Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

JOSEPH ROTH - ΙΩΒ

               ΙΩΒ,  του Joseph Rot
Ο Γιόζεφ Ροτ ήταν Αυστριακός συγγραφέας και δημοσιογράφος εβραϊκής καταγωγής
Γεννήθηκε στις  2 Σεπτεμβρίου 1894,  στο Μπρόντι, Ανατολική  Γαλικία,  σημερινή Ουκρανία.        Πέθανε στις 27 Μαΐου 1939, Παρίσι, Γαλλία.

Έργα του:
·          «Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Ο ιστός της αράχνης» (εκδόσεις Κριτική, μετάφραση Τούλα Σιετή)
·          «Το συναξάρι του αγίου πότη» - εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Τούλα Σιετή)
·         «Ο θρύλος του Αγίου Πότη» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Ιώβ η ιστορία ενός απλού ανθρώπου» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Η κρύπτη των Καπουτσίνων» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Νίκος Δελιβοριάς, επιμέλεια Τούλα Σιετή)
·         «Ο βουβός προφήτης» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς)
·         «Φυγή χωρίς τέλος» (εκδόσεις Οδυσσέας, μετάφραση Σωτήρης Χαλικιάς, επιμέλεια Τούλα Σιετή)
·         «Hotel Savoy» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Η εξέγερση» (εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Δέσποινα Μάρκου)
·         «Στον εκδότη Γκούσταβ Κιπενχώυερ για τα γενέθλια των πενήντα του χρόνων» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)
·         «Δεξιά κι αριστερά» (εκδόσεις Ροές, μετάφραση Πελαγία Τσινάρη)
·         «Χίλιες και δύο νύχτες« (εκδόσεις Ολκός, μετάφραση Γιώργος Δεπάστας)
·         Der Leviathan, («Ο Λεβιάθαν», εκδόσεις Ροές, μετάφραση Πελαγία Τσινάρη)
·         «Η ομολογία ενός δολοφόνου μέσα σε μια νύχτα» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου)


Ο συγγραφέας Γιόσεφ Ροτ, εβραϊκής καταγωγής, με γραφή ποιητική, τραγικά συναισθηματική,  μας ζωντανεύει μέσα από την ιστορία του ευσεβούς ιεροδιδασκάλου Μέντελ Σίνγκερ και της οικογένειάς του, στα γκέτο του Τσούχνοβο της Ρωσικής αυτοκρατορίας, την ιστορία των εβραίων χωρίς πατρίδα, τον εξοστρακισμό τους από τον τόπο που γεννιούνται, που ανδρώνονται, την οικογενειακή εστία  που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν και τα βάσανα του ήρωα της ιστορίας, ως η παραβολή του πολύπαθου Ιώβ της παλαιάς διαθήκης. Τον  Μέντελ Σίνγκερ βαραίνουν οι ατυχίες, οι θάνατοι, οι αρρώστιες, η φτώχεια, οι ενοχές όμως πιστεύει στον Θεό και περιμένει το θαύμα του μέρα τη μέρα ώρα την ώρα, μέχρι που τα χρόνια έσπρωχναν το θαύμα μακριά τόσο που χανόταν, και ‘κείνος στα εξήντα του χρόνια χάνει την πίστη, θέλει να τα κάψει όλα και φωνάζει:
 «Δεν θέλω να κάψω ένα μόνο σπίτι, δεν θέλω να κάψω έναν μόνον άνθρωπο. Θα τα χάσετε, αν σας πω τι είχα κατά νου να κάψω. Θα τα χάσετε και θα πείτε: τρελάθηκε κι ο Μέντελ, σαν την κόρη του. Αλλά σας βεβαιώνω: δεν είμαι τρελός. Τρελός ήμουν. Πάνω από εξήντα χρόνια ήμουν τρελός, σήμερα δε είμαι». –Πες μας λοιπόν, τι θέλεις να κάψεις! -  «Τον Θεό! Θέλω να κάψω τον Θεό!»
Η οικογένεια του Μέντελ απαρτίζεται από πέντε άτομα: τη γυναίκα του τη Δεβώρα πληγωμένη από τα δεινά της οικογένειας, τον Γιόναν, πρώτος γιος, που είναι δυνατός σαν αρκούδα και παρά της πατρικές παραινέσεις να μην στρατευτεί,  πηγαίνει στον πόλεμο, για την πατρίδα όπως λέει, και χάνεται ή αγνοείται όπως τους πληροφορούν, για την πατρίδα. Δεύτερος γιος ο Σεμάργια ο πονηρός, που τα καταφέρνει να φύγει στην Αμερική, γιατί καλύτερα λιποτάκτης παρά στον πόλεμο με τα στρατεύματα της τσαρικής Ρωσίας. Η κόρη η Μύριαμ, επιπόλαιη, και με πρόωρη ερωτική συμπεριφορά, που θλίβει τους γονείς , και τέλος το στερνοπαίδι τους, ο Μενουχίμ, Χ  που γεννήθηκε άλαλο, σακάτικο και ίσα που προφέρει μια και μοναδική λέξη, τη λέξη «μαμά». Το σακάτικο παιδί που το χλευάζουν τα παιδιά στη γειτονιά και τα αδέλφια ντρέπονται∙  η ντελικάτη Μύριαμ με την καρδιά της σφιγμένη από φρίκη και μίσος κοντά στον γελοίο αδελφό της. Όσο για τ’ αγόρια τον άρπαξαν μια μέρα από τα στραβά του πόδια και  έχωναν το κεφάλι ξανά και ξανά, σε ένα βαρέλι με βρόχινο νερό, γεμάτο σκουλήκια και σκουπίδια με την ελπίδα  ότι θα πεθάνει. Ο Μενουχίμ επέζησε. Γερός σακάτης. Η Δεβώρα ζούσε με την ελπίδα του θαύματος, γιατί όπως της είχε πει ο ραβίνος, το παιδί θα γίνει καλά και θα διαπρέψει. Τα χρόνια περνούν τα παιδιά μεγαλώνουν, οι γονείς γερνούν και στην περίπτωση του Μέντελ και της Δεβώρα γερνούν από λύπη.
Ο Μενουχίμ ήταν ο τελευταίος, κακοφορμισμένος καρπός του κορμιού της. Ήταν λες και η κοιλιά της αρνιόταν να γεννήσει κι άλλη δυστυχία…… τα στήθια της μαράθηκαν…. Τα μεριά της βάρυναν, τα πόδια της δυσκολεύονταν να κουνηθούν, λες κι ήταν από μολύβι….. ένας τοίχος από κρύο γυαλί τη χώριζε από τον άντρα της.
Η πρόσκληση του Σαμ, έτσι λένε τώρα τον Σερμάγια στην Ν. Υόρκη, να πάνε στην Αμερική, δεν είναι μόνο ότι η Αμερική είναι ευλογημένη χώρα, δεν υπάρχει καλύτερη για τους εβραίους όπως οι γείτονες τον συμβουλεύουν, αλλά και να ξεφύγει η κόρη τους από το να πλαγιάζει με κοζάκους.
Φεύγουν οι τρεις τους, αφήνουν πίσω τον Μενουχίμ, σε μια φιλική οικογένεια που της παραχωρούν το σπίτι μαζί και το παιδί∙ δεν μπορεί να ταξιδέψει λένε.  Αποχαιρετούν τους γείτονες, το κάρο τους περιμένει. Η Δεβώρα παίρνει άλλη μια φορά τον Μενουχίμ αγκαλιά, τον καθίζει απαλά στο κατώφλι του σπιτιού. Ο γιος της θα μείνει πίσω το θαύμα δεν έγινε. Με το που ξεκινούν τα’ άλογα, εκείνη ουρλιάζει. Το κάρο σταματάει, πηδάει έξω, σωριάζεται δίπλα στον Μενουχίμ και δεν σαλεύει. Φωνάζει, χτυπιέται δέρνεται, στο τέλος παραδίνεται. 
Για τον Μέντελ η Αμερική δεν είναι πατρίδα, νιώθει διωγμένος και μόνος στους σκληρούς και απρόσωπους δρόμους της Ν. Υόρκης. Ο Σαμ στρατολογείται και σκοτώνεται για την πατρίδα, την Αμερική. Η Δεβώρα πεθαίνει ακούγοντας το κακό μαντάτο. Η Μύριαμ είναι στο ψυχιατρείο. Ο γέρος Μέντελ έχει χάσει την πίστη του, θέλει να κάψει τον Θεό. Ο Μακ φίλος του Σαμ, τον βεβαιώνει πως θα φέρει το Μενουχίμ στην Αμερική και θα τον γιατρέψουν. Ο Μέντελ κλείνει τα μάτια ήσυχα και αναπαύεται γαλήνιος.  Το παλιρροϊκό κύμα της δυστυχίας κατέπεσε και το θαύμα έγινε.

Σελ. 97. Η άνοιξη  δεν υπήρχε πια, ούτε το καλοκαίρι. Χειμώνα  έλεγε η Δεβώρα όλες τις εποχές του χρόνου. Μόνο η ελπίδα  δεν εννοούσε να πεθάνει . «θα μείνει σακάτης» έλεγαν οι γείτονες . γιατί οι γείτονες δεν είχαν πάθε κακό. Κι όποιος δεν έχει πάθει κακό, δεν πιστεύει στα θαύματα.

Σελ. 105. Φώναζε όλο και πιο συχνά τη μάνα του∙ τη μοναδικη λέξη που εδώ και χρόνια κατάφερνε να βγάζει από το στόμα του, την επαναλάμβανε ξανά και ξανά, ακόμα κι όταν η Δεβώρα δεν ήταν κοντά του. Ήταν ηλίθιος ο Μενουχίμ! Ηλίθιος! Τι εύκολα που το λέει κανείς. Αλλά ποιος ξέρει σε τι τρικυμία από φόβους κι αγωνίες παράδειρε εκείνες τις μέρες η ψυχή του Μενουχίμ – η ψυχή που ο Θεός είχε κρύψει πίσω από το αδιαπέραστο παραπέτασμα της ηλιθιότητας.  'Α, ναι ο σακάτης ο Μενουχίμ φοβόταν.


                   



Δεν υπάρχουν σχόλια: