Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ ΕΛΕΟΥ του Θανάση Βαλτινού

  ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ ΕΛΕΟΥ
        του Θανάση Βαλτινού
            (εκδ. ΕΣΤΙΑ)
   

Ο πολυβραβευμένος πεζογράφος Θανάσης Βαλτινός γεννήθηκε το 1932 στο Καστρί Κυνουρίας. Από το 2008 είναι μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει γράψει διηγήματα, μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο. Έχει μεταφράσει αρχαίους τραγικούς: Τρωάδες, Ορέστεια, Μήδεια. Το 2012 βραβεύτηκε με το μεγάλο κρατικό βραβείο λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του.
Βιβλία του:
·         Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη 1972
·         Η κάθοδος των εννιά 1978
·         Τρία ελληνικά μονόπρακτα, 1978
·         Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, 1985
·         Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60, 1989
·         Φτερά μπεκάτσας, 1992
·         Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν, 1992
·         Ορθοκωστά, 1994
·         Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη, Βιβλίο Β΄, 2000
·         Σχισμή Φωτός, 2001
·         Ημερολόγιο 1836-2011, 2001
·         Εθισμός στη νικοτίνη, 2003
·         Άνθη της Αβύσσου, 2008
·         Κρασί και Νύμφες, 2009
·         Ημερολόγιο της Αλοννήσου, 2010
·         Επείγουσα ανάγκη ελέου (Εκδόσεις Εστία 2015 συλλογή διηγημάτων)
.-.-.-.-.-.-.-
Είκοσι ένα διηγήματα μπονσάι (μικρής φόρμας), στον τίτλο ηθελημένα μια λέξη ανορθόγραφη. Λέξη κλειδί για το θέμα του ομότιτλου διηγήματος που έχει να κάνει με τη σωτηρία ανθρώπων φυλετικά κυνηγημένων. Και σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων ο συγγραφέας, ως χαρακτήρας αφηγητή-παρατηρητή, αναφέρεται στην νεώτερη ελληνική ιστορία, των δεκαετιών του ’20 του ’40, τον εμφύλιο, και μέσα σ’ αυτήν μικρές ιστορίες λαϊκών ανθρώπων, με τα τοπικά ήθη και έθιμά τους. Ο συγγραφέας παραθέτει τα γεγονότα ρεαλιστικά (ωμά θα έλεγα), χωρίς επεξηγήσεις, χωρίς συναισθηματισμούς,  αφού προηγουμένως έχει διερευνήσει την ψυχοσύνθεση των ηρώων του. Έτσι, μέσα από τις επιλεκτικά διαλεγμένες λέξεις, ψάχνει ο αναγνώστης και βρίσκει σαν από μαγική εικόνα αυτό που υπονοεί ο συγγραφέας και εκλαμβάνει τα γεγονότα με οργή, πάθος, έρωτα και γέλιο. Παρακάτω συγκεφαλαιώνω μερικά από τα διηγήματά του:
** Φουραντάν
Σκοτώνει  με δηλητήριο  η μάνα το κορίτσι της, που έμεινε έγκυος και θα ρεζιλεύονταν στο χωριό. Η ντροπή ξεπλένεται με αίμα. Η μάνα,  χήρα γυναίκα με γιο κι άλλες τρεις κόρες. Ξέρει και τον φταίχτη, είναι ο κουνιάδος της και δεν προνόησε να τον ξαποστείλει αν και φαίνονταν τα μηνύματα από τη συμπεριφορά της παθούσης.
** Αυτή η Γαλλίδα
Ο θείος Ζαχαρίας λιγομίλητος και οστεώδης, με κομμένο από τον αγκώνα το δεξί του χέρι και χαλασμένο το δεξί, επίσης, μάτι του. Ο θείος Ζαχαρίας έριχνε φουρνέλα. Το ατύχημα έγινε όταν μια φορά άναψε το φυτίλι με την καύτρα του τσιγάρου του. Φώναξε «βάρδα φουρνέλο», για τους άλλους και έτρεξε να καλυφτεί και εκείνος, όμως έμεινε σύξυλος σαν είδε μια ολόγυμνη γαλλίδα να στεγνώνει, κουνώντας πέρα δώθε τα μαλλιά της, στην μικρή ακτή.  Cherchez la femme, μας κλείνει το μάτι ο συγγραφέας.
** Η μνήμη των σωμάτων
 Την συνάντησε μετά από είκοσι πέντε χρόνια και τον ρώτησε για τις ροδιές. Πάντα την ήθελε, αλλά εκείνη δεν ενέδιδε. Μια φορά πήγε στο σπίτι του κάθισαν στο μπαλκόνι, όπου οι γλάστρες με τα ρόδια. Έκαναν έρωτα στο άβολο τσιμέντο του μπαλκονιού. Αυτό θα είχε στο μυαλό της, όταν τον ρώτησε για τις ροδιές.
** Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
  Ο πανδαμάτορας χρόνος η αιτία,  για τις ρυτίδες, τις πανάδες, τα προβλήματα οργασμού,  την ανημποριά, την ασκήμια των γερατειών, που έκανε την γερμανίδα Χάνα να  στειρωθεί από τα σαράντα της.  Έτσι γιατί δεν μπορούσε να παραβλέψει την προδοσία του σώματός της. Τη βιολογική της απαξίωση. Χωρισμένη με ένα γιό και μια σειρά εραστές, μεταξύ των οποίων και ο αφηγητής. Τελευταίος δυνατός έρωτας  στα εξήντα της ένας ιπτάμενος, σμήναρχος της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας. Ίσως αυτός ο άγνωστος που ήρθε στην κηδεία της να ήταν ο σμηναγός, ποιος ξέρει, αναρωτήθηκε ο αφηγητής αφήνοντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στον τάφο της ογδονταεφτάχρονης φίλης του.
** Γαμήλια πτήση
Τριαντάρης ο ιδιοκτήτης, ετοιμαζόταν για γάμο  κι έσκαβαν οι εργάτες για να φτιαχτεί ένα κουζινάκι.   ο εργολάβος ανήσυχος βλαστήμησε σαν χτύπησαν σε κάτι στέρεο κι ήταν έτοιμος να σκεπάσει τον λάκκο. Τον φώναξε να δει κι ο ίδιος το μωσαϊκό και ενώ ο εργολάβος θυμωμένα έλεγε, τι θα κάνεις;  Θα σου το πάρουν, εκείνος μαγεμένος κοιτούσε το αστραφτερό μωσαϊκό -που απεικόνιζε τον Δία-ταύρο να έχει στην πλάτη του την αισθησιακή Ευρώπη- και  κούνησε το χέρι αδιάφορα στον εργολάβο.  
 ** Οικογενειακή ιστορία
Καταχωνιασμένο σε μια κασέλα ένα ταγάρι, που το κρατούσε για τσάντα η μάνα στα φοιτητικά της χρόνια. Όταν πήγε στο χωριό το έδειξα στη γιαγιά, το είχε η ίδια υφάνει στον αργαλειό. Ήταν μέρος της προίκας της και σχολίασε «πράγματα για μια ζωή». Στο σπίτι η γιαγιά είχε θερμοσίφωνο και τηλεόραση. Είχε ανοίξει την τηλεόραση για τις ειδήσεις, όταν της πρότεινε να πάει να μείνει μαζί τους στην Αθήνα και εκείνη είπε «γιατί τι θα έχω παραπάνω εκεί;»  
** Σκεύος αργίλου
Στο αρχαιολογικό μουσείο, όπου είχε δει μια συλλογή αγγείων. Τον είχε γοητεύσει ένα, όχι μόνο για τη φόρμα, για τις καμπύλες  και την κοιλότητά του, όσο μια δαχτυλιά, όπως το ίχνος του παράμεσου, που σύρθηκε επάνω του. Μια δαχτυλιά στο υπογάστριο γυναίκας.  

** Η μεγάλη Μάρθα
Η γιαγιά Μάρθα, χήρα στα τριάντα της, βρήκε ένα έκθετο κοριτσάκι στην πόρτα της. Το μεγάλωσε, το σπούδασε, το  πάντρεψε. Στα ογδόντα της με άνοια χανόταν, την έβρισκαν, την έχαναν, την έβρισκαν, την αγαπούσαν στην οικογένεια,  η κόρη, ο άντρας της  και  η εγγονή της. Πέθανε. Μετά την κηδεία, το σπίτι τούς φαινόταν άδειο, η κόρη αναστέναζε, ο άντρας της είπε «ήταν καλή γυναίκα» και η εγγονή «μου λείπει» είπε, και ξέσπασε σε κλάματα. Ναι, η γιαγιά Μάρθα δεν ήταν αίμα τους.
** Ειδύλλιο
Να σε παίρνει από πίσω ένα αδέσποτο, να σε φερμάρει αμίλητο με υγρά μάτια, να σ’ ακολουθεί μέχρι το σπίτι σου.  την κοιτάζεις και υποφέρεις, έχεις μόνο ένα μεγάλο μπαλκόνι, εκείνη μένει ακίνητη, αξιοπρεπής και σε παρακολουθεί που την κλείνεις έξω.

** Λιγνή μακρυπόδαρη Έβελυν
Το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι χτισμένο από χέρια μαστόρων Τζουμερικιωτών. Έχεις την αίσθηση ότι λικνίζεσαι ανεπαίσθητα μέσα στη διαύγεια του φωτός. Ασυζητητί η ωραιότερη καμάρα –μετά από εκείνη της λιγνής μακρυπόδαρης Έβελυν όταν παραλογισμένη από την αναμονή της έκρηξης γύριζε στα γόνατα, κρύβοντας τα μπράτσα και το κεφάλι της-και τους βόγγους της-στα μαξιλάρια του κρεβατιού. Τότε.
** Κάσια  Φράγκου
 Η Κάσια Φράγκου ήθελε να μπει στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, όμως πλησίαζε τα τριάντα, ηλικία απαγορευτική για τέτοιες σπουδές. Ο αφηγητής δίδασκε τότε ιστορία της λογοτεχνίας. Ήθελε να την αποθαρρύνει τις έδωσε κείμενο έντεκα σελίδων να αποστηθίσει, με σκοπό να την αποτρέψει. Τον επισκέφτηκε, αρνήθηκε να την ακούσει. Του έστειλε μια κασέτα, την άκουσε…. ο σπαραγμός αλλοίωνε το κείμενο εντελώς, το μετέτρεπε σε κάτι αποκλειστικά δικό της. Χάθηκε, μέχρι που έπεσε στα χέρια του ένα παλιό φύλλο εφημερίδας, όπου στα κοινωνικά αναφερόταν η κηδεία της.
**
Αφήνει την τσάντα της στον άντρα της, εκείνος δεν θέλει να ανέβει επάνω ασθμαίνει ήδη. Τον άφησε.  Έτσι, εκείνη και ο άλλος, μόνοι, έρποντας, φτάνουν στον μικρό θάλαμο της κορυφής. Στη μέση ένας χτιστός πέτρινος πάγκος, εκεί όπου θα είχαν ακουμπήσει τη λάρνακα με τον βαλσαμωμένο Φαραώ. Γονατίζει μπροστά της,  της φιλάει του μηρούς, την σηκώνει στα μπράτσα του πάνω στον πέτρινο πάγκο. Τα πόδια της ανοιχτά το αιδοίο της σε πλήρη θέα.. στο τσακ πρόλαβαν, όταν ακούστηκαν λαχανιάσματα και ανάσες κάποιων  που ανέβαιναν.
** MV Myrina, Cargo Ship
Το γράμμα του λοστρόμου στη μάνα του, που ταξιδεύει δώδεκα μήνες τώρα με το φορτηγό πλοίο MV MYRINA και του φαίνεται αιώνας, δύσκολη η ζωή του ναυτικού ουρανός και θάλασσα,  να μην στεναχωριέται της γράφει προσέχει πολύ και να μην τρέμει η ψυχή για κείνον, εξ άλλου ο χρόνος περνάει γρήγορα μένουν τέσσερις μήνες μέχρι τον Μάρτη και τον Απρίλη θα πρέπει να παρουσιαστεί στον Σκαραμαγκά. Το κάργκο Μύρινα με φορτίο χάλυβα, απέπλευσε από το λιμάνι της Ν. Υόρκης για Νεάπολη Ιταλίας. Δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του.  Είχε πλήρωμα είκοσι ενός ανδρών.
** Κώστας και Μαρίνα
Έμαθε ότι κηδευόταν ο πατέρας του, κατέβηκε από το βουνό με δυο συντρόφους, πήγε στην εκκλησία την ώρα που έψελνε ο μπάρμπα- Φράγκος τον Απόστολο. Περιζωμένος με δυο χειροβομβίδες και ένα στεν. Ο παπάς τρόμαξε. Τον αναγνώρισε. Εκείνος προσκύνησε το λείψανο και φίλησε τη μάνα του που δεν τον αναγνώρισε, μόνο από τη μυρουδιά του τον κατάλαβε.  Το ’52 ήταν, ρώτησε τον παπά αν παντρεύονται τα δεύτερα ξαδέρφια και του ‘πε πως παντρεύονται, τότε εκείνος, , παντρεύτηκε τη δεύτερη ξαδέλφη του. Έκαναν έξι παιδιά, μετανάστευσε στην Αμερική να ζήσει την οικογένεια. Τα κατάφερε αφού δούλεψε σκληρά στην Αμερική, σαράντα ήταν. Γύρισε μετά είκοσι πέντε χρόνια. Έφτιασε μια μικρή πολυκατοικία-τρεις όροφοι, για τα παιδιά. Αλλιώς τα βρήκε στην Ελλάδα. Άλλες συμπεριφορές τα παιδιά του. Ο γιος του φωτογράφος, κλεισμένος στον εαυτό του. Τότε που ‘χε πάει να βρέξει τα μπετά, ήταν εκεί, μάλλον τον είδε. Ο γιος του αδιαφορώντας είπε στην νεαρή αρχιτεκτόνισσα του κτίσματος να ξεγυμνωθεί και την φωτογράφιζε στις σκαλωσιές.. Έφυγε τοίχο τοίχο σκαστός ντρεπόταν. Η μεγάλη κόρη γιατρός, παντρεύτηκε γιατρό. Δεν θέλουν παιδιά. Η δεύτερη αρραβωνιασμένη. Οι σημερινοί αρραβώνες, δικηγόρος κι εκείνος όμως δεν δουλεύει, του τη δίνει. Κοιτάζει τον κόσμο από κει πάνω. Η Μαρίνα έχει φαρδύνει λίγο.  Και κάτι σαν πίκρα έχει καθίσει στα χείλη της. Της φορτώνεται καμιά φορά, τον διώχνει. Εκείνη η φλόγα πάει. Μια μέρα έκλαψε. Χτες ήταν ακόμα που όργωνε τα βουνά.
** Επείγουσα ανάγκη ελέου
Μέλη εβραίων οικογενειών κάνουν ένα χριστιανικό μνημόσυνο, ανάβουν κεριά, δεν κάνουν το σταυρό τους. Στη μνήμη Γιώργου Μητζελιώτη. Μια γιαγιά ρωτάει την Νίνα, είσαι το κουνούπι; Ναι ήταν εκείνο το τρίχρονο κοριτσάκι, πριν από πενήντα δυο χρόνια, με τα λιγνά ποδαράκια, σκορπισμένοι οι εβραίοι σε μικρές καλύβες. Κάποιοι τους έφερναν φαγητό τις νύχτες. Η Βασιλική τότε νεαρή σβέλτη γυναίκα, την έπαιρνε αγκαλιά την πέταγε ψηλά.. Βασιλική είπε η Νίνα και αγκάλιασε τη γριά. Το 1943 έφτασε ένα τηλεγράφημα, προς Σωτήρη Μητζελιώτη που έγραφε «Επείγουα ανάγκη ελέου». Με έψιλον.  Πρέπει να είναι για σένα Γιώργο, είπε ο ταχυδρόμος. Ο Γιώργος μοναδικός Μητζελιώτης στο νησί. Το υπέγραφε ο Ζακ Λεών. Ο Ζακ που έβγαλε το άστρο και  το ‘σκασε από το γκέτο, έγραψε το τηλεγράφημα σε παλιό καλό συνεργάτη εμπορίου λαδιών, σαπουνιών. Ο Γιώργος δεν κατάλαβε το «ελέου» όμως το Σωτήρης ναι. Γι’ αυτό ναύλωσε μικρό καϊκι για Χαλκιδική και μετά οδικώς στην θεσ/νίκη. Γερός και δυνατός και θαρραλέος στην καρδιά ο Γιώργος ένιωσε το κάλεσμα για το σώσιμο ενός ανθρώπου.








Δεν υπάρχουν σχόλια: