­βερ­νού­σα­νε τὸν κό­σμο οἱ Ρω­μαῖ­οι. Ὕ­στε­ρα, σὰ γί­νη­κε χρι­στι­α­νι­κὸ βα­σί­λει­ο ἡ Κω­σταν­τι­νού­πο­λη, καὶ τὰ μέ­ρη τοῦ­τα ἤ­τα­νε ὁ­λό­τε­λα ξε­χα­σμέ­να κι ἀ­πό­με­ρα, καὶ δὲν πή­γαι­νε πο­τὲς ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἄλ­λη χώ­ρα ἐ­κεῖ πέ­ρα, γι­νή­κα­νε πιὸ ἁ­πλοί, ἀν­τὶ νὰ ξυ­πνή­σου­νε καὶ νὰ πο­νη­ρέ­ψου­νε. Σὲ ἄλ­λα μέ­ρη χα­λοῦ­σε ὁ κό­σμος ἀ­πὸ τοὺς πο­λέ­μους, ἀ­μέ­τρη­τοι ἄν­θρω­ποι σφα­ζόν­τα­νε στὰ τέσ­σε­ρα πέ­ρα­τα τῆς σφαί­ρας, ἐ­δῶ ὅ­μως βα­σί­λευ­ε εἰ­ρή­νη.
       Γιὰ τοῦ­το ὁ ἄν­θρω­πος, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὶς ἀ­κα­τα­στα­σί­ες, «ζῶ­ον εὔ­δαι­μον ἐ­γέ­νε­το», ὅ­πως λέ­γει ἕ­νας ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας, δη­λα­δὴ ἐ­ζοῦ­σε σὰν κα­νέ­να εὐ­τυ­χι­σμέ­νο ζὸ στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς φύ­σης, ποὺ τὸν γλυ­κο­να­νού­ρι­ζε. Σὰ νά ‘­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴ γῆς καὶ πά­λε νὰ γύ­ρι­ζε στὴ γῆς, δί­χως θλί­ψη, δί­χως νὰ γευ­τεῖ θά­να­το, ὅ­πως τὸ κε­ρα­μί­δι ποὺ κά­νει ὁ κε­ρα­μι­δά­ρης ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, σὰ γε­ρά­σει, λι­ώ­νει σι­γὰ-σι­γὰ καὶ τὸ γλεί­φει τὸ κύ­μα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ καὶ γυ­ρί­ζει πά­λε ἥ­συ­χα στὴ γῆς. Σὰν τὸ αὐ­γὸ π’ ἀ­φή­νει τὸ γι­α­λο­πού­λι ἀ­πά­νου στὸν ἄμ­μο, κον­τὰ στὴν ἁρ­μυ­ρή­θρα, ἔ­τσι ἤ­τα­νε κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι.
       Ὁ οὐ­ρα­νὸς στε­κό­τα­νε ἴ­δια κα­μά­ρα ἀ­πὸ πά­νου τους, γύ­ρι­ζε μὲ τὸν ἥ­λιο, μὲ τὸ φεγ­γά­ρι καὶ μὲ τ’ ἄ­στρα, κα­θὼς κι ὁ γύ­ρος τοῦ χρό­νου με­ταλ­λά­ζουν­ταν ἀ­πὸ μέ­ρα σὲ νύ­χτα κι ἀ­πὸ κα­λο­καί­ρι σὲ χει­μώ­να, κι ὅ­λα τοῦ­τα τὰ ζού­σα­νε στὴν κά­θε στιγ­μή, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς πο­λι­τεί­ας δὲν προ­φταί­νου­με νὰ τὰ κοι­τά­ξου­με, για­τί ζοῦ­με μα­κριὰ καὶ σὰν ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν πλά­ση, φορ­τω­μέ­νοι μὲ μά­ται­ες ἔ­γνοι­ες.
       Τὰ ροῦ­χα τους, που­κά­μι­σα καὶ βρα­κιὰ φαρ­διά, ὅ­λα ἤ­τα­νε φαν­τὰ στὴν κρε­βα­τή, ἀ­πὸ μαλ­λὶ πρό­βιο ποὺ τὸ λα­να­ρί­ζα­νε καὶ τὸ γνέ­θα­νε οἱ γυ­ναῖ­κες. Τὸ χει­μώ­να πρό­βι­ες γοῦ­νες φο­ρού­σα­νε, για­τὶ πολ­λὲς φο­ρὲς πέ­τρω­νε ἡ γῆς ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο. Σι­δε­ρέ­νια πρά­μα­τα λι­γο­στὰ εἴ­χα­νε, μό­νο βο­λευ­όν­τα­νε μὲ κα­βί­λι­ες ἀν­τὶς καρ­φιά, πα­λού­κια, ξυ­λο­κοῦ­πες, δι­χά­λια. Καὶ στὰ σπί­τια τοὺς ὅ­λα τα χρει­α­ζού­με­να ξυ­λέ­νια ἤ­τα­νε. Πολ­λὲς φο­ρὲς βά­ζα­νε ἕ­να ξύ­λο ἀν­τὶς γιὰ κουμ­πί. Οἱ τσομ­πά­νη­δες φο­ρού­σα­νε τὸ χει­μώ­να προ­βιὲς μὲ τὸ μαλ­λὶ ἀ­πὸ μέ­σα.
       Ἂν κ’ ἤ­τα­νε ἄν­θρω­ποι παν­τρε­μέ­νοι μὲ ὄ­μορ­φες καὶ γε­ρὲς γυ­ναῖ­κες, κ’ εἴ­χα­νε θυ­γα­τέ­ρες μὲ κορ­μιὰ ἐ­ρω­τι­κὰ σὰν τὰ νι­ο­γέν­νη­τα φο­ρά­δια, ὡ­στό­σο φαι­νόν­τα­νε καὶ σὰν ἀ­σκη­τές. Τὸ κρύ­ο καὶ τὴ ζέ­στη δὲν τὰ φο­βόν­τα­νε, για­τί ἤ­τα­νε σὰν τὸ πρι­νό­δεν­τρο, μα­θη­μέ­νοι ἀ­πὸ μι­κροί.
       Ζού­σα­νε ἀ­να­πα­μέ­νοι μέ­σα στὴ γλυ­κιὰ ἀγ­κα­λιὰ τῆς φύ­σης, σὰ νὰ μὴ φύ­γα­νε οἱ παπ­ποῦ­δες τους ἀ­πὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο δέν­τρο. Μὲ τὸ τί­πο­τα ζού­σα­νε καὶ τί­πο­τα δὲν τοὺς ἔ­λει­πε. «Τίς ἐ­στιν ὁ πλού­σιος; Ὁ ἐν τῷ ὀ­λί­γῳ ἀ­να­παυ­ό­με­νος.»
       Ὄ­χι πλα­τσο­μύ­τες ἀ­ρα­πά­δες, ὅ­πως οἱ φυ­σι­κοὶ ἄν­θρω­ποι στὴν Ἀ­φρι­κὴ καὶ στὸν ὠ­κε­α­νό, ἀλ­λὰ λε­πτο­κα­νω­μέ­να χα­ρά­κτη­ρι­στι­κά, ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ βυ­ζαν­τι­νά, ἔ­βλε­πες σ’ αὐ­τοὺς τοὺς βου­νί­σιους ἀν­θρώ­πους. Οἱ νιοὶ ἤ­τα­νε σὰν τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α, σὰν τὸν Πά­τρο­κλο, εἴ­τε καὶ σὰν τὸν Με­γ’-Ἀ­λέ­ξαν­τρο.
       Πολ­λοί τους ἤ­τα­νε σγου­ρο­μάλ­λη­δες κ’ ἡ­λι­ο­κα­μέ­νοι, συ­χνὰ ξαν­θό­τρι­χοι, ὄ­χι μὲ κεῖ­νο τὸ χρῶ­μα ποὺ μοιά­ζει σὰ λι­νά­ρι, μὰ ἴ­διο μὲ τοῦ ξε­ράγ­κα­θου, π’ ἀ­νε­μί­ζε­ται στὶς χέρ­σες ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς μὲ τὸ πρῶ­το χνού­δι ποὺ ἵ­δρω­νε ἀ­λα­φρὰ στὸ μου­στά­κι καὶ στὰ μά­γου­λα, συ­νέ­χεια μὲ τὰ τσου­λού­φια τους, ἀ­λι­σα­χνι­α­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Οἱ γέ­ροι πά­λε μοι­ά­ζα­νε, ἄλ­λος σὰν Πο­σει­δώ­νας μὲ στρι­φτὰ γέ­νια ἀ­πὸ τὴν ἁρ­μύ­ρα, ἄλ­λος σὰν Ὅ­μη­ρος ἀ­πα­ράλ­λα­χτος, ἄλ­λος σὰν Ἅ­γιος Νι­κό­λας, ἄλ­λος σὰν τ’ ἄ­γαλ­μα τοῦ Λα­ο­κό­ον­τα, ἄλ­λος σὰν τὸν μάν­τη Τει­ρε­σί­α, ἄλ­λος σὰ Σκεν­τέρ­μπε­ης, τέ­τοι­α σκέ­δια. Οἱ με­σό­κο­ποι πά­λε πα­ρο­μοι­ά­ζα­νε μὲ τὸν Χρι­στό, ὅ­πως εἶ­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νος στὰ πα­λιὰ τὰ κο­νί­σμα­τά μας, μὲ τὸν Ἄ­η-Γιά­ννη τὸν Πρό­δρο­μο, μὲ τὸν ἀν­τρεῖ­ο Λε­ω­νί­δα, μὲ τὸν Θε­μι­στο­κλῆ, τὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα, κι ὅ­σοι ξου­ρί­ζα­νε τὰ γέ­νια τοὺς ἤ­τα­νε ἴ­διοι μὲ τὸν Μάρ­κο Μπό­τσα­ρη, μὲ τὸν Νι­κη­τα­ρά, μὲ τὸν Μι­α­ού­λη, καὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τα­νέ­ους. Ἀλ­λὰ καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τά τους ἤ­τα­νε ἀρ­χαῖα: Μιλ­τιά­δης, Δυσ­σέ­ας, Ξε­νο­φός, Λε­γω­νί­δας, Ἀ­λέ­ξαν­τρος, Ἀ­γα­μέ­μνο­νας, Δη­μο­σθέ­νης, Ὅ­μη­ρος, Ἀ­γη­σί­λα­ος, Πα­μει­νών­τας, Τέρ­παν­τρος, Πυ­θα­γό­ρας, Ἔ­χτο­ρας, Πο­σει­δώ­νας, Μι­στο­κλής, Ἀ­χιλ­λέ­ας, Πά­τρο­κλος, Ἀ­ρι­στεί­δης, Σο­φο­κλῆς, Βρι­πί­δης, Κλε­άν­θης, Τι­μο­λέ­ον­τας, Θρα­σύ­βου­λος, Φι­λο­χτή­της, καὶ πα­λιὰ χρι­στι­α­νι­κά: Σί­δω­ρος, Ἀ­κίν­τυ­νος, Ἀ­νί­κη­τος, Φί­λιπ­πας, Νι­κά­νο­ρας, Πα­λου­λό­γος, Στέρ­γιος, Ἀν­δρό­νι­κος, Δού­κας, Ρή­γας, Φω­κᾶς.
       Ἀλ­λὰ καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες, ποὺ καὶ κεῖ­νες ἤ­τα­νε σὰν ἀρ­χαῖ­ες στὸ πα­ρου­σι­α­στι­κό, τὶς κρά­ζα­νε μὲ ἀρ­χαῖ­α ὀ­νό­μα­τα: Ἀ­φρο­δί­τη, Ἀ­σπα­σώ, Πο­λυ­ξέ­νη, Μυρ­σί­νη, Θε­α­νώ, Κλε­ο­πά­τρα, Καλ­λι­ό­πη, Ἰ­σμή­νη, Ἀν­τρο­μά­χη, Κλε­ο­νί­κη, Ἑ­λέ­νη, Κασ­σάν­τρα, Ἐλ­πι­νί­κη, Βρύ­κλεια, Ἀ­γα­θό­κλεια, Ἀ­θη­νᾶ, Χα­ρι­κλει­ώ, Εὐ­θα­λί­α, Ἀ­γλα­ΐ­α, Νε­φέ­λη, Εὐ­ρυ­δί­κη, Ἠ­ρώ, Πο­λυ­μνί­α, Ἀ­ριά­δνη, Ἀν­τι­ό­πη, Πη­νε­λό­πη, Δή­μη­τρα, Ἀρ­σι­νό­η, Θε­ώ­νη, Ρο­δό­πη, καὶ πα­λιὰ χρι­στι­α­νι­κά: Εἰ­ρή­νη, Εὐ­αν­θί­α, Φε­βρω­νί­α, Ζα­χα­ρώ, Ζω­ή, Μα­γδα­λη­νή, Ὑ­πα­παν­τή, Ἀν­τω­νί­α, Βα­σι­λο­πού­λα, Εὐ­φη­μί­α, Ρο­δού­λα, Χρυ­σάν­θη, Ἀ­ξι­ο­θέ­α, Γρη­γο­ρί­α, Θε­ο­κτί­στη, Ρή­γαι­να, Δο­μνί­α, Με­λαν­θί­α, Πα­λου­γού, Κα­τα­κου­ζ’­νή, Με­λισ­σι­νή, Ζω­γρα­φιά, Μα­λα­μα­τέ­νια, Βλωτ­τί­α, Στρα­τη­γού­λα, Πρε­σβεί­α, Μιλ­τώ, Ἀν­τρο­νί­κη, Βα­γι­ώ, ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὰ συ­νη­θι­σμέ­να.
       Τὰ παλ­λη­κά­ρια βο­η­θού­σα­νε τοὺς πα­τε­ρά­δες τους, ὑ­πο­τα­χτι­κά, κα­λὰ παι­διά, καὶ δὲ λέ­γα­νε πολ­λὰ λό­για. Πρῶ­τα μι­λού­σα­νε πάν­τα οἱ γέ­ροι, κ’ ὕ­στε­ρα οἱ νιοί. Οἱ γέ­ροι σι­γο­μι­λού­σα­νε, κου­βεν­τι­ά­ζα­νε ὅ­λο μὲ πα­ροι­μί­ες· για­τί οἱ κο­λα­σμέ­νοι κ’ οἱ κα­τα­ρα­μέ­νοι βι­ά­ζουν­ται. Ὁ χαι­ρε­τι­σμός τους ἤ­τα­νε: «Ὥ­ρα κα­λή!» – «Πολ­λὰ τὰ ἔ­τη!» – «Χαι­ρε­τί­σμα­τα!» ἢ «Προ­σκυ­νή­μα­τα!» – «Με­τὰ χα­ρᾶς!»
       Εἴ­χα­νε κ’ ἕ­να δι­κα­στή­ριο ἀ­να­με­τα­ξύ τους· ὅ,τι δι­α­φο­ρὰ εἴ­χα­νε οἱ νιό­τε­ροι, τὴν κρί­να­νε οἱ γέ­ροι, συμ­βου­λεύ­ον­τάς τους καὶ τα­χτο­ποι­ών­τας τους μὲ τὴν ὀρ­μή­νεια, ἥ­συ­χα, δί­χως ὀ­χλο­βο­ή.
       Ξέ­ρα­νε τὴν ἱ­στο­ρί­α τ’ Ἀ­χιλ­λέ­α, τοῦ Με­γ’-Ἀ­λέ­ξαν­τρου, τοῦ Πα­λαι­ο­λό­γου, τοῦ Σκεν­τέρ­μπε­η· πολ­λὲς φο­ρὲς εἴ­χα­νε τὴν ἰ­δέ­α πὼς τὰ πιὸ ἀρ­χαῖ­α γι­νή­κα­νε ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Τὸν Ἀ­λὴ Πα­σά, τοὺς Σου­λι­ῶ­τες, τὸν Μάρ­κο Μπό­τσα­ρη, τὸν Θα­νά­ση Διά­κο, τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη, καὶ τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τα­ναί­ους, τοὺς φέρ­να­νε πάν­τα στὴν κου­βέν­τα τους· ἀ­πὸ τοὺς ση­με­ρι­νοὺς τὸν Πα­να­γὴ τὸν Κου­τα­λια­νό, κ’ οἱ πιὸ και­νούρ­γιοι τὸν Ντα­βέ­λη καὶ τὸν Παῦ­λο Με­λά. Ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους δὲν ξέ­ρα­νε μη­δὲ τὸν Μέ­γα Να­πο­λέ­ον­τα, μο­νά­χα τὸν τσά­ρο ξέ­ρα­νε, καὶ τὸν πό­λε­μο τῆς Κρι­μαί­γιας, ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ὁ «Μέ­γας Κα­τε­ρί­νης». Ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λα τὰ ἔ­θνη γνω­ρί­ζα­νε τοὺς Ἰγ­γλέ­ζους, τοὺς Ρού­σους καὶ τὸ Μι­σί­ρι, ἀλ­λὰ γιὰ χρι­στια­νοὺς εἴ­χα­νε μο­νά­χα τοὺς Ρού­σους. Ἀρ­χαί­α πο­λι­τεί­α ἤ­τα­νε γι’ αὐ­τοὺς ἡ Τρω­ά­δα κ’ ἡ Πέρ­γα­μο, κι ἁ­γι­α­σμέ­να μέ­ρη ἡ Γε­ρου­σα­λὴμ καὶ τ’ Ἅ­γιον Ὅ­ρος.
       Τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὸ κόκ­κι­νο, τὸ μα­βί, τὸ πρά­σι­νο καὶ τὸ κί­τρι­νο, τ’ ἄλ­λα τὰ βγά­ζα­νε ἀ­πὸ φυ­σι­κὰ πρά­μα­τα, λα­δί, θα­λασ­σί, χρυ­σα­φί, λε­μο­νί, πορ­το­κα­λί, λα­χα­νί, τσα­γα­λὶ (ἀ­μυ­γδα­λί), ξυ­δί, κρα­σου­λί, ζα­χα­ρί, κα­φε­δί, στα­χτί, με­λί, κα­στα­νό, ἀ­χυ­ρί, κε­ρα­μι­δί, ψα­ρί, με­λι­τζα­νί, τρι­αν­τα­φυλ­λί, γε­ρα­νί, ρο­δί, τῆς σκου­ριᾶς τὸ χρῶ­μα, τῆς φω­τιᾶς τὸ χρῶ­μα.
       Λί­γο ὣς πο­λύ, ὅ­λοι τους ὄ­μορ­φα κι ἀ­συ­νή­θι­στα μι­λού­σα­νε, σὰ ζω­γρα­φι­ὲς ἤ­τα­νε τὰ λό­για τους, μὰ ἤ­τα­νε καὶ κά­τι γέ­ροι ἀ­νά­με­σά τους, ποὺ ἡ ὁ­μι­λί­α ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ στό­μα τους κι ἀ­πὸ τὸ μέ­λι γλυ­κύ­τε­ρη, ὅ­πως λέ­γει ὁ γε­ρο-Ὅ­μη­ρος. Αὐ­τοὶ στα­θή­κα­νε οἱ δά­σκα­λοί μου.
       Ἀ­πὸ τ’ ἀρ­χαῖα λό­για ποὺ ἄ­κου­σα νὰ λέ­νε καὶ ποὺ δὲν τὰ συ­νη­θί­ζου­με πιὰ ἐ­μεῖς, θυ­μᾶ­μαι γιὰ τὴν ὥ­ρα τοῦ­τα: ὅ­ρη (βου­νά), σκό­λη (σχο­λή, ἀρ­γί­α), παῖ­δος, θυ­γα­τέ­ρα, Νε­κτε­να­βός, χα­μέ­νο ρη­γά­το, ποι­γη­τής, πα­λια­ύι (πλα­γί­αυ­λος), ἔ­θαρ­μος (ἔν­θερ­μος), χω­ρύ­γι (ἀ­σβέ­στης), πρὸς νε­ροῦ, τούμ­πα (τύμ­βος), πυ­θεύ­ω, κρο­τῶ (τὸ κρό­τη­σε τὸ μω­ρό), λα­τρεύ­ω, ἀ­γα­θός, πα­νά­γα­θος, ἔ­λε­γος, πον­τί­ζω, κι ὅ­σα βά­ζω συ­χνὰ μέ­σα στὸ γρά­ψι­μό μου. Οἱ θα­λασ­σι­νοὶ λέ­γα­νε σω­τρό­πι, πο­δό­στα­μο, δοιά­κι, πε­ζό­βο­λας, ἀ­θε­ρί­να, θα­λά­μι, κι ἄλ­λα πολ­λά. Πα­ρά­ξε­να λό­για ποὺ δὲν τ’ ἄ­κου­σα σ’ ἄλ­λο ἑλ­λη­νι­κὸ μέ­ρος, λέ­γα­νε τοῦ­τα: σκούρ­κα (βρά­χος), κά­κνα (γα­λο­πού­λα), μπιζ­νέ­ρα (τσέ­πη).
       Μα­κά­ριοι ἄν­θρω­ποι, σὰν τοὺς λε­γό­με­νους Λω­το­φά­γους, δὲν τοὺς μό­λε­ψε ἡ πλε­ο­νε­ξί­α κ’ ἡ πε­ρη­φά­νεια. Γιὰ τοῦ­το θὰ μπο­ρού­σα­νε νὰ δα­νεί­σου­νε εὐ­τυ­χί­α σὲ βα­σι­λιά­δες, σὲ βε­ζι­ρά­δες καὶ σὲ ἀν­θρώ­πους ποὺ τοὺς τρέ­μει ὁ κό­σμος.
       Ὅ­λοι-ὅ­λοι κα­μιὰ κα­το­στὴ ἄν­θρω­ποι ζού­σα­νε ἕ­να γύ­ρο σὲ τού­τη τὴ θα­λασ­σι­νὴ λί­μνη: τσομ­πά­νη­δες, ψα­ρά­δες, γι­α­λι­κά­ρη­δες καὶ κε­ρα­μι­δα­ραῖ­οι. Μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τεί­α, ποὺ ἤ­τα­νε χτι­σμέ­νη στὸ πα­ρα­έ­ξω μέ­ρος τοῦ μπου­γα­ζιοῦ, κι ἀ­πὸ τὸ Γε­νι­τσα­ρο­χώ­ρι, πό­πε­φτε κα­τὰ τὸ μέ­σα μπου­γά­ζι, ἀλ­λὰ μα­κριὰ ὅ­μως ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα, δί­χως νὰ φαί­νε­ται.
       Ὅ­πο­τε κο­νο­μή­σω λί­γον και­ρό, λο­γα­ριά­ζω νὰ στο­ρή­σω σ’ ἄλ­λη φυλ­λά­δα, ἕ­ναν-ἕ­ναν, κεί­νους ποὺ στα­θή­κα­νε οἱ πιὸ σπου­δαῖ­οι κ’ οἱ πιὸ ἀ­συ­νή­θι­στοι ἀ­νά­με­σά τους.
       Πολ­λοὺς ἀ­π’ αὐ­του­νοὺς δὲν τοὺς ἔ­φτα­ξα, ἀλ­λὰ ἄ­κου­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α τους ἀ­π’ ἄλ­λο στό­μα. Ὁ πιὸ πα­λαι­ὸς ἀ­π’ ὅ­σους ξέ­ρω στά­θη­κε ὁ Γιά­ννης ὁ Βλο­γη­μέ­νος. Ἀ­π’ ὅ­σους ἔ­φτα­ξα ὁ πιὸ σπου­δαῖ­ος ἤ­τα­νε ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης ὁ Βα­σι­λὲς(1), τὸ στοι­χει­ὸ τῆς θά­λασ­σας. Ὕ­στε­ρα ἐρ­χόν­τα­νε μὲ τὴ σει­ρὰ ὁ Λι­βα­νής, ὁ Ψύλ­λος, ὁ Μπι­λά­λης, ὁ Λα­σπί­της, ὁ Ξε­ρο­τρό­χα­λος, ὁ Μπάμ­που­ρας, ὁ Μπαρ­μπά­κος, ὁ Ζα­φεί­ρης, ὁ Ντάν­τι­νας, ὁ Ἀρ­να­ού­της, ὁ πα­λα­βο-Πα­ρα­σκευ­άς, ὁ Γρί­τσας κι ἄλ­λοι πολ­λοί.
       Ἄλ­λοι ἤ­τα­νε στε­ρια­νοί, ἄλ­λοι θα­λασ­σι­νοί, μὰ κ’ οἱ πιὸ πολ­λοὶ οἱ στε­ρια­νοὶ ξέ­ρα­νε ἀ­πὸ θά­λασ­σα, κ’ ἕ­να-δυ­ὸ θα­λασ­σι­νοὶ νο­γού­σα­νε ἀ­πὸ ξο­χα­ρι­κὴ καὶ ξέ­ρα­νε ν’ ἀρ­μέ­ξου­νε. Πο­λυ­τε­χνί­της ἤ­τα­νε ὁ Σίλ­βε­στρος, κα­λο­γε­ρό­δια­κος πού ‘­ξε­ρε τὴ στε­ριὰ καὶ τὴ θά­λασ­σα κα­λά, κ’ ἤ­τα­νε ψάλ­της, θα­λασ­σι­νός, ξο­χά­ρης, τσομ­πά­νης καὶ κα­ρα­βο­μα­ραγ­κός· ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἤ­τα­νε τα­ξι­δε­μέ­νος, ἀ­σκή­τε­ψε καὶ στ’ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, καὶ δὲ λο­γα­ρι­ά­ζε­ται μὲ τοὺς πρω­τι­νούς, ποὺ τοὺς λέ­γα­νε οἱ Τοῦρ­κοι «λι­μὰν μπα­λούκ», δη­λα­δὴ ψά­ρια τοῦ λι­μα­νιοῦ.
       Οἱ πιὸ ἄ­πο­νη­ρευ­τοι ἀ­π’ ἀ­νά­με­σά τους δὲν ἤ­τα­νε πα­γαι­μέ­νοι ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια στὴν πο­λι­τεί­α. Κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ μὲ ρω­τού­σα­νε τί γί­νε­ται ὁ κό­σμος, θυ­μό­μου­να τὴν ἱ­στο­ρί­α τ’ Ἅ­γιου Μάρ­κου, π’ ἀ­σκή­τευ­ε σ’ ἕ­ναν ἔ­ρη­μον τό­πο καὶ πῆ­γε νὰ τὸν εὕ­ρει ἕ­νας κα­λό­γε­ρος καί, σὰν τὸν ηὗ­ρε καὶ μι­λή­σα­νε γιὰ πολ­λά, τὸν ρώ­τη­ξε ὁ ἀβ­βᾶς: «Ἵ­στα­ται ὁ κό­σμος καὶ θάλ­λει κα­τὰ τὸ ἀρ­χαῖ­ον;» Καὶ κεῖ­νος τ’ ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Ναί, πά­τερ, χά­ρι­τι Χρι­στοῦ, καὶ ὑ­πὲρ τὸ ἀρ­χαῖ­ον θάλ­λει πλεῖ­ον ὁ κό­σμος ἕ­ως τὴν σή­με­ρον!» Ἔ­τσι ρω­τού­σα­νε καὶ μέ­να κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι.
       Ὅ­λος ὁ κό­σμος, ὁ οὐ­ρα­νός, ἡ στε­ριά, ἡ θά­λασ­σα, ἤ­τα­νε γε­μά­τος ἀ­πὸ στοι­χειὰ κι ἀ­πὸ πνέ­μα­τα. Τε­λώ­νια βρι­σκόν­τα­νε στὰ σύν­νε­φα καὶ στὸν πά­το τῆς θά­λασ­σας, «νυ­κτο­λά­λα, ἀ­στρο­μα­γι­κά, εἴ­τε ἐν ἄλ­σοις, εἴ­τε ἐν κα­λά­μοις, εἴ­τε ἐν δι­ό­δοις, εἴ­τε ἐν πο­τα­μοῖς πα­ρα­τρέ­χον­τα». Ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α κι ὁ χρι­στι­α­νι­σμὸς ἤ­τα­νε ἀ­να­κα­τε­μέ­να στὴ φαν­τα­σί­α τους, γιὰ τοῦ­το τό ‘χα­νε γιὰ ἕ­να πρά­μα χρι­στια­νὸς καὶ Ἕλ­λη­νας. Πολ­λὰ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὰ πρά­μα­τα λέ­γα­νε πὼς τά ‘­πε ὁ Χρι­στός, ἢ πὼς εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὸ Βαγ­γέ­λιο.
       Οἱ ἄ­γε­ρη­δες, πρὸ πάν­των ὁ βο­ριὰς κ’ ἡ νο­τιά, ἤ­τα­νε στὸ πνέ­μα τους σὰν ἄν­θρω­ποι, ὁ ἥ­λιος, τὸ φε­γά­ρι τὸ ἴ­διο. Τὰ φί­δια ἤ­τα­νε στοι­χει­ω­μέ­να. Ὑ­πάρ­χα­νε δέν­τρα καὶ πη­γά­δια καὶ πέ­τρες ποὺ τά ‘­χα­νε γιὰ ἱ­ε­ρά. Ἡ θά­λασ­σα ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­νη. Τὸ ψω­μὶ ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­νο, δὲν πα­τού­σα­νε πο­τὲς ἀ­πά­νου στὰ ψί­χου­λα, κι ἂν ἔ­πε­φτε χά­μου κα­νέ­να κομ­μά­τι ψω­μί, τ’ ἀ­νε­σπα­ζόν­τα­νε καὶ τὸ προ­σκυ­νού­σα­νε κολ­λών­τας το στὸ μέ­τω­πό τους. Ὅ­πο­τε πί­να­νε κρα­σί, χύ­να­νε λί­γο στὸ χῶ­μα, σὰ νὰ κά­να­νε σπον­δή. Χαι­ρε­τού­σα­νε βά­ζον­τας τὸ δε­ξὶ χέ­ρι στὸ στῆ­θος καὶ γέρ­νον­τας ἀ­λα­φρὰ τὸ κορ­μί τους.
       Οἱ τσομ­πά­νη­δες βλέ­πα­νε πολ­λὲς φο­ρὲς ἕ­ναν τρα­γο­πό­δη στὰ μαν­τριά, ἀ­νά­με­σα στὰ γί­δια καὶ στὰ πρό­βα­τα. Ἅ­μα ἀρ­ρω­στού­σα­νε τὰ πρό­βα­τα, κά­να­νε ξόρ­κια πα­ρά­ξε­να· ἅ­μα τε­λεί­ω­νε τ’ ἄρ­μεγ­μα, βου­τοῦ­σε ὁ τσομ­πά­νης τὸ χέ­ρι του στ’ ἀ­φρι­σμέ­νο γά­λα καὶ ράν­τι­ζε τὰ πρό­βα­τα, μουρ­μου­ρί­ζον­τας μυ­στι­κὰ λό­για. Κον­τὰ σ’ αὐ­τά, τὰ θυ­μι­ά­ζα­νε μὲ χρι­στο­λού­λου­δο, κά­να­νε ἁ­για­σμὸ μέ­σα στὸ μαν­τρὶ μὲ τὸ κο­πά­δι ὁ­λό­γυ­ρα, καὶ κρε­μά­ζα­νε φυ­λα­χτὰ στὸ λαι­μό τους. Τὰ κου­δού­νια δὲν τὰ βά­ζα­νε μό­νο γιὰ νὰ χτυ­ποῦ­νε, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸ μά­τι, ὅ­πως τὶς χάν­τρες. Γη­τει­ές, δη­λα­δὴ μά­για, ποὺ στὴν ἀρ­χαί­α γλώσ­σα λέ­γον­ται γο­η­τεῖ­ες, κά­να­νε πολ­λὲς οἱ Λη­μιοί, πόρ­χουν­ταν ἀ­πὸ τὴ Λῆ­μνο σὲ τοῦ­τα τὰ μέ­ρη ξο­χά­ρη­δες· ἔ­χω δι­α­βα­σμέ­να πὼς αὐ­τοὶ ἀ­πὸ τ’ ἀρ­χαῖ­α τὰ χρό­νια κά­να­νε πολ­λὰ μα­γι­κά.
       Τὸ βό­δι καὶ τὸ πρό­βα­το τά ‘­χα­νε γιὰ βλο­γη­μέ­να, για­τὶ ζε­στά­να­νε τὸν Χρι­στὸ μὲ τὴν ἀ­να­σα­μιά τους τό­τες ποὺ γεν­νή­θη­κε μέ­σα στὸ πα­χνί· τὸ γί­δι ὅ­μως τό ‘­χα­νε γιὰ κα­τα­ρα­μέ­νο. Τὸ γά­δα­ρο βλο­γη­μέ­νον, για­τὶ σή­κω­σε τὸν Χρι­στό, καὶ τ’ ἄ­λο­γο βλο­γη­μέ­νο, για­τὶ τὸ κα­βα­λί­κε­ψε ὁ Ἄ­η-Γι­ώρ­γης. Ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα τὸ πιὸ βλο­γη­μέ­νο ἤ­τα­νε ἡ ἐ­λιά, τῆς Πα­να­γιᾶς τὸ δέν­τρο. Ἡ δάφ­νη, ἡ μυρ­σί­νη, ὁ βα­σι­λι­κός, τὸ δεν­τρο­λί­βα­νο, ὁ α­βα­για­νός, ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­να. Ἡ συ­κιὰ κα­τα­ρα­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό.
       Οἱ θα­λασ­σι­νοὶ πά­λε εἴ­χα­νε γιὰ στοι­χει­ω­μέ­να κά­τι βρά­χους, πέ­τρες, ξέ­ρες καὶ σπη­λι­ές. Ἡ θά­λασ­σα ἅ­για­σε ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ κι ἀ­πὸ τοὺς Δώ­δε­κα Ἀ­πό­στο­λους, ποὺ ἤ­τα­νε θα­λασ­σι­νοὶ ἄν­θρω­ποι, βλο­γη­μέ­να καὶ τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τους, τὰ δί­χτυ­α καὶ τὰ πα­ρα­γά­δια· τὰ δί­χτυ­α ὅ­μως ἤ­τα­νε πιὸ βλο­γη­μέ­να, για­τὶ σκε­δι­ά­ζου­νε σταυ­ρό, ἔ­τσι πού ‘­ναι μπλεγ­μέ­να. Τὸ τε­τρά­γω­νο πα­νὶ ποὺ βά­ζα­νε στὶς βάρ­κες τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τὸ λε­γό­με­νο τέν­τα ἢ φού­σκα ἢ σα­κο­λε­βί­σο, τὸ πρω­το­ηῦ­ρε ὁ Ἄ­η-Νι­κό­λας, γιὰ νὰ μὴν πνί­γουν­ται οἱ ἄν­θρω­ποι, για­τί εἶ­ναι χα­μη­λὸ καὶ φου­σκω­τὸ καὶ ξε­θυ­μαί­νει ὁ ἀ­γέ­ρας. Ὁ Ἄ­η-Νι­κό­λας ηὗ­ρε καὶ τὸ τι­μό­νι μὲ τὰ βε­λό­νια, για­τὶ πρὶν οἱ ἄν­θρω­ποι εἴ­χα­νε γιὰ τι­μό­νι ἕ­να κου­πί, καὶ γιὰ τοῦ­το δὲν τα­ξι­δεύ­α­νε μὲ τὰ πα­νιὰ στὰ ὄρ­τσα, δη­λα­δὴ κα­τα­πά­νου στὸν ἀ­γέ­ρα, ἀλ­λὰ μο­νά­χα πρί­μα καὶ δευ­τε­ρο­πρί­μα.Τὶς κου­ρί­τες πά­λε, μ’ ἄλ­λα λό­για τὰ ρη­χὰ τὰ πε­ρά­μα­τα, ποῦ ‘­ναι ἴ­δια μο­νό­ξυ­λα, ἴ­σια ἀ­πὸ κά­του δί­χως κα­ρί­να, τὰ ηὗ­ρε ὁ Χρι­στός, γιὰ νὰ πλεύ­ου­νε στὰ ἥ­με­ρα καὶ στὰ ρη­χὰ τὰ νε­ρά, κι ἀ­πὸ πά­ν’ ἀ­πὸ τὰ δί­χτυ­α, ἐ­πει­δὴ δὲν πι­ά­νου­νε πο­λὺ νε­ρό.
       Πολ­λὲς φο­ρὲς μοῦ λέ­γα­νε πὼς εἴ­δα­νε γορ­γό­νες νὰ λι­ά­ζουν­ται γιὰ νὰ βου­τᾶ­νε στ’ ἀ­νοι­χτὰ δί­πλα στὴ βάρ­κα, καὶ ἄλ­λα στοι­χειὰ νὰ φτερ­νί­ζουν­ται μέ­σα στὶς σπη­λι­ές, κά­τι ἄλ­λα στοι­χειὰ πά­λε κα­βα­λι­κε­μέ­να ἀ­πά­νου σὲ σκυ­λό­ψα­ρα, ὄ­χι ὅ­μως σὲ δερ­φί­νια, για­τὶ μέ­σα στὸ μπου­γά­ζι δὲν εἶ­χε δερ­φί­νια, σπά­νια νά ‘­χα­νε κα­νέ­να τὰ νε­ρά του καὶ νά ‘μ­παι­νε μέ­σα. Μοῦ λέ­γα­νε καὶ γιὰ κά­ποι­ο στοι­χει­ὸ μὲ γέ­νια μαῦ­ρα, ἥ­με­ρο, π’ ἀ­γα­πᾶ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ὁ Κουν­τεν­τὲς λε­γό­με­νος· πολ­λὲς φο­ρὲς κα­θό­τα­νε στὰ βρά­χια καὶ δὲ μι­λοῦ­σε. Ὅ­ποι­οι λά­χαι­νε νὰ τὸν δοῦ­νε, ἀλ­λά­ζα­νε δρό­μο γιὰ νὰ μὴν τὸν στε­νο­χω­ρέ­σου­νε. Ἴ­σως νά ‘­τα­νε ὁ ἀρ­χαῖ­ος Τρί­τω­νας.
       Στε­ρια­νοὶ καὶ θα­λασ­σι­νοί, εἴ­χα­νε τὴν Ἀ­να­το­λὴ γιὰ βλο­γη­μέ­νη, για­τί ἐ­κεῖ γεν­νή­θη­κε ὁ Χρι­στός, κι ἀ­πὸ κεῖ βγαί­νει ὁ ἥ­λιος, κι ὅ­σοι ἄν­θρω­ποι γεν­νι­οῦν­ται στὴν Ἀ­να­το­λή, εἶ­ναι βλο­γη­μέ­νοι, Ἕλ­λη­νες καὶ Τοῦρ­κοι.

Πηγή: Τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί, ἡ πα­τρί­δα μου (ἐκδ. Ἄγκυρα, 2014).

Φώ­της Κόν­το­γλου (λο­γο­τε­χνι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Φώ­τιου Ἀ­πο­στολ­λέ­λη, Ἀ­ϊ­βα­λί, 1895-Ἀ­θή­να, 1965). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­να­ζή­τη­σε τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα στὴν ἔκ­φρα­ση μέ­σῳ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρά­δο­ση, τό­σο στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­σο καὶ στὸ ζω­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Εἶ­χε ση­μαν­τι­κό­τα­τη συμ­βο­λὴ στὸν χῶ­ρο τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας. Θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς «Γε­νιᾶς τοῦ Τριά­ντα». Μα­θη­τές του ὑ­πῆρ­ξαν ὁ Γιά­ννης Τσα­ρού­χης, ὁ Νί­κος Ἐγ­γο­νό­που­λος, ὁ Κώ­στας Ξυ­νό­που­λος καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Pedro Cazas (Ἀ­ϊ­βα­λί, τυπ. Αἰ­ο­λι­κὸς Ἀ­στήρ, 1918).  Κυ­κλο­φο­ροῦν ἕν­τε­κα τό­μοι ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἀ­στήρ» (1962 κ.ἑ.).


Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Έθιμα Ταφής της Hannah Kent



                                    Έθιμα Ταφής της Hannah Kent



                                                Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου.

                                                     Εκδόσεις: ΙΚΑΡΟΣ


Η Χάννα Κεντ γεννήθηκε στην Αδελαϊδα της Ν. Αυστραλίας το 1985.
Το 2011 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο αδημοσίευτου χειρογράφου. Τα Έθιμα Ταφής είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Το βιβλίο έχει αποσπάσει τα εξής βραβεία: ABIA Literary Fiction Book Of The Year 2014, ABA Nielsen Bookdata Bookseller's Choice Award 2014, FAW Christina Stead Award 2013, 2014 Indie Awards Debut Fiction Of The Year, Victorian Premier’s Literary Award People’s, Choice Award 2014.
Ήταν στη βραχεία λίστα για: The Stella Prize 2014, The Baileys Women’s Prize For Fiction 2014, The Victorian Premier’s Prize For Fiction 2014, The ALS Gold Medal 2014, Guardian First Book Award 2013, Nib Waverley Award For Literature 2013.

Πήρα το βιβλίο κι άρχισα να το ξεφυλλίζω∙ ασθενής ούσα, σκέφτηκα ότι αδυνατώ να διαβάσω τετρακόσιες και πλέον σελίδες... όμως...  με ματιές στο τέλος -σημείωμα της συγγραφέως- στην αρχή  στον πρόλογο, άρχισα μια κούρσα ανάγνωσης, ένα ξενύχτι  ψάχνοντας παθιασμένα, σαν τον «Σερλοκ Χολμς», να βρω τι; αφού ξέρω από την αρχή τους δολοφόνους, τα θύματα και σχεδόν τους λόγους των φόνων... όμως ψάχνω αφανίζοντας  σελίδα τη σελίδα το αντικείμενο εκείνο που θα μου δείξει τον τρόπο των εγκλημάτων, το γιατί και όχι μόνο. Η κάθε σελίδα σε ταξιδεύει ποιητικά, λογοτεχνικά, σε κερδίζει με τις λεπτομερείς περιγραφές της παγωμένης γης των χωριών της Ισλανδίας. Η συγγραφέας δίνει μια νοηματοδοτημένη εικόνα του κόσμου της Ισλανδίας του 19ου αιώνα, τα ήθη, τις συνήθειες και τις κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις-πρότυπα της εποχής∙ τις συνθήκες επίσης των εργατών και εργατριών σε υποστατικά που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, αλλά η ζωή τους εξαρτάται από τα αφεντικά. Σε κερδίζουν οι χαρακτήρες των ηρώων και ιδίως (εμένα τουλάχιστον) της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, των Μαργκρέτ και Στέινα Γιονστότιρ, καθώς και του νεαρού ιεροδιάκονου Θόρβαρδουρ Γιόνσον ή Τότι.  Η νεαρή συγγραφέας κέντησε έναν έναν τους χαρακτήρες∙  σε καθήλωναν έντονα συναισθήματα αγωνίας και συγκίνησης, ενώ η αγριότητα έπαιζε σε παράλληλη ευθεία με την ανθρωπιά, την αγάπη, τη συμπόνια.

Τριτοπρόσωπη γραφή στις περιγραφές και πρωτοπρόσωπη στους εσωτερικούς μονολόγους-αφηγήσεις της τραγικής Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, που κρίθηκε ένοχη διπλής δολοφονίας, μαζί με δυο συναυτουργούς.  Διεισδύει ο αναγνώστης στην ψυχοσύνθεση μελλοθανάτου, όπου αναρωτιέται αν η εκτέλεση γίνει δια πνιγμού...  ενώ νιώθεις τον πόνο του χειμώνα βαθιά στα πνευμόνια σου. 

Ας δούμε τώρα τις μας λεει στην υπόθεση του βιβλίου, των δεκατριών κεφαλαίων, η συγγραφέας, που όπως διευκρινίζει είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα της εποχής, όπου ζωντανεύουν πρόσωπα και πράγματα που είχαν δράση στην υπόθεση, και τα έδεσε με επινοήσεις μυθοπλασίας τόσο ωραία, που είναι σαν να βλέπεις  κινηματογραφική ταινία.  

Η Άγκνες Μάγκνουσντότιρ είναι καταδικασμένη μαζί με δυο συναυτουργούς έναν άντρα και μια γυναίκα, γιατί σκότωσαν το αφεντικό της. Την φυλάκισαν μόνη σ’ ένα μπουντρούμι,  την βασάνιζαν αλυσοδεμένη, νηστική και διψασμένη∙  ακούμε τη φωνή της  χωμένη στα σπλάχνα της : μ’ άφησαν δίχως φως και δεν έχω τρόπο να ξεχωρίζω τη μέρα από τη νύχτα. Έχω ξεχάσει τη μυρωδιά του καθαρού αέρα. Το καθίκι κοντεύει να ξεχειλίσει από τις ακαθαρσίες μου... σύντομα θ’ αρχίσει να χύνεται κατάχαμα.

Μέχρι να την αποκεφαλίσουν, αποφασίζουν να την πάνε βόρεια σε ένα υποστατικό μιας οικογένειας, ως παραδουλεύτρα. Τα μέλη της οικογένειας τρομοκρατούνται, μια στυγερή φόνισσα στο σπίτι τους. Η Μαργκρέτ Γιονστότιρ, ιδιοκτήτρια του υποστατικού,  που την έκοβε η ανησυχία και σκεφτόταν ότι δεν άξιζε συμπόνια σ’ αυτή τη γυναίκα, ανατρίχιασε μόλις οι χωροφύλακες την έστησαν μπροστά της. Η Μαργκρέτ δεν είχε ματαδεί και μυρίσει τόση βρόμα. Η γυναίκα μες την ψείρα,  τα μαλλιά τζίβα από τη λέρα που έφτανε μέχρι τα σκισμένα της παπούτσια. Και όταν διέταξε την κρατούμενη να σηκώσει κεφάλι, βόγκηξε σαν είδε  το λασπωμένο, μελανιασμένο πρόσωπό της, και τα ξεραμένα αίματα γύρω από το στόμα της. Την τράβηξε μέσα στο σπίτι και με θυμό να την πνίγει είπε στους χωροφύλακες να της βγάλουν τις χειροπέδες..

Στο σπιτικό τής Μαργκρέτ, η Άγκνες  χόρτασε νερό, φαϊ και καθαριότητα, δούλεψε και βοήθησε στο υποστατικό όπως όλοι και μέρα τη μέρα ο φόβος, η σιωπή, παραμερίστηκαν∙  η συμπόνια έγινε στοργή, συμπάθεια, φιλία, ενδιαφέρον και τέλος αγάπη, όταν η Άγκνες άρχισε δειλά δειλά να διηγείται στον ιεροδιάκονο Τότι,  και μετά στην Μαργκρέτ, τη ζωή της από παιδούλα πέντε χρονών πεταμένη από τη μητέρα της, μέχρι το πώς έγινε ο φόνος του αφεντικού και ερωμένου της. 

Ο Νάταν, ο αγαπημένος της, τ’ αφεντικό της, που έπιανε τις αλεπούδες και τις έγδερνε για την πολύτιμη γούνα τους κι όταν τον ρώτησε η Άγκνες  πώς τις έπιανε στα βουνά, εκείνος απάντησε ότι το κόλπο ήταν νά πιάσει ένα αλεπουδάκι, του σπαγε τα πόδια, εκείνο ούρλιαζε κι έρχονταν η μάνα του.... «Και το αλεπουδάκι;»  Ξαναρώτησε η Άγκνες.  Κι ο Νάταν είπε: Πολλοί κυνηγοί τ’ αφήνουν εκεί να πεθάνει.  Εγώ του λιώνω το κεφάλι με μια πέτρα».  «Αυτό είναι το σωστό», είπε η Άγκνες.

Κι εγώ ως αναγνώστρια βλέπω σ’ αυτή τη φράση της, καθολικά τη σκέψη της ηρωίδας για τον μαρτυρικό και θανατηφόρο πόνο,  μέχρι τη λύτρωση με θάνατο.

Και τώρα απανθίσματα που σημείωσα:

1) Για τον έρωτα:

Σταμάτησα με φιλιά τα γέλια του κι ένιωσα τη γλώσσα του να πιέζει μαλακά τη δική μου... με φίλησε στο λαιμό και οι σκέψεις μου χάθηκαν στον στρόβιλο του πόθου που ξύπνησε μέσα μου. Με ανασήκωσε στο τραπέζι, παλέψαμε με τα ρούχα μας και πριν καταλάβω τι κάναμε, μπήκε μέσα μου. Δεν ήμουν έτοιμη. Μου κόπηκε η ανάσα. Ένιωθα τα χαρτιά του κάτω από το κορμί μου, φαντάστηκα τις λέξεις να ξεκολλάνε από τις σελίδες και να χώνονται στο δέρμα μου. Τα πόδια μου ήταν τυλιγμένα σφιχτά γύρω του. και ο κρύος θαλασσινός αέρας με είχε αρπάξει από τον λαιμό.

2) Για τον θάνατο:

Μ’ έχουν δέσει στη σέλα, σαν κουφάρι που το πάνε να το θάψουν. Γι αυτούς είμαι μια γυναίκα κιόλας πεθαμένη... τα χέρια μου είναι δεμένα μπροστά μου. Και καθώς προχωράμε, φριχτή πομπή, τα σίδερα χώνονται στη σάρκα μου που ματώνει.... με αλυσοδένουν και με τραβολογάνε... κι εγώ σαν το ζώο πηγαίνω όπου με πάνε, δεν αντιστέκομαι. Γιατί αλλιώς με περιμένει το μαχαίρι. Με περιμένει το σκοινί. Είμαι το άψυχο πουλί στην ακτή. Είμαι στεγνή, φοβάμαι πως δεν θ’ χω ούτε αίμα να τρέξει, όταν θα με σύρουν και θα μου κόψουν με πελέκι το κεφάλι. Όχι, ακόμα ζεστή είμαι το αίμα σφυρίζει στις φλέβες ακόμα, δυνατά σαν τον άνεμο. Αυτοί, που κανείς δεν τους σέρνει με το ζόρι στο θάνατο, δεν καταλαβαίνουν πόσο σκληρά και κοφτερή γίνεται η καρδιά...

Η γυναίκα κοίταξε ψηλά τον άδειο ουρανό. Ο ξαφνικός γδούπος της πρώτης τσεκουριάς αντήχησε σ’ όλη την κοιλάδα.
                                    ...------------------...

Τζένη Μακαριάδη



Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Προσωπικοί αγώνες του Γιάννη Μακριδάκη- φυσικός καλλιεργητής- συγγραφέας



Προσωπικοί αγώνες

του Γιάννη Μακριδάκη- φυσικός καλλιεργητής- συγγραφέας

Posted on
Ησυχία απόλυτη. Ούτε τzιτzίκια δεν ακούγονται. Μόνο το βουητό καμιάς μύγας και μερικά πουλάκια που περνούν πότε πότε από κοντά μας κι αφήνουν ένα κελάηδισμα κοφτό. Το χωράφι καταπράσινο, ανεμίzουν τα φυτά στο ελαφρύ αεράκι, χαϊδεύει το ένα το άλλο, όλα μαzί συνυπάρχουν.
Τα πότισα πριν να προβάλει ο ήλιος πάνω από το βουνό, μάzεψα και το μεσημεριανό μας και το ‘βαλα σ’ ένα βάzο με νεράκι για να κρατηθεί φρέσκο. Γλυστρίδα, σέσκουλα, παντzαρόφυλλα, μαϊντανό, σέλινο, ραδίκια διάφορα, ρόκα και δυο σπαράγγια. Από κοντά και μερικές ντομάτες, δυο κολοκυθάκια, καμπόσες πιπεριές και ένα ξυλάγγουρο όψιμο.
Η πορτοκαλιά μεγαλώνει ένα πορτοκαλάκι πάνω στο διάβα μου το καθημερινό και άρχισα εδώ και λίγες μέρες να το κουτουλάω με την κορφή του κεφαλιού. Μου υπενθυμίzει έτσι, ότι όλα τα πλάσματα γύρω μου zουν και αναπτύσσονται στον φυσικό ρυθμό και σ’ όλα ανήκει ο τόπος.
Όποιος zει με τα φυτά και με τα zωντανά, όποιος παράγει και συλλέγει την τροφή του από τη γη, δε μπορεί να ξεχνά ούτε στιγμή ότι τα έχει ανάγκη όλα αυτά τα όντα για να zήσει, διότι ο ίδιος μόνος του, όσο χρήμα κι αν έχει, έναν καρπό να φτιάξει δεν μπορεί. Το χρήμα ξεγελάει τον καταναλωτή, είναι η μέγιστη πλάνη του, διότι τον κάνει να νιώθει παντοδύναμος, αυτόν που δίχως ρίzες έχει ποδάρια ξύλινα και δε μπορεί να zήσει ούτε μέρα από μόνος του χωρίς τα άλλα πλάσματα που θεωρεί κατώτερα απ’ αυτόν αλλά τον τρέφουν και τον zουν. Δίχως νερό, δίχως χώμα, δίχως τη μέλισσα να αναπαράξει τα φυτά και να γονιμοποιήσει τα άνθη τους, να κάνουνε καρπό, ο δυστυχής ο άνθρωπος θα μείνει νηστικός, θα κανιβαλιστεί σε χρόνο πολύ σύντομο, αφού πρώτα, μες στην απόγνωση του θα έχει φάει όλα τα άνοστα χαρτονομίσματά του.
Όλα αυτά θυμάμαι κάθε πρωί που τριγυρνώ μες στο χωράφι και κόβω τη σαλάτα μου, χειμώνα καλοκαίρι.
Αν δεν ήμουν ον ενταγμένο και καταγεγραμμένο στο σύστημα από τη γέννησή μου κιόλας, αν δεν είχα ΑΦΜ, ΑΜΚΑ, ΑΤ και λοιπούς αριθμούς να μου ορίzουν και να μου περιορίzουν την ύπαρξη, θα ήμουν απλά ένα ευτυχές ον και δυνατό, που θα ακολουθούσε τη φυσική ανάπτυξη σαν όλα τ’ άλλα γύρω μου.
Αν δεν ήμουν κάποτε ένα παιδί μεγαλωμένο σε μια καταναλωτική κοινωνία σάπια και παρακμιακή, υποταγμένη στη λογική και την ηθική του χρήματος, θα ήμουν υγιέστερος και καλύτερος φυσικός άνθρωπος.
Δεν είμαι όμως. Ούτε ευτυχής σαν zωντανό πλάσμα, ελεύθερο της φύσης που χαίρεται τη μέρα του ως μοναδικό σκοπό zωής, ούτε υγιής σαν ισορροπημένο έμβιο ον που zει σε κοινωνία μεγάλης ποικιλότητας, ούτε σοφός και στωικός σαν δέντρο που στέκει κάνοντας μόνο καλό και αγαπά τα πάντα.
Για να αντισταθώ λοιπόν στο σύστημα που με περιορίzει και με απειλεί με ισοπέδωση, για να υπερασπιστώ τα άλλα πλάσματα, αφού νιώθω πως χωρίς αυτά δεν θα μπορώ να zήσω, από την εγωιστική μανία των αχόρταγων και ασυνείδητων καθημερινών καταναλωτών και ρυπαντών της γης, για να το αλλάξω αυτό το σύστημα όσο μπορώ και να μη με αλλάξει, είμαι ενεργό ον πολιτικό και δρω καθημερινά με τον λόγο και τις πράξεις μου προς τον σκοπό αυτό.
Για να θεραπευτώ ταυτόχρονα από τη βαθιά σιχαμάρα μου για την θλιβερή καταναλωτική κοινωνία, για να γίνω όσο δύναμαι υγιής κάποτε και καλύτερος άνθρωπος, για να έχω έναν όσο το δυνατόν πιο ομαλό και zωογόνο θάνατο, μιας και είμαι βέβαιος πια πως η zωή είναι μοναχά μία θανάτου άσκηση και τίποτε παραπάνω, περνώ τις μέρες μου λάθρα από το σύστημα, στο περιθώριο της κοινωνίας αυτής, μαzί με τα φυτά και γράφω λογοτεχνία.
Η λογοτεχνία είναι η προσωπική μου οδός για να θυμάμαι την αγάπη μου για τον βαθύ φυσικό άνθρωπο, για να ξεχνώ και να αποστρέφω το βλέμμα μου από την ρηχή, πλανημένη και ανόητη καταναλωτική του υπόσταση.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ στον γιατρό Γεώργιο Πολυχρονίδη

10.11.2015.







                                               

                                                            ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ
                                      στον γιατρό Γεώργιο Πολυχρονίδη

          Είχα την εντύπωση του τέλους γιατρέ, όταν ήρθες και έμεινες κοντά μου σαράντα πέντε ολόκληρα λεπτά προσφέροντάς μου τις πολύτιμες  βοήθειές της επιστημοσύνης σου. Μ’ έκανες καλά∙  μου έδωσες το θάρρος της παροδικής αρρώστιας, όπως και είναι. Κι εγώ αυτά που νιώθω αδυνατώ να εκφράσω∙  μόνο αναφέρω κάτι που σε διακρίνει και κάνει εμάς τους ασθενείς σου όχι μόνο να σ’ εμπιστευόμαστε ως επιστήμονα,  να σ’ αγαπάμε για την ανθρωπιά σου, αλλά    και να σε ξεχωρίζουμε για τη σπάνια συγκαταβατική σου ιδιότητα, εκείνη της           μείωσης ή και       απαξίωσης υλικής προφοράς.
                                        Σε ευγνωμονώ,
                                      

                   Με αγάπη
            Ευγενία Μακαριάδη