Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Μ' αγαπάει δεν μ' αγαπάει, της Alice Munro. εκδόσεις: Μεταίχμιο.



“Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει”
       της Alice Munro,
   γεν. 1931. Οντάριο-Καναδάς.
  -Νόμπελ λογοτεχνίας 2013-


Πρώτη φορά διάβασα βιβλίο της. Ομολογώ πως δεν την ήξερα. Με εντυπωσίασαν τα εννέα διηγήματα  (μικρή φόρμα) αυτού του βιβλίου. Απλή γραφή  περιγραφές ερημικών τοποθεσιών του Οντάριο, η καθημερινότητα των ανθρώπων, οι συγγενικές, οι κοινωνικές, οι ερωτικές σχέσεις τους, η βία, η αγάπη, οι συνήθειές τους, τα σπίτια τους, και στο τέλος κάτι που δεν περιμένεις, οπότε ρίχνεις πάλι μια ματιά στο κείμενο, να βρεις μια λέξη, μια φράση, μια κίνηση των ηρώων της, όπου κρύβεται έντεχνα το ανείπωτο το  τέλος-έκπληξη.
            Όλα τα διηγήματα του βιβλίου έχουν άρωμα γυναίκας. Αναφορά στη γυναίκα: Τι δείχνει; Τι είναι; Τι κρύβει;  Πώς επηρεάζεται από τη θέση της στην οικογένεια, στην κοινωνία.  Έρωτες αλλιώτικοι. Έρωτες από μια φάρσα, με κατάληξη το γάμο.  Έρωτες παιδικοί, ξαφνικοί, στιγμιαίοι, που αφήνουν ανεξίτηλα  ίχνη. Όπως ένα παράνομο φιλί –όχι στο στόμα- όχι στο μάγουλο- στο λαιμό, εκεί που μπορεί να χτυπάει εκείνη την ώρα ένας ταραγμένος σφυγμός, στο λαιμό. Την ανάμνησή της... την έκανε θησαυρό. Όπως μια παντρεμένη, εδώ και είκοσι πέντε χρόνια γυναίκα, που μια ζεστή μέρα, δέχτηκε ένα φιλί στο στόμα από ένα αγόρι, που δεν νοιάστηκε για το φαλακρό, καρκινικό  της κεφάλι.
            Δεν είναι γραμμική η γραφή, πότε αρχίζει από τη μέση, πότε από το τέλος. Τελικά χρειάζεται μελέτη κι όχι απλή ανάγνωση, γιατί είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα μέσα σε λίγες σελίδες. Αυτό που αποκομίζει ο αναγνώστης διαβάζοντας τους χαρακτήρες που πλάθει η συγγραφέας, είναι το ανείπωτο, το καλά κρυμμένο μυστικό που άλλοτε ξαφνιάζει, απογοητεύει και άλλοτε θέτει σημείο στήριξης στη ζωή μια τρυφερή ανάμνηση αγάπης, ή έναν ανεκπλήρωτο έρωτα.

Σελ. 105. ήταν έξω φρενών που έπρεπε να κάθεται εκεί πέρα και ν’ άκουει τι γνώμη είχε γι’ αυτήν ο κόσμος. Έκαναν λάθος όλοι τους. Ούτε συνεσταλμένη ήταν, ούτε συγκαταβατική, ούτε φυσική, ούτε αγνή. Όταν πεθαίνεις βέβαια, το μόνο που μένει είναι αυτές οι λάθος γνώμες.

Σελ.118.  τύλιξε τα χέρια του γύρω της λες και δεν έμπαινε ζήτημα γι αυτό που έκανε και μπορούσε να το κάνει με όλο του το πάσο. Τη φίλησε στο στόμα. Της φάνηκε πως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που έπαιρνε μέρος σ’ ένα φιλί το οποίο ήταν από μόνο του ένα γεγονός. Πού ήταν αυτό και μόνο αυτό και είχε αρχή, μέση και τέλος. Ένας τρυφερός πρόλογος, μια δραστική πίεση, μια ολόψυχη διερεύνηση και υποδοχή, ένα ευχαριστώ που δεν έλεγε να τελειώσει και ένα αποτράβηγμα γεμάτο ικανοποίηση.

Σελ. 258. τέλος πάντων. Μια από τα ίδια θα γινόταν αν συναντιόμασταν ποτέ ξανά. Αλλά και αν δεν συναντιόμασταν. Ένας έρωτας που δεν ήταν για χρήση, που ήξερε τη θέση του. (κάποιοι θα ‘λεγαν όχι αληθινός, γιατί δεν θα το ρίσκαρε ποτέ να σπάσει τα μούτρα του, να μετατραπεί σε φάρσα ή να ξεφτίσει θλιβερά) Να μην ρισκάρει τίποτε, κι όμως να μένει ζωντανός σαν γλυκό ρυάκι, σαν υπόγεια πηγή. Μ’ αυτήν την καινούργια γαλήνη να βαραίνει σαν βούλα πάνω του.

Ευγενία Μακαριάδη

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΜΗΛΟ, του Μισέλ Φέϊμπερ (γεν. στην Ολλανδία, ζει στην ορεινή Σκοτία)



Ένα αξιοπρόσεκτο βιβλίου που διάβασα πρόσφατα.
Παραθέτω τις ενδιαφέρουσες σημειώσεις της Μαρίας Ιωαννίδου, από το διαδίκτυο.

Το Μήλο, Διηγήματα
Μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, Εκδόσεις Καστανιώτη

 
«Κόψιμο από χαρτί»
Ένα μήλο κυλάει από την βικτοριανή εποχή, ως τα σήμερα. Όχι «μισοδαγκωμένο», ούτε το «Μεγάλο», αγγλόφωνο ωστόσο. Το μήλο, το φρούτο της Εύας, το φρούτο της Έριδας και…
«Το Μήλο» του Μισέλ Φέιμπερ
Διηγήματα, όπου ένας ζαχαρωτός ποντικός ξεφεύγει από την Σούγκαρ, νεαρή πόρνη που δείχνει να τιμά με κάθε τρόπο τις καμιζόλες της. Ο ποντικός γίνεται αρουραίος και επιδίδεται σε «αρουραιομαχίες» σε σκοτεινά και υγρά υπόγεια στις όχθες του Τάμεση.
Μια μύγα, περιτριγυρίζει απειλητικά τα ανοίγματα μιας άλλης πόρνης, ενώ ο πελάτης αναζητά μόνο λίγο και καλό ύπνο στην αγκαλιά της.
Το μήλο, που θα μπορούσε να είναι μια σημερινή… μολότοφ, κι η άλλη νεαρή γυναίκα που αποστέλλει επιστολές προσπαθώντας να επαναφέρει στο δρόμο της αρετής, τους ιδιοκτήτες δούλων στην Αμερική –και που θα μπορούσε να είναι μια ακτιβίστρια που στέλνει μέηλς εκ μέρους μιας Μ.Κ.Ο.
Αλλά και γλυκές γεύσεις, σοκολατάκια, αρώματα και σαπούνια, κορσέδες και άμαξες, πρωτόγονα φάρμακα και κολλώδεις μύξες, όλα μπερδεύονται πικρόγλυκα με σαφέστατο βρετανικό φλέγμα. Νύξεις και γλαφυρές εικόνες για την εποχή, για τον αγώνα ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες, γυναίκες και γυναίκες, παρελθόν και παρόν.
-«Τρέχει από τα έρημα δρομάκια με τους στάβλους στην οδό Σίλβερ και κοιτάζει πέρα δώθε. Υπάρχει ένα καρότσι με φρούτα, με τη Χοντρή Μεγκ από πίσω, και ο σκύλος της Χοντρής Μεγκ, που ξύνεται στον ήλιο. Υπάρχει ένας γέρος που πουλάει γιακάδες πουκαμίσου βαλμένους σ’ ένα κοντάρι. Ένας οδοκαθαριστής που περιμένει να πέσουν καβαλίνες. Η Τες, μια πόρνη από ένα ανταγωνιστικό σπίτι, που παλεύει ν’ ανοίξει ένα παρασόλι. Δύο δανδήδες που βαδίζουν αποφασιστικά προς μια άμαξα που έχουν σταματήσει. Μία ομάδα βρώμικων παιδιών με σκληρή όψη και τραγιάσκες. Ένας αστυνόμος επαγρυπνών για τυχόν παράνομη συμπεριφορά που η δωροδοκία την έχει κάνει αόρατη»-
είναι ένα μικρό δείγμα της ζωντανής εικονοποιίας από το κομβικό διήγημα «Το Μήλο» που, όπως και το σύνολο των διηγημάτων που αλληλοσυνδέονται, δεν παραμένει στην ηθογραφία. Άλλωστε στο «Ένα πλήθος γυναικών…» το τελευταίο από τα διηγήματα, τα πράγματα σοβαρεύουν, τα μυστήρια γίνονται όλα ένα:
“είμαι άνθρωπος, έχω εξασφαλίσει τις βασικές ανέσεις, αλλά την επόμενη Κυριακή θα βαδίσω στο δρόμο κρατώντας μια άκρη ενός πανό»,
κατά δήλωση ενός ήρωα που ετοιμάζεται να συνοδέψει τις «δύο γυναίκες του» στη διαδήλωση των σουφραζέτων.
Ενώ παράλληλα οι συναισθηματικές καταστάσεις που σκιαγραφούνται, όπως:
«Το να είσαι σπιτικό δεν είναι εύκολο», ή
«Παιδιά που έχασαν τη μητέρα τους αλλά ήταν πού μικρά για να συνειδητοποιήσουν το χαμό της και επομένως συνέχισαν να παίζουν»,
«Άχοι λογομαχίας, διαμαρτυρίας, πραγμάτων τη μητέρας να ρίχνονται σε κουτιά, επίπλων και φωτιστικών να ξεβιδώνονται με βία από τον τοίχο, όλου του σπιτιού να ξεμοντάρεται. Και το παιδί συνεχίζει ανήσυχο να παίζει μουρμουρίζοντας ένα τραγουδάκι»,
αποδεικνύουν ότι στη πένα του Φέϊμπερ τρέχει το μελάνι της διαχρονικότητας καθώς σκηνές και λεπτομέρειες σαν κι αυτές δεν αλλάζουν όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες κοινωνικές αλλαγές κι αν συντελεστούν. Με κορυφαία, ίσως αντιπαραβολή, την ταυτόχρονη διαπίστωση του αφηγητή ότι γεννήθηκε όταν το σεξ δεν είχε εφευρεθεί ακόμα αλλά και ότι χρειάστηκαν δύο για να γίνει.
Η έκφραση, «κόψιμο από χαρτί», φράση που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι τίτλος ποιήματος, αντιδιαστέλλεται διακριτικά στις βαθιές πληγές της κεντρικής ηρωΐδας με το γλυκό όνομα και τη πικρή ζωή που μεταφέρει το μύθο και αποτελεί αφορμή για να ζωντανεύουν τα βιώματα. Προβάλλει κάθε τόσο οπλισμένη με το ακέραιο μήλο της, στο χέρι και μας το προσφέρει. Για φάγωμα ή για «όπλο» απέναντι στις προκαταλήψεις που διαρκούν από την βικτοριανή εποχή ως τα σήμερα.

Ευγενία Μακαριάδη

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΧΑΣΤΟΥΚΟΔΕΝΤΡΟ του ΑΡΗ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ

                            

                                    ΤΟ ΧΑΣΤΟΥΚΟΔΕΝΤΡΟ
                                  του  ΑΡΗ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ (γεν. 1948, Αθήνα)

                                           (εκδόσεις ΤΟΠΟΣ)


Αυτό το βιβλίο δεν διαβάζεται απλά, αλλά απαιτεί  μελέτη  μια και αναφέρεται σε γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μας. Είναι σα να παρακολουθείς κινηματογραφική ταινία με πολέμους, με νικητές, με ηττημένους, με ραδιούργους, με φρικιαστικούς βασανιστές,  με αιμοβόρους φονιάδες, με ποταπούς άρχοντες και τα τσιράκια τους, οι δούλοι τους.  Πρωταγωνιστεί ο αιώνιος έρωτας και υπερίπταται  πάνω από την αιμάτινη πολεμική κάπνα και σαπίλα ολιγαρχικών καθεστώτων είναι η αγάπη μιας λαίδης από την Ουαλία με έναν έλληνα ναυτικό, που το ‘λεγε η καρδιά τους. Είναι η αληθινή ιστορία, μυθιστορηματικά γραμμένη,  τους ζεύγους  Αντώνη και Μπέτυς Αμπατιέλου.

Μια φονική καταιγίδα στην Ελλάδα, καταγραμμένη από το 1941 μέχρι το 1989,  που φόνευσε και φονεύει μέχρι σήμερα τα παιδιά της  όμως όπως τότε και σήμερα και πάντα θα υπάρχουν πολλοί που θα σηκώνουν κεφάλι  υπερήφανα, και οι πράξεις τους είναι τα  χαστούκια δικαίου που έκοψαν από κείνο το Χαστουκόδεντρο, που βλασταίνει στην Ουαλία και οι καρποί του είναι εκατομμύρια χαστούκια για το δίκιο, για το δικαίωμα, για το ήθος, για την αξιοπρέπεια, αλλά και για το άδικο, το αισχρό, την ύβρη της ζωής, της αναξιότητας, της βαρβαρότητας. Ένα Χαστουκόδεντρο, που μπορείς να φας και να δώσεις χαστούκι δικαίου και αδίκου.

Πιο κάτω λίγα από τα χαστούκια που περισυνέλεξα:

-Χαστούκι στους εφοπλιστές με τα καράβια τους, τους σκυλοπνίχτες. Ωνάσηδες, Νιάρχοι,  κλπ.
-Χαστούκι σ’ αυτούς που σκότωσαν τον Νίκο Μπελογιάννη.
-Χαστούκι σ’ αυτούς που σκότωσαν τον ειρηνιστή Γρηγόρη Λαμπράκη.
-Χαστούκι στην Αντιγόνη Βεϊζαδέ  (είχε εργαστεί στα SS) και τον σύζυγό της Ηλία (συνιδιοκτήτη σε           καμπαρέ της Τρούμπας) που αφού βασάνισαν το «δουλάκι» τους, την 12χρονη υπηρέτριά τους  Σπυριδούλα Ράπτη, την σιδέρωσαν με καυτό σίδερο.  
-Χαστούκι σε οποιαδήποτε εστεμμένη, όπως η Φρειδερίκη της Ελλάδας,  για την περιφρόνησή                          της να δεχτεί ένα γράμμα από μια γυναίκα, την Μπέτυ Αμπατιέλου που ζητάει την                      απελευθέρωση του συζύγου της Αντώνη μετά από  17 χρόνια φυλακή, για τις                                κομμουνιστικές του ιδέες.
     Η Μπέτυ που έγινε σύμβολο αγωνίστριας όχι μόνο για τις
    ιδέες της, αλλά και για τις μακροχρόνιες, καθημερινές μάχες, ως ερωτευμένη και  πιστή γυναίκα,  για την αποφυλάκιση του άντρα της. Την απαθανάτισαν σε διαδήλωση, να ‘χει μια πινακίδα, κρεμασμένη στο λαιμό, που έγραφε: QUEEN FREDERICA RELEASE MY HUSBAND TONY AMBATIELOS. Η φωτογραφία αυτή έκανε το γύρο του κόσμου ξεφτιλίζοντας τη βασίλισσα της Ελλάδας. 

Σελ. 372: Good Heavens, a slap-tree! Φώναξε μαγεμένη στη θέα του γιγάντιου δέντρου με τα μύρια μικρά και μεγάλα σκαμπίλια που κρέμονταν τσαμπιά ολόκληρα, μπορούσες άνετα να τραβήξεις μια αρμαθιά και ν’ αρχίζεις να χαστουκίζεις όποιον κατάφωρα σε αδίκησε, αυτό κατάλαβε, όποιον σου έχει πρήξει το συκώτι, όποιον σ’ έκλεψε και σε πόνεσε και σ’ αγνόησε και σε τσαλαπάτησε και σ’ έκλεισε φυλακή και σε βασάνισε και με δυο λόγια σου στέρησε δυο τρία βασικά πράγματα, δεν ήταν πουθενά γραμμένο αυτό αλλά το ένιωθες βαθιά μέσα στο χρυσοκόκκινο δάσος του Φάουαρ, το ένιωθες κάτω από την ευεργετική σκιά του αρχαίου Κόκκινου Κάστρου, το ένιωθες πεντακάθαρα ότι αυτό το ονειρεμένο Χαστουκόδεντρο υπήρχε πάντα εκεί, από τα χρόνια της κόρης Μπλοντιουάνδης, για να τρυγάει ο καθένας το μερίδιό του στα χαστούκια που του αναλογούν, όσα είναι άδικο και δίκαιο να λάβει κι όσα είναι άδικο και δίκαιο να δώσει, τα χαστούκια που μπορούν ελεύθερα να μοιραστούν σαν τη βροχή, επί δικαίων και αδίκων: στον άστοργο πατέρα και στον άστοργο δάσκαλο, στον ψεύτη παπά και στον ψεύτη ζωγράφο, στον ασυνείδητο αστυνόμο και στον ασυνείδητο εφοριακό, στον ανήθικο γιατρό και στον ανήθικο δικαστικό, στον δούλο γραμματέα και στον δούλο ποιητή, στον αγορασμένο πολιτικό και στον αγορασμένο οπαδό, στον αγάμητο στρατοκράτη και στον αγάμητο τεχνοκράτη, στον κλέφτη τραπεζίτη και στον κλέφτη πρωθυπουργό δηλαδή στον καθένα δόλιο εξουσιαστή των ψυχών – έτσι κρέμονται ζουμερά απ’ το Χαστουκόδεντρο που στέκεται εκεί από κτίσεως κόσμου, ώριμα τσαμπιά να τρυγηθούν από τον πάσα ένα και να δοθούν στον πάσα ένα, χιλιάδες σιδερένια, αλαβάστρινα, χάλκινα, ξύλινα, κοκάλινα, μαρμάρινα χαστούκια παιδιών και γέρων ανθρώπων, αντρών και γυναικών, ανήμπορων, σπαρταριστά χαστούκια, σκαμπίλια, κόλαφοι (όπως θες πες τα), πρώτη τιμωρία πάνω στο ακρωτηριασμένο και φτωχό, τελευταία ελπίδα  για τον ακρωτηριασμένο και φτωχό – αυτά εκεί κρέμονται προκλητικά, έτσι να κάνεις τα έφτασες, μια γιγαντιαία σταχτοπράσινη ομπρέλα στο δάσος του Φάουαρ με τον αλυσοδεμένο στην κορφή Τόνι ή Μπότομ, ή κι εγώ δεν ξέρω ποιον άλλον, και την αγανακτισμένη Μπέτι ή Πηνελόπη ή Μπλοντιουάνδη ή Κόνι ή Μια λαϊκή γυναίκα........

Ευγενία Μακαριάδη
                                         

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Ο ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



                                    Ο ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ
                                           ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
                                             Του  ΤΖΟΝ ΤΣΙΒΕΡ  (γεν.1912-1982)

Πρώτη φορά διάβασα βιβλίο του σπουδαίου αυτού Αμερικανού συγγραφέα (γεν. Ουόλστοουν, Μασαχουσέτης) και εντυπωσιάστηκα. Εννέα διαμαντένια διηγήματα. Το καθένα ένας κόσμος, τακτοποιημένος / ικανοποιημένος  που έχει πετύχει και  ζει  το όνειρο μιας επίπλαστης πολιτιστικής δημιουργίας, αυτής των  αστικών αντιλήψεων (το αμερικάνικο όνειρο, υποκριτική ευτυχία, θα ‘λεγα).
Ο συγγραφέας μάς κλείνει το μάτι υπομειδιώντας χιουμοριστικά, ενώ οι ιστορίες του δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο πόνος τού εγκλωβισμένου, μέχρι ακρισίας, ανθρώπου που απέχει από την αίσθηση εκείνη της αξίας  ή  ακόμα της απαξίας του εαυτού του.
Πετυχημένος ο τίτλος του βιβλίου, γιατί το διήγημα «ο κολυμβητής» είναι το συμπέρασμα, αν θέλετε, όλων των ιστοριών  που εμπεριέχει.
Πολύ καλή η εισαγωγή και η μετάφραση του Κωστή Καλογρούλη.

1)      «Καψουροτράγουδο»
 Στο διήγημα αυτό η ηρωίδα, μια «μειλίχια» γυναίκα, δέχεται με Ιώβεια υπομονή, τις εχθρότητες των εραστών και φίλων της. Πόσο αξίζει αυτό που προσπαθούν οι τελευταίοι να κερδίσουν και  μάχονται  με νύχια και δόντια βιαιοπραγώντας εις βάρος της; Τελικά ένας είναι πάντα ο νικητής τον αντιλαμβάνεται κανείς σε όποιο προσωπείο κι  αν κρύβεται, γιατί πίσω του φαντάζει η σκαιότητα του θανάτου που τον συντηρεί να παραμένει νέος.

2)      «Το τεράστιο ραδιόφωνο».
 Το αυτί μας τεράστιο στις ζωές των άλλων,  που χλευάζουμε, κουτσομπολεύουμε, ενίοτε συμπονάμε και οργιζόμαστε, συγκριτικά με μας γιατί είμαστε διαφορετικοί, ανώτεροι χωρίς ελαττώματα και αμαρτίες. Έτσι, φανατικοί της κλειδαρότρυπας.. ξεχνάμε τα δικά μας και ο αμείλικτος χρόνος καραδοκεί.

3)      «Τα Χριστούγεννα είναι μια μελαγχολική περίοδος για τους φτωχούς»
  Η χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα,  η ευζωία, τα λουκούλλεια γεύματα, τα χοντρά μεθύσια,      τα δώρα, οι γιορτές, η απληστία... και πιο κει το κοριτσάκι με τα σπίρτα... ποιος είπε ότι δεν θα το βοηθήσουμε «μέρα που είναι» και βέβαια θα βοηθήσουμε / ελεήσουμε τον φτωχό μας υπάλληλο / υπηρέτη / ζητιάνο,   με δώρα και  φαγητά ένα σωρό.. ποιος είπε ότι δε συμπονάμε τον κακομοίρη φτωχό, που στο κάτω κάτω είναι δικό μας δημιούργημα. 

4)   «Ω πόλη των τσακισμένων ονείρων»
  Ο κόσμος του θεάματος, της τηλεόρασης, του κινηματογράφου, όλοι και όλα προς άγρα ταλέντων και μη. Ο οδηγός λεωφορείου που  ξεμένει από δουλειά, το ρίχνει στη συγγραφή θεατρικών έργων και πέφτει στην παγίδα των «ειδημόνων» της τέχνης με απώτερο σκοπό και επιδίωξή τους το εύκολο κέρδος.  Ελπίδα του άνεργου η υποσχόμενη πραγμάτωση ονείρων για πολυτελή διαβίωση, για διασημότητα και παραδοχή μέχρις εξοντώσεως.

5)  «Ο διαρρήκτης του Σέιντι Χιλ»
 Καλύτερα διαρρήκτης στο αστικό σου περιβάλλον, παρά να χάνεις την υπόληψή σου, ως άνεργος ή φτωχός. Έτσι κλέβεις απ’ αυτούς που τόσο συχνά τους προσκαλείς και σε προσκαλούν σε πάρτι κραιπάλης και έχουν φυσικά τις πόρτες των σπιτιών τους ανοιχτές για σένα που είσαι σαν αυτούς, γιατί ζεις στην πλούσια παροικία τους.

6)      «Ο εξοχικός σύζυγος»
  Ο άντρας, σώος,  μετά από μεγάλο  σοκ της συντριβής του αεροπλάνου που επέβαινε, αντιλαμβάνεται διαφορετικά τα πράγματα στη ζωή και συνειδητοποιεί όχι μόνο ότι δεν τον λαμβάνουν σοβαρά  υπόψη η οικογένεια και οι φίλοι του, αλλά αδιαφορούν πλήρως ακόμα και για την πρόσφατη περιπέτειά του με το αεροπλάνο. Οι αισθησιακές του απολαύσεις, καταχωνιασμένες σ’ ένα ξεχασμένο κουτάκι του μυαλού του, αντικαταστάθηκαν από πληκτικές καταστάσεις επαγγελματικών, φιλικών και οικογενειακών υποχρεώσεων της πλούσιας ζωής του, μέχρι που μια όμορφη, νεαρή μπέιμπι σίτερ των παιδιών του, το άνοιξαν διάπλατα και την ερωτεύτηκε σφόδρα. Ο έρωτας απαγορεύεται στην τάξη του και μάλιστα μ’ ένα φτωχό κορίτσι, θυγατέρα ενός μέθυσου   όμως θα μπορούσε στα κρυφά να ζωντανέψει όλες τις σκηνές έρωτα, ακόμα και του βιασμού της μικρής, μέχρι που το πήραν είδηση δυο παιδικά μάτια. Η αρρώστια του έρωτα δεν είναι  ανίατη, ο ψυχίατρος τού συνιστά την ξυλουργική θεραπεία, και κείνος  βρίσκει παρηγοριά στην απλή αριθμητική που απαιτείται και στην ιερή μυρωδιά του φρέσκου ξύλου έτσι συνεχίζει  την καθημερινότητά του, ίδια όπως ζούσε πριν.

7)  «Ο κολυμβητής»
 Ο καλοκαμωμένος μας ήρωας έχει αθλητική όψη αν και δεν είναι νέος. Αποφάσισε να διασχίσει την περιοχή που μένει και να φτάσει στο σπίτι του κολυμπώντας. Έχει χαρτογραφήσει τις περιοχές με το νου του, που δεν είναι άλλες παρά οι ιδιωτικές πισίνες πολλών γειτόνων του, καθώς και δημόσιες. Ξεκινάει με μια μεγάλη βουτιά στην πρώτη πισίνα  χρειάζεται να κολυμπήσει δέκα τρία χιλιόμετρα νότια, για να φτάσει στο σπίτι του.  Στην αρχή του ταξιδιού, που ημέρα είναι καλοκαιρινή, έχει το καλωσόρισμα των γειτόνων που τον κερνούν ποτά και τους εκπλήσσει το εγχείρημά του. Συνεχίζοντας ο καιρός χαλάει με ανέμους και βροχές και κείνος τυγχάνει κακής υποδοχής και αρνητισμού ακόμη και για ένα ποτό από φίλους, γνωστούς και γείτονες, ενώ ψιθυρίσματά τους, που μειώνουν την υπόληψή του, και νύξεις για τα δεινά της οικογένειάς του, αντηχούν και συνταξιδεύουν μαζί του. Το περιπετειώδες και εξαντλητικό ταξίδι  του ήρωά μας τελειώνει όταν φτάνει στο σπίτι του. «Περπατώντας προς το σπίτι είδε ότι η δυνατή καταιγίδα είχε σπάσει μια υδρορροή. Κρεμόταν μπροστά στην κεντρική είσοδο σαν μπανέλα ομπρέλας, αλλά μπορούσε να τη φτιάξει το πρωί. Το σπίτι ήταν κλειδωμένο, και σκέφτηκε ότι ο ηλίθιος μάγειρας, ή η ηλίθια υπηρέτρια, πρέπει να είχε κλειδώσει το σπίτι, μέχρι που θυμήθηκε ότι είχε περάσει καιρός από τότε που είχαν προσλάβει μάγειρα ή υπηρέτρια. Φώναξε, χτύπησε δυνατά την πόρτα, προσπάθησε να την ανοίξει πέφτοντας με δύναμη πάνω της, και μετά, κοιτώντας μέσα από τα παράθυρα,  είδε ότι το σπίτι ήταν άδειο.»

8)      «Μονάχα πες μου ποιος ήταν»
 Η ζήλια ενός πετυχημένου, σύμφωνα με το αμερικάνικο όνειρο, ηλικιωμένου άντρα που παντρεύεται το νεαρό κορίτσι που υπεραγαπάει. Ο τρόμος ότι τον απατά, ότι μπορεί να τον εγκαταλείψει, καταλαγιάζει ξεσπώντας στον εραστή της, παράλληλα τη γεμίζει με σμαράγδια, χρυσό και μαργαριτάρια, κάτι που δεν θα μπορούσε κανένας  εραστής να κάνει. Ο πλούτος κρατάει γερά στο γάμο τη γυναίκα του και απομακρύνει την ανασφάλειά του.

9)      «Το τρένο των πέντε και σαράντα οκτώ»
 Ένα διήγημα αγωνίας, για τη ζωή ενός υπερφίαλου, αναίσθητου άνδρα και της αισχρής συμπεριφοράς του σε μια γυναίκα, πρώην γραμματέα του. Άραγε  υπήρχε κάτι μέσα στο παχύ στρώμα ενός ανάλγητου σαρκίου, που θα ξυπνούσε τον άνθρωπο; Είναι  ο τρόμος θανάτου, που καραδοκεί σε κάθε του βήμα εκείνος τρέχει, κρύβεται, νομίζει ότι έχει γλιτώσει, ξεθαρρεύει και βυθίζεται ξανά στο ραχάτεμα της καλοζωίας. Μέχρις ότου ή οπλισμένη Νέμεση στοχεύει το άκριτο κεφάλι του, προστάζοντάς τον να το χώνει ξανά και ξανά μέσα στο χώμα και στις βρομιές.
Ευγενία Μακαριάδη

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΙΧΝΟΣ






                                       ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΙΧΝΟΣ
                                                       του
                               ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΙΔΗ (γεν. 1967, Σέρρες)
                                           (εκδόσεις: ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ)
 
Διάβασα τόσο γρήγορα αυτό το βιβλίο, που νιώθω την ανάγκη να το ξαναδιαβάσω, μπας και μου ξέφυγε κάτι.. Τόσο απλό, παράξενα γοητευτικό, κινηματογραφικό και τέλος πραγματικό μέσα στο παραμύθι του.

Ήρωες της καθημερινότητας που ζουν και συμπεριφέρονται παρορμητικά και βίαια εξ αιτίας φόβου κοινωνικής απόρριψης, υπερφίαλοι καλλιτέχνες και ένα σωρό συναισθηματικές τάσεις στη μαγεία, στο θάνατο, στην αφοσίωση, στην αγάπη, ακόμα και  σε δύσμορφα άτομα, όπως η ερωτική έλξη του κεντρικού προσώπου της μυθιστορίας για μια άσκημη ζητιάνα.

Το ελάχιστο ίχνος, όπως αυτό του αφηγητή-συγγραφέα, πιθανόν και του καθένα μας, που πατάει και φεύγει απ’ αυτή τη γη  σβήνεται σε λίγο χρόνο ή το πολύ πολύ να μείνει στη μνήμη του περίγυρού του κι αυτό για πόσο άραγε.. Όμως αυτό το ελάχιστο που μπορεί να μείνει  στην ιστορία, είναι το σπάνιο, είναι εκείνο που συγκλονίζει, και  δε φεύγει εύκολα από τη μνήμη.

Ο ήρωας του έργου, Αυγουστίνος Ψυχός, είναι νόθο παιδί, από το ερωτικό σμίξιμο ενός πλούσιου έφηβου και της  παραμάνας του, της Χαρίκλειας. Η πλούσια οικογένεια, για να αποφύγει το σκάνδαλο, αποδιώχνει την εγκυμονούσα παραμάνα. Η τελευταία γεννάει ένα υγιέστατο αγόρι και το μεγαλώνει σ’ ένα χαμόσπιτο.

Παράλληλα σε μια επαρχιακή πόλη ο Ανδρέας Ψυχός κι η γυναίκα του  Φανή αδυνατούν  να τεκνοποιήσουν  παρ’ όλες τις οδύσσειες περιπλανήσεις και περίεργες αναζητήσεις, όπως η συνεύρεσή τους σε εξωκλήσι, μπρος στην εικόνα της Αγίας Κυριακής. Τελικά η Φανή έμεινε έγκυος, με τη μεσολάβηση της εξαδέλφης της, Σμαρούλας. Πράγματι η Σμαρούλα, που από μικρή είχε το χάρισμα της «μάγισσας»,  ζωγράφισε στα γυμνά τους σώματα περίεργα σύμβολα και τους ορμήνεψε να συνευρίσκονται άπλυτοι  μέχρι να εξαφανιστούν τα γραμμογραφήματά της, από τις επαφές τους.  Η Φανή γέννησε. ΄Ομως το μωρό βγήκε σακάτικο.  

Με κινηματογραφικό στυλ, ο «προσβλημένος» πατέρας με το μωρό αγκαλιά περιπλανάται από γειτονιά σε γειτονιά και από δρόμους σε σοκάκια, μέχρι που σταματά σ’ ένα χαμόσπιτο, όπου από το ανοιχτό παράθυρο βλέπει μια μάνα ξαπλωμένη να κοιμάται και παραδίπλα σε μια κούνια να κοιμάται επίσης ένα μωρό. Χωρίς χρονοτριβή, μπήκε μέσα από το παράθυρο κι έκανε την «ανταλλαγή»,  αρπάζοντας το υγιές αγόρι, ενώ  στη θέση του άφησε το σακάτικο. 

Ο Αυγουστίνος με καλλιτεχνικές τάσεις, καταφέρνει να σπουδάσει ηθοποιός στα τριάντα του χρόνια, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του. Έχει πάθος για το θέατρο, αργότερα για τη σκηνοθεσία (μετά την παρότρυνση φίλου), όμως του λείπει το «ταλέντο», του λείπει το «χάρισμα» που έχει ο συμμαθητής του, στη Δραματική Σχολή, ο Σέργιος Λυκίδης, τον οποίον και ανταγωνίζεται  παρότι ο γραμματέας της σχολής, επονομαζόμενος «Βουνό», και φίλος του αργότερα, θα του επισημάνει ότι, «ο Στ. ηθοποιός υπήρξε καλός, αλλά όχι χαρισματικός και όλοι οι μη χαρισματικοί είτε θα έχουν την αυταπάτη πως είναι χαρισματικοί, είτε θα διατείνονται πως το χάρισμα δεν υφίσταται.»  

 Ο Αυγουστίνος θα παίξει σε πολλές παραστάσεις του δικού του θεάτρου, που απέκτησε μετά τη χορηγία του βιολογικού του πατέρα, με τον οποίο ήρθε σε μυστική συμφωνία να μη μαθευτεί ποτέ η συγγένειά τους. Η ερμηνεία του μάλιστα, στην τελευταία σκηνή στο έργο του Ίψεν, Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν, ήταν μοναδική στα θεατρικά χρονικά, όπως μας βεβαιώνει ο παρακάτω διάλογος δυο ιθυνόντων του θεάτρου: (Σέργιος Λυκίδης και «Βουνό»)
Λυκίδης: -Θα τον θυμούνται πάντα, ενώ άλλοι κι άλλοι θα έχουν ξεχαστεί. Ο ηθοποιός που εισχώρησε απόλυτα στο πετσί του ρόλου. Δεν το πιστεύεις;
Βουνό: -Μπορεί ποιος ξέρει.
Λυκίδης: -Θ’ αφήσει ένα ίχνος. (Το Βουνό έμεινε για μα στιγμή σκεφτικό.)
 Βουνό: -Ένα ελάχιστο. Ίσως.
                              ***
Σελίδα 20: Ταλέντο; Δεν ξέρω τι φαντάζεσθε λέγοντας αυτή τη λέξη. Ξέρετε τι είναι ταλέντο; Ταλέντο είναι το πάθος σου να δουλέψεις σκληρά. Άλλου είδους ταλέντα δεν υπάρχουν.

Σελίδα 264: είναι μερικοί που παθιάζονται τόσο πολύ καθώς εξηγούν γιατί δεν τους άρεσε κάτι, ώστε παρασύρονται από την ορμή των επιχειρημάτων τους. Χτίζουν το σκεπτικό τους αραδιάζοντας τη μια γκρίνια μετά την άλλη, κι όσο εξάπτονται, τόσο πιο κατηγορηματικοί γίνονται, με αποτέλεσμα να εκφράζουν στο τέλος μια γνώμη πολύ πιο αρνητική απ’ αυτή που έχουν στην πραγματικότητα σχηματίσει. Το θάψιμο προοδευτικά γίνεται ηδονικό. 

Σελίδα 266: Συνειδητοποίησε ότι υπήρχε μια κλίμακα αξιών. Σ’ ένα σκαλί της πατούσε κι αυτός. Όσοι βρίσκονταν πιο κάτω του έδειχναν σεβασμό. Αυτοί, πάλι, οι παρακατιανοί του, είχανε άλλους πιο παρακατιανούς, τους οποίους κοιτάζανε αφ’ υψηλού. Κι αυτοί άλλους, κι οι άλλοι άλλους. Δύσκολο να διακρίνεις ποιος στεκόταν στο χαμηλότερο και ποιος στο ψηλότερο σκαλί της κλίμακας, τόσο μεγάλη ήταν. Αν άλλαζες σκαλοπάτι, ανέβαινες ή κατέβαινες, άλλαζε ο συσχετισμός: περιφρονούσες εκείνον που λίγο πρωτύτερα υποληπτόσουν άπλωνες το χέρι σε όποιον χθες γύρναγες την πλάτη. Αλλά – κι επειδή μιλάμε για σκάλα- δεν είχες οπτικό πεδίο ευρύ. Ούτε καν ήξερες, στη συνολική εικόνα, αν βρίσκεσαι πριν από τη μέση ή μετά. Μόνο στους κοντινούς σου αντιλαμβανόσουν, λίγους πιο ψηλά, λίγους πιο χαμηλά. Στεκόταν, λοιπόν, κι αυτός στο σκαλοπάτι του φθονούσε τους αποπάνω και οίκτιρε τους αποκάτω.

Ευγενία Μακαριάδη.